ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1059/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σουλτάνα Κρυστάλλη, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου και τη Γραμματέα Αναστασία Τσερτσόγλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 16.05.2025, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση, μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : ......., κατοίκου .... ΠΕ ...., με Α.Φ.Μ. ... (οδός .....), που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο Θεόδωρο Ζέρβα, με Α.Μ. ...., του Δ.Σ. ....., δυνάμει της από 14.05.2025 δήλωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 242§2 και 524§1 του ΚΠολΔ, που προκατέθεσε προτάσεις.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ……, κατοίκου …… (….), με Α.Φ.Μ. ….., που παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθανάσιου Δασόπουλου, με Α.Μ. ….., του Δ.Σ. ....., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10.10.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2023 αγωγή της κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, με την οποία ζήτησε ό,τι αναφέρεται σε αυτήν. Το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 14788/2024 οριστική του απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία δέχθηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ηττηθείσα εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με την από 13.12.2024 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2024, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2024 και πράξη ορισμού δικασίμου της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης δικάσιμος η παραπάνω αναφερόμενη και ενεγράφη στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ και κατά την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο στη σειρά, της, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε με σχετική δήλωση του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 13-12-2024 έφεση της ηττηθείσας εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά της με αριθμό 14788/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 498 και 19 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495§1, 498, 511, 513§1 εδ. σ’ στοιχ. Β, 516 §1, 517 εδ. α’ και 518§1 του ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης στην εκκαλούσα στις 19.11.2024 (βλ. τη με αριθμό ...../19.11.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο ......), η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 13.12 2024. Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533§1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη της §3 περιπτ. Αβ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ με αριθμό ..... παράβολο (βλ. τη με αριθμό ...../2024 βεβαίωση της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την ένδικη από 10.10.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2023 αγωγή της, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, εξέθετε ότι η τελευταία, η οποία τυγχάνει πεθερά της, την 05.07.2019 υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση, με βεβαίωση την ίδια ημέρα του γνησίου της υπογραφής της από το ΚΕΠ ......., στην οποία ανεγράφετο επί λέξει ότι : «Οφείλω 100.000 (εκατό χιλιάδες) € στη ...... (ΑΕ ....) ΑΦΜ ...) από το 2013 και θα τα αποδώσω επιπλέον νομίμων τόκων όποτε έχω ρευστό από οποιαδήποτε πηγή. Επίσης δεν θα μπορώ να μεταβιβάσω ή ενεχυριάσω οποιαδήποτε ακίνητο αν δεν εξοφλήσω πλήρως την κ. ....». Ότι η εναγόμενη την ίδια ημέρα παρέδωσε στην ίδια (ενάγουσα) την υπεύθυνη δήλωση αναγνώρισης του χρέους της. Ότι με την ως άνω από 05.07.2019 έγγραφη δήλωση της εναγόμενης καταρτίστηκε αφηρημένη αναγνώρισης χρέους της προς την ίδια (ενάγουσα) ύψους 100.000,00 €, δοθέντος ότι εξαρχής αμφότερες οι διάδικοι είχαν πρόθεση να δημιουργηθεί ενοχή ανεξάρτητη από οποιαδήποτε αιτία. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, μετά την παραδεκτή τροπή με τις προτάσεις της, του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, : α. Να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλλει το ποσό των 100.000,00 €, με τον νόμιμο τόκο από την 06.07.2019, ήτοι από την επόμενη της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β. να κηρυχθεί η απόφασή του προσωρινά εκτελεστή και γ. να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Επί της ανωτέρω αγωγής το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τη με αριθμό 14788/2024 οριστική του απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ, προβαίνοντας στον νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και 346 του ιδίου κώδικα, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 70 και 176 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματός της για την κήρυξη της απόφασής του προσωρινά εκτελεστής, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο. Ακολούθως, αφού έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου των προτάσεων της, ότι αφενός δεν υφίσταται οποιαδήποτε οφειλή της προς την ενάγουσα, αφετέρου δε ότι η υπογραφή της στην ένδικη υπεύθυνη δήλωση είναι προϊόν εξαπάτησης και επικουρικώς ότι η αναβλητική αίρεση, που τέθηκε στην ένδικη δήλωση περί ύπαρξης ρευστότητας από πλευράς της, δεν έχει εισέτι πληρωθεί, ως αιτιολογημένη άρνηση κατά το πρώτο σκέλος τους και νόμιμα προβληθείσες ενστάσεις κατά τα λοιπά, απέρριψε όλους τους ανωτέρω προβληθέντες ισχυρισμούς της εναγόμενης, και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000,00 €, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και καταδίκασε την εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 400,00 €. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεσή της, για λόγους, που ανάγονται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη: Α. Απέρριψε τον ισχυρισμό της περί ανυπαρξίας οφειλής από υποκείμενη σχέση, εκτιμώντας εσφαλμένα αυτόν ως άρνηση της αγωγής, καθόσον επρόκειτο για νόμιμη, ερειδόμενη στα άρθρα 904 επ. του ΑΚ και ουσιαστικά βάσιμη ένσταση (πρώτος λόγος έφεσης), Β. Την ένσταση ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, κατ’ άρθρο 178 του ΑΚ (δεύτερος λόγος έφεσης), Γ. Την ένσταση ακυρωσίας της επίδικης σύμβασης λόγω απάτης, κατ’ άρθρο 147 του ΑΚ (τρίτος λόγος έφεσης), Δ. Την ένσταση περί εξάρτησης της επίδικης σύμβασης από μη πληρωθείσα αναβλητική αίρεση (τέταρτος λόγος έφεσης) και τέλος Ε. ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της ΑΚ 873 και κατ’ εσφαλμένη μη εφαρμογή των ΑΚ 173 και 200, προέβη στον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης, ως αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, ενώ επρόκειτο για αιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου (πέμπτος λόγος έφεσης).
I. Κατά το άρθρο 873 του ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ’ αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι’ αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο [(σε περίπτωση αμφιβολίας) (Ολ ΑΠ 2088/1986, ΑΠ 654/2014, ΑΠ 114/2013, ΑΠ 748/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)]. Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) διαφέρει από τη σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος, που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 του ιδίου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατ’ αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα (ΑΠ 1125/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 294/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αναιτιώδης αναγνώριση χρέους ή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 873 του ΑΚ και αποτελεί ετεροβαρή σύμβαση, υπόκειται στους κοινούς για την κατάρτιση της σύμβασης κανόνες (ΑΚ 127 - 200), μπορεί να συναφθεί ως σύμβαση υπέρ τρίτου και είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, κατά τους γενικούς κανόνες, αλλά για ελάττωμα που περιέχεται μόνο σ’ αυτήν την αφηρημένη σύμβαση και όχι αναφορικά με τη βασική σχέση. Είναι δηλαδή άκυρη ή ακυρώσιμη κατά τις γενικές διατάξεις. Για λόγους πρόνοιας και σαφέστερης διατύπωσης μιας τόσο δραστικής ενοχής επιβάλλει ο νόμος την τήρηση έγγραφου τύπου, έστω και ιδιωτικού. Ο τύπος είναι συστατικός και απαιτείται να τηρηθεί μόνο για την πρόταση (υπόσχεση ή δήλωση του οφειλέτη για αναγνώριση χρέους). Πάντως, η αποδοχή πρέπει να περιέλθει στον οφειλέτη, κατά τους όρους, που θέτουν τα άρθρα 189 επ. του ΑΚ, ενώ μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και να συνάγεται και συμπερασματικά, όπως από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του εγγράφου ή να συντελείται