ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1101/2025

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Σοφία Τσιβούλη, Εφέτη, που όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Μυρτώ Καζαντζή.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μάίου 2025, για να δικάσει την έφεση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Σερρών …/6-3-2024 και με αριθμό πράξης κατάθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης και προσδιορισμού της …/…/2024 κατά της υπ’ αριθμό 13/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (τακτική διαδικασία), μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …, κατοίκου …, με ΑΦΜ …, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ιωάννη Πάντσιου (AM ΔΣ …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου …, με ΑΦΜ …, που εκπροσωπήθηκε δυνάμει της από 7-5-2025 δήλωσης, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ του πληρεξούσιου δικηγόρου της Αντωνίου Χαμαϊλίδη (AM ΔΣ …), ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Η νυν εφεσίβλητη άσκησε κατά του νυν εκκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών την από 9-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/9-12-2022 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμό 13/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της παραπάνω απόφασης ο εναγόμενος κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 6-3-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2024 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατατέθηκε προς προσδιορισμό στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό πράξης …/…/2024 και προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις, που κατέθεσε επί της έδρας, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, που παραστάθηκε με δήλωση, είχε προκαταθέσει προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 513, 516, 517, 518 παρ.1 και 520 ΚΠολΔ.), ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα, η οποία έλαβε χώρα στις 8-2-2024, όπως εκθέτει ο εκκαλών στο δικόγραφό της και συνομολογεί ρητά η εφεσίβλητη, η δε έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 6-3-2024. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ.), κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, δεδομένου ότι καταβλήθηκε και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 100 ευρώ (βλ. υπ’ αριθ. … e-παράβολο).

Με την από 9-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2022 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε τα ακόλουθα: Ότι είναι κυρία και νομέας του λεπτομερώς περιγραφόμενου διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της επί της οδού … οικοδομής, στις …, με ΚΑΕΚ …, εμπορικής αξίας 35.654,08 ευρώ, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της δυνάμει του υπ’ αριθμό …/27-5-2003 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Σερρών …, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών, στον τόμο …, με α/α … και καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας στις 29-5-2007. Ότι, από λόγους φιλοφροσύνης, περίπου προ δεκαπενταετίας παραχώρησε άνευ ανταλλάγματος τη χρήση του εν λόγω διαμερίσματος στην κόρη της, …, προκειμένου να διαμένει σ’ αυτό με τα δύο παιδιά της και τον σύζυγό της, ήτοι να το χρησιμοποιεί για τη στέγαση της οικογένειας της. Ότι, μετά την αποχώρηση των τέκνων της κόρης της και εγγονών της από το παραπάνω διαμέρισμα και τον θάνατο της κόρης της, που συνέβη στις 19-2-2021, εξέλιπε πλέον ο λόγος για τον οποίο είχε παραχωρήσει σ’ αυτήν τη χρήση του εν λόγω διαμερίσματος, ώστε γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι πρέπει να αποχωρήσει απ’ αυτό. Ότι ο τελευταίος, παρότι υποσχέθηκε ότι θα το πράξει αμέσως μόλις βρει άλλη κατοικία, δεν το έπραξε, αλλά αδιαφόρησε, ώστε η ίδια αναγκάσθηκε να τον καλέσει και εγγράφως να της παραδώσει τη χρήση του διαμερίσματος μέχρι τις 31-10-2022, κοινοποιώντας του την από 25-8-2022 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-όχλησή της. Ότι ο εναγόμενος μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατέχει το παραπάνω διαμέρισμα, αρνούμενος να της αποδώσει, επιπλέον δε αμφισβητεί και την κυριότητα της σ’ αυτό, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι η ίδια το παραχώρησε άτυπα κατά κυριότητα στον ίδιο και στην κόρη της, έναντι καταβληθέντος από αυτούς τιμήματος, ποσού 20.000 ευρώ. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζητούσε α/ να αναγνωριστεί κυρία, νομέας και κάτοχος του ενδίκου διαμερίσματος, β/ να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το αποδώσει και, σε περίπτωση αρνήσεώς του, να διαταχθεί η βίαιη αποβολή του από το επίδικο και η εγκατάσταση σ’ αυτό της ίδιας, γ/ να κηρυχτεί η απόφαση, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή ως προς την παραπάνω διάταξή της, δ/ να απαγορευθεί στον εναγόμενο κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας, νομής και κατοχής της στο επίδικο ακίνητο, με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ και προσωπικής κράτησης για κάθε διατάραξη και ε/ να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.

Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η εκκαλουμένη, υπ’ αριθμό 13/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και ορισμένη, πλην του αιτήματος της να απαγορευθεί στον εναγόμενο κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας, νομής και κατοχής της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, έκρινε αυτή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117,1033, 1094 ΑΚ, 68, 70, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της να διαταχθεί η βίαιη αποβολή του εναγόμενου από το επίδικο και η εγκατάσταση σ’ αυτό της ενάγουσας, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο. Περαιτέρω, αφού απέρριψε κατ’ ουσία τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, τους οποίους εκτίμησε ως ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, άλλως ως ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ, και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του ενδίκου διαμερίσματος, υποχρέωσε τον εναγόμενο να της αποδώσει τη νομή και κατοχή του και τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 1.600 ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του και για τους σ’ αυτούς διαλαμβανόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και σε επιδίκαση υπερβολικών δικαστικών εξόδων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή. Ζητεί, επίσης, να καταδικαστεί η αντίδικός του στα δικαστικά του έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί άτυπα, έστω και αν αφορά ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την από μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 ΑΚ, ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στο χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 810 ΑΚ με αυτή του άρθρου 816 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο, η σύμβαση λύεται με καταγγελία από τον χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου (ΑΠ 273/2024, ΑΠ 1133/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η καταγγελία δεν απαιτείται να γίνεται πανηγυρικά ούτε υποβάλλεται σε ορισμένο τύπο, αλλά είναι μια άτυπη μονομερής απευθυντέα δήλωση, που επιφέρει τα αποτελέσματα της χωρίς να πρέπει να γίνει δεκτή από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος (ΑΠ 407/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 818 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι «Το χρησιδάνειο λήγει με το θάνατο του χρησάμενου», η οποία απηχεί τον προσωπικό χαρακτήρα της εν λόγω σύμβασης, καθώς αυτή συνάπτεται χάρη του προσώπου του χρησάμενου και δεν μετακυλίεται στους κληρονόμους του, προκύπτει ότι ο θάνατος του χρησάμενου έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, χωρίς να αποκλείεται και η ύπαρξη συμφωνίας αντιθέτου περιεχομένου ή η κατάρτιση νέας σύμβασης μεταξύ του χρήστη και των κληρονόμων του χρησάμενου, η οποία πάντως είναι αυτοτελής και αυθύπαρκτη (Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 818, αρ. 1-3, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, άρθρα 816-819, αρ. 5, 6, ΜΕφΔωδ 291/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με αγωγή από το χρησιδάνειο είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επόμ., 980, 982, 984§ 1, 987 και 998 ΑΚ, σε περίπτωση άρνησης του χρησάμενου να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη - παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου ή όταν αντιποιείται τη νομή του (ΑΠ 793/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, προκύπτει ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ. ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή, ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ. Μάλιστα δε, στην περίπτωση ακινήτου, η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του. Το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ. 2 ΑΚ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ. χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα, καταλαμβάνει δε και κάθε τρίτο που κατέχει το πράγμα στο όνομα του αρχικού κατόχου. Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και, εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να ανατρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο, ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του (αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα) έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του. Άρα, στην περίπτωση αντιποίησης της νομής π.χ. από τον χρησάμενο ή τον κατά παράκληση λαβόντα, δεν χάνουν τη νομή τους ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονότος αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ή (εφόσον αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε) ο κληρονόμος του (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1597/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ, άρθρο 980, αρ. 8, 10).

