ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 106/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Χρήστος Ντουχάνης, Άννα Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Βασίλειος Αραβαντινός, Ταξιαρχία Κόμβου, Παρασκευή Μπραΐμη, Βασιλική Κίντζιου, Όλγα Παπαδοπούλου, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Χριστίνα Σιταρά, Αγορίτσα Σδράκα, Νικόλαος Σκαρβέλης, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Σταυρούλα Κτιστάκη, Ειρήνη Σταυρουλάκη, Κασσιανή Μαρίνου, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Άννα Μπόνου, Γεωργία Ανδριοπούλου, Μαρία Σταματοπούλου, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Χρήστος Παπανικολάου, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Οδυσσέας Σπαχής, Ιωάννης Παπαγιάννης, Αθανάσιος Ασημακόπουλος, Σύμβουλοι, Χαράλαμπος Κομνηνός, Μαρία Δρίβα, Αλίκη Πασιπουλαρίδου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Χρήστος Παπανικολάου και Αθανάσιος Ασημακόπουλος καθώς και η Πάρεδρος Αλίκη Πασιπουλαρίδου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2007. Γραμματέας ο Νικόλαος Αθανασίου.

Για να δικάσει την από 25 Νοεμβρίου 2022 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Γεωργία Παπαδάκη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους,

κατά των: 1. …. και 5. …, οι οποίοι δεν παρέστησαν.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 21 Φεβρουαρίου 2025 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά τη διαγραφή της από το πινάκιο του Στ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3357/2022 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Γεωργίας Ανδριοπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, μετά την αφυπηρέτηση των Συμβούλων Όλγας Παπαδοπούλου και Νικολάου Σκαρβέλη, οι οποίοι στη συζήτηση της υποθέσεως μετείχαν ως τακτικά μέλη, στη διάσκεψη έλαβαν μέρος, ως τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Χρήστος Παπανικολάου και Αθανάσιος Ασημακόπουλος, αναπληρωματικά, έως τότε, μέλη της συνθέσεως (άρθρο 8 του π.δ. 18/1989 - Α΄ 8, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 του ν. 3719/2008 - Α΄ 241).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 3357/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 14506/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων, μόνιμων υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντων, κατά τον κρίσιμο από 1-8-2012 έως 31-10-2014 χρόνο, στον Κλάδο Εμπειρογνωμόνων η πρώτη και στον Διπλωματικό Κλάδο οι λοιποί και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως, αντιστοίχως το ποσό των 13.752,71, 15.321,53, 10.357,95, 10.893,87, 9.822,03 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω των περικοπών των αποδοχών τους, βάσει των διατάξεων της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) και της οικ.2/83408/0022/14-11-2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017).

3. Επειδή, η ανωτέρω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 21-2-2025 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά τη διαγραφή της από το πινάκιο του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν.

4. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και στη συνέχεια, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί επιρροή τυχόν προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο, που επιβάλλουν οι διατάξεις της ως άνω παρ. 3 (Σ.τ.Ε. 392/2025, 1700, 374, 38/2023, 2753, 1964/2022). Επί πλειόνων δε αναιρεσιβλήτων για τον προσδιορισμό του ύψους του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το ύψος του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς (Σ.τ.Ε. 641/2025, 1835/2021).

5. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, αίτηση αναιρέσεως, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διατάξεως, κατά αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης, με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί μόνον όταν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντιθέσεως διατάξεως τυπικού νόμου σε διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος (Σ.τ.Ε. Ολομ. 616-618/2021, 219/2021, 1823/2020, 1406/2017, 2475, 6/2015, 29/2014). Περαιτέρω, όπως έχει παγίως κριθεί, ο νομοθέτης επιτρέπει μεν την κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, υπό τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, αφήνει, ωστόσο, το ζήτημα στην ευχέρεια του διαδίκου. Συνεπώς, έστω και αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή κρίση περί αντιθέσεως διατάξεως τυπικού νόμου σε υπερκείμενους κανόνες δικαίου, η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή την προβολή σχετικού ειδικού ισχυρισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος περί συνδρομής των εν λόγω προϋποθέσεων προς άρση του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως (Σ.τ.Ε. Ολομ. 1823/2020, 374/2023, 1448/2022, 2613/2021 κ.ά.).

6. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι, μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, στον Κλάδο Εμπειρογνωμόνων η πρώτη και στον Διπλωματικό Κλάδο οι λοιποί, σε χρονικά διαστήματα εντός του κρίσιμου (1-8-2012 έως 31-10-2014) χρόνου, στρεφόμενοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου, προέβαλαν ότι α) οι αποδοχές τους, που ανάγονται στα ως άνω χρονικά διαστήματα, υπολογίσθηκαν με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που προέβλεψαν την περικοπή τους και β) οι εν λόγω διατάξεις, καθώς και εκείνες της απόφασης οικ.2/83408/0022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αποδοχών επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 1-8-2012, αντίκεινται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Απέδωσαν δε αδικοπρακτική ευθύνη στο Ελληνικό Δημόσιο για τη θέσπιση διατάξεων που αντίκεινται σε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος και για την εφαρμογή αυτών κατά τον υπολογισμό των αποδοχών τους, με συνέπεια να υποστούν ζημία, ισούμενη προς τις απωλεσθείσες αποδοχές και ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να τους καταβάλει ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως, τα αναφερόμενα στην αγωγή για καθέναν από αυτούς ποσά, ως αντιστοιχούντα στις περικοπείσες αποδοχές τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη 14506/2020 απόφαση, δέχθηκε ότι οι διατάξεις της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίμαχες περικοπές των αποδοχών των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, που υπηρετούσαν στους προαναφερόμενους Κλάδους, καθώς και οι διατάξεις της απόφασης οικ.2/83408/0022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι περικοπές επιβλήθηκαν αναδρομικώς, από 1-8-2012, αντίκεινται στις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και ότι η καταβολή με βάση αυτές μειωμένων αποδοχών δημιουργεί ευθύνη προς αποζημίωση. Με την ίδια απόφαση αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στη σκέψη 1 ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως. Έφεση του Δημοσίου κατά της αποφάσεως αυτής, με την οποία προέβαλε ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν προσκρούουν σε διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α., απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

7. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στις 28-11-2022, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3900/2010, με αυτή δε άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο, το οποίο είναι, για κάθε αναιρεσίβλητο ξεχωριστά, κατώτερο του νομοθετικού ορίου των 40.000 ευρώ. Με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή κρίση περί αντιθέσεως των προαναφερόμενων διατάξεων (περ. 28 της υποπαρ. Γ.1. της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και Υ.Α. οικ. 2/83408/0022/14-11-2012) προς την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, για το ζήτημα δε αυτό δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται βασίμως και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτώς.