με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1402/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η βασική σχέση, ως αιτία πλουτισμού, δεν επιδρά στο κύρος της αφηρημένης υπόσχεσης, που εξακολουθεί να είναι όπως και πριν έγκυρη, αλλά παρέχει στον οφειλέτη προστασία κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο εναγόμενος από αφηρημένη αναγνώριση χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται από τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, δικαιούμενος να αντιτάξει, κατ’ ένσταση, το ανύπαρκτο της αιτίας και να ελευθερωθεί έτσι, ως έχοντας αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 654/2014, ΑΠ 2458/2006, ΑΠ 208/2004, ΑΠ 317/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
II. Αίρεση είναι ο όρος που προστίθεται στη δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από την επέλευση ενός γεγονότος μελλοντικού και αβέβαιου ή παύει μόλις επέλθει το γεγονός αυτό (αναβλητική, διαλυτική) (ΑΠ 320/2025, ΑΠ 1252/2019. ΑΠ 133/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για να υπάρχει αίρεση θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Ο όρος να έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους, β) Ο όρος να αναφέρεται σε γεγονός που πρέπει να είναι μελλοντικό και αντικειμενικώς αβέβαιο, δηλαδή να μην είναι ανθρωπίνως δυνατό να προβλεφθεί αν θα επέλθει ή όχι (ΑΠ 604/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), γ) Να πρόκειται για δικαιοπραξία επιδεκτική αιρέσεως. Τέτοιες είναι οι περισσότερες υποσχετικές και εκποιητικές δικαιοπραξίες Ειδικότερα δε αναβλητική (ΑΚ 201) είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, οπότε τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται, μόλις ολοκληρωθεί η αίρεση, η επέλευση δηλαδή, των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται, έως το χρονικό σημείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η επέλευση των αποτελεσμάτων της αίρεσης (ΑΠ 1425/2019, ό.π., ΑΠ 1503/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 178/2021, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1503/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πλήρωση της αίρεσης επέρχεται αυτοδικαίως (ipso jure) και ανεξάρτητα από τη θέληση, τη σύμπραξη ή τη γνώση των μερών. Με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, καθίσταται οριστικά ενεργή η δικαιοπραξία και επέρχονται τα αποτελέσματά της, δηλαδή η προσδοκία του δικαιώματος που είχε ο υπό αίρεση δικαιούχος μετατρέπεται σε ολοκληρωμένο (πλήρες) δικαίωμα (ΑΠ 1215/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ωφελούμενος από την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την πλήρωσή της, η επίκληση δε του ότι η δικαιοπραξία τελεί υπό αναβλητική αίρεση συνιστά ένσταση (ΑΠ 50/2024, ΑΠ 122/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις γνήσιες αιρέσεις (μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο γεγονός), αντιδιαστέλλονται οι καταχρηστικές αιρέσεις, που είναι αιρέσεις «καταχρηστικώς», δηλαδή κανονικά δεν θα έπρεπε να ονομάζονται αιρέσεις. Σε αυτές ανήκουν : α) οι νομικές αιρέσεις ή αιρέσεις δικαίου, που αναφέρονται σε στοιχεία ή όρους που είναι απαραίτητα για τη σύναψη της δικαιοπραξίας, π.χ. αν αποδεχθεί τη δωρεά ο δωρεοδόχος ή αν επιτευχθεί συμφωνία στο τίμημα, κάτι δηλαδή που υπαγορεύει ο νόμος, οι οποίες συνίστανται σε γεγονός, το οποίο κατά νόμο αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας. Υπό αυτή την έννοια οι νομικές αιρέσεις είναι περιττές όταν προστίθενται από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 320/2025, ό.π., ΑΠ 153/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 604/2005, ό.π.), β) οι εξαρτώσες την ενέργεια της δικαιοπραξίας από γεγονός του παρελθόντος (ή σπανιότερα) του παρόντος και γ) και οι αναγκαίες αιρέσεις, δηλαδή εκείνες όπου η ενέργεια της δικαιοπραξίας εξαρτάται από γεγονός, το οποίο εξάπαντος θα λάβει χώρα (ΑΠ 320/2025, ό.π.). Τέλος, εάν υπάρχει αμφιβολία στην ερμηνευόμενη σύμβαση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να διαπιστωθεί πράγματι η προσθήκη αίρεσης (ΑΠ 320/2025, ό.π.).
