ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄- ΤΡΙΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΟ101/2026
συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2025 με την εξής σύνθεση: Αικατερίνη Παπαμόσχου, Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.), Αικατερίνη Κοντάκι και Χρήστος Κούλης (εισηγητής), Εφέτες Δ.Δ., και με Γραμματέα τον Χαράλαμπο Κανελλιά, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με αριθμό και ημερομηνία κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο ...: ….2022 (αριθμός / ημερομηνία καταχώρησης στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας: …..2022),
του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e - Ε.Φ.Κ.Α), όπως μετονομάσθηκε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.) [άρθρο 51Α παρ. 1 του ν. 4387/2016, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020 (Α’ 43, έναρξη ισχύος από 1.3.2020, κατά το άρθρο 108 αυτού)], που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Λεωνίδα Στύλα (Δ.Σ. ...), σύμφωνα με την κατατεθείσα στις 7.11.2025 γραπτή του δήλωση [άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97)]),
κατά της …., κατοίκου …. (οδός ….), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη (Δ.Σ. ….), σύμφωνα με την κατατεθείσα στις 5.11.2025 γραπτή του δήλωση [άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97)]), και
κατά της υπ’ αριθμ. 160/2022 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... (Τμήμα Α’).
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου [άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ΄ του ν. 4387/2016 (Α’ 85), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4445/2016 (Α’ 236), σε συνδυασμό με το άρθρο 51Α παρ. 1 εδ. β’ του ν. 4387/2016, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020 (Α’ 43)].
2. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται παραδεκτώς να εξαφανισθεί η 160/2022 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου .... Με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ασκηθείσα στις 21.6.2018 προσφυγή του ήδη εκκαλούντος Φορέα κατά της υπ’ αριθμ. ...2018 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ... της Περιφερειακής Υπηρεσίας Μισθωτών ... του Ε.Φ.Κ.Α., με την οποία, κατόπιν αποδοχής ένστασης της ήδη εφεσίβλητης συνταξιούχου, είχε ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. πρωτ. ...2017 απόφαση του Διευθυντή του ανωτέρω Υποκαταστήματος περί καταλογισμού σε βάρος της του συνολικού ποσού των 42.159,57 ευρώ (ήτοι κεφάλαιο ποσού 35.475,23 ευρώ πλέον τόκων ποσού 6.684,34 ευρώ), που αντιστοιχεί στο ήμισυ των ποσών σύνταξης που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 30.11.2016. Εξάλλου, με την κρινόμενη έφεση πρέπει να θεωρηθεί ως συμπροσβαλλόμενη η 262/2021 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. ν. 2717/1999, Α’ 97).
3. Επειδή, στο άρθρο 62 ν. 2676/1999 (Α’ 1), όπως αρχικώς ίσχυε και είναι εφαρμοστέο στην υπό κρίση περίπτωση, ορίζεται ότι : «1. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης που προβλέπεται από γενικές ή καταστατικές διατάξεις των Ασφαλιστικών Οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου, ο επιζών των συζύγων, ανεξαρτήτως ηλικίας, δικαιούται σύνταξη για μία τριετία από την πρώτου του επομένου του θανάτου μήνα. 2α. Εάν κατά την ημερομηνία του θανάτου ο επιζών των συζύγων έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας του, η σύνταξη καταβάλλεται και μετά τη λήξη της τριετίας, εφόσον δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή Δημόσιο. Σε περίπτωση όμως που εργάζεται ή απασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, η σύνταξη περιορίζεται στο 50%. β. ... 3. …».
4. Επειδή, στο άρθρο 40 παρ. 4 του αν.ν. 1846/1951 (Α’ 179) ορίζεται ότι: «Πάσα παροχή εις χρήμα αχρεωστήτως καταβληθείσα υπό του Ι.Κ.Α. ως και η αξία των εις είδος τοιούτων, τα της αποτιμήσεως των οποίων θέλει προσδιορίσει Κανονισμός, επιστρέφονται εντόκως προς 5%, αναζητούνται δε κατά τας διατάξεις περί αναγκαστικής εισπράξεως των καθυστερουμένων εισφορών του Ιδρύματος. …».
