ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 16ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 1009/2025

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Μαρία Γαϊτάνη Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο Κουλαξίζη-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη Εφέτες και από την Γραμματέα Ευστρατία Μουσδή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 30 Μαΐου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …., κατοίκου … Αττικής, οδός …. αρ. 61, με ΑΦΜ …., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρόνη Μαυροειδή.

ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: ι) ... ... του ... και της ..., κατοίκου …. Αττικής, οδός ... αρ. .., 2) …. συζ. ... ..., κατοίκου ...Αττικής, οδός ... αρ. ..,με ΑΦΜ ... 3) ... ... του ... και της …., κατοίκου ...Αττικής, οδός ... αρ. .. (εκπροσωπουμένης, λόγω ανηλικότητας, από τους ως άνω 1° και 2η των εφεσιβλήτων γονείς της - συνασκούντες τη γονική της μέριμνα) , οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Πηνελόπης Μουρτζούκου.

Ο ήδη καλών-εφεσίβλητος-ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των καθών η κλήση-εκκαλούντων- εναγομένων (και της ... ... που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δευτεροβάθμια δίκη λόγω απορρίψεως της αγωγής ως προς αυτήν) την από 23.12.2015 (ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../2015) αγωγή και εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η 487/22.2.2017 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά του 1ου ατομικά και κατά της 3ης εκπροσωπουμένης από τον 1° και από την 2η των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής, οι εναγόμενοι (1ος-3η) που ηττήθηκαν, άσκησαν την από 13.4.2017 (ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../ 13.4.2017) έφεσή τους, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του αντιδίκου τους. Επί της εφέσεως αυτής που εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη,, κράτησε την αγωγή, την δίκασε κατ’ ουσίαν και την απέρριψε στη συνέχεια . Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχτηκε την από 21.6.2019 σχετική αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος-εφεσιβλήτου- αναιρεσείοντος. Με την από 31.03.2023 κλήση του τελευταίου, που κατατέθηκε στο δικαστήριο τούτο με ΓΑΚ .../ ΕΑΚ .../ 3.4.2023, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η άνω έφεση, ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο της δίκης. Η συζήτηση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 16.11.2023 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η υπόθεση γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, και παρέδωσαν εμπρόθεσμα στην αρμόδια Γραμματέα της έδρας τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ ‘αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Τούτο σημαίνει ότι αναβιώνει η παροχή έννομης προστασίας δηλαδή αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το εφετείο (Μ.Μαργαρίτης εις ΕρμηνείαΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα υπό άρθρο 579 σελ.1077, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ711/2018, ΑΠ 1150/2017 ιστοσ. Αρείου Πάγου, ΕφΠατρ 26/2024 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Επομένως το δικαστήριο της παραπομπής επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνο τους λόγους που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση και για τα οποία μόνο επανακρίνεται ( ΑΠ 1145/2005, ΕφΑθ 104/2024 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ).Σύμφωνα δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, ‘στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση’. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, ‘αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως ολικής (Α.Π. 1308/2004, Α.Π.1833/2001). Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (Α.Π.738/2012, Ε.Θ. 2518/2000 Αρμ 2001.46). Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, ως τέτοιων νοουμένων των οριστικών διατάξεων της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας (Α.Π.738/2012,Α.Π.1124/1997), όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις ασκήσεως κυρίας παρέμβασης, ανταγωγής, αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, άσκησης παρεμπίπτουσας αγωγής, επεκτείνεται δε, στα αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαιά της, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται (Α.Π. 443/2006, Α.Π.570/2005) και επομένως, ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο, η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο (Α.Π. 1899/2005), ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της. Έτσι, με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι είχαν μετάσχει στην αναιρετική δίκη (А.П.1717/ 2002) επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα (Α.Π. 129/2005), όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ (ΑΠ 845/2010, Α.Π.43/2005, ΑΠ 137/2004, Α.Π. 129/2004). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ. Α.Π. 27/2007). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΓΊ 740/2012, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 852/1987). Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης, που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται η υπόθεση (ΑΠ 1145/2005 ο.π.,ΕφΑθ 104/2024 ο.π.), εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται (το δικαστήριο της παραπομπής) να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1343/2002). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Α.Π. 963/1999 Δνη 41.51, ΕφΠειρ 35/2014, ΕφΘρ 14/2016 ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 637/2013 Αρμ 2014.2104, ΕφΑθ 7478/2013 ΕΦΑΔ 2014.764, ΕφΑθ 4924/2012 ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2508/2011 ΕΔΠ 2012.39, ΕφΠατρ 27/2010 ΑχΝομ 2012.195, ΕφΘεσ 1371/2009 Αρμ 2010.1867, ΕφΑθ 4208/2009 Δνη 2009.173), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (Α.Π. 306/2017 ΤΠΝ ΔΣΑ, ΑΠ 167/2013 ΝοΒ 2013.1567, ΑΠ1421/2002 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της έφεσης ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, θα (επαν)εξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση (ΕΑ 4924/2012 ο.