III.Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ : «Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των καταστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 82/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ' εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 του ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακυρώσεως αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 του ΑΚ. Επομένως, τα περιστατικά που συνδέονται με τις καταστάσεις αυτές (πλάνη, απάτη, απειλή), και ρυθμίζονται ειδικά με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ, η οποία, άλλωστε, προβλέπει εξαρχής ακυρότητα και όχι ακύρωση. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην, κατ’ άρθρο 178 του ΑΚ, ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ’ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας. Από την ανωτέρω διάταξη καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου, αν και υπάρχει εκμετάλλευση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις το άρθρου 179 του ΑΚ (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 379/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Στη σύμβαση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, όπως ήδη αναφέρθηκε στη με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δήλωσης βούλησης. Μεταξύ των τελευταίων είναι και αυτές των άρθρων 140 και 141 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία (ΑΠ 361/2024, ΑΠ 217/2023, ΑΠ 842/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματική κατάσταση, προς την πλάνη δε υπό την ανωτέρω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 725/2014, ΑΠ 1655/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου, που πράγματι έχει από τον νόμο, ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δήλωσής του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένα ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ 110/2019, ΑΠ 80/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τον χαρακτηρισμό του σημείου ως "σπουδαίου" θα ληφθεί υπόψη το είδος της δικαιοπραξίας, το συμφέρον που έχει ο δηλών σε σχέση με το σημείο στο οποίο αναφέρεται η πεπλανημένη δήλωσή του και η σπουδαιότητα που έχει το σημείο αυτό για το σκοπό που επιδιώκεται με τη δικαιοπραξία (ΑΠ 968/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 406/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 80/2007, ό.π.), ενώ, η πλάνη κατά τη δήλωση βούλησης, συνεπεία εσφαλμένης εντύπωσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 του ΑΚ), οπότε εάν η προκληθείσα βλάβη είναι ουσιώδης και συντρέχουν και οι λοιποί όροι του άρθρου 140 του ΑΚ, εκείνος που απατήθηκε δικαιούται κατ’ επιλογή, να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 154 και 155 του ΑΚ είτε λόγω πλάνης, είτε λόγω απάτης (ΑΠ 476/2025, ΑΠ 745/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση της με αριθμό …../09.02.2024 ένορκης βεβαίωσης της …… ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της [άρθρα 421 και 422§1 και 3 του ΚΠολΔ, όπως η §3 αυτού τροποποιήθηκε με τα άρθρα 22 και 120 του Νόμου 4842/2021 [(ΦΕΚ Α 190), έναρξη ισχύος από 01.01.2022)] και 424 του ιδίου κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 23 και 120 Νόμου 4842/2021 [(ΦΕΚ Α 190), έναρξη ισχύος από 01.01.2022)], όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εναγόμενη με αριθμό ……/02.02.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...... σε συνδυασμό και με την από 02.02.2024 κλήση προς παράσταση στη λήψη ένορκης βεβαίωσης, στην οποία αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται από το άρθρο 422§1 του ΚΠολΔ, χωρίς να ληφθούν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο οι : α. Με αριθμό …./09.02.2024 και β. με αριθμό …./09.02.2024 ένορκες βεβαιώσεις των …… και της ….. αντίστοιχα, ενώπιον του Δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Σ., που προσκομίστηκαν από την ενάγουσα στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης με τις προτάσεις της και γ. Η με αριθμό …../29.02.2024 ένορκη βεβαίωση του …… ενώπιον της Δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Ε., που προσκομίστηκε από την ενάγουσα στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, με την προσθήκη- αντίκρουση επί των προτάσεων της, τις οποίες (ως άνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις) προσκομίζει με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, διότι δεν γίνεται ορισμένη και ειδική επίκληση αυτών και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται τα ονόματα των εξετασθέντων μαρτύρων (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ούτε αναφέρεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση της εναγόμενης, για να παραστεί κατά τη λήψη τους (ΑΠ 35/2025, ΑΠ 507/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και επομένως δεν θα ληφθούν υπόψη ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 35/2025, ό.π., ΑΠ 507/2022, ό.π.), λαμβανομένων υπόψη και όλων των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336§3, 339 και 395 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336§4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγόμενη, η οποία τυγχάνει πεθερά της ενάγουσας, την 05.07.2019 προέβη στην υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης του Νόμου 1599/1986, προς την ενάγουσα, με το ακόλουθο περιεχόμενο : « Οφείλω 100.000 (εκατό χιλιάδες) € στην ...... (ΑΕ ....., ΑΦΜ ....), από το έτος 2013 και θα τα αποδώσω επιπλέον νομίμων τόκων όποτε έχω ρευστό από οποιαδήποτε πηγή. Επίσης δεν θα μπορώ να μεταβιβάσω ή ενεχυριάσω οποιοδήποτε ακίνητο αν δεν εξοφλήσω πλήρως την κ. .....)». Στη συνέχεια θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής της εναγόμενης από το ΚΕΠ ...... Την ίδια ημέρα, ήτοι την 05.07.2019, η εναγόμενη προέβη στην υπογραφή και δεύτερης υπεύθυνης δήλωσης του Νόμου 1599/1986, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το 10% των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...... Α.Ε.», που ανήκαν στην κυριότητά της, στον υιό της και σύζυγο της ενάγουσας ....., (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), ενώ στη συνέχεια θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής της από το ΚΕΠ ..... Η προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης. Περαιτέρω, με την επίδικη από 05.07.2019 υπεύθυνη δήλωση, προκύπτει εναργώς η δήλωση βούλησης της εναγόμενης περί αναγνώρισης οφειλής στην ενάγουσα του ποσού 100.000,00 €, χωρίς ορισμένη αιτία, προκύπτει δηλαδή ότι τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Επομένως, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, η επίδικη σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα της σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό αυτής, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δεδομένου ότι προσφυγή στις ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις δεν απαιτείται όταν η δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 548/2017, ΑΠ 1164/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και προέβη στον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως αυτής της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, ορθώς τον νόμο εφάρμοσε και δη τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ και ορθώς δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δεδομένου ότι δεν διαπίστωσε καμία ασάφεια στη δικαιοπρακτική βούληση της εναγόμενης. Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Η εναγόμενη, με τις κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της, προέβαλε επικουρικώς την ένσταση ότι η επίδικη σύμβαση εξαρτήθηκε από αναβλητική αίρεση και δη από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός «όποτε έχω ρευστό από οποιαδήποτε πηγή», η οποία (αίρεση) δεν έχει πληρωθεί. Ωστόσο, για να υφίσταται αναβλητική αίρεση, σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί στη με στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει το γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η εκπλήρωση της σύμβασης να είναι αντικειμενικώς αβέβαιο, δηλαδή να μην είναι ανθρωπίνως δυνατό να προβλεφθεί αν θα επέλθει ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση ο τιθέμενος ως άνω όρος «όταν έχω ρευστό από οποιαδήποτε αιτία» δεν έχει τον χαρακτήρα του αντικειμενικώς αβέβαιου γεγονότος και επομένως δεν πρόκειται για αναβλητική αίρεση αλλά για καταχρηστική αίρεση, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι περί αιρέσεων διατάξεις (ΑΠ 604/2005, ό.π.). Τούτο δε, προκύπτει αδιαστίκτως από το περιεχόμενο του επίμαχου όρου, χωρίς να υπάρχει αμφιβολία στην επίδικη σύμβαση για να διαπιστωθεί πράγματι η ύπαρξη γνήσιας αναβλητικής αιρέσεως, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (βλ.