5. Επειδή, ακολούθως, με το ν. 4093/2012 (Α’ 222/12.11.2012), υπό τον τίτλο «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016», ορίσθηκε στην περ. 2 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου ότι: «Αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται». Στο δε άρθρο τρίτο του ίδιου ν. 4093/2012 ορίζεται ότι: «Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του». Από την παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012, ερμηνευόμενη σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4), ενόψει και του επιδιωκόμενου με τη θέσπισή της σκοπού υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, συνίσταται στη διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (ήδη Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), κατ’ επέκταση δε στη βιωσιμότητα των φορέων αυτών, συνάγονται τα εξής: α) Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η εικοσαετία ως γενικός κανόνας, που ισχύει πλέον για όλους τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως αρμοδιότητας του ανωτέρω Υπουργείου, όσον αφορά τη διάρκεια της παραγραφής των αξιώσεων των φορέων αυτών από αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές και β) σύμφωνα με την αληθή βούληση του νομοθέτη (όπως συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω ν. 4093/2012), ο οποίος γνώριζε τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου που μέχρι τότε είχε διαπλασθεί υπό το κράτος του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος, η αναζήτηση δυνάμει της νέας διατάξεως χωρεί πλέον σε κάθε περίπτωση – ήτοι με μόνο χρονικό περιορισμό την εικοσαετή παραγραφή - ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του λαβόντος. Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως ερμηνευόμενης κατά τα ανωτέρω σύμφωνα με το Σύνταγμα και τελολογικώς, ο ασφαλιστικός φορέας έχει δικαίωμα να αναζητήσει ως αχρεώστητες τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που έχει καταβάλει στον ασφαλισμένο / συνταξιούχο χωρίς να έχει κατά νόμον υποχρέωση προς καταβολή τους, όπως όταν έχει μεσολαβήσει γεγονός διακοπτικό της χορηγήσεως της παροχής ή γεγονός που επηρεάζει το ύψος της ή ελλείπει προϋπόθεση απονομής της. Για την αναζήτηση του αχρεωστήτου αρκεί η επίκληση και η απόδειξη από τον φορέα του θετικού γεγονότος της καταβολής και ελλείψεως υποχρεώσεως καταβολής (ελλείψεως νόμιμης αιτίας). Δεν απαιτείται υπαιτιότητα του λήπτη των παροχών. Υποχρέωση προς επιστροφή των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως έχουν κατ’ αρχήν και οι καλόπιστοι ασφαλισμένοι/συνταξιούχοι (όπως αναλύεται κατωτέρω), είναι δε αδιάφορο το ότι οι παροχές καταβλήθηκαν με πράξεις των οργάνων του ασφαλιστικού φορέα κατόπιν αιτήσεως - υπεύθυνης δηλώσεως του ίδιου του λήπτη των παροχών (με βάση στοιχεία που κατέχει ο φορέας και στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο ασφαλισμένος). Κρίσιμο ζήτημα είναι ότι ο λήπτης των παροχών ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία του ασφαλιστικού φορέα. Προβλέπεται σύμφωνα με τον υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος σκοπό της διατάξεως του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012 ότι αξίωση του ασφαλιστικού φορέα για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή από την τελευταία καταβολή (όπως συμβαίνει και για την αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Αστικού Κώδικα, η οποία υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., βλ. Α.Π. 1217/2019), τούτο δε ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος. Εντούτοις, κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, αποκλείεται η αναζήτηση των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως, όταν η οικονομική θυσία στην οποία θα υποβληθεί ο λήπτης των παροχών εξαιτίας της επιστροφής τους είναι σε τέτοιο βαθμό που θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, και τούτο, όμως, μόνον εφόσον αυτός είναι καλόπιστος, δηλαδή μόνον εφόσον αγνοούσε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η παροχή που έλαβε ήταν αχρεώστητη ή παράνομη και, συνεπώς, επιστρεπτέα. Αν υπάρχει είτε γνώση είτε υπαίτια άγνοια του λήπτη (αν δηλαδή αυτός όφειλε να προβλέψει την έλλειψη ή το ενδεχόμενο της ελλείψεως της νόμιμης αιτίας), ο λήπτης δεν μπορεί να θεωρηθεί καλής πίστεως. Ο λήπτης μπορεί κατ’ αρχήν να είναι καλόπιστος με την έννοια ότι, και μετά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστικό φορέα οποιαδήποτε μεταβολή που επηρεάζει το ύψος της καταβαλλόμενης παροχής ή το δικαίωμα λήψεως της παροχής, πιστεύει ότι λαμβάνει την παροχή με νόμιμη αιτία. Όμως, και μετά τη γνωστοποίηση της μεταβολής ο λήπτης οφείλει τουλάχιστον να αμφιβάλλει ως προς το εάν νομίμως συνεχίζεται η καταβολή της παροχής. Επομένως, πρέπει να χρησιμοποιεί την παροχή δεόντως. Αλλιώς, η συμπεριφορά του υπό τις ειδικές περιστάσεις και συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι καλόπιστη. Εξάλλου, μετά την πάροδο ικανού κατά περίπτωση χρόνου (από την εκ μέρους του λήπτη ενημέρωση του φορέα για τη μεταβολή έως τη διακοπή καταβολής ή τη μείωση της παροχής) μπορεί να συναχθεί καλή πίστη του λαβόντος ενόψει των περιστάσεων και των ιδιαζουσών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Περαιτέρω, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, απαιτεί να είναι οι κανόνες δικαίου σαφείς, επακριβείς και προβλέψιμοι ως προς το αποτέλεσμά τους και ερμηνεύεται συσταλτικώς. Και ναι μεν η αρχή αυτή εμποδίζει τα όργανα του ασφαλιστικού φορέα να καθυστερούν επ’ αόριστον την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, εντούτοις, μόνη η καθυστέρηση του ασφαλιστικού φορέα να επιδιώξει την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν συνεπάγεται ότι η πράξη αναζητήσεως / επιστροφής είναι παράνομη ούτε συνιστά νόμιμο λόγο αποκλεισμού της αναζητήσεως των παροχών αυτών, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου που απορρέει από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και εφαρμόζεται συνδυαστικώς με αυτήν αφορά κάθε πρόσωπο που μπορεί να έχει βάσιμες προσδοκίες επειδή έλαβε ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις από τα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού φορέα ότι δεν θα αναζητηθούν οι αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθείσες παροχές. Επομένως, ο λήπτης της παροχής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η χορήγηση της παροχής δημιούργησε σε αυτόν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η παροχή αυτή δεν θα αναζητηθεί. Ομοίως, ο λήπτης της παροχής δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η χορήγηση της παροχής ήταν νόμιμη και, συνεπώς, δεν δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και δεν μπορεί να αποκλείσει την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών η αδράνεια του ασφαλιστικού φορέα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ασφαλιστικός φορέας έχει το βάρος της αποδείξεως της υπάρξεως των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις της αξιώσεως της αναζητήσεως των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, δηλαδή πρέπει να αποδείξει το θετικό γεγονός της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών και το αχρεώστητο ή παράνομο αυτής και γενικότερα την ανυπαρξία της νόμιμης αιτίας, ενώ ο ασφαλισμένος / συνταξιούχος για να απαλλαγεί από την υποχρέωση επιστροφής των παροχών που του καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει σωρευτικώς α) την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του και β) τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών. Τέλος, ο ασφαλιστικός φορέας μπορεί να αντιτάξει κακοπιστία του λήπτη, οπότε βαρύνεται με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών από τα οποία αυτή προκύπτει. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του λήπτη της παροχής που στοχεύουν στη μη επιστροφή της (ότι δηλαδή αυτός ήταν καλόπιστος και ότι εξαιτίας της αναζητήσεως επέρχονται σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του) προτείνονται παραδεκτώς έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που κρίνει την προσφυγή κατά της οικείας αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. (ΣτΕ 532/2025 σκ. 19).