8. Επειδή, περαιτέρω, το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 5 ορίζει ότι: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. ... 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης», στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι: «Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια συνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος. ...» και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. ...».

9. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος, δεδομένου, μάλιστα, ότι από ουδεμία αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη ή αρχή κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους (Σ.τ.Ε. Ολομ. 431/2018, 3177, 2192/2014, απόφαση ΕΔΔΑ της 7.5.2013, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος κ.ά.). Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2321/2025, 1527-1529/2023, 1307-1316/2019, 479-481/2018, 3372-3373/2015, 3404-3406, 3177/2014).

10. Επειδή, για τους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών του Διπλωματικού Κλάδου, του Κλάδου Εμπειρογνωμόνων, του Κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (Ο.Ε.Υ.) και για το Επιστημονικό Προσωπικό της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας (Ε.Ν.Υ.) του ίδιου Υπουργείου ο κοινός νομοθέτης επεφύλαξε διαχρονικώς τη θέσπιση ειδικού έναντι του ισχύοντος για τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους υπηρεσιακού καθεστώτος. Ειδικότερα, από τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών [όπως διαχρονικά διαμορφώθηκε με τους νόμους 419/1976 (Α΄ 221), 2594/1998 (Α΄ 62) και 3566/2007 (Α΄ 117), πριν από την κατάργηση του τελευταίου με το άρθρο 479 του ν. 4781/2021 (Α΄ 31)] και τις αντίστοιχες προπαρασκευαστικές εργασίες αναδεικνύεται η σαφής και σταθερή βούληση του νομοθέτη να επιφυλαχθούν για τους ανωτέρω Κλάδους υπαλλήλων ιδιαίτερες ρυθμίσεις, προσαρμοσμένες στη φύση και την αποστολή αυτών, οι οποίοι υπηρετούν κατά κανόνα και εξ ορισμού, αντιθέτως προς τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, σε Αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας, ήτοι σε Πρεσβείες, Προξενεία, Γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, Γραφεία Δημόσιας Διπλωματίας, και λιγότερο στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου. Οι εν λόγω κατηγορίες υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών διέπονται από διακεκριμένο Οργανισμό σε σχέση με τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους, με τους οποίους δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες λόγω της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών και των ιδιαιτέρων καθηκόντων τους (Σ.τ.Ε. Ολομ. 2321/2025, Σ.τ.Ε. 502/2018, 3127/2002, 2719/2000), εφαρμοζομένων μόνον αναλόγως των ισχυουσών για τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους προβλέψεων επί θεμάτων μη ρυθμιζομένων από τους εκάστοτε ειδικούς για το Υπουργείο Εξωτερικών νόμους. Ειδικότερα, για τους ανωτέρω ισχύουν ειδικές συνθήκες εισαγωγής, απασχόλησης και εξέλιξης, εφόσον για την κατάληψη των αντίστοιχων θέσεων προβλέπεται διακεκριμένη και δη ενδελεχέστερη έναντι των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων διαδικασία εισόδου, κατόπιν πολυετών σπουδών και μέσω ειδικού διαγωνισμού και επιτυχούς αποφοίτησης από ιδιαίτερη σχολή (Κέντρο Διπλωματικών Σπουδών, Διπλωματική Ακαδημία ή αντίστοιχο τμήμα της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης) κατόπιν πιστοποίησης αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αναλόγως Κλάδου, συνισταμένων στην κατοχή εξειδικευμένων επιστημονικών γνώσεων και ξένων γλωσσών αλλά και ήθους και, επιπροσθέτως, συγκεκριμένης δοκιμαστικής υπηρεσίας και εκπαίδευσης στη Διπλωματική Ακαδημία (βλ. άρθρα 15 και 92 παρ. 2 ν. 3566/2007) και σε ιδιαίτερη επαγγελματική εμπειρία και προϋπηρεσία, και δη με αυξημένο κατώτατο όριο ηλικίας, με περαιτέρω συνέπεια την είσοδό τους στην υπηρεσία, κατά κανόνα, σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου, ως προς τους οποίους ισχύει το 21ο έτος ηλικίας. Περαιτέρω, για την εξέλιξή τους στις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας καθενός από τους ανωτέρω Κλάδους προβλέπεται η πλήρωση τυπικών και ουσιαστικών κριτηρίων ιδιαιτέρως αυστηρών καθώς και έλεγχος ως προς τον χειρισμό υπηρεσιακών υποθέσεων με κριτήρια το ήθος, την αφοσίωση στο καθήκον, την επιστημονική και υπηρεσιακή κατάρτιση, τη διοικητική ικανότητα, τη γνώση του αντικειμένου, την ανάληψη πρωτοβουλίας, την ετοιμότητα και την αποτελεσματικότητα (βλ. άρθρα 98-101 ν. 419/1976, 79-80, 87 παρ. 7 και 8 και 91-92 ν. 2594/1998 και 93-94, 101 παρ. 6-8, 105, 106 παρ. 1, 113 παρ. 1 και 2 και 114 παρ. 2 ν. 3566/2007). Όλες οι ανωτέρω ειδικές για τους ένδικους Κλάδους ρυθμίσεις στοιχούν στην ανάθεση σε αυτούς ιδιαίτερων καθηκόντων, συνισταμένων στην παροχή διπλωματικών ή επιστημονικών υπηρεσιών που συνεπάγονται αυξημένες ευθύνες. Συγκεκριμένα, είναι επιφορτισμένοι: α) ο Διπλωματικός Κλάδος με την εκπροσώπηση της Χώρας στα ξένα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς, με την ενίσχυση της διεθνούς νομιμότητας μέσω της παρακολούθησης της εφαρμογής των διεθνών συνθηκών, με την προβολή θεμάτων ελληνικού ενδιαφέροντος, την εποπτεία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και σωματείων στο εξωτερικό, με την ανάπτυξη των σχέσεων της Χώρας με άλλα κράτη στον πολιτικό, οικονομικό, εμπορικό, τουριστικό, πολιτιστικό και άλλους τομείς, με συνεννοήσεις και διαπραγματεύσεις κάθε είδους με άλλα κράτη σύμφωνα με τις οδηγίες της Κυβέρνησης, την οποία ενημερώνουν σχετικώς, με τη διπλωματική αλληλογραφία του Προέδρου της Δημοκρατίας, με την προστασία των δικαιωμάτων των Ελλήνων στην αλλοδαπή (επί ζητημάτων εκκλησιαστικών, περιουσιακών, κληρονομικών, ιθαγενείας, κηδεμονίας, συμβολαιογραφικών, δικαστικών, επιδόσεων δικογράφων, εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων) και με την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής (βλ. άρθρα 18 παρ. 1 και 27 ν. 419/1976, 33 παρ. 1 και 41 παρ. 1 ν. 2594/1998, 1, 5, 42 παρ. 1 και 52 παρ. 1 ν. 3566/2007), β) το επιστημονικό προσωπικό της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας με τη νομική υποστήριξη της χώρας σε ζητήματα διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, με την εκπροσώπηση του Υπουργείου Εξωτερικών σε νομικά και δικαστικά θέματα και με την παροχή σχετικών γνωμοδοτήσεων (βλ. άρθρα 15 παρ. 1 ν. 2594/1998 και 16 παρ. 2 ν. 3566/2007) και γ) ο Κλάδος Εμπειρογνωμόνων, υπηρετούντων σε θέσεις της κεντρικής αλλά και της εξωτερικής υπηρεσίας, με τη συστηματική παρακολούθηση και την παροχή, προς επικουρία των υπαλλήλων του Διπλωματικού Κλάδου, γνωμοδοτήσεων και αναλυτικών πληροφοριών στον τομέα ειδίκευσής τους (βλ. άρθρα 51 ν. 419/1976 και 103 παρ. 1 ν. 3566/2007). Ειδικώς δε οι διαπιστευόμενοι από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πρέσβεις (άρθρο 47 ν. 3566/2007) αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων, λόγω των επιτελικών για την εφαρμογή της εκάστοτε εξωτερικής πολιτικής της χώρας καθηκόντων τους, της υψηλής τους θέσης στην ιεραρχία του διπλωματικού σώματος αλλά και της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και της πολιτικής ηγεσίας και δη του Υπουργού Εξωτερικών, με τον οποίο καλούνται απ’ ευθείας να συνεργασθούν στο πλαίσιο εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης (Σ.τ.Ε. Ολομ. 2321/2025, Σ.τ.Ε. 2206-2209/2022, 1609-1610/2018). Επιπλέον, η ανάγκη για διπλωματικούς υπαλλήλους με αυξημένα προσόντα σε θέματα οικονομίας οδήγησε στη μεταφορά των σχετικών αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών με τη δημιουργία του Κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, στελεχουμένου από αποφοίτους του οικείου Τμήματος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης επιφορτισμένους με αρμοδιότητες οικονομικής διπλωματίας, οι οποίοι, συνακολούθως, ανακοινώνονται στη διπλωματική επετηρίδα της χώρας, όπου υπηρετούν με τον διπλωματικό βαθμό με τον οποίο εξομοιούνται, προστιθέμενης της φράσης «Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων», όταν δε υπηρετούν στην αλλοδαπή, αποκτούν τη διπλωματική ιδιότητα και όλα τα κατωτέρω αναφερόμενα σχετικά προνόμια και ευεργετήματα (άρθρα 94Α παρ. 4 ν. 2594/1998, 110 παρ. 1, 111 και 112 παρ. 1 και 2 ν. 3566/2007 – βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2321/2025). Προς διασφάλιση της απρόσκοπτης διεκπεραίωσης της αποστολής και της ανεμπόδιστης άσκησης των καθηκόντων τους, οι διπλωμάτες και οι προξενικοί υπάλληλοι, ως εκπρόσωποι της χώρας στο εξωτερικό και εφαρμοστές της εξωτερικής πολιτικής, εντάσσονται στην εκτελεστική εξουσία και χαίρουν ειδικής προστασίας μέσω ασυλιών και προνομίων, συνισταμένων στο απαραβίαστο του προσώπου και της κατοικίας τους, με τη θέσπιση υποχρέωσης για το κράτος διαπίστευσης: α) σεβασμού της ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς τους, β) προστασίας τους από επιθέσεις και μη σύλληψης ή κράτησής τους (παρά μόνον, επί προξενικού προσωπικού, για σοβαρά εγκλήματα βάσει δικαστικής απόφασης) και γ) δικαιοδοτικής, κατ’ αρχήν, ασυλίας τους από την αλλοδαπή αστική, διοικητική και ποινική δικαιοδοσία, διατηρουμένης και μετά το τέλος της διαπίστευσής τους για επίσημες υπηρεσιακές (και όχι ιδιωτικές) πράξεις που πραγματοποίησαν στο πλαίσιο της αποστολής τους, καθώς και από μέτρα εκτέλεσης (βλ. άρθρα 29, 30 παρ. 1, 31 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ και παρ. 2, 3, 32 της σχετικής με τους διπλωμάτες Σύμβασης της Βιέννης, κυρωθείσας με το ν.δ. 503/1970, Α΄ 108, και 40, 41, 43 της σχετικής με το προξενικό προσωπικό Σύμβασης της Βιέννης, κυρωθείσας με τον ν. 90/1975, Α΄ 150 ‒ βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2321/2025).