τη με στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσας). Το Πρωτοβάθμιο, επομένως που έκρινε την ένσταση περί εξάρτησης της επίδικης σύμβασης από αναβλητική αίρεση, η οποία εισέτι δεν έχει πληρωθεί, απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από τις αιτιολογίες της παρούσας, (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε. Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται η ανωτέρω ένσταση, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Εξάλλου, η εναγόμενη προέβαλε με τις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι ο υιός της ...... και σύζυγος της ενάγουσας, ενεργώντας αντίθετα με τα χρηστά ήθη απέσπασε την υπογραφή της στην επίδικη από 05.07.2019 υπεύθυνη δήλωση, διαβεβαιώνοντάς την δολίως και απατηλώς ότι μοναδικό περιεχόμενο αυτής τυγχάνει μία τυπική δήλωσή της περί της ήδη εκπληρωθείσας κατά τον χρόνο εκείνο υποχρέωσής της να του μεταβιβάσει το 10% των μετοχών της στην εταιρία «..... Α.Ε.» και χωρίς να της γνωστοποιήσει ως όφειλε, κατά την καλή πίστη, το περιεχόμενο τους (των δύο ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων που υπογράφηκαν την ίδια ημέρα), εκμεταλλευόμενος τη δικαιολογημένη μητρική ευπιστία και εμπιστοσύνη της. Ότι μεταξύ των χωρίων που περιέλαβε στην ως άνω επίδικη υπεύθυνη δήλωση είναι και το εδάφιο με το οποίο φέρεται ότι αναγνωρίζει την υποχρέωσή της προς καταβολή ανύπαρκτου χρέους προς την ενάγουσα, πράγμα που ουδέποτε είχε την πρόθεση να κάνει. Ότι με βάση τα ανωτέρω η επίμαχη δήλωση είναι άκυρη, ως προφανώς αντικείμενη στα χρηστά ήθη και συνεπώς η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, δε με τις κατατεθείσες προτάσεις της πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, η εναγόμενη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη σύμβαση τυγχάνει ακυρώσιμη λόγω απάτης, καθόσον δεν θα προέβαινε σε αυτήν αν δεν είχε την εσφαλμένη εντύπωση ότι το μοναδικό περιεχόμενο της συνίσταται σε δήλωσή της περί μεταβίβασης στον υιό της ......, ποσοστού 10% των μετοχών της στην εταιρία με την επωνυμία «...... Α.Ε.», και ότι την εσφαλμένη αυτή εντύπωση για το περιεχόμενο της επίδικης από 05.07.2019 υπεύθυνης δήλωσής της της δημιούργησαν δόλιες απατηλές παραστάσεις του υιού της, ο οποίος, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να της ανακοινώσει το πλήρες κείμενο που περιέλαβε στην ως άνω δήλωση, ο τελευταίος το απέκρυψε και ιδίως απέκρυψε το εδάφιο που αναφερόταν σε αναγνώριση από αυτήν δήθεν οφειλής της, υπέρογκου μάλιστα ύψους (100.000,00 €) προς την εναγόμενη. Ότι συνεπώς οδηγήθηκε στην υπογραφή της επίμαχης δήλωσης από πλάνη για το αληθές περιεχόμενό της, προκληθείσα από απατηλή συμπεριφορά του υιού της. Όμως ο πρώτος εκ των ανωτέρω ισχυρισμός της, ο οποίος συνιστά ένσταση περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη (άρθρα 180 και 178 του ΑΚ), τυγχάνει μη νόμιμος. Και τούτο, διότι σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί στη με στοιχείο (III) μείζονα σκέψη της παρούσας, τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται η εναγόμενη προς θεμελίωση της ανωτέρω ένστασης και αληθή υποτιθέμενα, χωρίς άλλα πρόσθετα στοιχεία, δεν συγκροτούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 178 του ΑΚ, καθιστώντας την επίδικη σύμβαση ανήθικη, δηλαδή αντίθετη στις ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, καθόσον τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση της εναγόμενης, μόνο, κατ' εξαίρεση, επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 του ΑΚ, αφού ουσιαστικά η τελευταία επικαλείται προς θεμελίωση του ανωτέρω ισχυρισμού της περί ακυρότητας της σύμβασης λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη από την απατηλή συμπεριφορά του υιού της, εξαιτίας της οποίας ο τελευταίος απέσπασε με πλάνη την υπογραφή της στην επίδικη σύμβαση. Με βάση επομένως τα ανωτέρω στην εναγόμενη παρέχεται μόνο διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει (προβάλλει την ένσταση) την ακύρωση της επίδικης σύμβασης, λόγω πλάνης ή απάτης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε σιγή και άνευ αιτιολογίας την ένσταση ακυρότητας της επίδικης σύμβασης του άρθρου 178 του ΑΚ, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και θα πρέπει, συμπληρουμένης της ελλείπουσας αιτιολογίας της εκκαλούμενης με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (534 ΚΠολΔ), ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ως προς τον έτερο ισχυρισμό, ήτοι την ένσταση ακυρωσίας της επίδικης σύμβασης λόγω απάτης, η οποία είναι νόμιμη, θεμελιούμενη στο άρθρο 147 του ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία με στοιχείο (IV) μείζονα σκέψη της παρούσας, αυτή κρίνεται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Και τούτο, διότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι η εναγόμενη από πλάνη συνεπεία εσφαλμένης γνώσης της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησής της πραγματικής κατάστασης ως αποτέλεσμα απάτης εκ μέρους του υιού της ....., προέβη στη σύναψη της επίδικης σύμβασης. Αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης δεν ήταν άπειρη περί τις συναλλαγές αλλά μία γυναίκα, η οποία ετύγχανε διευθύνων σύμβουλος σε μεγάλη ανώνυμη εταιρία επί σειρά ετών με τον σύζυγό της ....., μέτοχο εταιριών, δραστήρια επιχειρηματικά και με εμπειρία στις συναλλαγές. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένσταση ακυρωσίας της επίδικης σύμβασης λόγω απάτης (147 ΑΚ) ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε. Κατόπιν τούτων, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται η εν λόγω ένσταση, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τέλος, η εναγόμενη προέβαλε με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση ότι έχει αναγνωρίσει το χρέος της προς την ενάγουσα χωρίς νόμιμη αιτία, ισχυρισμός, που συνιστά νόμιμη ένσταση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 904 §2 του ΑΚ. Με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεων της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ενάγουσα προέβαλε την αντένσταση, την οποία επαναφέρει παραδεκτά με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη επί λέξει τα ακόλουθα : «Το ποσό αυτό το είχα παραδώσει, σε μετρητά χρήματα, στην εναγόμενη για να το επενδύσει στο όνομά μου, να αγοράσει για λογαριασμό μου συγκεκριμένες μετοχές της Συνεταιριστικής Τράπεζας ... και προς όφελος της οικογένειάς μου. Και ενώ πήρε τα χρήματα και με διαβεβαίωσε ότι όντως αυτά επενδύθηκαν, όπως της είχα αναθέσει και είχαμε συμφωνήσει, αυτό δεν έγινε ποτέ. Όταν το έμαθα αργότερα, γνωρίζει ακόμη καλύτερα, ότι θα προέβαινα σε άλλες σοβαρότερες για την ίδια δικαστικές ενέργειες, αλλά ο μόνος λόγος που δεν το έκανα, ήταν για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της οικογένειας και ιδίως του ... με την ίδια. Γνωρίζει πολύ καλά λοιπόν από που προέρχεται ουσιαστικά η οφειλή της. Γι’ αυτό και υπέγραψε την ένδικη υπεύθυνη δήλωση το 2019, αναλαμβάνοντας αυτοτελή υποχρέωση από αυτήν να μου καταβάλλει τις 100.000,00 €. Τόσο χρόνια μου έλεγε να κάνω υπομονή και ότι θα μου καταβάλει τα χρήματα και ποτέ δεν αμφισβήτησε το χρέος της. Αυτό έγινε το πρώτον μόλις άσκησα την αγωγή».
Ισχυρίζεται δηλαδή ότι η αιτία του χρέους ποσού 100.000,00 €, το οποίο αναγνωρίστηκε ότι οφείλει η εναγόμενη στην ενάγουσα είναι η μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνία περί αγοράς μετοχών από την εναγόμενη για λογαριασμό της ενάγουσας. Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης και της αντένστασης αντιστοίχως λεκτέα τα ακόλουθα : Από τη με αριθμό ..../09.02.2024 ένορκη βεβαίωση της ...... ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....., κόρη της εναγόμενης, που προσκομίζει η τελευταία, αποδείχθηκε πράγματι ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε αιτία του χρέους ποσού των 100.000,00 € από την εναγόμενη προς την ενάγουσα. Ειδικότερα δε η ως άνω ενόρκως βεβαιώσασα αναφέρει στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή της επί του κρίσιμου αυτού ζητήματος, επί λέξει τα ακόλουθα : «Σε κάθε περίπτωση, η μητέρα μου γνωρίζει άριστα, όπως και εγώ είμαι σε θέση να γνωρίζω, ότι δεν χρωστά απολύτως τίποτε και για κανέναν λόγο και αιτία στην κα .......». Στο σημείο αυτό λεκτέον ότι ο σύζυγος της ενάγουσας ......, με την από 9.10.2024 έγκλησή του, η οποία εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την 09.10.2024, ζήτησε την ποινική δίωξη της ως άνω ενόρκως βεβαιώσασας και αδελφής του ....., για την τέλεση του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, που αφορά τόσο την ως άνω με αριθμό ..../09.02.2024 ένορκη βεβαίωση όσο και τη με αριθμό ..../11.03.2024 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης. Ωστόσο, η παραπάνω έγκληση, όπως προκύπτει από σχετικό πληροφοριακό σημείωμα για την πορεία της ποινικής δικογραφίας, από την 17.02.2025 βρίσκεται σε στάδιο μελέτης και επεξεργασίας και επομένως δεν υφίσταται κρίση ποινικού δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης σε βάρος της ως άνω ενόρκως βεβαιώσασας. Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητας της αντένστασης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της αναγνώρισης εκ μέρους της εναγόμενης του χρέους ποσού 100.000,00 €, χωρίς νόμιμη αιτία, ενισχύεται σαφώς και από το γεγονός ότι ουδόλως προέκυψαν οι επιμέρους συμφωνίες, στα πλαίσια της έννομης σχέσης, που επικαλείται η ενάγουσα ότι τη συνδέει με την εναγόμενη από την οποία και απορρέει και το χρέος και συγκεκριμένα πόσες μετοχές της Συνεταιριστικής Τράπεζας .... είχαν συμφωνήσει να αγοράσει η εναγόμενη για λογαριασμό της ενάγουσας και έναντι ποιου τιμήματος για έκαστη μετοχή, ούτε και προκύπτει εξάλλου από ποιον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας ή τρίτου αναλήφθηκε το ποσό των 100.000,00 €, που παρέδωσε αυτή σε μετρητά στην εναγόμενη κατά το έτος 2013. Επιπλέον, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα το έτος 2013 το υπέρογκο ποσό των 100.000,00 € και η επίδικη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους συνήφθη την 05.07.2019, ήτοι πέντε χρόνια αργότερα, χωρίς να προκύπτει παράλληλα και ο λόγος, για τον οποίο δεν υπογράφηκε κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό ταυτόχρονα με την καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού 100.000,00 €, το έτος 2013. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε από την έχουσα το βάρος απόδειξης της ένστασης, εναγόμενη, η ανυπαρξία της αιτίας, δηλαδή η αναγνώριση του χρέους ποσού 100.000,00 €, χωρίς νόμιμη αιτία, η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που έκρινε άλλως και δη ότι εφόσον επρόκειτο για σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, η οποία ιδρύει αφ’ εαυτής ενοχική υποχρέωση και περιέχει όρους εναγώγιμης αξίωσης, επί πλέον δε περιέχει κατά τη βούληση των διαδίκων, αυτοτελή βάση από αναιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία παρέλκει ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί ανυπαρξίας οφειλής προς την ενάγουσα, τον οποίο χαρακτήρισε ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 100.000,00 €, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει ουσία βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, αναγκαίως δε, και κατά τη διάταξή της, με την οποία επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος της εναγόμενης, τα οποία θα καθοριστούν από την αρχή και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικαστεί η αγωγή (άρθρο 535§1 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά νομική (904 §2 του ΑΚ) και ουσιαστική παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγόμενης περί αναγνώρισης χρέους χωρίς νόμιμη αιτία. Τέλος, πρέπει η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά νομική και ουσιαστική παραδοχή σχετικού προς τούτο αιτήματος της, υποβαλλόμενου με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 183, 176 και 191§2 του ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου για την άσκηση της έφεσης, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα (άρθρο 495§3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 13.12.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2024 έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθμό 14788/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 10.10.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2023 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με αριθμό ....... παράβολου για την άσκηση της έφεσης, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) €.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στη Θεσσαλονίκη την 22 Ιουλίου του έτους 2025 και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