6. Επειδή, επακολούθησε ο ν. 4387/2016 (Α΄ 85/12.5.2016), με το σύστημα ρυθμίσεων οποίου επιχειρείται μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία συνίσταται στη λήψη μέτρων για την, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, μέσω των διατάξεων που συνθέτουν τον πυρήνα της ασφαλιστικής μεταρρυθμίσεως, ο οποίος συνίσταται στην εγκατάλειψη του μέχρι σήμερα κρατούντος στην Ελλάδα συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως σε περισσότερους του ενός φορείς, για τους οποίους ίσχυαν διαφορετικές προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση και θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος, και στην υιοθέτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους (βλ. ΣτΕ 532/2025 σκ. 22).
7. Επειδή, στο άρθρο 103 του ν. 4387/2016 (με τίτλο του άρθρου «Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών») ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε παροχή που έχει καταβληθεί από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αχρεώστητα, επιστρέφεται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος και αναζητείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Σε περίπτωση υπαιτιότητάς του αναζητείται εντόκως, με επιτόκιο 3%. Παράλληλα με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, επιτρέπεται συμψηφισμός οποιασδήποτε οφειλής προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με το σύνολο των χορηγούμενων παροχών, που τυχόν δικαιούται ο οφειλέτης. Ο συμψηφισμός πραγματοποιείται σε μηνιαίες δόσεις, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 του μεικτού ποσού που αντιστοιχεί στις χορηγούμενες παροχές, ή εφάπαξ, εφόσον το συνολικό ποσό της οφειλής δεν υπερβαίνει το 1/3 του ποσού που αντιστοιχεί στις χορηγούμενες παροχές. Ο καταλογισμός και ο τυχόν διενεργούμενος συμψηφισμός εκτελείται με απόφαση του Διευθυντή του αρμοδίου Υποκαταστήματος. 2. … 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να ανακαθορίζεται το ποσοστό του επιτοκίου που προβλέπεται από την παράγραφο 1». Στο δε άρθρο 122 του ίδιου ν. 4387/2016 ορίζεται ότι: «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται από τις επιμέρους διατάξεις».
8. Επειδή, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 επαναλαμβάνεται ρητώς και ειδικώς για το πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ο κανόνας που τέθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 4093/2012 για όλους τους ασφαλιστικούς φορείς αρμοδιότητας του νυν Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δηλαδή ο κανόνας ότι οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος. Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 103 του ν. 4387/2016, σε περίπτωση υπαιτιότητας του λαβόντος οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται εντόκως με επιτόκιο 3%. Επομένως, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 εισάγουν, αφενός, τον κανόνα της αναζητήσεως ατόκως των αχρεωστήτως καταβληθεισών εκ μέρους του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παροχών ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του λαβόντος, αφετέρου, τον κανόνα της επιβολής τόκων (επί του κεφαλαίου των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών) μόνον εάν συντρέχει υπαιτιότητα του λαβόντος. Η επιβολή τόκων κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 δεν συνιστά διοικητική κύρωση ή διοικητική ποινή, αλλά έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια απαίτηση αχρεωστήτου. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (που εντάχθηκε από 1.1.2017 στον Ε.Φ.Κ.Α., ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) δικαιούται να αναζητήσει το ποσό των παροχών ως αχρεωστήτως καταβληθεισών με μόνη τη διαπίστωση του θετικού γεγονότος της καταβολής των παροχών αυτών και την επίκληση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, χωρίς να υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει την υπαιτιότητα του λήπτη. Για τον καταλογισμό όμως τόκων επί του ποσού της κύριας οφειλής (ήτοι αξίωση παρακολουθηματικού χαρακτήρα,) ο φορέας πρέπει επιπλέον να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κακοπιστία (υπαιτιότητα) του λήπτη. Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων του ως άνω δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 και της παρ. 2 του άρθρου 17 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, στην οποία ορίζεται ότι η αιτιολογία ατομικής διοικητικής πράξεως πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εκτός αν προβλέπεται ρητώς στον νόμο ότι πρέπει να περιέχεται στο σώμα της πράξεως, συνάγεται ότι η συνδρομή υπαιτιότητας στο πρόσωπο του λήπτη δεν απαιτείται να βεβαιώνεται στο σώμα της καταλογιστικής πράξεως αλλά αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου τα οποία επικαλείται το αρμόδιο όργανο στην καταλογιστική πράξη και μνημονεύονται σ’ αυτήν. Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 ερμηνευόμενες σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4) συνάγεται ότι, κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα της αναζητήσεως (ατόκως ή εντόκως) των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, αποκλείεται η αναζήτηση όταν ο λήπτης είναι καλόπιστος και η επιστροφή των παροχών θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του. Επομένως, ο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απαλλάσσεται από την υποχρέωση για το σύνολο της οφειλής (κεφάλαιο και τόκους) αν επικαλεσθεί και αποδείξει σωρευτικώς α) την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του και β) τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών. Στην περίπτωση όμως της αναζητήσεως εντόκως των αχρεωστήτως καταβληθεισών παρoχών ο ανωτέρω ασφαλιστικός φορέας (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., μετέπειτα Ε.Φ.Κ.Α. και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των περιστατικών από τα οποία προκύπτει υπαιτιότητα (κακοπιστία) του λήπτη, που αποτελεί κατά νόμον αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή τόκων. Αν όμως ο λήπτης αντιτάξει απέναντι στον φορέα και αποδείξει την καλοπιστία του (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αυτή προκύπτει), αλλά δεν αποδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής του συνολικού ποσού των παροχών και των τόκων θα επέλθουν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβιώσεώς του, θα απαλλαγεί μόνον από τους τόκους, δηλαδή μόνον όσον αφορά την παρεπόμενη απαίτηση, αλλά όχι από το κεφάλαιο, δηλαδή όσον αφορά την κύρια απαίτηση αχρεωστήτου (ΣτΕ 532/2025 σκ. 24).
8. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 97 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α’ 97), που αναφέρεται στο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου της έφεσης, ορίζεται ότι «Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης. Μέσα στα όρια αυτά, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα το πρωτοβάθμιο έπρεπε να εξετάσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη δεύτερη περίοδο της παρ. 1 του άρθρου 79, αλλά δεν τα εξέτασε».
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την επανεξέταση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ...απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ... του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. χορηγήθηκε στην ήδη εφεσίβλητη (έτος γενν. 1955) σύνταξη, από 1.9.1999, λόγω θανάτου του συζύγου της, συνταξιούχου Ι.Κ.Α. λόγω αναπηρίας. Αφού έλαβε υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999, η σύνταξη που λαμβάνει ο επιζών σύζυγος λόγω θανάτου του συζύγου του μειώνεται κατά το ήμισυ μετά την τριετία από τον θάνατο, όταν ο επιζών εργάζεται, ο Διευθυντής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών ... του Ε.Φ.Κ.Α. με την ...2017 απόφασή του καταλόγισε σε βάρος της εφεσίβλητης ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό της σύνταξης, το οποίο είχε λάβει αχρεωστήτως από 1.1.2005 έως 30.11.2016, ύψους 35.475,23 ευρώ (κεφάλαιο), πλέον τόκων (με επιτόκιο 3%) ποσού 6.684,34 ευρώ, και συνολικά 42.159,57 ευρώ διότι, όπως διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχου, η εφεσίβλητη εργαζόταν από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2016, ενώ επιδοτήθηκε λόγω ανεργίας από 26.1.2016 μέχρι 18.11.2016, χωρίς να το δηλώσει στον ασφαλιστικό φορέα. Κατά της προαναφερόμενης καταλογιστικής απόφασης η εφεσίβλητη άσκησε την 3207/8.2.2018 ένσταση, η οποία έγινε δεκτή με την ...απόφαση της Τ.Δ.Ε. του Υποκαταστήματος ... της Περιφερειακής Υπηρεσίας Μισθωτών ... του Ε.Φ.Κ.Α., με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται τεκμηριωμένος δόλος της εφεσίβλητης κατά τη λήψη των επίμαχων ποσών σύνταξης, καθώς και ότι η ανεπαρκής επικοινωνία των εσωτερικών υπηρεσιών του Ι.Κ.Α. δεν πρέπει να επιβαρύνει την ασφαλισμένη, της οποίας τα ένσημα δηλώνονταν κανονικά και εισπράττονταν από το Ίδρυμα.