π.). Περαιτέρω, επί αναίρεσης εφετειακής απόφασης στο σύνολο της α) οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτής (αναιρεθείσας απόφασης), δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο (Α.Π. 434/2009, Α.Π.778/2004, Α.Π. 352/2004, ΕφΠειρ 212/2013 ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7478/2013 ο.π. ΕφΑΘ 4924/2012 ο.π.), β) δεν λαμβάνεται υπόψη η ασκηθείσα με τις προτάσεις αυτές αντέφεση, αν ανάγεται σε κεφάλαιο για το οποίο εχώρησε η αναίρεση (ΑΠ 1145/2015, ΑΠ 1070/2008 Δνη 49.731, ΑΠ 1606/ 2007, Α.Π.107/1987 Δνη 20.294), ενώ είναι επιτρεπτή από τον εφεσίβλητο η άσκηση αντέφεσης κατά τη συζήτηση της μετ' αναίρεση έφεσης (Α.Π.1606/2007), γ) είναι επιτρεπτή από τον εκκαλούντα η άσκηση πρόσθετων λόγων έφεσης (Ολ. ΑΠ 27/2007) και δ) είναι επιτρεπτή από τον εναγόμενο ως εφεσίβλητο, μετά την αναίρεση, η πρόταση με τις προτάσεις του στη νέα συζήτηση της έφεσης νέων πραγματικών ισχυρισμών, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ (Α.Π.778/2009, Α.Π.434/2009, Α.Π.352/2004, ΕφΑΘ 4924/2012 ο.π.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αγωγή του, ο ενάγων εξέθετε ότι σε βάρος του πρώτου εναγομένου διατηρούσε απαίτηση ύψους 100.000ευρώ μετά νομίμων τόκων από 25 συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί ο οφειλέτης, ως η απαίτησή του αυτή επιδικάσθηκε με την υπ’ αρ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξοπλισμένη με δύναμη δεδικασμένου, μετά και την υπ’ αρ. 3245/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε αμετάκλητα την ανακοπή του πρώτου εναγομένου με αίτημα την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής. Ότι με την υπ’ αρ. …. νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών …., οι γονείς του πρώτου εναγομένου, ήτοι ο ... ... (που απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 2015) και η τέταρτη εναγομένη μεταβίβασαν στον πρώτο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχείο Γ-Ι διαμερίσματος μίας οικοδομής, που ευρίσκεται επί της οδού ... αρ. ..., ως αυτό περιγράφεται στην αγωγή, ενώ διατήρησαν την επικαρπία του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ότι με την υπ’ αρ. … νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών …., οι ως άνω γονείς του πρώτου εναγομένου και εξ αδιαιρέτου επικαρπωτές μεταβίβασαν στην τρίτη εναγομένη θυγατέρα του πρώτου εναγομένου και εγγονή τους την επικαρπία επί του ακινήτου, ενώ στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη συμβλήθηκε ως εκ τρίτου και ο πρώτος εναγόμενος δηλώνοντας ότι εγκρίνει τη μεταβίβαση αυτή ως ψιλός κύριος. Ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της απαίτησης που διατηρεί σε βάρος του . Για τους λόγους αυτούς ο ενάγων ζήτησε: κυρίως να αναγνωριστεί (α)η ακυρότητα της υπ’ αρ. …. συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών …., διότι με αυτή μεταβιβάσθηκε κατά παράβαση του άρθρου 1166 ΑΚ δικαίωμα επικαρπίας, που κατά τη σύστασή του δεν είχε προβλεφθεί ως μεταβιβαστό και (β) ότι μετά το θάνατο της τέταρτης εναγόμενης ... χήρας ... ... το γένος Δ., το δικαίωμα επικαρπίας θα συνενωθεί με το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου. Επικουρικώς να διαταχθεί η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε με την ως άνω υπ’ αρ. …. συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών …., καθώς επίσης και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 487/2017 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η κύρια βάση της αγωγής ενώ έγινε δεκτή κατά την επικουρική βάση της κατά των πρώτου και τρίτης των εναγομένων, η οποία λόγω της ανηλικότητάς της εκπροσωπείτο από τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγόμενοι που ηττήθηκαν, άσκησαν την από 13.4.2017 (ΓΑΚ .../ΕΑΚ.../13.4.2017) έφεσή τους, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του ενάγοντος, ως προς όλες τις βάσεις της. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή και την απέρριψε στη συνέχεια ως νόμω αβάσιμη ως προς την επικουρική της βάση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο εφεσίβλητος-ενάγων με την από 21.6.2019 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναιρέθηκε η 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Με την ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και από 31.03.2023 (ГАК .../ΕΑΚ .../2023) κλήση του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, νόμιμα φέρεται για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η από 13.4.2017 (ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../13.4.2017) έφεση των ηττηθέντων 1ου-3ης των εναγομένων κατά της 487/24.1.2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκ του λόγου ότι αναιρέθηκε η 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Δηλαδή, με την άνω κλήση εισάγεται προς κρίση με την έφεση των εναγομένων η ένδικη αγωγή, που μεταβιβάστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου, μετά την-κατά τα κατωτέρω-παραδοχή τυπικά της υπό κρίση έφεσης. Με την εν λόγω επικουρική βάση της αγωγής, η απόρριψη της οποίας ως μη νόμιμης με την 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, οι εναγόμενοι ζήτησαν, να θεωρηθεί ότι η συναίνεση του ενάγοντος ψιλού κυρίου στη μεταβίβαση της επικαρπίας επί του ενδίκου ακινήτου από τους γονείς του στην εγγονή τους - θυγατέρα των πρώτου και δευτέρας των εναγομένων δεν εμπίπτει στην έννοια της καταδολιευτικής τοιαύτης του άρθρου 939 ΑΚ. Το κεφάλαιο αυτό που αναφέρεται στην αναιρετική απόφαση, αντιστοιχεί σε εκείνο της 5885/2018 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, που αναιρέθηκε για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων οι οποίοι προτάθηκαν προς θεμελίωσή της, αληθείς υποτιθέμενοι, δεν ευσταθούν διότι με την ως άνω έγκριση της μεταβίβασης της επικαρπίας ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε προς βλάβη των δανειστών του, ως εκρίθη με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ως προς το άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το δικαστήριο, μόνο όμως κατά την επικουρική βάση της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη.

Η υπό κρίση από 13.4.2017 έφεση, που κατατέθηκε στις 13.4.2017 με αριθμό ΓΑΚ .../ЕАК ..., στο δικαστήριο που εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων και με την τακτική διαδικασία , την εκκαλουμένη 487/24.1.2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της γνήσιας τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης, στις 15.3.2017, όπως προκύπτει από την επισημείωση επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της εκκαλουμένης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σταμάτιου Χατζηδάκη (άρθρα 495 επ., 511, 513παρ.1,516παρ.1,517, 518παρ.1 ΚΠολΔικ,). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση (άρθρο 532 ΚΠολΔ), εφόσον έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες και το νόμιμο παράβολο για το παραδεκτό της άσκησής της κατ αρθρο 495 παρ.3Α ΚΠολΔικ (βλ. το υπ’ αριθμ. …./2017 e- παράβολο).

Με την υπό κρίση από 13.4.2017 έφεση (αρ.εκθ.κατ..../... 13.4.2017), που έγινε τυπικά δεκτή εισάγεται προς συζήτηση, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), το κεφάλαιο της δίκης για το οποίο, με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η πιο πάνω 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, δηλαδή η επικουρική βάση της από 23.12.2015 αγωγής του ενάγοντος κατά των εναγομένων, η οποία μεταβιβάστηκε με την εν λόγω έφεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου,(μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης 487/2017 απόφασης κατά το κεφάλαιό της με το οποίο είχε δεχθεί την επικουρική βάση της αγωγής και την αναίρεση της ως άνω απόφασης του παρόντος δικαστηρίου).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1142, 1166, 1167 εδ. α', 174, 175 και 180 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας, που συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία (άρθρο 1143 Α.Κ.), είναι το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα διατηρώντας την ουσία του ακέραιη (άρθρο 1142 Α.Κ.), το οποίο, λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα του, εφ' όσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή (άρθρο 1167 εδ. α' Α.Κ.), οπότε ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος του πράγματος. Λόγω του προσωποπαγούς αυτού χαρακτήρα της επικαρπίας αυτή είναι αμεταβίβαστη (άρθρο 1166 εδ. α' Α.Κ.), όμως η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς εγκύρως μπορεί να συμφωνηθεί, ότι η επικαρπία επί του πράγματος, που κατ' αρχήν συμφωνήθηκε εφ' όρου ζωής του επικαρπωτή, δεν θα αποσβεσθεί με τον θάνατο του τελευταίου, αλλά ότι θα μεταβιβασθεί στη συνέχεια σε τρίτο πρόσωπο, μόνο όμως μία φορά και όχι απεριόριστα, κατά συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1166 Α.Κ., που επιτρέπει τη συμφωνία μεταβίβασης, γιατί η δυνατότητα απεριόριστης μεταβίβασης θα είχε ως συνέπεια την οριστική και μόνιμη απόσχιση των ωφελειών του πράγματος από τον κύριο, του οποίου η κυριότητα θα παρέμενε στο διηνεκές ως ψιλή κυριότητα, καθόσον έτσι θα απογυμνωνόταν για πάντα από τα κυριότερα ωφελήματά της, πράγμα το οποίο θα αντέβαινε στην έννοια της κυριότητας ως καθολικής εξουσίας επί του πράγματος (άρθρο 1000 Α.Κ.), σύμφωνα με την οποία ο κύριος δικαιούται να απολαύσει όλες τις ωφέλειες του πράγματος (Α.Π. 45/2019, ΑΠ 1374/2014,ΕφΑθ 820/2009 ΕλλΔνη 2009.1476, Αγ.Κορνηλάκης Η Επικαρπία εκδ. Σάκκουλα 2013 σελ.103 επ.,Α.Γκατζηρούλης Η συμμετοχή του ανηλίκου στις συναλλαγές εις το πλαίσιο της πολιτικής δίκης εις Sakkoulas online). Περαιτέρω, αν με τη συστατική πράξη της επικαρπίας δεν έχει επιτραπεί η μεταβίβασή της και ο επικαρπωτής τη μεταβιβάσει, όχι εφ' όρου της δικής του ζωής, οπότε η μεταβίβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιτρεπτή μεταβίβαση του ενοχικού δικαιώματος της άσκησης της επικαρπίας κατά το άρθρο 1166 εδ. β' Α.Κ. (πρβλ ΑΠ 280/2011), αλλά εφ' όρου ζωής του αποκτώντος αυτήν, τότε η απαγορευμένη αυτή μεταβίβαση είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 175 εδ. α', η οποία αποτελεί ειδική εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 174 Α.Κ., κατά την οποία δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο είναι άκυρη, την οποία ακυρότητα όμως μόνο ο αμέσως βλαπτόμενος από την μεταβίβαση ψιλός κύριος μπορεί να προτείνει, κατά τη διάταξη του άρθρου 175 εδ. β' Α.Κ., που ορίζει ότι εάν η απαγόρευση (διαθέσεως) έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η εκ της μεταβιβάσεως της επικαρπίας ακυρότητα είναι σχετική και συνεπώς μέχρι την επίκλησή της από τον ψιλό κύριο ή τους κληρονόμους του ή από τους δανειστές του ψιλού κυρίου, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν πλαγιαστικά το σχετικό δικαίωμά του, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, αν αυτός αδρανεί, η μεταβίβαση αναπτύσσει πλήρως την ενέργεια της στις σχέσεις των αντισυμβαλλόμενων και των τρίτων, η οποία ενέργεια όμως αίρεται από την αρχή, αν γίνει νομίμως επίκληση της ακυρότητας, ενώ και ο ψιλός κύριος μπορεί να καταστήσει έγκυρη τη μεταβίβαση με έγκριση αυτής, δηλαδή με την παραίτησή του από το δικαίωμα επικλήσεως της ακυρότητας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του, που απομένει, να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς, (σχέση αιτίου-αιτιατού), με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το (απαραίτητο για την καταδολίευση δανειστών), στοιχείο της βλάβης, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς μόνο έτσι διαπιστώνεται η χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Δηλαδή, δεν αρκεί να είναι αδύνατη ή δυσχερής η ικανοποίηση του δανειστή μετά την απαλλοτρίωση, αλλά θα πρέπει να χειροτερεύει πραγματικά τη θέση του σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Συνακόλουθα τούτων, ο δανειστής που επιχειρεί τη διάρρηξη μίας απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής, οφείλει, πλην άλλων, να αποδείξει ότι η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη στρεφόταν και προσωπικά εναντίον του, πραγματοποιήθηκε δε σε σχέση με τη συγκεκριμένη απαίτησή του. Πραγματοποίηση της προθέσεως βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή και πρέπει να έχει συντελεστεί ήδη κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής διαρρήξεως (ΑΠ 1275/2020). Ως απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ. νοείται κάθε διάθεση ή εκποίηση δικαιώματος περιουσιακής φύσεως του οφειλέτη, που γίνεται με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια του με πρόθεση βλάβης των δανειστών του και με την οποία προκαλείται ή επιτείνεται η ήδη υπάρχουσα αφερεγγυότητα του και τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των δανειστών του, τέτοια δε διάθεση ή εκποίηση αποτελεί όχι μόνο η μεταβίβαση, αλλά και η αλλοίωση ή κατάργηση (ενοχικού ή εμπραγμάτου) δικαιώματος του, όπως έχει κριθεί ότι είναι και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας από τον οφειλέτη σε τρίτο, ο οποίος τελεί σε γνώση ότι ο οφειλέτης χορηγεί σε αυτόν το δικαίωμα τούτο προς βλάβη των δανειστών του, γιατί με την παραχώρηση αυτή ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση κανόνας για τη σειρά κατάταξης των δανειστών (ΟλΑΠ 15/2012). Επομένως τέτοια απαλλοτρίωση αποτελεί και η συναίνεση του οφειλέτη, ψιλού κυρίου του πράγματος, στη μεταβίβαση από τον επικαρπωτή σε τρίτο της επικαρπίας αυτού, της οποίας δεν έχει επιτραπεί η μεταβίβαση, εφ' όσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη μεταβίβαση αυτή μειώνεται η αξία του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας και επιδεινώνεται έτσι η αφερεγγυότητα του, δεδομένου ότι με την παροχή της συναίνεσης αυτής ο ψιλός κύριος καθιστά οριστικά έγκυρη τη μεταβίβαση της επικαρπίας (πρβλ. ΑΠ 1610/2018 ποιν., ΑΠ 667/2015 ποιν), στερώντας παράλληλα το δικαίωμα από τους δανειστές του να ασκήσουν πλαγιαστικά, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, το δικαίωμά του να επικαλεστεί την ακυρότητα της μεταβίβασης, στην οποία επίκληση μόνο ο ίδιος μπορεί να προβεί, και να επιτύχουν έτσι την ακύρωση της μεταβίβασης (πρβλ.Νικ.Νίκας Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τομ.2 εκδ. 2024 εις Sakkoulasonline). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 4 του Ν.Δ. 118/1973 "Κώδικας Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών κ.λπ." και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 4 του N. 2961/2001 "Κώδικας Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών κ.λπ.", που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο όλες τις σχετικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του Ν.Δ. 118/1973, σε περίπτωση διαχωρισμού της επικαρπίας από την κυριότητα, για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας, προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στην ισόβια ή αορίστου χρόνου επικαρπία, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, το οποίο ορίζεται κλιμακωτά αρχίζοντας από τα 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, αν ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ο έτος της ηλικίας του και καταλήγοντας στα 2/10 και στο 1/10 της αξίας αυτής, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 70ο και το 80ο έτος της ηλικίας του αντιστοίχως (βλ. Κ.Φινοκαλιώτης Φορολογικό Δίκαιο 6η έκδοση 2020 εις Sakkoulas online). Oι διατάξεις αυτές αποδίδουν τη συναγόμενη από την επιστημονική γνώση αλλά και από την εμπειρία γενική αρχή ότι στατιστικά ο νεότερος σε ηλικία άνθρωπος έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής από τον μεγαλύτερο, το οποίο μειώνεται όσο αυτός μεγαλώνει και συνεπώς αντίστοιχη με το προσδόκιμο αυτό είναι και η αξία της επικαρπίας, η οποία μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία του επικαρπωτή, με αντίστοιχη αύξηση της αξίας της ψιλής κυριότητας, αφού όσο αυξάνει η ηλικία του επικαρπωτή, τόσον εγγύτερα πλησιάζει ο θάνατός του, ο οποίος θα επιφέρει και την απόσβεση της επικαρπίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την επικουρική βάση της αγωγής, της από 23.12.2015 (ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../2015)( αγωγής) κατά των εναγομένων, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι σε βάρος του πρώτου εναγομένου διατηρούσε απαίτηση ύψους 100.000 ευρώ μετά νομίμων τόκων από 25 συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί ο οφειλέτης, ως η απαίτησή του αυτή επιδικάσθηκε με την υπ’ αρ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξοπλισμένη με δύναμη δεδικασμένου, μετά και την υπ’ αρ. 3245/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε αμετάκλητα την ανακοπή του πρώτου εναγομένου με αίτημα την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Ότι με την υπ’ αρ. …. νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών …., οι γονείς του πρώτου εναγομένου, ήτοι ο ... ... (που απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 2015) και η τέταρτη εναγομένη μεταβίβασαν στον πρώτο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχείο Γ-Ι διαμερίσματος μίας οικοδομής, που ευρίσκεται επί της οδού ... αρ. 11, ως αυτό περιγράφεται στην αγωγή, ενώ διατήρησαν την επικαρπία του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ότι με την υπ’ αρ. .../16-12- 2014 νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών …., οι ως άνω γονείς του πρώτου εναγομένου και εξ αδιαιρέτου επικαρπωτές μεταβίβασαν στην τρίτη εναγομένη θυγατέρα του πρώτου εναγομένου και εγγονή τους την επικαρπία επί του ακινήτου, ενώ στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη συμβλήθηκε ως εκ τρίτου και ο πρώτος εναγόμενος δηλώνοντας ότι εγκρίνει τη μεταβίβαση αυτή ως ψιλός κύριος. Ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της απαίτησης που διατηρεί σε βάρος του . Για τους λόγους αυτούς ο ενάγων ζήτησε επικουρικώς να διαταχθεί η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε με την ως άνω υπ’ αρ. .../16-12-2014 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών …., καθώς επίσης και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη 487/2017 οριστική απόφασή του απέρριψε την κύρια βάση ως έχει εκτεθεί ανωτέρω και δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση της και διέταξε να διαταχθεί υπέρ του ενάγοντος και κατά των πρώτου εναγομένου ατομικά και της τρίτης εναγομένης ,ως εκπροσωπήθηκε λόγω της ανηλικότητας από τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης που συντελέστηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../16.12.2014 δωρεάς της συμβολαιογράφου …., που καταχωρίσθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...με αριθμό καταχώρισης ….-2015 με την οποία ο ψιλός κύριος πρώτος εναγόμενος συνήνεσε στη μεταβίβαση επικαρπίας (που είχε συσταθεί ως αμεταβίβαστη) του ακινήτου υπό στοιχείο Γ-Ι διαμερίσματος μίας οικοδομής, που ευρίσκεται στη ... Αττικής επί της οδού ... αρ. ..., από τους γονείς του ... ... (που απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 2015) και την τέταρτη εναγομένη ... ..., προς την τρίτη εναγομένη. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων την υπό κρίση έφεση, με την οποία ζήτησαν για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον τους αγωγή. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 5885/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε την επικουρική βάση, η οποία αγωγή κρατήθηκε στη συνέχεια, από το δευτεροβάθμιο τούτο δικαστήριο, δικάστηκε και απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε αναίρεση ο ενάγων και εκδόθηκε η 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε για τον λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, η αναιρεσιβληθείσα απόφαση. Με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε, κατ'άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, η πιο πάνω εφετειακή απόφαση ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η επικουρική βάση της αγωγής, [που είχε μεταβιβασθεί ενώπιον του προς κρίση, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το κεφάλαιο με το οποίο είχε δεχθεί την επικουρική βάση της αγωγής], διότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο τούτο δικαστήριο οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η συναίνεση εκ μέρους του πρώτου εναγομένου στη μεταβίβαση εκ μέρους των γονέων του προς την τρίτη εναγομένη εγγονή αυτών που εκπροσωπήθηκε λόγω της ανηλικότητάς της από τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων γονείς της μείωσε την περιουσία αυτού (πρώτου εναγομένου) ,ούσα καταδολιευτική, η οποία ως εκ τούτου είναι νόμιμη, όπως ήδη κρίθηκε με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Αυτή η επικουρική βάση της αγωγής, που αφορά το αναιρεθέν κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, που την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, ενώ είναι νόμιμη, όπως κρίθηκε με την 1760/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, και θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 939 επ.ΑΚ και 15 παρ.1 και 4 του ν.δ. 118/1973, είναι το μόνο αντικείμενο, που εισάγεται, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μετά την εξαφάνιση του αντιστοίχου κεφαλαίου της εκκαλουμένης οριστικής 487/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, στο δικαστήριο τούτο της παραπομπής.

Από την επανεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επιμελεία των εναγομένων, τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων διατηρεί απαίτηση σε βάρος του πρώτου εναγομένου ύψους 100.000 ευρώ μετά νομίμων τόκων από 25 συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί ο οφειλέτης, ως η απαίτησή του αυτή επιδικάσθηκε με την υπ’ αρ. ..../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξοπλισμένη με δύναμη δεδικασμένου, μετά και την υπ’ αρ. 3245/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ανακοπή του πρώτου εναγομένου με αίτημα την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής. Σημειωτέον ότι η από 25/9/2014 αίτηση του πρώτου εναγομένου για αναίρεση της ανωτέρω υπ’ αρ. 3245/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έχει ήδη απορριφθεί με την υπ’αρ. 755/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την υπ’ αρ…../12-5-2006 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών …., οι γονείς του πρώτου εναγομένου, ήτοι ο ... ... (που απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 2015) και η τέταρτη εναγομένη μεταβίβασαν στον πρώτο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχείο Γ-1 διαμερίσματος μίας οικοδομής, που ευρίσκεται στη ..., επί της οδού ... αρ.11 .Ειδικότερα πρόκειται για την ανεξάρτητη ιδιοκτησία υπό στοιχεία ГАМА ΕΝΑ (Γ-1) ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ του τρίτου (Γ), μετά την πυλωτή, ορόφου πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας) κτισμένης σε οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 286,37, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ...Αττικής, του ομωνύμου Δήμου, πρώην Δήμου Αθηναίων, στη θέση «...» ή «….», ήδη της Δημοτικής Κοινότητας …., Δημοτικής Ενότητας …., του Δήμου …., της Περιφερειακής Ενότητας Νοτίου Τομέα Αθηνών, της Περιφέρειας Αττικής, εντός του Οικοδομικού Τετραγώνου του περιβαλλόμενου από τις οδούς ...-….- … και … και επί της οδού ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό ένδεκα (...), με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) γεωτεμαχίου …./0/0. Το ως άνω οικόπεδο εμφαίνεται και απεικονίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα, κατά τις πλευρικές αυτού απολήξεις, Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από Μαΐου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού …., που προσαρτάται στο υπ’ αριθμόν …. συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου …. ... …., ορίζεται δε κατά το ως άνω διάγραμμα Βορείως εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε μήκους μέτρων δύο και 0,50 (2,50 μ.) με ιδιοκτησία ….. και εν μέρει επί πλευράς Ζ-Α μήκους μέτρων είκοσι ενός (21,00 μ.) με ιδιοκτησία …., Νοτίως επί πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων είκοσι τεσσάρων και 0,80 (24,80 μ.) με ιδιοκτησία αρχικώς …. και ήδη με πολυκατοικία ... …., Ανατολικώς εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων δύο και 0,90 (2,90 μ.) με ιδιοκτησία αρχικώς …., μετέπειτα αγνώστου και ήδη με πολυκατοικία διαφόρων συνιδιοκτητών και εν μέρει επί πλευράς Ε-Ζ μήκους μέτρων εννέα και 0,50 (9,50 μ.) με ιδιοκτησία αρχικώς …., μετέπειτα αγνώστου και ήδη με ιδιοκτησία ….. και Δυτικώς επί προσόψεως A-В μήκους μέτρων δέκα τεσσάρων και 0,40 (14,40 μ.) με την οδό .... Ειδικότερα: 1) Το ως άνω υπό στοιχεία ГАМА ΕΝΑ (Γ-1) ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ του τρίτου(Γ), μετά την πυλωτή, ορόφου της προαναφερομένης πολυκατοικίας, εμφαίνεται στο από Μαΐου 1988 κοινό σχεδιάγραμμα κατόψεως Α-Β-Γ-Δ-Ε-ΣΤ ορόφων και οι ποσοστιαίες αναλογίες του αναφέρονται στον από Μαΐου 1988 Πίνακα Αναλογιών και τα δύο του Πολιτικού Μηχανικού Θ., που προσαρτώνται στο υπ’ αριθμόν …./1989 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... ... …., έχει είσοδο από τον κοινόχρηστο διάδρομο του αυτού ορόφου, αποτελείται από λίβινγκ-ρουμ, κουζίνα, μικρό αποχωρητήριο (W.C.), διάδρομο, λουτρο αποχωρητήριο, δύο (2) κοιτώνες, έναν (1) ημιϋπαίθριο χώρο προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, μία (1 ) βεράντα-εξώστη στην πρασιά της οδού ... και δύο (2) εξώστες στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά εκατόν επτά (107,00 М2), όγκου σε μέτρα κυβικά τριακόσια είκοσι ένα (321,00 М3), κοινοχρήστων ογδόντα πέντε και 0,65(85,65 М3) και συνολικό τετρακόσια έξι και 0,65 (406,65 М3), ποσοστό εκατόν εξήντα πέντε χιλιοστά , στο οποίο αντιστοιχεί επιφάνεια οικοπέδου σε μέτρα τετραγωνικά πενήντα και 0,85 (50,85 М2), ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες της κατηγορίας «1» δηλαδή συντηρήσεως, επισκευών κ.λπ. του κτιρίου εκατόν εξήντα πέντε χιλιοστά (165/1000) και της κατηγορίας «2» δηλαδή κοινοχρήστων εκατόν εξήντα έξι χιλιοστά (166/1000), ανελκυστήρας εκατόν πενήντα τρία χιλιοστά (153/1000) και θερμάνσεως κατά το ποσοστό που ορίζεται στην μελέτη και τον πίνακα του μηχανολόγου, έχει ψήφους στις γενικές συνελεύσεις των συνιδιοκτητών επί θεμάτων και δαπανών αμφοτέρων των κατηγοριών εκατόν εξήντα πέντε (165) επί συνόλου χιλίων (1000) αντιστοίχως, ορίζεται δε Δυτικώς με την πρασιά και πέραν αυτής με την οδό ..., Βορείως με την πρασιά κατά την βεράντα-εξώστη του προς αυτήν, την όμορη ιδιοκτησία, τον κοινόχρηστο διάδρομο του ορόφου, το κεντρικό κλιμακοστάσιο και τον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου κατά τους δύο εξώστες του και τον ημιϋπαίθριο χώρο του προς αυτόν, Ανατολικώς με το φρεάτιο του ανελκυστήρας, τον κοινόχρηστο διάδρομο του ορόφου και τον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και Νοτίως με την όμορη ιδιοκτησία και την πρασιά της οδού ... κατά την βεράντα-εξώστη του προς αυτήν. Στο προπεριγραφόμενο υπό στοιχεία Γάμα ένα (Γ-1) διαμέρισμα και υπέρ του εκάστοτε κυρίου του, ανήκει η αποκλειστική χρήση του υπό στοιχεία ΠΙ ΤΡΙΑ (Π-3) χώρου σταθμεύσεως ενός επιβατηγού αυτοκινήτου στην πυλωτή της πολυκατοικίας, ο οποίος απεικονίζεται σε κάτοψη στο από Μαΐου 1988 σχεδιάγραμμα του ισογείου-πυλωτής του ιδίου ως άνω Πολιτικού Μηχανικού, που προσαρτάται στο υπ1 αριθμόν …./1989 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... ... …., η οποία έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά ένδεκα (11,00 М2), βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της πυλωτής προς την πρασιά και την γειτονική ιδιοκτησία και συνορεύει γύρωθεν με την πρασιά της οδού ..., τον υπό στοιχεία Πι δύο (Π-2) χώρο σταθμεύσεως, τον ελεύθερο χώρο της πυλωτής και την γειτονική προς Νότο ιδιοκτησία και για το οποίο χώρο και την επ' αυτού δουλεία ορίζεται ειδικότερα στον περιεχόμενο στο δεύτερο μέρος της υπ’ αριθμόν .../1989 Πράξεως Συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας Κανονισμό πολυκατοικίας (άρθρο 7° υπό τον αριθμό 7). Η προπεριγραφόμενη αυτοτελής και διηρημένη οριζόντια ιδιοκτησία φέρει τον …./0/8 ΚΑΕΚ. Στο ως άνω ακίνητο, οικόπεδο μετά της επ’ αυτού πολυκατοικίας, συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία και καταρτίσθηκε ο κανονισμός σχέσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτής, με την υπ’ αριθμόν …..1989 Πράξη Συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου ... ... …., μεταγραμμένη στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο .... και με αύξοντα αριθμό... Οι ως άνω μεταβιβάσαντες διατήρησαν την επικαρπία του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Η αμέσως ως άνω συμβολαιογραφική πράξη καταχωρίσθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...με αριθμό καταχώρισης ….. Εξ άλλου, με την υπ’ αρ. .../16-12-2014 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών …., οι ως άνω γονείς του πρώτου εναγομένου και εξ αδιαιρέτου επικαρπωτές μεταβίβασαν στην τρίτη εναγομένη, θυγατέρα του πρώτου εναγομένου και εγγονή τους, την επικαρπία επί του ακινήτου. Στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη συμβλήθηκε ως εκ τρίτου και ο πρώτος εναγόμενος δηλώνοντας ότι εγκρίνει τη μεταβίβαση αυτή ως ψιλός κύριος, με συνέπεια την ισχυροποίηση της μεταβίβασης λόγω δωρεάς. Η αμέσως ως άνω συμβολαιογραφική πράξη καταχωρίσθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...με αριθμό καταχώρισης ….. Ο ... ... απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 2015. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγομένου και οφειλέτη του ενάγοντος δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση του τελευταίου, αφού άλλως τε επέσπευσε ήδη πλειστηριασμό σε άλλη κατοικία του πρώτου εναγομένου στη ..., πλην όμως δεν κατετάγη, λόγω εξάντλησης του πλειστηριάσματος υπέρ της εμπραγμάτως εξασφαλισμένης τράπεζας …. (βλ. υπ’ αρ. …. πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ... …., που προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ο ενάγων). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η συναίνεση του ψιλού κυρίου πρώτου εναγομένου στη μεταβίβαση της επικαρπίας του υπό στοιχείο Γ-1 διαμερίσματος της οικοδομής, που ευρίσκεται επί της οδού ... αρ. ..., από τους γονείς του ... ... (που απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 2015) και την τέταρτη εναγομένη, συνιστά χαριστική οιονεί δικαιοπραξία και πρέπει να διαρρηχθεί, αφού (α) συνιστά απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη πρώτου εναγομένου που αποστερεί από τους δανειστές του τη δυνατότητα να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση επί του ανωτέρω ακινήτου, ήτοι τους εμποδίζει να προβούν στην αναγκαστική εκτέλεση που θα γινόταν στην πλήρη κυριότητα, ως αυτή θα ανήκε στον πρώτο εναγόμενο, εάν δεν είχε χωρήσει η απαλλοτριωτική πράξη και μετά το θάνατο των επικαρπωτών γονέων του η επικαρπία επέστρεφε σε αυτόν (β) η πράξη αυτή (ανεξαρτήτως των κινήτρων των γονέων του και της γνώσης της υπέρ ής η μεταβίβαση θυγατρός του) έγινε από τον πρώτο εναγόμενο με πρόδηλο σκοπό βλάβης των δανειστών του και ιδίως του εδώ ενάγοντος και η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των δανειστών.

Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, οφειλέτης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, με την παράστασή του ως τρίτου, υπό την ιδιότητα του ψιλού κυρίου του δωρούμενου δικαιώματος της επικαρπίας, στο συμβόλαιο δωρεάς και την έγκριση αυτής, παραιτήθηκε ουσιαστικά, κατά τον απαιτούμενο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, από το δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας της μεταβίβασης της επικαρπίας, η οποία ήταν αμεταβίβαστη, καθιστώντας έτσι έγκυρη τη σύμβαση δωρεάς, με αποτέλεσμα τη μείωση, λόγω της συγκεκριμένης μεταβίβασης, της αξίας του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου από τα (10/10-2/10 =) 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, που ήταν πριν τη μεταβίβαση, ενόψει της ηλικίας των συνεπικαρπωτών, από τους οποίους, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο πρώτος είχε υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας του και η δεύτερη το 80ο έτος, στα (10/10-8/10 =) 2/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, ενόψει της ηλικίας της ανήλικης δωρεοδόχου, που ήταν μικρότερη των 20 ετών, και, συνακόλουθα, τη χειροτέρευση της θέσης του πρώτου εναγομένου, σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Επομένως, εφόσον η ανωτέρω συναίνεση αποτελεί απαλλοτρίωση, κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ., η οποία μείωσε την περιουσία του οφειλέτη πρώτου εναγομένου, τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβάνονται, περαιτέρω, η ύπαρξη απαίτησης του δανειστή - ενάγοντος, γεννημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, πρόθεση του οφειλέτη πρώτου εναγομένου να βλάψει τον δανειστή του-ενάγοντα, η βλάβη του ενάγοντος από την απαλλοτρίωση αυτή, αφού η υπολειπόμενη περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησής του, καθώς και η γνώση της δεύτερης εναγομένης, που εκπροσώπησε μαζί με τον πρώτο εναγόμενο την ανήλικη τρίτη εναγομένη, ότι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε προς βλάβη των δανειστών του, θεμελιώνουν τη σχετική αξίωση του ενάγοντος, αφού πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , το οποίο έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση. Με βάση τα αναλυτικώς ανωτέρω εκτεθέντα και τη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε η ένδικη έφεση τυγχάνει απορριπτέα κατ’ ουσίαν και η πρωτόβαθμη απόφαση που έκρινε την επικουρική βάση της αγωγής ως νόμιμη δοθέντος ότι η τοιαύτη μεταβίβαση τυγχάνει καταδολιευτική επικυρούται υπό του παρόντος Δικαστηρίου (βλ.σκέψη ΑΠ 1421/2002 ο.π.).Με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, συναναιρέθηκε τόσο η διάταξη της αναιρεσιβληθείσας 5885/2018 απόφασης του δικαστηρίου τούτου περί δικαστικής δαπάνης, όσο και η διάταξή της περί επιστροφής του παράβολου της έφεσης, ως συναπτόμενες αρρήκτως με το άνω αναιρεθέν κεφάλαιο της αναιρεσιβληθείσας απόφασης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που κατέθεσαν οι εκκαλούντες κατά την άσκηση της έφεσής τους (άρθ. 495 παρ. ЗА ΚΠολΔικ) στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος των εκκαλούντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 13-4-2017 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 487/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που κατέθεσαν οι εκκαλούντες κατά την άσκηση της έφεσής τους.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων-εναγομένων τη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου-ενάγοντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 -9- 2024

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25.2.2025 με την σύνθεση Σοφία Λιγνού Πρόεδρο Εφετών λόγω της μετάθεσης της Προέδρου Εφετών Μαρίας Γαϊτάνη, Δημήτριο Κουλαξίζη και Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη Εφέτες, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