11. Επειδή, περαιτέρω, όσον αφορά στη μισθολογική εξέλιξη των εν γένει διπλωματικών υπαλλήλων, αυτή είχε ως ακολούθως: Με τον ν. 2606/1998 (Α΄ 89) θεσπίσθηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους διπλωματικούς υπαλλήλους και τις λοιπές συναφείς κατηγορίες του Υπουργείου Εξωτερικών, με ισχύ από 1-1-1998, ευνοϊκότερο σε σχέση με το προϊσχύσαν. Στη σχετική εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι «το παρόν σχέδιο νόμου υλοποιεί τη δεδομένη πρόθεση της πολιτείας για την αποκατάσταση του επιπέδου μισθών και αμοιβών των διπλωματικών υπαλλήλων και άλλων συναφών κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών» και ότι «οι προτεινόμενες με τα άρθρα 1 και 2 ρυθμίσεις στοχεύουν στην αναβάθμιση του ρόλου των διπλωματικών υπηρεσιών με καθιέρωση οικονομικών κινήτρων για προσέλκυση και παραμονή στο διπλωματικό κλάδο έμπειρων στελεχών με προσόντα αντάξια της αποστολής τους». Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου ορίσθηκε ότι ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, του επιστημονικού προσωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων του ίδιου Υπουργείου, καθορίζεται με βάση τον βασικό μισθό του Ακολούθου Πρεσβείας (180.000 δραχμές), ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους συντελεστές που ορίζονται ανά βαθμό στο άρθρο αυτό, που ξεκινούν από τον συντελεστή 1,00 για τον βαθμό του Ακολούθου Πρεσβείας και φθάνουν μέχρι τον συντελεστή 2,00 για τον καταληκτικό βαθμό του Πρέσβη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, πέρα από τον βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα (επίδομα χρόνου υπηρεσίας, επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, επίδομα εορτών και αδείας, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακή παροχή, επίδομα ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών και πάγια μηνιαία αποζημίωση).

12. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 1 και 2 του ανωτέρω ν. 2606/1998 και, περαιτέρω, τέθηκαν σε ισχύ, από 1.1.2004, οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 46 και 47 του νεότερου αυτού νόμου. Ειδικότερα, στο άρθρο 46 του ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι: «1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, του επιστημονικού προσωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων του ίδιου Υπουργείου, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Ακολούθου Πρεσβείας, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Πρέσβης 2,00 β. Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄ Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής - Σύμβουλος Α΄ Τάξεως 1,85 γ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β΄ Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β΄ Τάξεως 1,70 δ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Α΄ Τάξεως 1,55 ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β΄ Τάξεως και Εμπειρογνώμονας Β΄ Τάξεως 1,40 στ. Γραμματέας Πρεσβείας Α΄ Τάξεως και Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας 1,30 ζ. Γραμματέας Πρεσβείας Β΄ Τάξεως 1,20 η. Γραμματέας Πρεσβείας Γ΄ Τάξεως 1,10 θ. Ακόλουθος Πρεσβείας 1,00 2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ακολούθου Πρεσβείας ορίζεται σε οκτακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ (878 €)». Περαιτέρω, στο άρθρο 47 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι: «Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις, κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας ... 2. Μεταπτυχιακών σπουδών ... 3. Κίνητρο απόδοσης οριζόμενο σε διακόσια οκτώ ευρώ (208 €) ... 4. Οικογενειακή παροχή ... 5. Ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών, οριζόμενο ως εξής: α. Για το βαθμό του Ακολούθου Πρεσβείας διακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (285 €). β. Για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Γ΄ μέχρι και για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Α΄, καθώς και για το βαθμό του Εισηγητή της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας τριακόσια δεκαοκτώ ευρώ (318 €). γ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Β΄ και Εμπειρογνώμονα Β΄ τριακόσια σαράντα ευρώ (340 €). δ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Α΄, του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου και του Εμπειρογνώμονα Α΄ τετρακόσια είκοσι οκτώ ευρώ (428 €). ε. Για το βαθμό του Πληρεξουσίου Υπουργού Β΄, του Νομικού Συμβούλου, του Εμπειρογνώμονα Πρεσβευτή - Συμβούλου Β΄ και για όλους τους ανώτερους βαθμούς τετρακόσια πενήντα ένα ευρώ (451 €). 6. Πάγια αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς διπλωματικών ή επιστημονικών υπηρεσιών και της απασχόλησής τους πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: α. Ακόλουθος Πρεσβείας εκατόν σαράντα επτά ευρώ (147 €). β. Γραμματέας Πρεσβείας Γ΄ Τάξεως εκατόν σαράντα επτά ευρώ (147 €). γ. Γραμματέας Πρεσβείας Β΄ Τάξεως διακόσια πέντε ευρώ (205 €). δ. Γραμματέας Πρεσβείας Α΄ Τάξεως και Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας διακόσια εξήντα τέσσερα ευρώ (264 €). ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β΄ Τάξεως και Εμπειρογνώμονας Β΄ Τάξεως τριακόσια πενήντα δύο ευρώ (352 €). στ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Α΄ Τάξεως τετρακόσια σαράντα ευρώ (440 €). ζ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β΄ Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής - Σύμβουλος Β΄ Τάξεως πεντακόσια πενήντα οκτώ ευρώ (558 €). η. Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄ Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Α΄ Τάξεως εξακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (675 €). θ. Πρέσβης επτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (734 €). Β. Εορτών και αδείας, χορηγούμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του παρόντος νόμου. Γ. Πέρα από τα επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, όλες οι άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις που έχουν χορηγηθεί στους υπαλλήλους των κλάδων αυτών του Υπουργείου Εξωτερικών και άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις ή με δικαστικές ή υπουργικές αποφάσεις, καταργούνται». Εξάλλου, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ακολούθου Πρεσβείας αναπροσαρμόσθηκε, στη συνέχεια, σε 910 ευρώ από 1.1.2005 με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (Α΄ 96), σε 937 ευρώ από 1.1.2006 με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (Α΄ 74), σε 970 ευρώ από 1.1.2007 με το άρθρο 1 του ν. 3554/2007 (Α΄ 80) και σε 1.044,00 ευρώ από 1.1.2008, 1.064 ευρώ από 1.10.2008 και 1.117 ευρώ από 1.1.2009, με το άρθρο 8 του ν. 3714/2008 (Α΄ 231).

13. Επειδή, οι υπάλληλοι του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, το επιστημονικό προσωπικό της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και οι υπάλληλοι του κλάδου Εμπειρογνωμόνων και του κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του ίδιου Υπουργείου, έως την αναδρομική, από 1-8-2012, μείωση των αποδοχών τους, που επήλθε με τις διατάξεις της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκαν - αναδιατυπώθηκαν από την αυτή ημερομηνία βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 4111/2013, είχαν υποστεί, διαδοχικώς, τις ακόλουθες μειώσεις στις αποδοχές τους: Με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α΄ 40) ορίσθηκαν τα εξής: «2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου [και, ειδικότερα, τα επιδόματα ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών και η πάγια αποζημίωση προκειμένου περί των διπλωματικών υπαλλήλων και των λοιπών συναφών κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών], των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) ... τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. ... 3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής [άρθρο ... 47 παρ. Α4 ... του ν. 3205/2003 ...], β) χρόνου υπηρεσίας [άρθρα ... 47 παρ. Α1 ... του ν. 3205/2003 …], γ) ... ι) μεταπτυχιακών σπουδών [άρθρο ... 47 παρ. 2 ... του ν. 3205/2003 ...] ... ιβ) κινήτρου απόδοσης (άρθρο ... 47 παρ. Α3 του ν. 3205/2003). ...» (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, Α΄ 58). Ακολούθως, με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65) ορίσθηκαν τα εξής: «1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 ... μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3. ... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 ... καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους. 7. ...». Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 152) ορίσθηκε ότι: «Αναστέλλονται από 1.7.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου: α) Οι διατάξεις ... της παραγράφου Α.1. του άρθρου 47 ... του ν. 3205/2003 [που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, του επιστημονικού προσωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων και του κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του ίδιου Υπουργείου] ...», η ρύθμιση δε αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), στην οποία προστέθηκε ότι «και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β΄ Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια», με το εδάφιο β΄ της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Με το άρθρο 55 παρ. 23 περ. β΄ του ν. 4002/2011 «Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση ...» (Α΄ 180) μειώθηκε από 1.7.2011 κατά ποσοστό 30% το προβλεπόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης που ελάμβαναν οι διπλωματικοί υπάλληλοι. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση επί της σχετικής τροπολογίας, «με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 23 κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών».