10. Επειδή, κατά της ανωτέρω απόφασης της Τ.Δ.Ε., ο ήδη εκκαλών ασφαλιστικός Φορέας άσκησε προσφυγή στις 21.6.2018, με την οποία προέβαλε ότι η ήδη εφεσίβλητη απέκρυψε με δόλο από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. την ανάληψη εργασίας και τη λήψη επιδόματος ανεργίας, καθόσον με την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησής της λόγω θανάτου του συζύγου της, έλαβε γνώση ότι μετά την λήξη της τριετίας από τον θάνατο του συζύγου της, εφόσον εργαστεί ή συνταξιοδοτηθεί, η σύνταξη μειώνεται στο ήμισυ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2676/1999. Προσκόμισε δε την από 28.8.2002 υπεύθυνη δήλωση της εφεσίβλητης, με την οποία είχε δηλώσει ότι «δεν εργάζομαι, δεν συνταξιοδοτούμαι από άλλο ταμείο κύριας ασφάλισης. Εάν εργαστώ ή συνταξιοδοτηθώ θα το δηλώσω». Αντιθέτως, η εφεσίβλητη με το αρχικώς υποβληθέν στις 29.10.2020 υπόμνημά της ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής, προβάλλοντας, αφενός, ότι αναγκάστηκε να εργαστεί προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της ίδιας και των τεσσάρων τέκνων της, μετά τη δραματική μείωση του ποσού της μηνιαίας σύνταξης που λάμβανε, από 688 ευρώ σε 503 ευρώ μηνιαίως, αφετέρου, ότι αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης η αναζήτηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους. Όπως υποστήριξε, όλες οι προσλήψεις της γίνονταν με επίσημο τρόπο, με αναγγελία στον Ο.Α.Ε.Δ. και στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και ο προσφεύγων Φορέας εισέπραττε τις εισφορές της, συνεπώς, δεν υπήρξε, εν προκειμένω, δόλια συμπεριφορά της, η δε αναζήτηση του ποσού της σύνταξης μετά από 12 έτη, θα επέφερε την οικονομική συντριβή της. Προέβαλε επίσης ότι η αόριστη υπόμνηση στα ενημερωτικά σημειώματα του Ι.Κ.Α. και στα έντυπα καταβολής των συντάξεων για δήλωση κάθε μεταβολής, είναι απρόσφορη για την απόδειξη δόλου του λαβόντος. Προσκόμισε δε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα: α) τις αναγγελίες προς τον Ο.Α.Ε.Δ. περί πρόσληψής της, από το έτος 2006, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στην επιχείρηση εμπορίου τροφίμων και ποτών της εταιρίας «…. Ε.Ε.», β) τις κάρτες ανεργίας της, ισχύος από 28.4.2008 έως 28.5.2008 και από 29.7.2012 έως 29.7.2013, καθώς και έτους 2015 γ) τις συμβάσεις εργασίας της, δ) πίνακες προσωπικού στην επιχείρηση όπου εργαζόταν, κατατεθειμένους στην Επιθεώρηση Εργασίας, ε) τη με αριθμ. …. σελίδα του Ειδικού Βιβλίου Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού της Εταιρίας «….», στην οποία φαίνεται καταχωρημένη και στ) λογαριασμούς ασφαλισμένου – καταστάσεις ενσήμων της, χρονικής περιόδου από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως τον Ιανουάριο του 2016.
11. Επειδή, το Δικαστήριο, με την 262/2021 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη ότι: α) κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 40 παρ. 4 του αν.ν. 1846/1951 και του άρθρου 103 παρ. 1 του ν. 4387/2016, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης η αναζήτηση από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους, ο οποίος κρίνεται εκάστοτε αναλόγως των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και πάντως, ελλείψει αντίθετης ρητής διάταξης, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των πέντε ετών, αν οι παροχές αυτές έχουν μεν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ο ασφαλισμένος, όμως, τις έχει εισπράξει καλοπίστως, β) αντίθετα, επιβάλλεται η αναζήτηση από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη Ε.Φ.Κ.Α. των ποσών αυτών αν το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της είσπραξης και της αναζήτησης είναι μικρό, εκτός αν αυτός που έχει εισπράξει παρανόμως, πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές παροχές, έχει επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους στο Ι.Κ.Α. θα επιφέρει σε βάρος του απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωση του συνέπειες, γ) η αναζήτηση περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους επιτρέπεται μόνον εφόσον κριθεί ότι αυτός που έχει εισπράξει τα αναζητούμενα ποσά τελούσε κατά την είσπραξή τους σε δόλο έναντι του οργανισμού, ο δε δόλος, που αποτελεί τη νομική βάση της αναζήτησης των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών συντάξεων, πρέπει να βεβαιώνεται με πλήρως αιτιολογημένη κρίση στην σχετική απόφαση καταλογισμού, επομένως, για τη νόμιμη αναζήτηση των συγκεκριμένων παροχών, το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. όφειλε να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η εισπράξασα αυτές συνταξιούχος τελούσε, κατά τη λήψη τους, σε δόλο, δ) ο Ε.Φ.Κ.Α. δεν επικαλείται οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ο δόλος της ήδη εφεσίβλητης, μόνη δε η γενική και αόριστη υποχρέωση που αναφερόταν στα ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων, για την ενημέρωση του Ι.Κ.