Από την υπ’ αριθμό …/21-3-2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών των α/ … και 2/ …, που δόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου (βλ. υπ’ αριθ. …/4-1-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, …), από τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, που συνεκτιμώνται στο σύνολό τους, χωρίς να παραλειφθεί οποιοδήποτε κατά την ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμό …/27-5-2003 συμβολαίου σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και διανομής προ πάσης ανοικοδομήσεως οικοδομής-κανονισμό πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Σερρών …, το οποίο μεταγράφηκε αυθημερόν στον τόμο … και α/α … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών και ήδη καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας, η ενάγουσα κατέστη κυρία (μεταξύ άλλων) του υπ’ αριθμό ένα (1) διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της τότε υπό ανέγερση και ήδη ανεγερθείσας οικοδομής σε οικόπεδο που βρίσκεται στην πόλη των Σερρών, στην οδό …, εμβαδού καθαρού 56,70 τ.μ. και μικτού 70,00 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 45,30/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενου από ένα δωμάτιο, σαλοκουζίνα, λουτροκαμπινέ, χωλ, διάδρομο και ημιυπαίθριο χώρο, που συνορεύει με πρασιά της οικοδομής και πέραν αυτής με την οδό …, με το με αριθμό δύο (2) διαμέρισμα, με τον κοινόχρηστο διάδρομο και με το με αριθμό έξι (6) διαμέρισμα, στο οποίο αντιστοιχεί ως παρακολούθημα α/ η με αριθμό 5 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 5,90 τμ. και β/ η με αριθμό Ρ 16 θέση στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Το άνω διαμέρισμα φέρει ΚΑΕΚ … και είναι εμπορικής αξίας 35.654,08 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Ο εναγόμενος ήταν σύζυγος της κόρης της ενάγουσας, …, με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, τον … και τον …. Το έτος 2007, οπότε ο εναγόμενος με την άνω οικογένεια του επέστρεψαν οριστικά στην Ελλάδα από τη Γερμανία, στην οποία είχαν μετοικήσει, η ενάγουσα, προκειμένου να στηρίξει οικονομικά την κόρη της, παραχώρησε σ’ αυτήν, άνευ ανταλλάγματος, τη χρήση του παραπάνω διαμερίσματος, προκειμένου να εγκατασταθεί σ’ αυτό με την οικογένεια της και να το χρησιμοποιήσει ως κύρια κατοικία της. Ούτως, καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ της ενάγουσας και της παραπάνω κόρης της σύμβαση χρησιδανείου, η διάρκεια της οποίας δεν ορίσθηκε, έκτοτε δε η …, μαζί με τον εναγόμενο και τα δύο τέκνα τους διέμεναν διαρκώς στο ως άνω διαμέρισμα. Μετά την ενηλικίωση των τέκνων της και την αποχώρησή τους από την παραπάνω οικογενειακή στέγη, η κόρη της ενάγουσας εξακολούθησε τη χρήση του άνω διαμερίσματος ως κατοικία της, μαζί με τον εναγόμενο-σύζυγό της, πλην όμως, μετά από μακροχρόνια ασθένεια της, απεβίωσε στις 19-2-2021, οπότε λύθηκε αυτοδικαίως η μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβαση χρησιδανείου, από την οποία και ο εναγόμενος αντλούσε το δικαίωμα χρήσης του ενδίκου διαμερίσματος. Κατόπιν τούτου και καθώς εξέλιπε πλέον ο λόγος, για τον οποίο η ενάγουσα είχε προβεί στην παραχώρηση της χρήσης του διαμερίσματος της στην κόρη της, ενώ δεν είχε συμφωνηθεί ότι αυτή (χρήση) θα συνεχιστεί από τον εναγόμενο, με τον οποίο η ενάγουσα δεν διατηρούσε καλές σχέσεις και «ανεχόταν» την παραμονή του στο επίδικο, λόγω της συζυγίας του με την κόρη της, ζήτησε προφορικά από τον τελευταίο να αποχωρήσει από το επίδικο διαμέρισμα και να της το αποδώσει. Ο τελευταίος τη διαβεβαίωσε ότι θα το πράξει αμέσως μόλις βρει νέα κατοικία, ώστε η ενάγουσα, καλόπιστα, ανέχθηκε την παραμονή του στο επίδικο, μέχρι να συμβεί το ανωτέρω. Πλην όμως, καθώς ο εναγόμενος αδρανούσε σχετικά, παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της ενάγουσας, η τελευταία του απέστειλε την από 25-8-2022 εξώδικη δήλωσή της, επιδοθείσα σ’ αυτόν στις 29-8-2022, με την οποία τον καλούσε και εγγράφως να της αποδώσει ελεύθερο το επίδικο διαμέρισμα ως τις 31-10-2022. Στην παραπάνω εξώδικη όχληση ο εναγόμενος απάντησε με την από 5-9-2022 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 8-9-2022, με την οποία όχι μόνο αρνήθηκε να της αποδώσει την κατοχή του επιδίκου, αλλά πρόβαλε για πρώτη φορά σ’ αυτό δικαιώματα, αντιποιούμενος τη νομή της ενάγουσας και ισχυρισθείς, ειδικότερα, ότι η τελευταία είχε υποσχεθεί να μεταβιβάσει στον ίδιο και στην κόρη της το εν λόγω διαμέρισμα κατά κυριότητα και ότι, για το σκοπό αυτό, της κατέβαλαν, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως το έτος 2007, το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, ως τίμημα για την επικείμενη μεταβίβαση. Το ίδιο ποσό ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος ότι κατέβαλε στην ενάγουσα, από κοινού με σύζυγό του, και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις οποίες, ωστόσο, κατ’ αντίφαση με την άνω εξώδικη δήλωσή του, ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό κατέβαλαν στην ενάγουσα, με σταδιακές καταβολές, που ξεκίνησαν το έτος 2001 και ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του 2005, προκειμένου να τη συνδράμουν οικονομικά, ώστε αυτή να προβεί στην αγορά άλλου ακινήτου και όχι του επίδικου και, συγκεκριμένα, μίας γκαρσονιέρας, στην ίδια οικοδομή και όροφο με το επίδικο. Με τις ως άνω προτάσεις του, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε επίσης ότι η ενάγουσα, ήδη από το έτος 2001, άτυπα και προφορικά υποσχέθηκε ότι θα μεταβιβάσει το επίδικο κατά κυριότητα στην κόρη της και στον ίδιο, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα και ότι μεταβίβασε σ’ αυτούς τη νομή του, κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό, καθώς και ότι ο ίδιος νεμόταν έκτοτε διαρκώς το επίδικο, με διάνοια συγκυρίου αυτού κατά το άνω ποσοστό και αποκλειστικά για τον εαυτό του, ασκώντας διακατοχικές πράξεις και, συγκεκριμένα, συντηρώντας το, πληρώνοντας όλους τους λογαριασμούς, χωρίς να ενοχληθεί από την ενάγουσα μέχρι την άνω εξώδικη δήλωσή της. Τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον εναγόμενο, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, δεν αποδεικνύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ αφενός του ιδίου και της συζύγου του και αφετέρου της ενάγουσας για τη μεταβίβαση σ’ αυτούς της κυριότητας του επιδίκου ούτε ότι τους μεταβιβάσθηκε η νομή του ούτε αποδείχθηκε η καταβολή στην ενάγουσα του επικαλούμενου από τον εναγόμενο ή οποιουδήποτε άλλου ποσού, για οποιαδήποτε αιτία, πολύ δε περισσότερο ως τίμημα για την αγορά του επιδίκου, καθώς ο εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, κρινόμενου ως μη πειστικού του ισχυρισμού του ότι δεν του χορηγήθηκαν από την τράπεζα της Γερμανίας τα αποδεικτικά των σχετικών εμβασμάτων ούτε απέδειξε τους άνω ισχυρισμούς του με οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα ένορκη βεβαίωση του …, γιου του εναγόμενου και της …, συζύγου του πρώτου ενόρκως βεβαιούντος (νύφης του εναγόμενου), πλήρως αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας, ήτοι ότι το επίδικο διαμέρισμα παραχώρησε αυτή αποκλειστικά στην κόρη της και μόνο κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα, προκειμένου να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της ιδίας και της οικογένειας της μετά την επάνοδό της στην Ελλάδα από τη Γερμανία το έτος 2007, ήτοι αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ τους άτυπη σύμβαση χρησιδανείου, ότι η ενάγουσα δεν ενέκρινε τη συμπεριφορά του εναγόμενου στην κόρη της και ότι, αναγκαστικά, ανεχόταν και την παραμονή του ιδίου στο επίδικο, ότι άμεσα όχλησε τον εναγόμενο για τον απόδοσή του μετά το θάνατο της κόρης της, ότι ουδέποτε η ενάγουσα «παραιτήθηκε» άτυπα από την κυριότητα του επιδίκου ούτε προέβη σε οποιαδήποτε συμφωνία με την κόρη της ή τον εναγόμενο για τη μεταβίβαση της νομής του και, μελλοντικά της κυριότητας του ούτε έλαβε οποτεδήποτε οποιοδήποτε ποσό από αυτούς. Περαιτέρω, αβάσιμος αποδεικνύεται και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι βρίσκεται στην κατοχή του επιδίκου ήδη από το έτος 2001. Τούτο, διότι, αφενός μεν κατά τον τότε χρόνο ο ίδιος ζούσε μόνιμα στη Γερμανία, από την οποία επέστρεψε στην Ελλάδα το έτος 2007, με την επισήμανση ότι και ο ίδιος, σε άλλο σημείο των προτάσεών του, τοποθετεί το χρόνο επανόδου του στην Ελλάδα το έτος 2006, αφετέρου δε το έτος 2001 δεν είχε ακόμα ανεγερθεί η οικοδομή, στην οποία βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα ούτε αυτό αποτελούσε ακόμα αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, καθώς περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας στις 27- 5-2003, οπότε συντάχθηκε το προαναφερθέν, υπ’ αριθμό …/27-5-2003 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και διανομής προ πάσης ανοικοδομήσεως, ενώ, ακόμα και το προσύμφωνο πώλησης-εργολαβικό συμβόλαιο ανέγερσης της οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής καταρτίσθηκε στις 15-4-2003 (βλ. υπ' αριθμό …/15-4-2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών …), ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο αυτού, κατά τον οποίο ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι άρχισε να νέμεται το επίδικο. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατείχε το επίδικο με διάνοια συγκυρίου αυτού, αλλά, αντίθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, από την αρχή της εγκατάστασής του σ’ αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου του, γνώριζε σαφώς ότι το επίδικο είχε παραχωρηθεί στη σύζυγό του μόνο κατά χρήση και ότι ο ίδιος αντλούσε από την τελευταία το δικαίωμα να το χρησιμοποιεί ως κατοικία του, με την ανοχή της ενάγουσας, με την οποία ουδέποτε διατηρούσε καλές σχέσεις, όπως σαφώς, κατηγορηματικά και από δική τους άμεση γνώση κατέθεσαν περί των ανωτέρω οι ενόρκως βεβαιούντες. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι ο εναγόμενος κατείχε το επίδικο με διάνοια συγκυρίου του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, επιχειρώντας, όπως εκτιμάται, να αντιτάξει στην ένδικη αγωγή δικαίωμά του συγκυριότητας στο επίδικο, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, κτηθέν με έκτακτη χρησικτησία, αυτή δεν θα μπορούσε να αρχίσει πριν τη γνωστοποίηση στην ενάγουσα της βούλησης του εναγόμενου να νέμεται το επίδικο με διάνοια συγκυρίου, καθώς αυτός είχε δικαίωμα μόνο κατοχής του, αντλούμενο από τη σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της κόρης της, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Η γνωστοποίηση δε αυτή έλαβε χώρα μόλις στις 8-9-2022, με την επίδοση της εξώδικης απάντησης του εναγόμενου στην ενάγουσα, ώστε δεν παρήλθε η αναγκαία για την κτήση με έκτακτη χρησικτησία εικοσαετία. Εξάλλου, ακόμα κι αν η έναρξη της έκτακτης χρησικτησίας ήθελε τοποθετηθεί το έτος 2007, οπότε ο εναγόμενος άρχισε να διαμένει στο επίδικο, μαζί με τη σύζυγό του, η απαιτούμενη εικοσαετία δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (4- 1-2023) ούτε μέχρι τη συζήτησή της, ενώ διακόπηκε και με την άνω εξώδικη δήλωση- όχληση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο για την απόδοση του επιδίκου. Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι, μετά το θάνατο της χρησάμενης, κόρης της ενάγουσας, ο εναγόμενος εξακολούθησε να κατέχει το επίδικο ακίνητο χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα. Εάν δε ήθελε γίνει δεκτό ότι, άτυπα και εν τοις πράγμασι, εξακολούθησε να το κατέχει δυνάμει νέας σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, αυτή ρητά καταγγέλθηκε στις 29-8-2022, οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 25-8-2022 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, με την οποία τάχθηκε προθεσμία για την απόδοσή του η 31-10-2022, ώστε και έκτοτε αυτός παρακρατεί το επίδικο χωρίς κανένα προς τούτο νόμιμο δικαίωμα, αντιποιούμενος, μάλιστα, τη νομή και αμφισβητώντας και προσβάλλοντας το δικαίωμα πλήρους κυριότητας σ’ αυτό της ενάγουσας, δικαίωμα το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί. Περαιτέρω, ουδόλως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της για την απόδοση του ενδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό που επαναφέρει με τον φερόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ως έκτο λόγο της, παραπονούμενος για την απόρριψή του. Τούτο, διότι, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε συμπεριφορά της ενάγουσας ικανή να δημιουργήσει στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι θα παραμείνει στην κατοχή του επιδίκου και, δη, άνευ ανταλλάγματος, αφού η ενάγουσα αμέσως μετά τον θάνατο της κόρης της- χρησάμενης τον όχλησε για την απόδοσή του, καλόπιστα του παρείχε εύλογο χρόνο για την ανεύρεση νέας κατοικίας, το επικαλούμενο δε από τον εναγόμενο γεγονός ότι συντηρούσε το επίδικο κατά τη διάρκεια της χρήσης του, προβαίνοντας σε δαπάνες, και αληθές υποτιθέμενο, παρά το ότι οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας εκδίδονταν στο όνομα της συζύγου του, είναι σύμφυτο με τη σύμβαση χρησιδανείου και συνέχεται με την ωφέλεια του από τη χρήση του, ουδόλως δε καθιστά την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας αντίθετη στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του (βλ. ΑΠ 273/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε ανάγκη οικονομικής εκμετάλλευσης του επιδίκου, προκειμένου να «συμπληρώνει» τη μικρού ύψους σύνταξή της και να καλύπτει τα έξοδα διαβίωσής της, ενώ ο εναγόμενος, πέραν της σύνταξής του, διαθέτει ακίνητη περιουσία, την οποία δύναται να αξιοποιήσει. Συνεπώς, η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εναγόμενου είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα, όπως ορθά και με παρόμοια αιτιολογία έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ως άνω λόγου της έφεσης ως αβάσιμου. Κατόπιν των ανωτέρω και, αναγνωριζομένου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το αποδώσει, δεκτής γενομένης της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε το ίδιο και έκανε δεκτή την αγωγή, με εν μέρει όμοια αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται στο σύνολό της από την παρούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς, οι φερόμενοι στο δικόγραφο της έφεσης ως πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος αυτής, που συνιστούν ενιαίο λόγο, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 193 ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος είτε για τον εσφαλμένο σε βάρος του καταλογισμό τους, είτε για το υπέρογκο του καταλογισθέντος ποσού. Ως «ουσία της υπόθεσης», κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης, με την οποία συνάπτεται και η κρίση για την επιδίκαση των εξόδων και να αποτρέψει τον εξαναγκασμό του ανώτερου δικαστηρίου να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης από την προσβολή της απόφασης μόνο για τα έξοδα (ΑΠ 1688/2017, ΑΠ 1818/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και, δη, αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος ( ΤρΕφΔυτΜακ 38/2023, ΕφΠατρ 104/2021, ΕφΑΘ 625/2020, ΕφΔωδ 176/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον φερόμενο ως πέμπτο λόγο της έφεσής του, ο εκκαλών παραπονείται για το ποσό, που επιδικάστηκε σε βάρος του με την εκκαλουμένη για τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό (1.600,00 ευρώ) είναι «εντελώς τιμωρητέο», διότι είναι συνταξιούχος χηρείας από τον γερμανικό φορέα, με ποσό σύνταξης 435 ευρώ τον μήνα, χωρίς να έχει εισόδημα από άλλη πηγή και ότι τα έξοδα της ενάγουσας «δεν κόστισαν τόσο». Ο λόγος αυτός της έφεσης, προβάλλεται μεν, καταρχάς, παραδεκτά, αφού ο εκκαλών πλήττει και την ουσία της εκκαλουμένης, πλην όμως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, που συνίσταται στο ότι ο εκκαλών δεν προσδιορίζει το νομικό σφάλμα της εκκαλουμένης ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος, όπως θα όφειλε για το ορισμένο του λόγου αυτού της έφεσης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού με την υπό κρίση έφεση δεν προβάλλεται άλλος λόγος, πρέπει αυτή να απορριφθεί στην ουσία της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατέθεσε ο εκκαλών για την άσκησή της. Περαιτέρω, λόγω της απόρριψης της έφεσής του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, η οποία υπέβαλε σχετικό αίτημα και κατάλογο των εξόδων αυτών, με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά αυτά έξοδα της εφεσίβλητης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 905,48 ευρώ, που αναλύεται ως εξής: α/ ποσό 149 ευρώ για την παράσταση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το παράρτημα I του πίνακα αμοιβών δικηγόρων, β/ ποσό 713,08 ευρώ ως αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της για τη σύνταξη των προτάσεών της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπολογιζομένου σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, κατ’ άρθρο 69 παρ.1 ν. 4194/2013, ήτοι επί της μη αμφισβητηθείσας αξίας του επιδίκου ακινήτου, ανερχόμενης στο ποσό των 35.654,08 ευρώ και γ/ ποσό 43,40 ευρώ, για τη νόμιμη αμοιβή, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ ποσοστού 24%, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, …, για την επίδοση στον εκκαλούντα του δικογράφου της έφεσης με την πράξη προσδιορισμού της, που έλαβε χώρα από την εφεσίβλητη, όπως η εν λόγω επίδοση και δαπάνη προκύπτει από τη συνταχθείσα σχετικά υπ’ αριθμό …/13-1- 2025 έκθεση επίδοσης (βλ. για τον υπολογισμό των εξόδων ΑΠ 337/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την έφεση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Σερρών …/6-3-2024 και με αριθμό πράξης κατάθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης και προσδιορισμού της …/…/2024 κατά της υπ’ αριθμό 13/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (τακτική διαδικασία).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση στην ουσία της.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατέθεσε ο εκκαλών για την άσκηση της έφεσης, ποσού εκατό (100,00) ευρώ (υπ’ αριθ. … e-παράβολο).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων ττέντε ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (905,48).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 31 Ιουλίου 2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