14. Επειδή, περαιτέρω, με τον ν. 4046/2012 [Μνημόνιο ΙΙ] (Α΄ 28/14.2.2012) εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2) ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ’ αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Εconomic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V1, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής στο κεφάλαιο με τίτλο «Δημοσιονομική Πολιτική»: «… 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … Μεταρρύθμιση της αποζημίωσης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα. Μέχρι το τέλος Ιουνίου 2012, θα μεταρρυθμίσουμε τα ειδικά μισθολόγια του δημοσίου (που αφορούν το ένα τρίτο της μισθολογικής δαπάνης του δημόσιου τομέα). Σε συμφωνία με τις αρχές της μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 2011, θα προσαρμόσουμε τις αποδοχές για τα ειδικά μισθολόγια (συμπεριλαμβανομένων των δικαστών, των διπλωματών, των μετακλητών, των ιατρών, των καθηγητών, της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων), ενώ θα προστατεύσουμε όσους είναι στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες με στόχο την πραγματοποίηση μόνιμων καθαρών εξοικονομήσεων ύψους περίπου 0,2 τοις εκατό του ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Θα αναθεωρήσουμε επίσης το νέο σύστημα προαγωγών για να διασφαλίσουμε ότι υπάρχουν οι κατάλληλοι έλεγχοι κατά της αύξησης του μισθολογικού κόστους μέσω των προαγωγών. … 8. Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση … 9. Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης. Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες …». Στο δεύτερο από τα ανωτέρω δύο Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V2, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο 1 με τίτλο «Δημοσιονομική εξυγίανση» τα εξής: «… Πριν την εκταμίευση, η Κυβέρνηση προβαίνει επίσης στις ακόλουθες εκκρεμείς ενέργειες: … Μέχρι τον Ιούνιο του 2012 η Κυβέρνηση θα θεσπίσει νομοθετικά μία μείωση κατά μέσο όρο 10% στα αποκαλούμενα «ειδικά μισθολόγια» του δημοσίου τομέα, στα οποία το νέο μισθολόγιο δεν ισχύει. Τούτο θα εφαρμοσθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 2012 και εντεύθεν και θα επιφέρει εξοικονομήσεις της τάξεως των 114 εκατομμυρίων ευρώ τουλάχιστον (με αντίκτυπο μεταφοράς 226 εκατομμυρίων ευρώ το 2013) (καθαρό ποσόν αφού ληφθεί υπόψη η επίπτωση επί των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης). … Η Κυβέρνηση δηλώνει την ετοιμότητά της να ορίσει και να θεσπίσει πρόσθετα μέτρα, εάν παραστεί ανάγκη, έτσι ώστε να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι». Στη συνέχεια, με τον ν. 4051/2012 (Α΄ 40/ 29.2.2012) εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του, κατά τα ανωτέρω, εγκριθέντος Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με τον ν. 4032/2011 (Α΄ 257) προϋπολογισμό του 2012. Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 2 του νόμου αυτού αναφέρεται ότι «... η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση της ελληνικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αποκλίσεων μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων και των τελικών αποτελεσμάτων του οικονομικού έτους 2011. Συνέπεια της απόκλισης αυτής είναι η ανάγκη επανακαθορισμού των μεγεθών του προϋπολογισμού του 2012 έτσι ώστε να είναι εφικτή η σύγκλιση με τους στόχους που έχουν τεθεί με το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής που έχει εγκριθεί από τη Βουλή. Οι παρεμβάσεις που γίνονται για την αντιστάθμιση των εκτιμώμενων αποκλίσεων αποτυπώνονται στον κατωτέρω πίνακα ...». Στον πίνακα αυτό με τίτλο «Νέες Δημοσιονομικές παρεμβάσεις: α. Κρατικός Προϋπολογισμός» προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, εξοικονόμηση της τάξης των 205 εκατομμυρίων ευρώ από τη μείωση των ειδικών μισθολογίων. Ακολούθως, στις 9 Μαρτίου 2012, ολοκληρώθηκε επιτυχώς η διαδικασία για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (PSI) με την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής ονομαστικής αξίας 198,045 δισεκατομμυρίων ευρώ, έναντι νέων ομολόγων, ονομαστικής αξίας 92,072 δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που οδήγησε σε άμεση μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας κατά 105,973 δισεκατομμύρια ευρώ και σε περιορισμό των μελλοντικών δαπανών για τόκους. Ενόψει της ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους και της ανακοίνωσης από την ελληνική κυβέρνηση, τον Φεβρουάριο του 2012, μέτρων με στόχο τη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένης και της έγκρισης συμπληρωματικού προϋπολογισμού, εκδόθηκε η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 13.3.2012 (L 113), με την οποία αναθεωρήθηκε η 2011/734/ΕΕ προηγούμενη απόφασή του. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται μνεία της λήψης μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής από την Ελλάδα για τη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται και «η μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των "ειδικών μισθών" του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο, η οποία θα ισχύει από την 1η Ιουλίου 2012, με συνολική ετήσια εξοικονόμηση της τάξεως των 205 εκατομμυρίων ευρώ».

15. Επειδή, ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222/12.11.2012). Με τις διατάξεις της Παραγράφου Α (με τίτλο ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016) του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού εγκρίθηκε το εν λόγω Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου (βλ. σχετ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών Οκτωβρίου 2012) και ιδίως τα εκτιθέμενα στην ενότητα 1 «Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές» του Κεφαλαίου 3 του Μεσοπροθέσμου, υποενότητα 1.4 «Η νέα δημοσιονομική προσπάθεια στην περίοδο 2013-2016», καθώς και στους συνοδεύοντες αυτό πίνακες, οι οποίοι προσαρτήθηκαν ως Παράρτημα στον ν. 4093/2012, «οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των πολιτικών, κυρίως στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών, και η περιορισμένη εφαρμογή ή/και χαμηλότερη αποδοτικότητα κάποιων μέτρων, που οδήγησαν σε πολύ χαμηλότερες αποδόσεις του συνολικού πακέτου των μέτρων της προηγούμενης περιόδου σε σχέση με τους αρχικούς υπολογισμούς, σε συνδυασμό και με τη βαθύτερη, από ότι προβλεπόταν, ύφεση, δημιούργησαν μεγάλες αποκλίσεις ακόμα και από τους χαμηλότερους (μετά την επιμήκυνση) στόχους του πρωτογενούς ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης της περιόδου 2013-2016. Προκειμένου να επανέλθει το πρόγραμμα στις αρχικές του προβλέψεις, κρίθηκε απαραίτητο να συνεχισθεί και να ενταθεί η δημοσιονομική προσαρμογή. ...». Προβλέπεται δε ότι το δημοσιονομικό όφελος από τον εξορθολογισμό των ειδικών μισθολογίων θα υπερβεί τα 257 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2013-2016. Τέλος, στην ενότητα 5 «Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού» του ίδιου Κεφαλαίου 3 υπό ενότητα 5.3.1 αναφέρεται ότι «Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατ. ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψεως μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατ. ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατ. ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατ. ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατ. ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατ. ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων: - εξορθολογισμός ειδικών μισθολογίων ...».