Α. σε περίπτωση κάθε μεταβολής που θα επέφερε μείωση ή διακοπή της χορηγούμενης σύνταξης, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ως άνω συνταξιούχος τελούσε σε κακοπιστία, ε) δεν προκύπτει δόλια αποσιώπηση, εκ μέρους της εφεσίβλητης, του κρίσιμου πραγματικού γεγονότος της εργασίας και της επιδότησης της από τον Ο.Α.Ε.Δ., εφόσον η απασχόλησή της γινόταν νόμιμα με αναγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας και καταβάλλονταν εισφορές στον Φορέα, συνεπώς, ο τελευταίος μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει αν η συγκεκριμένη συνταξιούχος εργαζόταν και στ) λόγω της πολυπλοκότητας και της εκτεταμένης περιπτωσιολογίας των διάσπαρτων διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, καθίσταται συχνά εξαιρετικά δυσχερές για τον ασφαλισμένο ή συνταξιούχο, όπως η εφεσίβλητη, να διακρίνει και να εντοπίσει από μόνος του το είδος και μέγεθος του ασφαλιστικού του δικαιώματος ή τις συνέπειες παράλειψης ενεργειών του, τις οποίες πιθανόν, ενόψει και των περιορισμένων γραμματικών της γνώσεων, δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να είχε προβεί, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά της εφεσίβλητης και, επομένως, η αναζήτηση, εκ μέρους του ήδη εκκαλούντος Φορέα των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως σε αυτήν πέραν του εύλογου χρόνου, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2005 έως 27.10.2012, αντίκειται στη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης. Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση, ως προς το χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016, κατά το οποίο η εφεσίβλητη εισέπραξε καλοπίστως, πλην όμως αχρεωστήτως, τις ένδικες διαφορές συντάξεων, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη ότι δεν είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, δεδομένου ότι η αναζήτηση έγινε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (εντός πενταετίας από την είσπραξη) και δοθέντος ότι δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη στοιχεία η συνολική οικονομική της κατάσταση, ώστε να κριθεί αν θα προκληθεί σε αυτήν, υπό την ως άνω έννοια, οικονομικός κλονισμός, έκρινε αναγκαίο, για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να διατάξει, κατ’ άρθρα 151, 152 παρ. 2 και 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., τη συμπλήρωση των αποδείξεων, υποχρεώνοντας προς τούτο την εφεσίβλητη να προσκομίσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση σε αυτήν της ως άνω απόφασης), αντίγραφα δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και εκκαθαριστικού σημειώματος φορολογίας εισοδήματος της για τα έτη 2016, 2017, 2018, 2019 και 2020, αντίγραφο της δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9), καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο θεωρεί πρόσφορο για την πλήρη απόδειξη της οικονομικής της κατάστασης. Σε εκτέλεση των όσων διατάχθηκαν με την ανωτέρω 262/2021 απόφαση του Δικαστηρίου, η ήδη εφεσίβλητη προσκόμισε α) πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου, φορολογικών ετών 2016, 2017, 2018 και 2019 (μετά των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος), από τις οποίες προκύπτει, i) για το φορολογικό έτος 2016, δηλωθέν εισόδημα ύψους 7.703,51 € από μισθωτή εργασία - συντάξεις, ύψους 3.916,80 ευρώ από επίδομα ανεργίας, ύψους 0,79 ευρώ από μερίσματα-τόκους-δικαιώματα και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά ύψους 300,00 ευρώ, ii) για το φορολογικό έτος 2017, δηλωθέν εισόδημα ύψους 6.889,92 ευρώ από μισθωτή εργασία-συντάξεις και ύψους 1,35 ευρώ από μερίσματα-τόκους-δικαιώματα, iii) για το φορολογικό έτος 2018 δηλωθέν εισόδημα ύψους 7.102,24 ευρώ από μισθωτή εργασία-συντάξεις και ύψους 0,78 ευρώ από μερίσματα-τόκους-δικαιώματα, και iv) για το φορολογικό έτος 2019 δηλωθέν εισόδημα ύψους 7.368,99 ευρώ από μισθωτή εργασία-συντάξεις και ύψους 0,84 ευρώ από μερίσματα-τόκους-δικαιώματα, και β) αντίγραφο του εντύπου δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης (Ε9) κατά την 1η.01.2005, καθώς και αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος ενιαίου τέλους ακινήτων φυσικών προσώπων (Ε.Τ.ΑΚ.) και έκτακτης εισφοράς φορολογικού έτους 2009, από τα οποία προκύπτει ότι η εφεσίβλητη έχει στην πλήρη κυριότητά της, κατά ποσοστό 64%, μία κατοικία πρώτου ορόφου, επιφάνειας κυρίων χώρων 99,32 τ.μ., επί οικοπέδου επιφάνειας 126,13 τ.μ., ευρισκόμενο επί της οδού ... αρ. ... στην …., συνολικής αξίας, σύμφωνα με το ως άνω Ε.Τ.ΑΚ., 21.804,95 ευρώ. Εξάλλου, ο ήδη εκκαλών Φορέας, με το νομοτύπως κατατεθέν στις 09.11.2021 υπόμνημά του, υποστήριξε ότι από τα ανωτέρω προσκομισθέντα οικονομικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εφεσίβλητη δύναται με μηνιαίες καταβολές να αποπληρώσει τμήμα του ποσού έλαβε αχρεώστητα χωρίς να υποστεί οικονομικό κλονισμό, η δε εφεσίβλητη, αντιθέτως, με το νομοτύπως κατατεθέν την 01.11.2021 υπόμνημά της, ζήτησε εκ νέου την απόρριψη της προσφυγής.
