ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ A' - ΕΝΟΧΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1099/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χρήοτο Δημητριάδη, Πρόεδρο Εφετών, Αλεξάνδρα Λιόλιου, Δέσποινα Σχοινοποιού - Εισηγήτρια, Εφέτες και από την Γραμματέα Νικολέττα Νέδα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 1 Νοεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…» που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γρηγορίου Ψαλτήρα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. …), ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του, κατ'άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που είχε προκαταθέσει και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά δηλώσεως, κατ'άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευστράτιου Ευστρατιάδη (Α.Μ. ΔΣΘ …), που προκατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «…», που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά δηλώσεως, κατ'άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευστράτιου Ευστρατιάδη (Α.Μ. ΔΣΘ …), που προκατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμης Εταιρίας, με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γρηγορίου Ψαλτήρα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. …), ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του, κατ’άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που είχε προκαταθέσει και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά δηλώσεως, κατ'άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευστράτιου Ευστρατιάδη (Α.Μ. ΔΣΘ …), που προκατέθεσε προτάσεις.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την, με αριθμό κατάθεσης …/…/14-03-2019 διεκδικητική αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και στρεφόμενη κατά της ήδη εφεσίβλητης - εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας της, επί του αναφερόμενου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου. Επίσης, υπέρ της εναγομένης και κατά της ενάγουσας ασκήθηκε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση (αριθμ. καταθ. δικ. …/…/2019) από την μη διάδικο, πλέον, ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…" εγγεγραμμένη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με αριθμό … και εγγεγραμμένη στο φορολογικό μητρώο της ΔΌ.Υ. ΦΑΕ ... με αριθμό …, η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας, κατ'αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, τα ανωτέρω δύο δικόγραφα, με την με αριθμό …/2020, μη οριστική, απόφασή του, διέταξε την αναβολή της συζήτησης της αγωγής, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελλείψεις, ως προς τη νόμιμη εκπροσώπηση των διαδίκων. Ακολούθως, δυνάμει της, από 12-01-2022, κλήσης της εναγόμενης και νυν εφεσίβλητης (με αριθμό κατάθεσης …/…/14- 01-2022) επαναφέρθηκαν προς συζήτηση η αγωγή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, εκδοθείσης επ'αυτών, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, της με αριθμ. 13927/2022 οριστικής απόφασης, κατ'αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η οποία, αφού συνεκδίκασε τα ανωτέρω δικόγραφα, θεώρησε ως μη ασκηθείσα την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την κύρια αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), καταδικάζοντας την ενάγουσα και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης και της καθ'ης η πρόσθετη παρέμβαση, αντίστοιχα. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα-εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία «…», στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «…», με την, από 17-4-2024 (αριθ. εκθ. καταθ. δικ. …/…/18-4-2024) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, με την υπ' αριθ. …/…/18-4-2024 πράξη της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-11-2024), ενεγράφη στο πινάκιο και συζητήθηκε. Εξάλλου, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «…», που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, άσκησε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και υπέρ της άνω εφεσίβλητης, την, από 27-8-2024 (αριθμ. εκθ. κατ. δικ. …/…/23-9-2024), πρόσθετη παρέμβαση, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-11-2024), ενεγράφη στο πινάκιο και συζητήθηκε.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του, κατ'άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που είχε προκαταθέσει, και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις, που κατέθεσε. Αντιθέτως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 17-4-2024 (αριθ. εκθ. καταθ. δικ. …/…/18-4-2024) έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας, στρεφόμενη κατά της εκκαλουμένης, υπ' αριθμ. 13927/2022, οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία) και της αναγκαστικώς συμπροσβαλλόμενης, μη οριστικής, απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με αριθμ. …/2020 και β) η από 27-8-2024 (αριθμ. εκθ. κατ. δικ. …/…/23-9-2024) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «…», υπέρ της ως άνω εφεσίβλητης τράπεζας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειας τους, αφού αφορούν στην ίδια προσβαλλομένη απόφαση, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 80 επ., 246 και 524 пар. 1 του ΚΠολΔ), πέραν του ότι η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι του αρχικού δικογράφου (αγωγή ή έφεση), αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη, που ανοίχθηκε με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 13927/2022 οριστικής απόφασης (άρθρο 513 пар. 1 β ΚΠολΔ) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η με αριθμ. καταθ. …/…/2019 αγωγή της ενάγουσας (ήδη εκκαλούσας) και θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η με αριθμ. καταθ. …/…/2019 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, και κατά της αναγκαστικός συμπροσβαλλόμενης, μη οριστικής, απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με αριθμ. …/2020, ασκήθηκε εμπροθέσμως (άρθρα 499, 518 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, μέσα στη προθεσμία των 30 ημερών, που προβλέπει το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 22.3.2024 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 18.4.2024 (άρθρ.19 περ.2 και 511, 513 παρ.ΐβ, 516 παρ.1, και 517 ΚΠολΔ), κατατέθηκε, δε, το νόμιμο για την άσκησή της παράβολο, κατ’άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία (533 пαр. 1 ΚΠολΔ), και κατά το μέρος, που μεταβιβάζεται η υπόθεση, με την έφεση, στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).
Από την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση, που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Σύμφωνα, δε, με την διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Ειδικότερα, από τις παρ. 1 έως 3 της διάταξης του άρθρου 225 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: 1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη, ο, δε, ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο. Από τον συνδυασμό των προαναφερθέντων προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης, ο ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης. Εάν, δε, ενεργήσει τέτοιες πράξεις, στις οποίες αδιακρίτως περιλαμβάνονται και η κατάθεση και επίδοση κλήσης για νέα συζήτηση της υπόθεσης, αλλά και η παραίτηση από το δικόγραφο αυτής είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1028/2010 ΕλλΔνη 2011, 790 και εκεί περαιτέρω παραπομπή σε ΑΠ 152/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μόνο εφ' όσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει και στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθ. 85 ΚΠολΔ), ενώ αν ασκήσει μόνο παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά προς το συμφέρον του δικαιοπαρόχου του-αρχικού διαδϊκου (άρθ. 82 του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1028/2010 ΕλλΔνη 2011, 790). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 225 του ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 79 παρ.1 και 325 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως του επίδικου πράγματος, η δίκη συνεχίζεται με τη συμμετοχή αυτού που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα, ενώ ο αποκτήσας κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ειδικός διάδοχος, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση κυρία ή πρόσθετη, όταν έχει έννομο συμφέρον να δημιουργήσει δεδικασμένο όχι μόνο έναντι του αντιδίκου του δικαιοπαρόχου του αλλά και απέναντι στον ίδιο τον δικαιοπάροχο του ή στους καθολικούς διαδόχους εκείνου. Τούτο, όμως, συμβαίνει όταν ο δικαιοπάροχος του παρεμβαίνοντος ή οι καθολικοί διάδοχοι του αμφισβητούν ότι ο ειδικός διάδοχος απέκτησε εγκύρως το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Μόνη η μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου δεν στερεί από τον διάδικο, που το μεταβίβασε, την εξουσία να εξακολουθήσει να διεξάγει τη δίκη, ούτε θεμελιώνει υπέρ του ειδικού διαδόχου δικαίωμα να ασκήσει κυρία παρέμβαση. Αν το έννομο συμφέρον, που απαιτείται για την άσκηση κύριας παρέμβασης, δεν εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής ή δεν δικαιολογείται, τότε η παρέμβαση αυτή δεν ισχύει ως κυρία αλλά, εφόσον περιέχει τα στοιχεία της πρόσθετης, θα ισχύει με τον χαρακτήρα της τελευταίας (ΑΠ 1004/1992, ΕφΠατρ 1027/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την, με αριθμό κατάθεσης …/…/14-03-2019 διεκδικητική αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στρεφόμενη κατά της ήδη εφεσίβλητης-εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας της, επί του αναφερόμενου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου. Επίσης, υπέρ της εναγομένης και κατά της ενάγουσας ασκήθηκε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση (αριθμ. καταθ. δικ. …/…/2019) από την μη διάδικο, πλέον, ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…" εγγεγραμμένη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με αριθμό … και εγγεγραμμένη στο φορολογικό μητρώο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ...., με αριθμό …, η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας, κατ'αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, τα ανωτέρω δύο δικόγραφα, με την με αριθμό …/2020, μη οριστική, απόφασή του, διέταξε την αναβολή της συζήτησης της αγωγής, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελλείψεις, ως προς τη νόμιμη εκπροσώπηση των διαδίκων. Ακολούθως, δυνάμει της, από 12-01-2022, κλήσης της εναγόμενης και νυν εφεσίβλητης (με αριθμό κατάθεσης …/…/14- 01-2022) επαναφέρθηκαν προς συζήτηση η αγωγή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, εκδοθείσης επ'αυτών, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, της με αριθμ. 13927/2022 οριστικής απόφασης, κατ'αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η οποία, αφού συνεκδίκασε τα ανωτέρω δικόγραφα, θεώρησε ως μη ασκηθείσα την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την κύρια αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της, καταδικάζοντας την ενάγουσα και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης και της καθ'ης η πρόσθετη παρέμβαση, αντίστοιχα. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης (αρ. 13927/2022) και της αναγκαστικώς συμπροσβαλλόμενης, μη οριστικής, απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (αρ. …/2020) παραπονείται η ηττηθείσα ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την υπ' αριθμόν έκθεσης κατάθεσης …/…/18-4- 2024 έφεσή της, καθ' ο μέρος η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική βάση της, για τους περιεχόμενους σ’αυτήν λόγους, που συνίστανται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της, καθ' ολοκληρίαν, και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στα δικαστικά της έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης και πριν από την συζήτηση αυτής, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «…», με το από 27-8-2024, ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 23-9-2024 (αριθμ. εκθ.καταθ. δικ. …/../23-9-2024) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην εκκαλούσα και την εφεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα 1) υπ' αριθμ. …/27-9-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, …, προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας, και 2) un'αριθμ. …/27-9-2024 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή προς την εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία), άσκησε παραδεκτά, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «…», με την οποία εκθέτει ότι η καθ' ης η παρέμβαση-ενάγουσα-εκκαλούσα άσκησε κατά της υπέρ ης η παρέμβαση-εναγομένης-εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας την υπό κρίση, προαναφερθείσα, έφεση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτολεξεί, αιτούμενη, ακολούθως, την απόρριψη της έφεσης, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της, προς τούτο, το γεγονός ότι, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας εκ της ασκηθείσας υπό κρίση έφεσης, και δυνάμει του υπ' αρ. …/16- 7-2024 συμβολαίου λύσης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και αγοραπωλησίας ακινήτου, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, το οποίο κατατέθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό γραφείο Θεσσαλονίκης, με αριθμό πρωτοκόλλου …/25-7-2024 προς καταχώριση στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου, με ΚΑΕΚ …, το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε από την εφεσίβλητη-υπέρ ης η παρέμβαση τραπεζική εταιρία στην ασκούσα την πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμη εταιρεία, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και, κατά συνέπεια, η τελευταία κατέστη αποκλειστική ιδιοκτήτρια του διεκδικούμενου από την εκκαλούσα εταιρία ακινήτου. Η εκκαλούσα, με τις, από 31-10- 2024, προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, προβάλλει την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ισχυριζόμενη ότι δεν ολοκληρώθηκε η μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας και, συνεπώς, δεν επήλθε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της αγοραπωλησίας, όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1192 ΑΚ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1194 ΑΚ «Η μεταγραφή συνίσταται στην καταχώριση περίληψης της μεταγραπτέας πράξης στο βιβλίο μεταγραφών, κατά χρονολογική σειρά προσαγωγής. Η περίληψη περιέχει τα κύρια γνωρίσματα της πράξης. Η καταχώριση βεβαιώνεται και στο έγγραφο που μεταγράφεται, το οποίο και φυλάγεται στο γραφείο μεταγραφών». Εξάλλου, κατά την οριστική καταχώρηση της πράξης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία καταχώρησης της πράξης στο πρωτόκολλο, εν προκειμένω, δε, δόθηκε στο ως άνω εγγραπτέο συμβόλαιο ο αριθμ. πρωτ. …/25-7-2024, προς καταχώριση στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου, στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, εφόσον με την κατάθεση της εκάστοτε μεταγραπτέας πράξης και την λήψη του σχετικού αριθμού πρωτοκόλλου, η πράξη, ήδη, αποκτά δημοσιότητα, εφόσον, πλέον, έχει πρόσβαση σε αυτή ο εκάστοτε ενδιαφερόμενος τρίτος, κατά τον ίδιο τρόπο και στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το υπ' αρ. …/16-7-2024 συμβόλαιο λύσης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και αγοραπωλησίας ακινήτου, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, κατατέθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό γραφείο Θεσσαλονίκης, με αριθμό πρωτοκόλλου …/25-7-2024 προς καταχώριση στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου, με ΚΑΕΚ …, συνάγεται, ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε από την εφεσίβλητη-υπέρ ης η παρέμβαση τραπεζική εταιρία στην ασκούσα την πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμη εταιρεία, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή. Κατά συνέπεια, η τελευταία κατέστη αποκλειστική ιδιοκτήτρια του διεκδικούμενου από την εκκαλούσα εταιρία ακινήτου, έλκοντας, εκ τούτου, έννομο συμφέρον στην άσκηση της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η συναφής ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αίτημα την απόρριψη της υπό κρίση έφεσης και συνακόλουθα την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, εφόσον, μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και, συνεπώς, η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ίδια, ως ειδική διάδοχο, μετά την εκκρεμοδικία.
Α) Με την κατατεθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από 12-3-2019, αγωγή, η ενάγουσα (νυν εκκαλούσα) εκθέτει ότι, δυνάμει της αναφερόμενης στο αγωγικό δικόγραφο σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, μίσθωσε από την εναγόμενη εκμισθώτρια το λεπτομερώς περιγραφόμενο, κατά θέση, έκταση και όρια, ακίνητο ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας, ευρισκόμενο στην …, για χρονική περίοδο 25 ετών, με τους ειδικότερους όρους, που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι, περαιτέρω, λόγω της οικονομικής κρίσης, που ενέσκηψε από το έτος 2008 και εφεξής, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις, εκ της συμβάσεως απορρέουσες, οικονομικές της υποχρεώσεις και μολονότι ζήτησε από την εναγόμενη την αναπροσαρμογή των όρων εκπληρώσεως της σύμβασης, επί το ευμενέστερο, εν τούτοις, η τελευταία δεν αποδέχθηκε το αίτημά της, για επαναδιαπραγμάτευση των όρων, αλλ' αντιθέτως κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, αιτούμενη, παράλληλα, την παράδοση του ακινήτου και την καταβολή ληξιπρόθεσμων και μη ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, συνολικού ύψους 6.787.840,84 ευρώ, ενώ, με εκτελεστό τίτλο την σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, της επέδωσε την από 24.7.2013 επιταγή προς απόδοση ακίνητου, αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή …. Ότι, ακολούθως, η ίδια (ενάγουσα) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αρ. καταθ. δικ. …/16.9.2013 ανακοπή, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, κατά της επιταγής προς εκτέλεση και της έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης, η οποία προσδιορίστηκε, αρχικά, για την δικάσιμο της 17.12.2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκασή της για την δικάσιμο της 3.2.2015, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, χωρίς να έχει εκδοθεί, μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής, απόφαση επ' αυτής. Ότι η καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και η αποβολή της από το μίσθιο ασκήθηκαν καταχρηστικά και κατά παραβίαση των άρθρων 174, 178, 179, 288, 388, 914 και 919 ΑΚ και, επομένως, είναι άκυρες, ενώ η ίδια, σε εκτέλεση του όρου 19δ της επίδικης σύμβασης, ασκεί, διά της κρινόμενης αγωγής, το δικαίωμά της για εξαγορά του ακινήτου αντί τιμήματος ενός (1) ευρώ, με χρόνο άσκησης του δικαιώματος αυτόν της επίδοσης της αγωγής και χρόνο ολοκλήρωσης της εξαγοράς 60 ημέρες, μετά την επίδοση. Ότι, επικουρικά, η εναγόμενη έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της, κατά το ποσό των 6.787.840,84 ευρώ, που αφορά στις απαιτήσεις της από την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, τις οποίες εκχώρησε στην αναφερόμενη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, καθώς και κατά το ποσό της αξίας του επιδίκου ακινήτου, που αποτιμάται σε 1.588.363 ευρώ, η κυριότητα του οποίου ανήκει μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής στην εναγόμενη, διότι, ως εκ της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η εναγόμενη αδικαιολόγητα και χωρίς νόμιμη αιτία πλούτισε εις βάρος της ενάγουσας, στο μέτρο που η πρώτη απέκτησε και η τελευταία απώλεσε την κυριότητα του ακινήτου, με την μετατόπισή του στην περιουσία της εναγόμενης τράπεζας. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη την, κατά την σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς του ακινήτου, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί η κυριότητα της στο επίδικο ακίνητο, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της το αποδώσει, να καταδικαστεί η εναγόμενη, σε περίπτωση άρνησής της να υπογράψει τη συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης του ακινήτου, σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβασή του εντός 5 ημερών από τότε που θα οχληθεί σχετικά, σε περίπτωση, δε, μη εμφανίσεώς της να καταδικαστεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500 ευρώ, για κάθε ημέρα καθυστέρησης, χωρίς άλλη όχληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη εν γένει δικαστική της δαπάνη.
Β) Η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία «…», με την ασκηθείσα, με αριθμ. καταθ. δικ. …/…/2019, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβασή της, εκθέτει ότι η καθ' ης η παρέμβαση-ενάγουσα άσκησε κατά της υπέρ ης η παρέμβαση - εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας την υπό κρίση, προαναφερθείσα, αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτολεξεί. Επικαλούμενη, δε, έννομο συμφέρον, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της υπέρ ης η παρέμβαση - εναγομένης τράπεζας από δάνεια και πιστώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα δικαιώματα της υπέρ ης η παρέμβαση από την ένδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που την συνδέει με την ενάγουσα, και δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, η προαναφερόμενη αγωγή αφορά μεταξύ άλλων και την διαμόρφωση της οφειλής της ενάγουσας από την σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, την οποία η ενάγουσα αρνείται και της οποίας δικαιούχος είναι η εναγομένη, ασκεί πρόσθετη παρέμβαση και ζητεί να απορριφθεί στο σύνολό της η παραπάνω αγωγή και να καταδικαστεί η καθ' ης η παρέμβαση στη δικαστική της δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας, κατ'αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, τα ανωτέρω δύο δικόγραφα, με την με αριθμό …/2020, μη οριστική, απόφασή του, διέταξε την αναβολή της συζήτησης της αγωγής, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελλείψεις, ως προς τη νόμιμη εκπροσώπηση των διαδίκων. Ακολούθως, δυνάμει της, από 12-01-2022, κλήσης της εναγόμενης και νυν εφεσίβλητης (με αριθμό κατάθεσης …/…/14- 01-2022), επαναφέρθηκαν προς συζήτηση η αγωγή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, εκδοθείσης επ'αυτών, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, της εκκαλουμένης, με αριθμ. 13927/2022 οριστικής απόφασης, κατ'αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η οποία, συνεκδικάζοντας τα ανωτέρω δικόγραφα, αφενός, θεώρησε ως μη ασκηθείσα την πρόσθετη παρέμβαση και, αφετέρου, απέρριψε την κύρια αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), και καταδίκασε την ενάγουσα και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης και της καθ'ης η πρόσθετη παρέμβαση, αντίστοιχα. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης και της αναγκαστικώς συνεκκαλουμένης, μη οριστικής, απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, παραπονείται η εκκαλούσα εταιρία, με την κρινόμενη έφεσή της, βάλλοντας κατά αυτής, καθ ' ο μέρος η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η ως άνω κύρια αγωγή της, καθ' ολοκληρία, και να καταδικασθεί η εναγομένη-εφεσίβλητη στα δικαστικά της έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Η διεκδικητική αγωγή παρέχεται στον κύριο σε περίπτωση καθολικής προσβολής της κυριότητας (αφαίρεσης ή κατακράτησης του πράγματος), δηλαδή όταν του αφαιρέθηκε η νομή ή η κατοχή του πράγματος (άρθρ.1094 σε συνδ. με άρθρ.1108 ΑΚ). Την αγωγή, δε, έχει ο κύριος του πράγματος, κατά τον χρόνο έγερσης αυτής, εφόσον στερείται τη νομή ή κατοχή, ενώ ο εναγόμενος πρέπει να κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και να το νέμεται ή να το κατέχει, κατά την επίδοση της αγωγής. Αν, δε, η προσβολή της κυριότητας συνίσταται απλώς σε αμφισβήτηση της ή σε ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας, δεν είναι δυνατή η έγερση κατά του εναγομένου της διεκδικητικής αγωγή από τον κύριο, αλλά μόνο της αναγνωριστική αγωγής (άρθ. 70 ΚΠολΔ ), με αίτημα να αναγνωριστεί η ύπαρξη της κυριότητας του ή η ανυπαρξία κυριότητας του εναγομένου (ΑΠ 613/2023, ΑΠ 1391/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α ΑΚ "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη, χωρίς νόμιμη αιτία, και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε, το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου. Προσέτι, ωφελήματα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 ΑΚ), ενώ ο πλουτισμός είναι κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης ενός προσώπου, δηλαδή, κάθε, θετικά ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του και διακρίνεται: 1) στην κτήση δικαιώματος ή άλλης προστατευόμενης έννομης θέσης. Αυτή μπορεί να συνίσταται: α) στην κτήση ενός απόλυτου δικαιώματος (π.χ. κυριότητας), αλλά και της νομής ή κατοχής, ενός πράγματος, β) στην κτήση μιας απαίτησης, εφόσον αυτή αποκτηθεί με εκχώρηση ή με αφηρημένη - αναιτιώδη αναγνώριση χρέους και όχι με αιτιώδη υποσχετική σύμβαση διότι τότε υπάρχει μεν πλουτισμός, αλλά με νόμιμη αιτία (τη σύμβαση) και γ) στην κτήση ενός οποιουδήποτε υλικού ή άϋλου οικονομικού αγαθού (π.χ. εκμετάλλευση ξένου πράγματος) ή μιας προστατευόμενης έννομης θέσης, 2) στην απαλλαγή από βάρη και 3) στην εξοικονόμηση δαπανών, τις οποίες θα διενεργούσε υποθετικά ο υπόχρεος, λόγω πραγματικής ανάγκης ή νομικής υποχρέωσης και τις οποίες, στην πραγματικότητα, εξοικονομεί, επειδή χρησιμοποιεί ή εκμεταλλεύεται αυθαίρετα ξένο πράγμα ή δικαίωμα ή την εργασία ή την υπηρεσία τρίτου. Για να γεννηθεί, όμως, ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει αυτός να είναι πραγματικός, δηλαδή, να έχει πράγματι επέλθει, αλλά και συγκεκριμένος, δηλαδή, ο λήπτης να έχει αποκομίσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον πλουτισμό, δηλαδή το όφελος που του παρείχε η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος, συνεπεία του οποίου, μεταξύ άλλων, εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα. Επειδή, όμως, η εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης είναι στην πραγματικότητα ο έμμεσος αντίκτυπος από τη κτήση ενός άϋλου αγαθού στην περιουσία του λήπτη (όφελος από τη χρήση ξένου πράγματος), το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί in natura, τελικά αποδίδεται η αντικειμενική του αξία (π.χ. η μισθωτική αξία του ξένου πράγματος). Περαιτέρω, ο τρόπος, με τον οποίο ο λήπτης αποκτά τον πλουτισμό δεν είναι πάντοτε ο ίδιος και, ειδικότερα, μπορεί αυτός να προέρχεται, είτε από την παροχή του, δηλαδή, από την ενσυνείδητη και σκόπιμη πράξη του δότη προς τον λήπτη, είτε από την επέμβαση του λήπτη ή τρίτου στην περιουσία του δότη ("πλουτισμός από επέμβαση"), συνήθως με τη μορφή της αυθαίρετης εκμετάλλευσης από τον λήπτη ή τρίτο ενός πράγματος του δότη ή ενός δικαιώματος του, τελευταίου είτε από δαπάνες του δότη, οι οποίες έχουν επωφελή αντίκτυπο στην περιουσία του λήπτη ("πλουτισμός από δαπάνες"), όπως π.χ. στην περίπτωση εξόφλησης ξένου χρέους του λήπτη από τρίτο του άρθρου 317 ΑΚ. Επισημαίνεται, ότι κάθε διαφορετικός τρόπος πλουτισμού δεν γεννά αυτοτελή αξίωση απόδοσής του, διότι όλες οι πιο πάνω περιπτώσεις ρυθμίζονται ενιαία και άμεσα από το γενικό κανόνα του άρθρου 904 §1α ΑΚ. Εξάλλου, η αξίωση του πλουτισμού αποκαθιστά την "αδικαιολόγητη κτήση" (πλουτισμό) του οφειλέτη και όχι τη ζημιά του δανειστή (την αδικαιολόγητη αφαίρεση) ούτε ο πλουτισμός του λήπτη εξαρτάται πάντοτε από τη ζημία του δότη. Για να υπάρχει, όμως, υποχρέωση απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αυτός πρέπει ν' αποκτήθηκε "από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου", δηλαδή ο πλουτισμός του λήπτη να συνδέεται αιτιωδώς με τα περιουσιακά στοιχεία ή με τη ζημία του δότη. Επιπλέον, για τη γέννηση της αξίωσης από το άρθρο 904 ΑΚ, ο πλουτισμός του λήπτη πρέπει να επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία. Νόμιμη αιτία είναι η έγκυρη σύμβαση (π.χ. η πώληση, σε εκπλήρωση της οποίας μεταβιβάζεται το πράγμα ή καταβάλλεται το τίμημα) και ο νόμος (π.χ. παραγραφή). Αντίθετα, η έλλειψη νόμιμης αιτίας διακρίνεται στις περιπτώσεις του αχρεωστήτου, της αιτίας που δεν επακολούθησε ή έληξε και της παράνομης ή ανήθικης αιτίας. Τέτοια περίπτωση έλλειψης νόμιμης αιτίας συνιστά και η κτήση της νομής με διατάραξη ή με αποβολή που γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα. Σε περίπτωση, ειδικής διαδοχής εκείνου που απέβαλε το νομέα, η νομή καθίσταται επιλήψιμη και για τον ειδικό διάδοχο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αποκτήθηκε, η κατοχή του πράγματος από τον επιλήψιμο νομέα εν γνώσει του ελαττώματος της νομής του προκατόχου του, δηλαδή, του γεγονότος ότι η νομή αποκτήθηκε με παράνομη αποβολή (ΑΠ 886/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-καθ ' ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση παραπονείται ότι η εκκαλουμένη προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, διότι διέλαβε την κύρια βάση της αγωγής της, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας της επί του επίδικου ακινήτου, ως στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, η κύρια βάση της αγωγής της στηρίζεται στους όρους της υπ' αρ. …/26.4.2007 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον συναφή λόγο έφεσης, η εκκαλούσα ζητεί, όπως διατείνεται, με την υπό κρίση αγωγή της, να αναγνωριστεί η κυριότητα της στο επίδικο ακίνητο, δυνάμει των διατάξεων 19 (ββ), άλλως 19 (δ) της επίδικης χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της, καταχρηστικά καταγγέλθηκε η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης από την εναγομένη-εφεσίβλητη τράπεζα, λόγω δε της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της τελευταίας, αυτή είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και, συνεπώς, αναβιώνει η εν λόγω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, οπότε η εφεσίβλητη έχει την υποχρέωση να αρκεστεί σε ό,τι έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα από την εκκαλούσα, από το σύνολο των συμφωνηθέντων οφειλόμενων μισθωμάτων, αιτούμενη, περαιτέρω, να εξαγοράσει το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος ενός (1) ευρώ, αναγνωριζόμενης, μετά ταύτα, της κυριότητας της επ'αυτού και της υποχρέωσης της εφεσίβλητης τράπεζας να της αποδώσει την χρήση και κατοχή του ακινήτου, εφόσον, δε, η τελευταία αρνηθεί να πράξει όλα αυτά, αιτείται να καταδικαστεί σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου, ώστε να υπογράφει η σύμβαση μεταβίβασης του ακινήτου. Επί αυτού του λόγου εφέσεως πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η νομική βασιμότητα της αγωγής κρίνεται αποκλειστικά από το αγωγικό δικόγραφο και δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εσφαλμένα διατείνεται η εκκαλούσα (βλ. σελ 38 της έφεσης), ούτε, επίσης, με αναφορά στην σχετική διάταξη του νόμου ή μνεία αυτής, απορριπτομένων, μετά ταύτα, των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της, ενώ, όταν δεν περιέχονται στην αγωγή τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, για την θεμελίωση της νομικής της βασιμότητας ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει, δε, την απόρριψή της ως απαράδεκτης, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης από τον εναγόμενο (ΑΠ 714/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην υπό κρίση αγωγή αναφέρονται, επί λέξει, τα εξής: «...Με το υπ' αριθμ. …/26.04.2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών …, μέλους της συμβολαιογραφικής εταιρείας Αθηνών με την επωνυμία «…», η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού γραφείου ..., με αριθμό καταχώρησης …/30-04-2007, η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «…» μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εναγόμενη εταιρεία «…» την πλήρη κυριότητα του παρακάτω αναλυτικώς περιγραφόμενου ακινήτου (αγροτεμαχίου μετά του επ' αυτού κτιρίου) στον Δήμο … Θεσσαλονίκης στο …) με ΚΑΕΚ …. Σκοπός της παραπάνω μεταβιβάσεως, όπως αναγράφεται στο παραπάνω συμβόλαιο, ήταν κοινός και για τις δύο συμβαλλόμενες εταιρείες και ειδικότερα να μισθώσει η ενάγουσα εταιρεία το ίδιο ακίνητο από την εναγόμενη τράπεζα στα πλαίσια σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μισθώσεως...και στην λήξη της σύμβασης αυτής να μεταβιβασθεί και πάλι η κυριότητα του ίδιου ακινήτου στην ενάγουσα εταιρεία...Η διάρκεια της παραπάνω συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως συμφωνήθηκε σε 25 έτη, άρχισε την 25.04.2007 και θα έληγε την 25.04.2032. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί σε 300 μηνιαία μισθώματα, εκ των οποίων το πρώτο ορίσθηκε σε 210.000,00 Ευρώ και καταβλήθηκε αμέσως την 26.04.2007, και τα υπόλοιπα 229 μισθώματα υπολογίσθηκαν ενδεικτικά στο ποσό των 37.764,45 Ευρώ μηνιαίως, καταβλητέα την 25η έκαστου επομένου μηνάς, αναπροσαρμοζόμενα σύμφωνα με το αναπροσαρμοζόμενο επιτόκιο του Ευρώ διάρκειας μηνός όπως καθορίζεται στην διατραπεζική αγορά και δημοσιεύεται στον ημερήσιο οικονομικό τύπο...Σύμφωνα με τον όρο 19 της παραπάνω υπ' αριθμ. …/26.04.2007 Σύμβασης Χρηματοδοτικής Μίσθωσης Ακινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών …, συμφωνήθηκε ότι... «19. Λήξη - Δικαιώματα Μισθωτού α)...β) Ο Μισθωτής μπορεί, εφόσον έχει τηρήσει όλους τους όρους της παρούσης σύμβασης καθώς και κάθε άλλης που τυχόν έχει συναφθεί μεταξύ αυτού και της Εκμισθώτριας, να δηλώσει μονομερώς και εγγράφως προς την Εκμισθώτρια, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την λήξη της παρούσης και να επιλέξει διαζευκτικά: βα) Την ανανέωση αυτής της χρηματοδοτικής μίσθωσης με νέο μίσθωμα και με λοιπούς όρους, που θα συμφωνηθούν εκ νέου, ββ) Την εξαγορά του Ακινήτου αντί τιμήματος ευρώ ενός (€ 1,00)...δ) Εξαγορά του Ακινήτου πριν την λήξη της σύμβασης: Με την επιφύλαξη της οριζόμενης στο Νόμο ελάχιστης διάρκειας της παρούσας Σύμβασης και λαμβανομένων υπόψη των προβλεπομένων από το Νόμο συνεπειών στην περίπτωση πρόωρης λήξης της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο Μισθωτής (μόνο με την έγγραφη συναίνεση της Εκμισθώτριας) και με δική του ευθύνη, ως προς τις τυχόν φορολογικές συνέπειες, έχει την ευχέρεια, να ζητήσει την αγορά του Μισθίου Ακινήτου από την Εκμισθώτρια πριν την λήξη της παρούσης σύμβασης. Το δικαίωμα αστό ασκείται από το Μισθωτή με εξώδικο έγγραφο, που θα κοινοποιηθεί στην Εκμισθώτρια τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν την ημερομηνία που επιθυμεί να εξαγοράσει το Μίσθιο Ακίνητο, με την προϋπόθεση ότι ο Μισθωτής θα έχει εξοφλήσει προς την Εκμισθώτρια ή προς οποιονδήποτε τρίτο κάθε τυχόν οφειλή του σε σχέση με το ακίνητο. Το ακριβές ποσό του Τιμήματος Αγοράς πριν από την λήξη της σύμβασης εξαρτάται από τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος πρόωρης αγοράς εκ μέρους του Μισθωτή (ή την ολοκληρωτική απώλεια του μισθίου) και ισούται με το σύνολο των άληκτων (οφειλομένων μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης) μισθωμάτων, υπολογιζομένων με προεξόφληση σε παρούσα αξία με προεξοφλητικό επιτόκιο ίσο με τον ισχύοντα κατά την ημερομηνία προεξόφλησης Δείκτη Μέτρησης (όρος 4β) προσαυξημένο κατά δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες..,ε) Κατόπιν της ολοσχερούς καταβολής των ανωτέρω ποσών η Εκμισθώτρια θα μεταβιβάσει στον Μισθωτή την κυριότητα του Ακινήτου, στην νομική και πραγματική κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την ημερομηνία άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς του Ακινήτου πριν τη λήξη, σύμφωνα με τα ανώτερα οριζόμενα. Σύμφωνα, επίσης, με τον όρο 22 β της ίδιας ως άνω συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, συμφωνήθηκε ότι: «22. Καταγγελία - Συνέπειες α) Η Εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση, με έγγραφο που θα κοινοποιηθεί στον Μισθωτή με δικαστικό επιμελητή, σε κάθε περίπτωση παράβασης από τον Μισθωτή οποιουδήποτε από τους όρους της παρούσης, οι οποίοι συμφωνούνται ως ουσιώδεις και επιπλέον για τις πιο κάτω περιπτώσεις: αα) Καθυστέρηση από τον Μισθωτή, πέραν των τριάντα (30) ημερών για οποιοδήποτε λόγο καταβολής του μισθώματος ή οποιοσδήποτε γενικά οφειλής του, που έχει σχέση με τους όρους της σύμβασης αυτής, όπως ενδεικτικά ασφαλίστρων, φόρων επί του Ακινήτου, δαπανών συντήρησης κ.λ.π.». Περαιτέρω, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς της ενάγουσας «...η ενέργεια της εναγομένης τράπεζας να καταγγείλει την σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, την 05-04-2013, και στην συνέχεια να ζητήσει, την 31-07-2013, την αποβολή της ενάγουσας εταιρίας από το επίδικο ακίνητο και να ασκήσει τα εξ αυτής δικαιώματα της αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και ενέργεια εκ προθέσεως αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, κατά την έννοια των άρθρων 174, 178, 179, 281, 288, 388, 914 και 919 ΑΚ...», και ως εκ τούτου οι ανωτέρω ενέργειες πάσχουν και πρέπει να ακυρωθούν. Συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εξαιτίας της καταχρηστικής σωρευτικώς άσκησης των παραπάνω δικαιωμάτων εκ μέρους της εναγόμενης, η ενάγουσα απώλεσε το δικαίωμά της να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου στο τέλος της συμβατικής διάρκειας της χρηματοδοτικής μισθώσεως, ενώ, επικαλούμενη η ενάγουσα το άρθρο 19 (ββ) της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, για εξαγορά του επίδικου ακινήτου, αντί τιμήματος ενός (1) ευρώ, ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή επέχει θέση εξωδίκου δηλώσεως ασκήσεως του δικαιώματος της, αιτούμενη, μετά ταύτα, να αναγνωρισθεί η κυριότητα της στο επίδικο ακίνητο και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της το αποδώσει. Ωοτόσο, για την θεμελίωση αξίωσης επί διεκδικητικής αγωγής, στηριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα και στην μείζονα σκέψη της παρούσας, απαιτείται, ως αναγκαίο εκ του νόμου στοιχείο αυτής, να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, μεταξύ άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος ото επίδικο ακίνητο, η οποία, εφόσον αποκτήθηκε με παραγωγό τρόπο και δη με σύμβαση (άρθρο 1033 ΑΚ), θα πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου μεταβιβάστηκε σε αυτόν για ορισμένη αιτία, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 41/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο, συνάγεται με σαφήνεια ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (14-3-2019), η ενάγουσα δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, με οποιονδήποτε τρόπο, γεγονός, άλλωστε, που συνομολογεί και η ίδια (βλ. σελ. 30 της υπό κρίση αγωγής) και, συνεπώς, απουσιάζει το εκ του νόμου απαιτούμενο στοιχείο της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, για την θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας στο άρθρο 1094 ΑΚ. Το γεγονός, δε, ότι πρόκειται για διεκδικητική αγωγή και όχι για αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας δικαιοπραξίας ή αποζημίωσης ή επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της η ενάγουσα-εκκαλούσα, προκύπτει ευθέως από το ίδιο το αγωγικό δικόγραφο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την ενάγουσα-εκκαλούσα ως «διεκδικητική αγωγή», και με το οποίο προβάλλεται αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας της στο ακίνητο, ενώ, περαιτέρω, η εν λόγω αγωγή, ως διεκδικητική, εγγράφηκε από την ενάγουσα στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου και εμφανίζεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι διαλαμβάνει στο ιστορικό της αγωγής της, προκειμένου να θεμελιώσει το αίτημά της, τόσο περί εξαγοράς του επίδικου ακινήτου, αντί τιμήματος ενός (1) ευρώ, επικαλούμενη προς τούτο τις διατάξεις 19 (ββ), άλλως 19 (δ) της επίδικης χρηματοδοτικής μίσθωσης, όσο και περί αναγνώρισης της κυριότητας της επ'αυτού και απόδοσης τούτου από την εναγομένη, κρίνονται αντιφατικά μεταξύ τους, και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι, αφενός, μεν, εκθέτει ότι, ως μισθώτρια, κατέβαλε προσηκόντως τα οφειλόμενα μισθώματα μόνο μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2009, ενώ, έκτοτε, οι καταβολές, που έγιναν μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2010, οπότε και έπαυσαν οριστικά, υπολείπονταν κατά πολύ του συμφωνηθέντος μισθώματος, αφετέρου, δε, δηλώνει ότι ασκεί το αγωγικό δικαίωμά της, βάσει του άρθρου 19 (ββ) της επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο, ωστόσο, ο μισθωτής μπορεί, αποκλειστικά και μόνο, εφόσον έχει τηρήσει όλους τους όρους της παρούσας σύμβασης, καταβάλλοντας προσηκόντως τα συμφωνημένα μισθώματα, να δηλώσει μονομερώς και εγγράφως προς την εκμισθώτρια, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν την λήξη της σύμβασης, και να επιλέξει διαζευκτικά, μεταξύ άλλων, την εξαγορά του ακινήτου αντί τιμήματος ευρώ ενός (1), άλλως, σύμφωνα με τον όρο 19 (ε) της επίδικης σύμβασης, η εκμισθώτρια υποχρεούται να μεταβιβάσει στον μισθωτή την κυριότητα του ακινήτου, κατόπιν της ολοσχερούς καταβολής των συμφωνηθέντων μισθωμάτων. Συνεπώς, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται στην υπό κρίση αγωγή την, εκ μέρους της, τήρηση της επίδικης σύμβασης και την εξόφληση των συμφωνηθέντων μισθωμάτων, αλλ' αντιθέτως συνομολογεί ότι, από τον Μάρτιο του έτους 2009, διέκοψε την καταβολή των μισθωμάτων, δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομική βάση, σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη - εκμισθώτρια υποχρεούται να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα - μισθώτρια, σύμφωνα με τις διατάξεις 19 (ββ), άλλως 19 (δ), της ανωτέρω χρηματοδοτικής μίσθωσης. Έτι περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, περί μεταβολής συνθηκών, δικαιοπραξίας αντίθετης στα χρηστά ήθη και αδικοπραξιών (άρθρ. 174, 178, 179, 281, 288, 388, 914 και 919 ΑΚ), στις οποίες αναφέρεται η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή της, προκειμένου να θεμελιώσει το αγωγικό της αίτημα περί αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου, αφορούν αποκλειστικά στην εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της αποβολής της ενάγουσας από το μίσθιο, με επίσπευση της εναγομένης τράπεζας, ήτοι την, κατά τους ισχυρισμούς της, καταχρηστική συμπεριφορά της τράπεζας σε βάρος της και την εξ αυτής αναβίωση της επίμαχης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, επίκληση, δε, των διατάξεων αυτών έλαβε χώρα στην, αναφερόμενη στην αγωγή της, ασκηθείσα ανακοπή (υπ' αρ. καταθ. δικ. …/16.9.2013), κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, σε βάρος της ήδη εφεσίβλητης, στρεφόμενη κατά της επιταγής προς εκτέλεση και της έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης, η συζήτηση της οποίας είχε ματαιωθεί, μέχρι την άσκηση υπό κρίση αγωγής, πλην όμως, αυτές οι διατάξεις ουδόλως δύνανται να στηρίξουν διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κύρια βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί, είτε στο άρθρο 1094 ΑΚ, είτε στις διατάξεις της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου, έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε, ως μη νόμιμη, την κύρια βάση της αγωγής, ορθά τις πιο πάνω διατάξεις ερμήνευσε και δεν έσφαλε. Τα αντίθετα, δε, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, με τον σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής της, ερειδόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατ'άρθρ. 904 επ. ΑΚ, καθόσον δεν εξέτασε τους σχετικούς ισχυρισμούς της και τα αποδεικτικά έγγραφα και στοιχεία, που προσκόμισε πρωτοδίκως, με τις προτάσεις της και την προσθήκη επ' αυτών. Επί αυτού του λόγου της εφέσεως, λεκτέα είναι τα κάτωθι: Κατά την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όπως αναφέρεται και στην μείζονα πρόταση της παρούσας, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η νομική βασιμότητα της αγωγής κρίνεται αποκλειστικά από το αγωγικό δικόγραφο, και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εσφαλμένα διατείνεται η εκκαλούσα (βλ. σελ 76 της έφεσης), απορριπτομένων, μετά ταύτα, των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της, ενώ, όταν δεν περιέχονται στην αγωγή τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, για την θεμελίωση της νομικής της βασιμότητας ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει, δε, την απόρριψη της ως απαράδεκτης, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης από τον εναγόμενο (ΑΠ 170/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, από τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην αγωγή, ευθέως συνάγεται ότι η εναγόμενη - εκμισθώτρια εταιρία είχε νόμιμη αιτία διατήρησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, όπως ρητά ορίσθηκε στην επίδικη, υπ'αριθμ. …/26-4-2007, συμβολαιογραφική σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση των μισθωμάτων, η οποία ουδέποτε, άλλωστε, έλαβε χώρα. Συνεπώς, εφόσον ελλείπει, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το στοιχείο της μη νόμιμης αιτίας, ώστε να καταφαθεί η ύπαρξη αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί αδικαιολογήτου πλουτισμού της εναγόμενης, που συνίσταται στο ότι η τελευταία διατηρεί την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω η επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 ΑΚ), έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την επικουρική βάση της υπό κρίση αγωγής, ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος έφεσης, η εκκαλουμένη, δεχόμενη τα ανωτέρω και, ακολούθως, απορρίπτοντας την αγωγή της ενάγουσας, ως μη νόμιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτόμενων των όσων αντιθέτων με τους λόγους έφεσης προβάλλονται, ως αβασίμων, ως και της εφέσεως στο σύνολο της, δεκτής γενομένης, κατ'ακολουθία, ως βάσιμης κατ'ουσίαν, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, αφενός, η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, όπως η τελευταία ζητεί και, αφετέρου, η καθ' ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, όπως η τελευταία ζητεί (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της ανωτέρω εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων: α) την από 17-4- 2024 (αριθ. εκθ. καταθ. δικ. …/…/18-4-2024) έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας, στρεφόμενη κατά της εκκαλουμένης, υπ' αριθμ. 13927/2022, οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία) και της αναγκαστικώς συμπροσβαλλόμενης, μη οριστικής, απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με αριθμ. …/2020 και β) την από 27-8-2024 (αριθμ. εκθ. κατ. δικ. …/…/23-9-2024) εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία της.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της ανωτέρω εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού της δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσία την εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ'ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιουνίου 2025 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