ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 5o
ΑΡΙΘΜΟΣ 1088/2025
Αποτελούμενο από την Δικαστή Γεωργία Ασσυχίδου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Θεώνη Αναγνωστοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24-9-2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : …, κατοίκου … Δήμου … ..., με ΑΦΜ …, ΔΟΥ …, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Παυλάτο με AM … (ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΥΛΑΤΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ-ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με AM …).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «...ΑΕ» και διακριτικό τίτλο «...S A.», που εδρεύει στα ... Αττικής, επί του ..., του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάρμη με AM …..
Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, με την από 24-1-2023 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμ. έκθ. κατ. ...2023, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο, αφού δίκασε κατά τη δικάσιμο της 24-3-2023 την ως άνω αγωγή, εξέδωσε την οριστική του απόφαση 1422/2023, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, με την από 8-2-2024 έφεσή της, που έχει κατατεθεί με Γενικό και Ειδικό Αριθμό κατάθ. Πρωτ. .../9-2-2024 και Εφετ. ...4-4-2024, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου με αριθμό 40 και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου όπως παραπάνω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη από 8-2-2024 (με Γενικό και Ειδικό Αριθμό κατάθ. Πρωτ. .../9-2-2024 και Εφετ. ...4-4-2024) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της οριστικής απόφασης 1422/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 24-1-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2023) αγωγή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 614 παρ. 3 περ. α του ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 επ., 511, 513, παρ. 1 εδ. Β, 516, 517, 518 παρ. 1, 520 ΚΠολΔ), εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-12-2023, η δε κρινόμενη έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 9- 2-2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. .../9-2-2024 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του γραμματέα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 του ιδίου κώδικα) κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών.
II. Η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της ιστορούσε ότι στις 26-4-2010 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά με την παροχή υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης επιβατών, ράμπας και φορτίου σε πελάτες αεροπορικών εταιριών, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με την ιδιότητα της Διευθύντριας- Υπεύθυνης του Σταθμού Αερολιμένος ... (παραρτήματος της εναγομένης) για υπηρεσίες Εδάφους (Direct Manager), με αντικείμενο εργασίας την οργάνωση, συντονισμό και την επίβλεψη όλων των υπαλλήλων επίγειας εξυπηρέτησης των πελατών της και ιδίως την άρτια εξυπηρέτηση επιβατών, αεροσκαφών, φορτίων, την τεχνική υποστήριξη εφοδίων εδάφους (μεταφορά αποσκευών, μεταφορά και τοποθέτηση κλιμάκων επιβίβασης και αποβίβασης, ανεφοδιασμού καυσίμων) καθώς και τη διατήρηση καλών σχέσεων με τους πελάτες της εναγόμενης εταιρίας. Ότι η πρόσληψή της και η ανάληψη της ως άνω ιδιότητάς της, συνδέεται με την προϋπάρχουσα 12ετή εμπειρία της στον εν λόγω τομέα και δη λόγω της πρότερης εργασίας της με την ειδικότητα της Υπεύθυνης Υπηρεσιών Εδάφους στην εταιρία .... Ότι, η εργασιακή σχέση κύλησε ομαλά, με σχετική επιβράβευση εκ μέρους της εναγομένης της υπηρεσιακής απόδοσής της, έως και τον Ιανουάριο του έτους 2022, οπότε κι άρχισε να διαφαίνεται ένα αρνητικό κλίμα στη συνεργασία της με μέρος των υφισταμένων της, οι οποίοι αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες της, το οποίο αρνητικό κλίμα εντάθηκε αρχές Ιουνίου 2022, ως ειδικότερα εκτίθεται. Ότι, η ίδια ενημέρωσε σχετικά την εναγόμενη εργοδότρια εταιρία, καθώς η απροθυμία συνεργασίας των υφισταμένων της δημιουργούσε εργασιακά προβλήματα τα οποία είχαν αντίκτυπο και στην εικόνα της εναγομένης προς τους πελάτες της. Ότι, προς επίλυση των θεμάτων αυτών επιλήφθηκαν οι κατονομαζόμενες υπάλληλοι/ όργανα της Διοίκησης της εναγόμενης και προτάθηκε εκ μέρους αυτών η λήψη εκ μέρους της ενάγουσας άδειας ενός μηνός προς ανάπαυση, όπερ κι εγένετο κι η ενάγουσα απουσίασε από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2022 έως 10-10-2022. Ότι κατά την επιστροφή της στην εργασία της, ενημερώθηκε από τη Διοίκηση της εναγόμενης ότι πλέον δεν θα ασκεί καθήκοντα ως Direct Manager στον Σταθμό ..., αλλά θα ασκεί στον αυτό Σταθμό ... καθήκοντα στη θέση της υπαλλήλου Πίστας [Ramp Agent], ήτοι σε κατώτερη υπαλληλική θέση, που συνεπάγεται μείωση των αποδοχών της μηνιαίως κατά το ποσόν των 400 ευρώ και διακοπή εταιρικών προνομίων, όπως χρήσης φορητού υπολογιστή, εταιρικού οχήματος και κινητού τηλεφώνου. Ότι, επιπλέον η νέα υπηρεσιακή της θέση συνεπαγόταν πολύωρη έκθεση στον ήλιο και έντονη σωματική καταπόνηση, με αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος επιδείνωσης της υγείας της λόγω του αναφερόμενου προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, και ως εκ τούτου τα νέα εργασιακά καθήκοντα της συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, την οποία μεταβολή η ίδια ουδόλως δέχθηκε και εξέφρασε ρητώς στην εργοδότριά της τη σχετική άρνησή της. Ότι, ωστόσο, η εργοδότριά εταιρία, λόγω άρνησης της ιδίας να αποδεχθεί τα νέα υπηρεσιακά καθήκοντα της, ήτοι να συναινέσει με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς στη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, προέβη στις 4-11-2022, αναιτιολόγητα, παράνομα και κατά καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, προσλαμβάνοντας στη θέση του Direct Manager τον ... ..., ο οποίος στερείτο εργασιακής εμπειρίας στην εν λόγω θέση σε σχέση με την ίδια, ως ειδικότερα εκτίθεται. Ότι, ειδικότερα η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, ως καταχρηστική για το λόγο ότι: α] η εναγόμενη προέβη στην απόλυση της από λόγους εκδίκησης και τιμωρίας στο πρόσωπό της, καθώς δεν αποδέχθηκε τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και την ανάληψη υποδεέστερης υπηρεσιακής θέσης, β] διότι σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη δεν τήρησε την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την πρότερη υπηρεσιακή της απόδοση, την ηλικία της, την οικογενειακή της κατάσταση και τη δυνατότητα της ιδίας [ενάγουσας] να προβεί στην εύρεση άλλης εργασίας, ενόψει της ηλικίας της και σε συνάρτηση με την τοπική κοινωνία του τόπου διαμονής της, πριν προβεί στο έσχατο μέσο της απόλυσης και γ]καθώς δεν αναφέρεται στο έγγραφο καταγγελίας ουδείς λόγος που να δικαιολογεί την απόλυσή της. Με βάση αυτό το περιεχόμενο ζήτησε : α] να αναγνωριστεί ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη κι ακολούθως να υποχρεωθεί η εναγόμενη να την απασχολεί με τους ίδιους εργασιακούς όρους κι αμοιβή, ως και πριν την άκυρη απόλυση, β] να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει αφενός μεν τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, οι οποίοι, ληφθέντος υπόψη ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν κατά το χρόνο λύσης της επίμαχης σύμβασης εργασίας στο ποσό των 2.250 ευρώ, ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από 4-11-2022 έως 24-3-2023, συμπεριλαμβανομένων αναλογούντων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, στο συνολικό ποσό των 10.683 ευρώ, αφετέρου δε και μισθούς υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα μετά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι τον χρόνο άρσης της υπερημερίας της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, γ] να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσόν των 30.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα από την υπαίτια, παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγόμενης, νομιμοτόκως ως ανωτέρω. Ακόμη, ζήτησε, να απειληθεί εις βάρος της εναγόμενης, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, χρηματική ποινή 600 ευρώ, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Τέλος, η ενάγουσα, παραδεκτώς (άρθρα 223, 295, 297 και 591 ΚΠολΔ), περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής στο ποσό των 10.683 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4-11-2022 έως 24-3-2023, καθώς και στο αίτημα επιδίκασης μηνιαίως ποσού 2.250 ευρώ μέχρι την άρση υπερημερίας της εναγόμενης, τρέποντας το λοιπό αιτούμενο ποσό στο σύνολό του σε έντοκο αναγνωριστικό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω αγωγή, απέρριψε την αγωγή και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή και να καταδικασθεί η αντίδικός της στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
III. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα, αποτελεί δε δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Το δικαίωμα πάντως του εργοδότη να καταγγείλει, αναιτιολόγητα και όποτε θέλει, την εργασιακή σύμβαση υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη [άρθρα 174, 180 ΑΚ], όταν η άσκηση του δικαιώματος αυτού του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος. Αν, παρά την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση, ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί την παροχή της εργασίας, καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου και όσο διαρκεί η υπερημερία του, -ήτοι η μη αποδοχή της εργασίας -, υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να τον απασχολούσε κανονικά [ΑΠ 13/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 31/2013 ΔΕΕ 2013, 409, ΑΠ 597/2002 ΔΕΕ 2003, 201, ΑΠ 1102/2001 ΕΕργΔ 2002, 801]. Θεωρείται δε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος επί απολύσεως υπαλλήλου, όταν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας και από τους οποίους δυσαρεστήθηκε ο εργοδότης. Όταν, δηλαδή, γενικά η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας [ΑΠ 677/2014, ΑΠ 1601/2011, ΑΠ 1115/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1102/2001 ΕλλΔνη 2003, 457, ΑΠ 1318/2000 ΕλλΔνη 2002, 413]. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Καταχρηστική, επίσης, ως αντίθετη στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, είναι και η καταγγελία που γίνεται από εχθρότητα ή εκδίκηση προς το πρόσωπο του εργαζομένου και για το λόγο ότι αυτός απέκρουσε την από τον εργοδότη επιχειρηθείσα μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας [ΑΠ 1431/2002 ΕλλΔνη 2003, 164, ΑΠ 959/2001 ΕΕργΔ 2002, 913]. Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή λόγους που εξυπηρετούν ανάγκες περιορισμού του προσωπικού, καθώς επίσης και ανάγκες οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών της επιχείρησης, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ή για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων. Δεν θεωρείται δηλαδή καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης [ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 677/2014, ΑΠ 1601/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 326/2001 ΕλλΔνη 2011, 1311, ΑΠ 1318/2000 ΕΕργΔ 2002, 317]. Εξάλλου, ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτή κριτήρια. Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2132/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, πλην όμως δεν επιτρέπεται, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η οποία παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία, υπό τους, πριν από τη μεταβολή, όρους, καθιστώντας αυτόν, διαφορετικά, υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Βλαπτική, όμως, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας κατά την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται όταν ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα ή τμήμα της επιχείρησης με τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες εργασίας και αποδοχές, αφού η μεταβολή αυτή δεν επιφέρει δυσμενείς υλικές ή ηθικές επιπτώσεις [ΑΠ 195/2015, ΑΠ 24/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 77/2013 ΔΕΕ 2013, 852, ΑΠ 836/2004 ΕλλΔνη 45, 1641]. Επίσης, η απόφαση του εργοδότη, ο οποίος αντιμετωπίζει οικονομοτεχνικά προβλήματα στην επιχείρησή του να μεταβάλει με δυσμενέστερους όρους τη σύμβαση εργασίας και τούτο ως εναλλακτικό, ηπιότερο, της καταγγελίας της συμβάσεως μέτρο, θεωρείται ότι καλύπτεται από το διευθυντικό του δικαίωμα, το οποίο στην ανωτέρω περίπτωση μπορεί να εκφραστεί και μέσω τροποποιητικής καταγγελίας της σύμβασης του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή η τροποποιητική καταγγελία της σύμβασης λόγω της αρνήσεως του εργαζομένου να αποδεχτεί την ανωτέρω πρόταση, του εργοδότη είναι νόμιμη και όχι καταχρηστική [ΑΠ 1199/2002 ΕΕργΔ 2004,470] εκτός αν αποδειχτεί ότι ο εργοδότης προέβη στην ανωτέρω τροποποιητική καταγγελία για λόγους εκδίκησης επειδή ο εργαζόμενος αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης [ΑΠ 1431/2001 ΕλλΔνη 2003, 164]. Έτσι επί απολύσεων που οφείλονται κατά τα ανωτέρω σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται, όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη [ΑΠ 1404/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 31/2013 ΔΕΕ 2013, 409]. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη [ΑΠ 252/2014, ΑΠ 195/2015, ΑΠ 251/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 958/2007 ΕπΕρΔ 2008, 357, ΕΑ 9326/2005 ΕΕργΔ 2006, 1026]. Πάντως, μόνη η μονομερής βλαπτική μεταβολή, αυτή καθεαυτή, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας και θα πρέπει να συνοδεύεται από περιστάσεις που μπορούν να προκαλέσουν τέτοια προσβολή [ΑΠ 715/1995 ΔΕΝ 52, 672, Ζερδελής, Το δίκαιο της καταγγελίας, έκδ. 2002, σελ. 679]. Οι περιστάσεις και τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να αναφέρονται κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία ζητείται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης από την προσβολή αυτή [ЕФ ΠΕΙΡ 138/2011 ΠειρΝομ 2011, 316]. Στις υποθέσεις του άρθρου 614 ΚΠολΔ που δικάζονται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών εφαρμόζεται το άρθρο 591 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τ’ αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Έτσι, στις δικαζόμενες με την εν λόγω ειδική διαδικασία διαφορές, το δικαστήριο αποδεσμεύεται από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και μπορεί να στηρίξει την κρίση του σε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και, επομένως, στη διαδικασία αυτή επιτρέπονται και μάρτυρες ακόμα και αν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης μαρτυρικής αποδείξεως κατά τις διατάξεως των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ ή άλλου νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και με τον τίτλο «Βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας», γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με το σκοπό του τίτλου της προκύπτει, ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, η κατά την παραπάνω διάταξη υπεύθυνη δήλωση τρίτου δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά [ ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1004/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Ομοίως, στην αυτή κατηγορία των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, που ωστόσο όμως λαμβάνονται υπόψη στην προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την οποία, εκδικάζονται οι εργατικές διαφορές, ανήκουν και ξενόγλωσσα έγγραφα που δεν συνοδεύονται από μετάφραση [ άρθρο 454 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1627/2010, ΜΠΡ ΑΘ 12516/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Τέντες), ΕρμΚΠολΔ 1(2000), άρθρο 454 αριθ. 5].
Στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ως αυτές εκτιμώνται κατά το λόγο γνώσης και αξιοπιστίας έκαστου εξ αυτών, της με αριθμό ...ένορκης βεβαίωσης της …, που λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, επιμελεία της εναγομένης και μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τη με αριθμό … έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …), της με αριθμό ...ένορκης βεβαίωσης του …., που λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου …. …., επιμελεία της ενάγουσας στα πλαίσια αντίκρουσης των ισχυρισμών που προτάθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του πληρεξουσίου Δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, από την εκτίμηση των υπ'αριθμ. …. και …. ενόρκων βεβαιώσεων των …. και …., που λήφθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου …., επιμελεία της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας (άρθρο 529 ΚΠολΔ), μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης (βλ. τη με αριθμό …. Έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ….), όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [μεταξύ των οποίων και επιστολές/ηλεκτρονική αλληλογραφία στην αγγλική γλώσσα χωρίς αντίστοιχη μετάφραση στην ελληνική, από τις οποίες προκύπτουν τα παράπονα και οι αναφορές στις οποίες προέβη η ενάγουσα στα πλαίσια ενημέρωσης των προϊσταμένων της για εργασιακά θέματα που σχετίζονται με άρνηση υφισταμένων της σε συμμόρφωση με τις οδηγίες της, που προσάγονται ως σχετικό με αριθμό 20, καθώς και λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στην κλινική εικόνα της, που συμπεριλαμβάνονται στο σχετικό με αριθμό 19], χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικώς προσαγόμενες υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 των κατονομαζόμενων πρώην συναδέλφων- υφισταμένων της ενάγουσας, σχετ. 11 έως 17, καθώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει και του χρόνου λήψης αυτών από 5- 3-2023 έως 21-3-2023, λήφθηκαν με το σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά, μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών [ΟλΑΠ 42/2012, ΑΠ 1821/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ],από τις ομολογίες των διαδίκων στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...ΑΕ» και τον διακριτικό τίτλο «...S.A.» δραστηριοποιείται επιχειρηματικά με την εν γένει παροχή υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών σε αεροπορικές εταιρίες και τους επιβάτες, σε όλα, σχεδόν, τα ελληνικά αεροδρόμια (κεντρικά και περιφερειακά) καθώς και σε αεροδρόμια του εξωτερικού και απασχολεί μεγάλο αριθμό τακτικού και εποχιακού προσωπικού (ιδίως τους θερινούς μήνες). Στα πλαίσια της εν λόγω δραστηριότητας της, προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ... ..., βρετανικής υπηκοότητας, έχουσα νόμιμη άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην ... στις 19-4-2010, με έναρξη της εργασιακής σχέσης στις 26-4-2010, με την ιδιότητα της Υπεύθυνης της ...τον Σταθμό Αερολιμένος .... Αντικείμενο της εργασίας της αποτελούσε η οργάνωση, ο συντονισμός και η επίβλεψη όλων των λειτουργιών της επίγειας εξυπηρέτησης των πελατών της εναγομένης - άρτια εξυπηρέτηση επιβατών, αεροσκαφών, φορτίων, τεχνική υποστήριξη εφοδίων εδάφους [μεταφορά αποσκευών, μεταφορά και τοποθέτηση κλιμάκων επιβίβασης και αποβίβασης, ανεφοδιασμού καυσίμων] καθώς και η διατήρηση καλών επαγγελματικών σχέσεων με τους πελάτες της εργοδότριας εταιρίας. Επιπλέον, η εναγομένη είχε το δικαίωμα να αναθέτει στην ενάγουσα και άλλες συναφείς με την ειδικότητά της εργασίες, σύμφωνα με τις επιχειρησιακές ανάγκες. Εξάλλου, η ενάγουσα είχε σχετική προϋπηρεσία στο αντικείμενο αυτό, καθώς είχε εργασθεί στην Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Αεροπορικών Υπηρεσιών ... (βλ. την από 8-12-2022 βεβαίωση προϋπηρεσίας/ χρόνου ασφάλισης του ε- ΕΦΚΑ). Οι μηνιαίες αποδοχές της καθορίσθηκαν στο ποσόν των 2.100 ευρώ (οι οποίες κατά το χρόνο λύσης της επίμαχης σύμβασης εργασίας, ως κατωτέρω εκτίθεται, ανήλθαν μηνιαίως στο ποσόν των 2.250 ευρώ), με επιπλέον παροχή, λόγω ελευθεριότητας της εργοδότριας εταιρίας και προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της ενάγουσας, χρήση κινητού τηλεφώνου, φορητού υπολογιστή και εταιρικού οχήματος, με κάλυψη όλων των εξόδων ασφάλισης, λειτουργίας και συντήρησης από την εναγόμενη εταιρία. Η εργασιακή σύμβαση διήρκεσε μέχρι την 41-11-2022, οπότε και η εναγόμενη προέβη μονομερώς σε καταγγελία της επίμαχης σύμβασης εργασίας με ταυτόχρονη καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω απόλυσης, ποσού 21.000,06 ευρώ (βλ. σχετικά έντυπο 6 που αναρτήθηκε ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, με υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης υπό την εταιρική σφραγίδα και υπογραφή της ιδίας της εναγόμενης, με την επιφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων της). Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, εφόσον μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγόμενη δικαιούνταν να την καταγγείλει αναιτιωδώς οποτεδήποτε, ήτοι χωρίς καν λόγο και πάντως χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της. Συνεπώς, το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, του οποίου η άσκηση υπόκειται στους περιορισμούς της διάταξης ΑΚ 281, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, σύμφωνα με την ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί κατ’ αρχήν ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι από τις αρχές του έτους 2022 και στα πλαίσια διαδικασίας εκτίμησης του επιπέδου λειτουργίας και συνεργασίας των εργαζομένων και της Διεύθυνσης των Σταθμών της εναγόμενης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημαντικών προβλημάτων στον Σταθμό της ..., στον οποίο προίστατο η ενάγουσα, και κρίθηκε αναγκαία η παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης της εταιρίας για την εξεύρεση λύσης. Άλλωστε, όπως εκθέτει και η ίδια η ενάγουσα αγωγικά, από αρχές Ιανουάριου 2022 κι εφεξής δημιουργήθηκε αρνητικό κλίμα συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της ομάδας εργαζομένων της εναγόμενης, της οποίας η ίδια προΐστατο, λόγω άρνησης μέρους αυτών να συμμορφωθούν με τις οδηγίες της, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία του Σταθμού ... σε σχέση με το αντικείμενο παροχής υπηρεσιών της εναγομένης, γεγονός για το οποίο είχε ενημερώσει σχετικά τη διοίκηση της τελευταίας. Στα πλαίσια της ως άνω παρέμβασης της διοίκησης της εναγόμενης, μετέβησαν σταδιακά στο Σταθμό ..., εξειδικευμένα όργανα της διοίκησης και δη οι ... ..., με την ιδιότητα της Περιφερειακής Διευθύντριας επτά συγκεκριμένων Σταθμών της εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και αυτού της ..., ... ..., με την ιδιότητα της έχουσας εξειδίκευση σε θέματα λειτουργίας Σταθμών και η Μελέτη, Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού. Ακολούθως, με βάση διαπιστώσεις των ανωτέρω ως προς τον τρόπο λειτουργίας του Σταθμού ..., αποδείχθηκε ότι κατά τον μήνα Ιούνιο του 2022 σημειώθηκε σημαντικό συμβάν που σχετιζόταν με εσφαλμένο υπολογισμό της φόρτωσης αεροσκάφους (βλ. σχετικό με αριθμό 4 που προσκομίζει μετ'επικλήσεως η εναγόμενη), το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει κατά την κρίση της εναγομένης σοβαρά προβλήματα ασφαλείας σε σχέση με την ορθή κατανομή βάρους στο αεροσκάφος και κρίθηκε αναγκαία η παροχή υποστήριξης στον εν λόγω Σταθμό με επισκέψεις στελεχών, εκπαιδευτών κ.ά, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση και να αντιμετωπισθούν οι αυξημένες απαιτήσεις της θερινής περιόδου. Έτσι, για το σκοπό αυτό, με απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης, μετέβη στην ... στις 7-7-2022 η ... ..., υπάλληλος εξειδικευμένη στα θέματα Διεύθυνσης Σταθμών, προκειμένου να υποστηρίξει τη λειτουργία του εκεί Σταθμού και να διαπιστώσει εκ του σύνεγγυς τα όποια εργασιακά προβλήματα που υπήρχαν και τις αιτίες τους. Όπως αναφέρει η ανωτέρω στην ένορκη βεβαίωσή της, από την πρώτη επίσκεψή της στις 7-7-2022 διαπίστωσε πολύ γρήγορα ότι το προσωπικό εργαζόταν χωρίς πρόγραμμα εργασίας, η κατάρτιση του οποίου ανήκει στον τομέα αρμοδιότητας κι ευθύνης των Διευθυντών των Σταθμών, ήτοι εν προκειμένω στα καθήκοντα της ενάγουσας. Ακολούθως, μετά από σχετική επαφή με το προσωπικό διαπιστώθηκε από την ανωτέρω υπάλληλο ότι το επίπεδο των σχέσεων της ενάγουσας με τους υφισταμένους ήταν αρνητικό, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών εκ μέρους της τελευταίας σε θέματα που άπτονταν της μισθοδοσίας τους, του προγραμματισμού του ακριβούς πλαισίου καθημερινής εργασίας τους, του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων έκαστου υπαλλήλου κλπ, το δε αρνητικό αυτό κλίμα είχε αντίκτυπο στις παρεχόμενες υπηρεσίες και στην εικόνα της επιχείρησης της εναγόμενης προς τις αεροπορικές εταιρίες με τις οποίες αυτή συνεργαζόταν. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν τηρούνταν σημαντικές διαδικασίες, όπως το έγκαιρο και σωστό κλείσιμο των ταμείων, ήτοι δεν γίνονταν σωστές καταχωρήσεις από την ενάγουσα στο σύστημα Flight Tracker, δηλαδή στο ηλεκτρονικό σύστημα που τηρεί η εταιρία και στο οποίο καταχωρούνται όλα τα πληροφοριακά στοιχεία των πτήσεων που εξυπηρετεί η εναγόμενη, με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί και τα ταμεία του σταθμού να μην συμφωνούν με τις εγγραφές του λογιστηρίου στα κεντρικά. Υπήρχαν λανθασμένες καταχωρήσεις εκ μέρους της ενάγουσας για τις υπέρβαρες αποσκευές και για τον τρόπο πληρωμής του υπέρβαρου, αν δηλαδή είχαν γίνει με μετρητά ή με κάρτα, με αποτέλεσμα οι εισπράξεις του σταθμού να μην συμφωνούν με τις εγγραφές στο σύστημα Flight Tracker. Η ίδια, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή της, ενημέρωσε την ενάγουσα για τις αστοχίες που είχε αντιληφθεί και της υπέδειξε τρόπους αντιμετώπισης των θεμάτων και στις 20- 7-2022 αποχώρησε. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, ακόμη και μετά τις παρεμβάσεις των ανωτέρω οργάνων Διοίκησης της εναγόμενης, δεν τηρούνταν και πάλι οι εταιρικές διαδικασίες από την ενάγουσα με βάση τις οδηγίες και υποδείξεις που της έγιναν από τις ανωτέρω κατονομαζόμενες, με αποτέλεσμα η λειτουργία του Σταθμού να παραμένει προβληματική. Εξ αυτής της αιτίας με εντολή της εναγομένης επισκέφτηκε και πάλι τον σταθμό της ... στις 5-9-2022. Μετά από προτροπή των οργάνων της διοίκησης της εναγόμενης και προς το σκοπό αποφόρτισης του αρνητικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί με τους λοιπούς εργαζόμενους, η ενάγουσα απουσίασε με άδεια από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι από 13-9-2022 έως 10-10-2022. Στο διάστημα αυτό απουσίας της ενάγουσας, η ..., αναπλήρωσε την ενάγουσα στα καθήκοντα της. Σε αυτή τη δεύτερη επίσκεψή της διαπίστωσε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα και δούλεψε με το προσωπικό για την αντιμετώπισή τους. Καθόρισαν, με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες, μηνιαίο πρόγραμμα εργασίας για όλο το προσωπικό. Κατάφεραν με τη συνεργασία του κεντρικού λογιστηρίου να συμφωνήσουν τα ταμεία του σταθμού με τις καταχωρήσεις του λογιστηρίου, καθιέρωσαν την άμεση καταχώρηση των παραστατικών και την πραγματική καταμέτρηση με το κλείσιμο του κάθε ταμείου και πολλές άλλες εργασίες, οι οποίες δεν γίνονταν μέχρι τότε ούτε έγκαιρα ούτε σωστά, ενώ υπάρχει συγκεκριμένη εταιρική διαδικασία, η ευθύνη τρήσης της οποίας ανήκει στους διευθυντές των σταθμών. Σε όλο αυτό το διάστημα, κατά τη ροή της εργασίας, η ... ... ενημερώθηκε για λάθη και παραλείψεις που είχαν προκαλέσει θέματα με τους προμηθευτές της εναγομένης, οι οποίοι δεν γνώριζαν το ποσοστό προμήθειας που λάμβανε η εναγομένη, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα στην διεκπεραίωση των πληρωμών. Επίσης, ενημερώθηκε για προβλήματα του προσωπικού τα οποία δεν ήταν σε γνώση της εναγομένης, ενώ είναι στην ευθύνη του Διευθυντή του σταθμού να ενημερώνει την εναγομένη για την αντιμετώπισή τους, όπως παράπονα των εργαζομένων για ελλείψεις στον ιματισμό, ο οποίος, απ'όσο την πληροφόρησαν και εξακρίβωσε με το αντίστοιχο τμήμα της εναγομένης, δεν τους δινόταν για να εμφανίζει καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα ο σταθμός. Η ... ... παρέμεινε στο Σταθμό ... έως 25-11-2022, καθώς η ενάγουσα δεν επέστρεψε στην εργασία της μετά τη λήξη της κανονικής αδείας της, ενώ μετά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, πληροφορήθηκε από υπάλληλο της εξυπηρετούμενης από την εναγόμενη αεροπορικής εταιρίας ..., ότι παρουσιάζονταν διαφορές στο χρόνο παράδοσης των αποσκευών μεταξύ των σημειούμενου από το Σταθμό σε σχέση με αυτόν που διαπίστωνε η αεροπορική εταιρία, και μετά από σχετικές ερωτήσεις της στο προσωπικό, ενημερώθηκε ότι αυτό γινόταν καθ' υπόδειξη της ενάγουσας ώστε να εμφανίζει ο Σταθμός καλύτερη απόδοση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τη λήξη της κανονικής αδείας της ενάγουσας, ως ανωτέρω εκτίθεται, η τελευταία ενημερώθηκε από τη διοίκηση της εναγόμενης ότι δεν μπορεί να παραμείνει στην ίδια θέση και της προτάθηκε να απασχοληθεί στη θέση του υπαλλήλου Πίστας [Ramp Agent], στον ίδιο ή σε άλλο Σταθμό, η οποία θέση είναι μεν ιεραρχικά υποδεέστερη της θέσης που κατείχε ως Direct Manager, και συνεπαγόταν μείωση αποδοχών μηνιαίως κατά το ποσόν των 400 ευρώ και διακοπή των παροχών που είχε, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως ήταν η πιο συνδεδεμένη θέση με τα καθήκοντα που ασκούσε (από άποψη ιεραρχίας- μισθοδοσίας και τυπικών και ουσιαστικών προσόντων), ως εναλλακτική πρόταση αντί της απόλυσης, δεδομένου ότι εκ της θέσεως της Διευθύντριας την οποία μέχρι τότε κατείχε, της οποίας οι αρμοδιότητες συνίστατο στον συντονισμό και την επίβλεψη όλων των λειτουργιών της επίγειας εξυπηρέτησης των πελατών της εναγομένης, υφίστατο ανάγκη να εκτίθεται στον ήλιο. Η ενάγουσα, αρνήθηκε να δεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας της κι ακολούθως η εναγομένη προέβη στην επίμαχη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι έλαβε χώρα κατά καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης. Και τούτο διότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της, συνισταμένης της πλημμέλειας αυτής στην αδυναμία διατήρησης αρμονικής συνεργασίας με τους λοιπούς εργαζόμενους της επιχείρησης, στους οποίους αυτή προΐστατο (έλλειψη συνεργασίας, εμπιστοσύνης, αξιοκρατίας) και στη μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις που της δόθηκαν από τις αρμόδιες επιτετραμμένες υπαλλήλους που απέστειλε η διοίκηση της εναγομένης για βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του επίμαχου Σταθμού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου στηρίχθηκε κυρίως στην κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης ... ... και στην ένορκη βεβαίωση της ... ..., τις οποίες το δικαστήριο θεωρεί πιο αξιόπιστες από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις διότι έχουν πλήρη γνώση εξ ιδίας αντιλήψεως όλων των προβλημάτων που παρουσιάσθηκαν στη λειτουργία του Σταθμού ... από τις αρχές του έτους 2022 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, λόγω της ενασχόλησής τους με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους με το συγκεκριμένο Σταθμό και δεν αποδείχθηκε ότι διατηρούν οιαδήποτε εμπάθεια στο πρόσωπο της ενάγουσας, ούτε ότι προσδοκούν κάποιο έννομο όφελος από την έκβαση της παρούσας δίκης. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ίδια καθόλο το χρονικό διάστημα εργασίας της λάμβανε εκ μέρους της εναγόμενης ευχαριστήριες επιστολές για την ποιότητα των εργασιών της, γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την επικαλούμενη εκ μέρους της εργοδότριας πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της, δεν κρίνεται βάσιμος ώστε να αναιρέσει την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου των προσκομιζόμενων μετ'επικλήσεως εκ μέρους της ενάγουσας επιστολών προς επίρρωση του ισχυρισμού της, αποδεικνύεται ότι αυτές αφορούν ευχαριστίες σε σχέση με τη συμπεριφορά της προς πελάτες/επιβάτες εξυπηρετούμενων αεροπορικών εταιριών, αναφορικά με διευκολύνσεις ατόμων με κινητικά προβλήματα, εξυπηρέτηση επιβατών για αναζήτηση χαμένων αποσκευών κλπ, ήτοι για συμπεριφορά που δεν συνδέεται με το αρνητικό κλίμα συνεργασίας της ενάγουσας με το προσωπικό της επιχείρησης και τη μη συμμόρφωση αυτής σε κανόνες εσωτερικής διαδικασίας κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ενώ όπως κατέθεσε χαρακτηριστικά η μάρτυρας ανταπόδειξης στο ακροατήριο, η μη τήρηση των κανόνων εσωτερικής διαδικασίας μπόρεσε να γίνει αντιληπτή μετά από βιωματική γνώση, ήτοι μετά από επίσκεψη της ιδίας και των ανωτέρω αρμοδίων ατόμων της διοίκησης και παραμονής τους στο χώρο του Σταθμού, ώστε να δύνανται να εκφέρουν κρίση που να στηρίζεται σε ιδία αντίληψη για τον πραγματικό τρόπο λειτουργίας του Σταθμού. Επίσης, από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δεν αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη του ... ..., ο οποίος προσλήφθηκε στη θέση της ενάγουσας μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υπήρξε μεροληπτική, κι ότι έλαβε χώρα μετά από μεθόδευση εκ μέρους της εναγομένης της απόλυσης της ενάγουσας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη από την εναγομένη του ... ... έγινε για να καλυφθεί η θέση του Υπεύθυνου του Σταθμού ... και να επιστρέφει η ... ..., η οποία ασκούσε τα καθήκοντα της θέσης αυτής μέχρι τις 25-11-2022, στα κύρια καθήκοντα της στο Αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι η επίμαχη καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν ήταν καταχρηστική, για το λόγο ότι η ενάγουσα/εργαζόμενη αρνήθηκε να δεχθεί την τροποποίηση των όρων σύμβασης εργασίας της, εφόσον η αξίωση της εναγόμενης για μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας δικαιολογείται από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εργασιακό περιβάλλον στο Σταθμό ... και ήταν σε κάθε περίπτωση σύμφωνη με το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της εναγόμενης, συνδεόμενη άμεσα με το διευθυντικό δικαίωμα αυτής, ως εργοδότριας, να προσαρμόζει το προσωπικό της στις ανάγκες των υπηρεσιών της, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή της με βάση τα κρινόμενα απ' αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτή κριτήρια. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό κρίση αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι λόγοι (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) της έφεσης.
IV. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την από 8-2-2024 (με Γενικό και Ειδικό Αριθμό κατάθ. Πρωτ. .../9-2-2024 και Εφετ. ...4-4-2024) έφεση κατά της οριστικής απόφασης 1422/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις …. να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