12. Επειδή, το πρωτοβάθμιο κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της ως άνω προσφυγής έλαβε υπόψη τα εξής: α) με την 262/2021 προδικαστική απόφασή του κρίθηκε οριστικά ότι δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά της εφεσίβλητης κατά την είσπραξη των ποσών της σύνταξης, που είχε λάβει αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 30.11.2016, ύψους 35.475,23 ευρώ (κεφάλαιο) και ότι, ως εκ τούτου, η αναζήτηση, εκ μέρους του Ε.Φ.Κ.Α. των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως σε αυτήν πέραν του εύλογου χρόνου, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2005 έως 27.10.2012, αντίκειται στη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης, β) με την ίδια ως άνω απόφαση, όσον αφορά τις καλοπίστως πλην αχρεωστήτως συνταξιοδοτικές παροχές που εισέπραξε η εφεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016, κρίθηκε ότι η αναζήτηση αυτών χώρησε εντός ευλόγου χρόνου (ήτοι πενταετίας) από την είσπραξή τους, γ) σε συμμόρφωση προς όσα διατάχθηκαν με την ίδια ως άνω απόφαση σχετικά με την εκ μέρους της εφεσίβλητης απόδειξη της οικονομικής της κατάστασης και την επέλευση οικονομικού κλονισμού σε περίπτωση επιστροφής των ένδικων συνταξιοδοτικών παροχών, η εφεσίβλητη προσκόμισε τα ζητηθέντα έγγραφα, και δ) από τα αποδεικτικά οικονομικά στοιχεία, τα οποία ο Ε.Φ.Κ.Α. δεν αμφισβήτησε, προκύπτει ότι κατά τα τελευταία έτη η εφεσίβλητη διαθέτει χαμηλό ατομικό ετήσιο εισόδημα, προερχόμενο κατεξοχήν από τη σύνταξή της, η δε ακίνητη περιουσία της εκτιμάται ιδιαιτέρως χαμηλή. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ήδη εκκαλούμενη 160/2022 οριστική απόφαση, έκρινε ότι σε περίπτωση αναδρομικής επιστροφής, ακόμα και υπό τη μορφή της τμηματικής καταβολής, των καλοπίστως πλην αχρεωστήτως καταλογισθέντων ένδικων ποσών συντάξεων, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016, η εφεσίβλητη θα υποστεί σοβαρό οικονομικό κλονισμό με άμεση δυσμενή επιρροή στα μέσα διαβίωσής της και απέρριψε, εν όλω, την προσφυγή του Ε.Φ.Κ.Α.
13. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη έφεση, όπως αναπτύσσεται με το κατατεθέν στις 14.11.2025 υπόμνημα, ο εκκαλών ασφαλιστικός Φορέας υποστηρίζει ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται στο φάκελο, κρίθηκε με την εκκαλούμενη ότι η εφεσίβλητη θα υποστεί σοβαρό οικονομικό κλονισμό, με άμεση δυσμενή επιρροή στα μέσα διαβίωσής της, σε περίπτωση επιστροφής, ακόμη και με τμηματική καταβολή, των καταλογισθέντων ένδικων ποσών συντάξεων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016. Τούτο διότι με την εκκαλούμενη απόφαση α) δεν αναλύθηκαν οι μηνιαίες ανάγκες διαβίωσης της εφεσίβλητης σε σχέση με το μηνιαίο εισόδημά της, ώστε να διακριβωθεί εάν υπήρχε ή μη δυνατότητα μηναίων καταβολών, β) δεν ερευνήθηκε εάν η εφεσίβλητη διαμένει σε μισθωμένη κατοικία, οπότε υποχρεούται σε καταβολή μηνιαίου μισθώματος, ή διαμένει στην ιδιόκτητη (σε ποσοστό 64%) οικία της στην ... γ) εσφαλμένα ελήφθη υπόψη η αξία της ανωτέρω οικίας αναφορικά με τη δυνατότητα της εφεσίβλητης να επιστρέψει τα αχρεωστήτως ληφθέντα ποσά, σύνταξης, καθόσον δεν της ζητήθηκε να εκποιήσει αυτήν και δ) δεν αναλύθηκαν τυχόν οικογενειακές της υποχρεώσεις. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη με το υποβληθέν στις 5.11.2025 υπόμνημα ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης έφεσης ως αβάσιμης, υποστηρίζοντας ότι α) δεν τελούσε σε δόλο κατά την είσπραξη των ένδικων ποσών σύνταξης, καθώς ουδέποτε ενημερώθηκε από το Ι.Κ.Α. και μετέπειτα Ε.Φ.Κ.Α. για την υποχρέωσή της να αναγγείλει την εκ μέρους της ανάληψη μισθωτής εργασίας, η δε σχετική υπόμνηση στα ενημερωτικά σημειώματα καταβολής σύνταξης είναι αόριστη και συνεπώς απρόσφορη για την απόδειξη του στοιχείου του δόλου, ενώ δεν μπορούσε, ένεκα της πολυπλοκότητας και εκτεταμένης περιπτωσιολογίας των διάσπαρτων διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, να εντοπίσει από μόνη της την ως άνω υποχρέωσή της και τις συνέπειες από την παράλειψή της, καθώς και β) η αναζήτηση περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους δεν είναι νόμιμη και αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης.