16. Επειδή, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012, επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από τον νομοθέτη ως «ειδικά μισθολόγια», με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ.1.) ορίσθηκε ότι: «Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη … για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου ... καταργούνται από 1.1.2013», ενώ με τις διατάξεις της περίπτωσης 28, όπως αντικαταστάθηκαν - αναδιατυπώθηκαν (χωρίς διαφοροποίηση των προβλεπόμενων ποσών) με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 9 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18), που ισχύουν από 19.11.2012, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 9 του τελευταίου νόμου, τροποποιήθηκαν τα άρθρα 46 παρ. 1 και 2 και 47 παρ. 5 και 6 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών συναφών κατηγοριών, με τη μείωση του βασικού μισθού του Ακολούθου Πρεσβείας, τη μείωση των συντελεστών, βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμίδων, και τη μείωση των προβλεπομένων στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 47 του ν. 3205/2003 επιδομάτων. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα περίπτωση 28 ορίζεται ότι: «1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 46 του ν. 3205/2003, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της υποπερίπτωσης Ι΄ της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής: “1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, του επιστημονικού προσωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων, καθώς και του κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του ίδιου Υπουργείου, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Ακολούθου Πρεσβείας, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Πρέσβης 1,79 β. Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄ Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Νομικός Σύμβουλος Α΄, Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Α΄ Τάξεως και Γενικός Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄ 1,67 γ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β΄ Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος Β΄, Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β΄ Τάξεως και Γενικός Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄ 1,56 δ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος, Εμπειρογνώμονας Α΄ Τάξεως και Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄ 1,44 ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β΄ Τάξεως, Εμπειρογνώμονας Β΄ Τάξεως και Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄ 1,33 στ. Γραμματέας Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας και Γραμματέας Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄ 1,25 ζ. Γραμματέας Πρεσβείας Β΄ Τάξεως και Γραμματέας Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄ 1,17 η. Γραμματέας Πρεσβείας Γ΄ Τάξεως και Γραμματέας Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Γ΄ 1,09 θ. Ακόλουθος Πρεσβείας και Ακόλουθος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων 1,00. 2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ακολούθου Πρεσβείας ορίζεται σε χίλια εξήντα ένα (1.061) ευρώ”. 2. Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 47 του ν. 3205/2003, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της υποπερίπτωσης ΙΙΙ της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ΄ του ν. 4093/2012 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής: “5. Ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών, οριζόμενο ως εξής: α. Για το βαθμό του Ακολούθου Πρεσβείας και Ακολούθου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων διακόσια τριάντα ένα (231) ευρώ. β. Για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Γ΄ μέχρι και για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Α΄, για το βαθμό του Εισηγητή της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και για το βαθμό του Γραμματέα Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Γ΄ μέχρι και το βαθμό του Γραμματέα Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄, διακόσια τριάντα ένα (231) ευρώ. γ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Β΄, Εμπειρογνώμονα Β΄ Τάξεως και Συμβούλου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄ διακόσια σαράντα επτά (247) ευρώ. δ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Α΄, του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου, του Εμπειρογνώμονα Α΄ Τάξεως και Συμβούλου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄, τριακόσια πέντε (305) ευρώ. ε. Για το βαθμό του Πληρεξούσιου Υπουργού Β΄, του Νομικού Συμβούλου Β΄, του Εμπειρογνώμονα Πρεσβευτή Συμβούλου Β΄, Γενικού Συμβούλου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄ και για όλους τους ανώτερους βαθμούς τριακόσια δεκαοκτώ (318) ευρώ. 6. Πάγια αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς διπλωματικών ή επιστημονικών υπηρεσιών και της απασχόλησής τους πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: α. Ακόλουθος Πρεσβείας και Ακόλουθος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων εκατόν δώδεκα (112) ευρώ. β. Γραμματέας Πρεσβείας Γ΄ Τάξεως και Γραμματέας Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Γ΄, εκατόν δώδεκα (112) ευρώ. γ. Γραμματέας Πρεσβείας Β΄ Τάξεως και Γραμματέας Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄, εκατόν πενήντα τέσσερα (154) ευρώ. δ. Γραμματέας Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας και Γραμματέας Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄, εκατόν ενενήντα τέσσερα (194) ευρώ. ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β΄ Τάξεως, Εμπειρογνώμονας Β΄ Τάξεως και Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄, διακόσια πενήντα έξι (256) ευρώ. στ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος, Εμπειρογνώμονας Α΄ Τάξεως και Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄, τριακόσια δεκατρία (313) ευρώ. ζ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β΄ Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος Β΄, Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β΄ Τάξεως και Γενικός Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Β΄, τριακόσια ενενήντα τρία (393) ευρώ. η. Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄ Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Νομικός Σύμβουλος Α΄, Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Α΄ Τάξεως και Γενικός Σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α΄, τετρακόσια εβδομήντα (470) ευρώ. θ. Πρέσβης πεντακόσια πέντε (505) ευρώ». Όσον αφορά στο κίνητρο απόδοσης της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 3205/2003, με την υποπερίπτωση ΙΙ της ως άνω περίπτωσης 28 καθορίσθηκε από 1.8.2012 σε 130 (από 146) ευρώ. Περαιτέρω, στην περίπτωση 37 της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ.1. ορίσθηκε ότι: «Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών ή συντάξεων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως, εκδόθηκε η οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 …» (Β΄ 3017/14.11.2012), στην οποία ορίζεται ότι: «1. Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 13 έως 36 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α΄/12-11-2012) και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισθοδοσία ή σύνταξη του μηνός Ιανουαρίου 2013, παρακρατούνται από τη μισθοδοσία ή σύνταξη των μηνών Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 2013, ως εξής ... Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις καταληκτική ημερομηνία για την παρακράτηση των οφειλόμενων ποσών είναι η 31-12-2013. ...». Περαιτέρω, στην υποπερίπτωση β΄ της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ορίσθηκε ότι: «Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 27 του 4024/2011 (Α΄ 226) προστίθενται οι λέξεις: “και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β΄ Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια”». Επ’ ευκαιρία δε της διατάξεως αυτής, ορίσθηκε, με την 2/85127/0022/ 22.11.2012 πράξη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ.1. στα αρμόδια για την εφαρμογή τους όργανα), ότι επαναφέρονται μεν σε ισχύ, από 1.8.2012, οι ανασταλείσες με την παρ. 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 διατάξεις για τη χορήγηση επιπλέον ποσοστού στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας και για τη χορήγηση ή αύξηση του επιδόματος αυτού στους αμειβόμενους με βάση ειδικά μισθολόγια και ότι, κατόπιν τούτου, είναι δυνατή πλέον η αναδρομική χορήγηση επιπλέον ποσοστού στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας, με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας από 1.7.2011 και εντεύθεν, αλλά ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από την κατά τα ανωτέρω χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας θα εφαρμοσθούν επί των νέων (μειωμένων) αποδοχών που ισχύουν από 1.8.2012 και εντεύθεν και δεν δύνανται να ανατρέχουν σε ημερομηνία προγενέστερη αυτής.

17. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 αναφέρονται, ως προς την υποπαράγραφο Γ.1., τα εξής: «Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα: ... Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13 έως 36 προβλέπονται, από 1.8.2012, οι μειώσεις επί των αποδοχών όλων των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 37, προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών, λόγω της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν την περικοπή των αποδοχών των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 38 καθορίζονται θέματα που αναφέρονται στη χορήγηση χρονοεπιδόματος σε όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια». Περαιτέρω, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευσε το σχέδιο του ανωτέρω νόμου 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «... Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και άδειας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ο.τ.α. και των άλλων ν.π.δ.δ., καθώς και υπέρ των μισθωτών των ν.π.ι.δ. ... - Επανακαθορίζονται, αναδρομικά από 1-8-2012, οι μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων και λειτουργών, που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Στις κυριότερες από τις κατηγορίες αυτές, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν το 99% του συνόλου των μισθοδοτούμενων, επέρχονται μεταβολές: α) στο βασικό μισθό του βαθμού βάσης, β) στους συντελεστές που προσδιορίζουν το ύψος του βασικού μισθού των λοιπών βαθμών της κατηγορίας και γ) στο ύψος επιμέρους επιδομάτων και παροχών. Έτσι, ανά κατηγορία, οι μεταβολές συνοψίζονται ως ακολούθως: Ι. ... IV. Μισθολόγιο διπλωματικών υπαλλήλων α) Βασικός μισθός Πρέσβης 1.899 € (σήμερα 2.234 €) Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄ Τάξης 1.772 € (σήμερα 2.066 €) Πληρεξούσιος Υπουργός Β΄ Τάξης 1.654 € (σήμερα 1.899 €) Σύμβουλος Πρεσβείας Α΄ Τάξης 1.526 € (σήμερα 1.731 €) Σύμβουλος Πρεσβείας Β΄ Τάξης 1.410 € (σήμερα 1.564 €) Γραμματέας Α΄ Τάξης 1.325 € (σήμερα 1.452 €) Γραμματέας Β΄ Τάξης 1.241 € (σήμερα 1.340 €) Γραμματέας Γ΄ Τάξης 1.157 € (σήμερα 1.229 €) Ακόλουθος Πρεσβείας 1.061 € (σήμερα 1.117 €) β) Κίνητρο απόδοσης Ορίζεται σε 130 €, αντί 146 € που ισχύει, για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας των διπλωματικών. γ) Επίδομα Ξενίας - παράστασης Ορίζεται σε ποσά από 231 € μέχρι 318 €, ανάλογα με το Βαθμό. (Σήμερα κυμαίνεται σε ποσά από 230,74 € μέχρι 365,13 €). δ) Πάγια αποζημίωση Ορίζεται σε ποσά από 112 € μέχρι 505 €, ανάλογα με το βαθμό (Σήμερα κυμαίνεται από 119 € μέχρι 594,25 €). Οι προαναφερόμενες μεταβολές, επηρεάζουν και τις αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων του ΥΠΕΞ, καθόσον διέπονται από το ίδιο μισθολογικό καθεστώς». Τέλος, στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής του Δεκεμβρίου 2012 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «10.6 Πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2012 και Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική για 2013-2016. Τα δημοσιονομικά μέτρα στη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική (ΜΔΣ) ως το 2016 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: 1. Εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους κατά 1.110 εκατομμύρια Ευρώ το 2013 και επιπρόσθετα 259 εκατομμύρια Ευρώ το 2014, μέσω: ... εξορθολογισμού της μισθολογικής δαπάνης της κεντρικής κυβέρνησης ... προοδευτικές μειώσεις στις μηνιαίες αμοιβές των υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων (δικαστές, διπλωμάτες, γιατροί, διδακτικό προσωπικό ΑΕΙ και ΤΕΙ, ένοπλες δυνάμεις και αστυνομία, υπάλληλοι αεροδρομίων και γενικοί γραμματείς) με εφαρμογή από 1η Αυγούστου 2012, ως ακολούθως: 2 τοις εκατό κάτω από 1000 Ευρώ, 10 τοις εκατό για 1000-1500 Ευρώ, 30 τοις εκατό για 2500-4000 Ευρώ και 35 τοις εκατό από 4000 Ευρώ».

18. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι οι γενόμενες, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012, περικοπές συνιστούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποβλέπει τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασης, ήτοι σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, και, ως εκ τούτου, δεν προσκρούουν σε καμία διάταξη του Συντάγματος, ούτε στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η ανάγκη επιβολής περικοπών στο σύνολο των ειδικών μισθολογίων ευρίσκεται εντός του πλαισίου της ελευθερίας του νομοθέτη να διαμορφώνει τα ειδικά μισθολόγια, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του κράτους, εκτίμηση η οποία υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, ενώ και, μετά την εν λόγω μείωση, εξακολουθεί να πληρούται η υποχρέωση της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών που υπάγονται στον Διπλωματικό Κλάδο ή σε Κλάδους εξομοιούμενους με αυτόν, εφόσον οι αποδοχές τους προβλέπονται από ειδικό μισθολόγιο, ευνοϊκότερο έναντι του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων και επιπλέον χορηγούνται σ’ αυτούς ειδικά επιδόματα σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων τους. Δεδομένου δε ότι η μείωση των αποδοχών τους δεν φθάνει σε σημείο να διακυβεύεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης αυτών, ενόψει των συνολικών συνθηκών της χώρας, η εν λόγω μείωση δεν είναι προδήλως απρόσφορη ή μη αναγκαία για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού.

19. Επειδή, από τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, προκύπτει ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-37 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης, αφού διεπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική «συμμόρφωση», την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο βάσει «ειδικών μισθολογίων» υπαλλήλων και λειτουργών. Εξάλλου, αν και καθένα από τα «ειδικά μισθολόγια» αφορούσε σε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή, καθώς και διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ο νομοθέτης τα αντιμετώπισε, συλλήβδην, ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Με βάση το εξισωτικό αυτό κριτήριο θεσπίσθηκαν μεγαλύτερα ποσοστά μείωσης (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο προσδιορίσθηκε ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν κατ’ απόλυτο αριθμό υψηλότερο και μικρότερα ποσοστά σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν κατ’ απόλυτο αριθμό μικρότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους (Σ.τ.Ε. Ολομ. 1527/2023, 479-481/2018, 4741/2014, 2192-2196/2014, Ολομ. Ε.Σ. 738/2020, 1506/ 2016). Κατ’ εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού αυτού κριτηρίου, με τις διατάξεις της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 επιβλήθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, νέες μειώσεις στους βασικούς μισθούς των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών συναφών κατηγοριών, με βάση τη μείωση του βασικού μισθού του Ακολούθου Πρεσβείας και των συντελεστών που εφαρμόζονται επ’ αυτού για τον υπολογισμό των βασικών μισθών των λοιπών βαθμών, καθώς και των χορηγουμένων σε αυτούς επιδομάτων και αποζημιώσεων (κίνητρο απόδοσης, επίδομα ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών και πάγια αποζημίωση). Ειδικότερα δε, στις αποδοχές των ανώτερων βαθμών (Πρέσβη, Πληρεξουσίου Υπουργού Α΄ και Β΄ Τάξεως και Συμβούλου Πρεσβείας Α΄ Τάξεως, καθώς και στους εξομοιούμενους με αυτούς), επιβλήθηκαν μειώσεις μεγαλύτερες (άνω του 10%) έναντι των υπόλοιπων βαθμών των διπλωματικών υπαλλήλων (Συμβούλου Πρεσβείας Β΄ Τάξεως, Γραμματέα Πρεσβείας Α΄, Β΄ και Γ΄ Τάξεως και Ακολούθου Πρεσβείας, όπως και στους εξομοιούμενους με αυτούς), όπου οι μειώσεις υπολείπονταν σε ποσοστό το 10%. Και ναι μεν ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 9, για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τη διαμόρφωση των αποδοχών, μεταξύ των άλλων δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, και των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών συναφών κατηγοριών, τα δικαστήρια, όμως, δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, εάν, πριν τη θέσπιση των επίμαχων μειώσεων, ελήφθη υπόψη η υποχρέωση για ειδική μισθολογική μεταχείριση των ανωτέρω υπαλλήλων, η οποία, χωρίς, πάντως, να ταυτίζεται με εκείνη των άμεσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους που θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, ρητώς ως προς τους δικαστικούς λειτουργούς, στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, καθιερώνεται τόσο ως πρόσθετη θεσμική εγγύηση για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων των ανωτέρω υπαλλήλων προς τον σκοπό προσέλκυσης και παραμονής στους οικείους Κλάδους έμπειρων στελεχών με προσόντα αντάξια της αποστολής τους, όσο και ως δικαίωμα έναντι του ειδικού καθεστώτος (βλ. ανωτέρω σκέψη 10), υπό το οποίο εκπληρώνουν την αποστολή τους. Δηλαδή ως αντιστάθμισμα της ιδιαιτερότητας των προσόντων, των καθηκόντων τους και των ειδικών συνθηκών άσκησής τους, των ιδιαιτέρως απαιτητικών για την εξέλιξή τους κριτηρίων, της αποστολής και των καίριας σημασίας ευθυνών που αναλαμβάνουν ως εκπρόσωποι της χώρας στο εξωτερικό και εφαρμοστές της χαραχθείσας εξωτερικής πολιτικής, χάριν, άλλωστε, των οποίων απολαύουν ειδικής διεθνούς προστασίας μέσω των προαναφερθεισών ασυλιών και προνομίων. Ειδικότερα, η -κατά τα ανωτέρω- υποχρέωση του νομοθέτη να διαμορφώνει το οικείο μισθολόγιο και το ύψος των αποδοχών των ανωτέρω υπαλλήλων με κριτήρια όχι μόνον τον κλάδο και τον βαθμό αλλά και τις ευθύνες και τα καθήκοντα, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες του κύρους τους και της σημασίας που έχει για τη χώρα η αποστολή τους, ευρίσκει δικαιολογητικό έρεισμα στις συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας υπό τη δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο καταστάσεις που δεν είναι όμοιες, και περί αναλογικότητας (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2321/2025, E.Σ. Ολομ. 738/2020, Σ.τ.Ε. 747-750/2019). Εν προκειμένω, όμως, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012 ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (περίπτωση 28, υποπαράγραφος Γ.1., παράγραφος Γ, άρθρου πρώτου ν. 4093/2012) στο μισθολόγιο των διπλωματικών υπαλλήλων και των εξομοιούμενων με αυτούς, ελήφθησαν υπόψη -πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου- τα συναφή με την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου ειδικού μισθολογίου και τον ειδικότερο σκοπό θέσπισής του κριτήρια. Δεν εξετάστηκε, επίσης, αν το ύψος των αποδοχών των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου και των λοιπών συναφών κατηγοριών, μετά τις νέες μειώσεις, αντιστοιχεί στην ιδιαιτερότητα της υπηρεσιακής τους κατάστασης και παράλληλα διασφαλίζει ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσής τους ανάλογο -κατά τα προεκτεθέντα- του λειτουργήματος, των καθηκόντων και της αποστολής τους (Ε.Σ. Ολομ. 738/2020 πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1527/2023, 479/2018, 4741/2014).

20. Επειδή, περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι επίμαχες μειώσεις, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις αποδοχών που επιβλήθηκαν διαδοχικώς και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν κατά την οικονομική κρίση, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Οι λόγοι δε δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προς δικαιολόγηση των εν λόγω περικοπών, οι οποίοι ουσιαστικά συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, στην εκτέλεση, δηλαδή, του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της Χώρας, αν και δικαιολογούν, κατ’ αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, με το να περιορίζονται στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, με συνέπεια την κατ’ επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικώς ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Tούτο δε, διότι ανεξαρτήτως ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που ελήφθησαν μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβάρυναν όμως και πάλι, κατά παράβαση των κατά τα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεώσεων όλων των πολιτών για συμμετοχή στα δημόσια βάρη και εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών. Περαιτέρω, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Επιπλέον, η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13.3.2012, με την οποία προβλέφθηκε «μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», εν πάση περιπτώσει, δεν έχει την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερομένων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (βλ. E.Σ. Ολομ. 738/2020, πρβλ. ως προς άλλα ειδικά μισθολόγια του ν. 4093/2012: Σ.τ.Ε. Ολομ. 1527-1529/2023, 2035/2022, 431, 479-481/2018, 2192-2196, 4741/2014, Ε.Σ. Ολομ. 1506/2016, 7412/2015, 4327, 203/2014).

21. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, οι διατάξεις της περίπτωσης 28 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της οικ.2/83408/0022/14-11-2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών αντίκεινται προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρα 25 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος), όλοι δε οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2025

 

Ο Πρόεδρος

Μιχαήλ Πικραμένος

 

Ο Γραμματέας

Νικόλαος Αθανασίου

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2026.

 

Ο Πρόεδρος

Μιχαήλ Πικραμένος

 

Η Γραμματέας

Σταυρούλα Χάρου