14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνει, κατ’ αρχάς, υπόψη τα ακόλουθα: Με την 262/2021 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (που θεωρείται συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση έφεση) κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά της εφεσίβλητης και, επομένως, ότι η από μέρους του εκκαλούντος Φορέα αναζήτηση των ποσών συντάξεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως σε αυτήν πέραν του εύλογου χρόνου, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2005 έως 27.10.2012, αντίκειται στη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης. Περαιτέρω, με την προαναφερόμενη απόφαση, κατά το μη οριστικό μέρος της και αναφορικά με την από μέρους του εκκαλούντος Φορέα αναζήτηση των ποσών συντάξεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στην εφεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016, ήτοι εντός του εύλογου χρόνου, διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων, προκειμένου η εφεσίβλητη να προσκομίσει τα ζητηθέντα με την ίδια απόφαση στοιχεία προς απόδειξη της οικονομικής της κατάστασης. Με δε την 160/2022 οριστική απόφασή του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατόπιν εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων που η εφεσίβλητη προσκόμισε σε εκτέλεση της 262/2021 προδικαστικής απόφασης, έκρινε ότι, σε περίπτωση αναδρομικής επιστροφής, ακόμα και υπό τη μορφή της τμηματικής καταβολής, των καλοπίστως πλην αχρεωστήτως, εισπραχθέντων ένδικων ποσών συντάξεων, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016, η εφεσίβλητη θα υποστεί σοβαρό οικονομικό κλονισμό με άμεση δυσμενή επιρροή στα μέσα διαβίωσής της. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση, ο εκκαλών Φορέας δεν αμφισβητεί την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί έλλειψης δόλιας συμπεριφοράς από μέρους της εφεσίβλητης κατά τη λήψη των αχρεώστητων ποσών σύνταξης καθ’ όλο το επίμαχο διάστημα από 1.1.2005 έως 30.11.2016, ενώ με τους λόγους που προβάλλονται με το δικόγραφό της αμφισβητείται μόνον η κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για τον κίνδυνο οικονομικού κλονισμού της εφεσίβλητης από την επιστροφή των ποσών σύνταξης που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 28.10.2012 έως 30.11.2016. Περαιτέρω, δικάζοντας εντός των ως άνω ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης έφεσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα εξής: Σύμφωνα με όσα κρίθηκαν με την απόφαση 532/2025 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο ασφαλιστικός φορέας έχει δικαίωμα να αναζητήσει ως αχρεώστητες τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που έχει καταβάλει στον συνταξιούχο χωρίς να έχει κατά νόμον υποχρέωση προς καταβολή τους, η δε αναζήτηση των ανωτέρω παροχών χωρεί πλέον σε κάθε περίπτωση (με μόνο χρονικό περιορισμό την εικοσαετή παραγραφή) ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του λαβόντος. Κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα της αναζητήσεως των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, αποκλείεται η αναζήτηση όταν ο λήπτης είναι καλόπιστος και η επιστροφή των παροχών θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του∙ επομένως, ο συνταξιούχος του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απαλλάσσεται από την υποχρέωση για το σύνολο της οφειλής (κεφάλαιο και τόκους) αν επικαλεσθεί και αποδείξει σωρευτικώς, αφενός, την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του, αφετέρου, τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών. Εν προκειμένω, η εφεσίβλητη, σε εκτέλεση της 262/2021 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (κατά το μη οριστικό μέρος της), προσκόμισε τα ζητηθέντα αποδεικτικά στοιχεία της οικονομικής της κατάστασης (αντίγραφα δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και εκκαθαριστικού σημειώματος φορολογίας εισοδήματος για τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2019, καθώς και αντίγραφο της δήλωσης στοιχείων ακινήτων -Ε9), από τα οποία προκύπτει το αρκετά χαμηλό ύψος, αφενός, του εισοδήματός της, που προέρχεται ως επί το πλείστον από τη σύνταξή της (κυμαινόμενο ετησίως από 6.889,92 ευρώ έως 7.703,51 ευρώ), αφετέρου, της ιδιόκτητης ακίνητης περιουσίας της (21.804,95 ευρώ). Οι δε λόγοι της υπό κρίση έφεσης, όπως διατυπώνονται στο δικόγραφό της και επαναλαμβάνονται με το υποβληθέν υπόμνημα, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι προβάλλονται κατά τρόπο συγκεκριμένο και επαρκώς ορισμένο, καθόσον με αυτούς δεν προβάλλεται ούτε αποδεικνύεται, με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία της οικονομικής κατάστασης της εφεσίβλητης, ότι η οικονομική κατάσταση της εφεσίβλητης είναι τέτοια ώστε να δύναται να επιστρέψει τα ένδικα ποσά χωρίς να μην κινδυνεύει με οικονομικό κλονισμό. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει του χαμηλού εισοδήματος και της εν γένει οικονομικής κατάστασης της εφεσίβλητης, η από μέρους της επιστροφή των ποσών σύνταξης που έλαβε αχρεωστήτως κατά τον κρίσιμο χρόνο αναζήτησης (από 28.10.2012 έως 30.11.2016) παρίσταται ικανή να επιφέρει σε βάρος της απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή της συνέπειες. Με τα δεδομένα αυτά, η αναζήτηση των εν λόγων ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στην εφεσίβλητη κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν είναι νόμιμη, τόσο ως προς το κεφάλαιο όσο και ως προς τους τόκους, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, όσα δε αντίθετα προβάλλονται με την κρινόμενη έφεση πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα.
15. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως αβάσιμη. Τέλος, το Δικαστήριο απαλλάσσει τον εκκαλούντα Φορέα από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Απαλλάσσει τον e-Ε.Φ.Κ.Α. από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης.
Η διάσκεψη έγινε στη Λάρισα στις 3 Φεβρουαρίου 2026 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΛΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΝΕΛΛΙΑΣ