Αριθμός απόφασης: 1005/2026
TΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ
ΤΜΗΜΑ ΙΑ’


Αποτελούμενο από τις δικαστές: Διονυσία Παληογιάννη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Μαρία Εφορακοπούλου και Δημήτριο Νικολόπουλο, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων

σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26-09-2025 με γραμματέα τη Φωτεινή Ροζή, για να δικάσει την με αριθμό καταχώρισης.../26-11-2024 αίτηση ακύρωσης

τ ω ν  1) Π. του..., κατοίκου .... (....), 2) Β. του ..., κατοίκου ... (...) και 3) Ν. του ...., κατοίκου .... (...), οι οποίοι παραστάθηκαν με τον, διορισθέντα με προφορική τους δήλωση στο ακροατήριο, δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου

κ α τ ά του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, που εδρεύει στο Μαρούσι (οδός ...) και παραστάθηκε με την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Επιστήμη-Μαρία Μουστακάτου.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της έκθεσης της εισηγήτριας της υπόθεσης, Μαρίας Εφορακοπούλου.

Ακολούθως, το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, που ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους ακύρωσης και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, που ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία και τις σχετικές διατάξεις, αποφασίζει τα εξής:

1. Επειδή, για την υπό κρίση αίτηση καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ύψους 150 ευρώ (βλ. e-Παράβολο με κωδικό πληρωμής...).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτούντες, εκπαιδευτικοί των Κλάδων ΠΕ04.01 (Φυσικών) οι δύο πρώτοι και ΠΕ11 (Φυσικής Αγωγής) o τρίτoς, ζητούν παραδεκτώς την ακύρωση των ..../...-2024 και ...-2024 απορριπτικών απαντήσεων της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαιδευτικού Προσωπικού Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και ήδη Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, επί των ....-2016 και ...-2016 αιτήσεων που υπέβαλαν -από κοινού με άλλους εκπαιδευτικούς διαφόρων κατηγοριών ΠΕ (επιτυχόντες των διαγωνισμών των ετών 2004, 2006, 2008)- ζητώντας τον αναδρομικό διορισμό τους σε θέσεις εκπαιδευτικών της δημόσιας εκπαίδευσης, ως επιτυχόντες, οι ίδιοι, των διαγωνισμών του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2004. Οι ως άνω απορριπτικές απαντήσεις εκδόθηκαν σε συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις 1731/2022 και1732/2022 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (Γ´ Τμήμα, 5μελής σύνθεση).

3. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου και το ...-2025 έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Δικαστήριο, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11-06-2025 και δεν αμφισβητούνται από τους αιτούντες, προκύπτουν τα εξής: Οι αιτούντες εκπαιδευτικοί συμμετείχαν στους διαγωνισμούς με βάση τις προκηρύξεις Α.Σ.Ε.Π. .../2004 (ΦΕΚ...-2004 τ. Προκηρ. Α.Σ.Ε.Π.) και .../2005, για την κατάρτιση πινάκων διοριστέων εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε 7.607 προκηρυχθείσες θέσεις, για τα σχολικά έτη (διετίες) 2005 - 2006 / 2006 - 2007. Οι ως άνω προκηρυχθείσες θέσεις διοριστέων αντιστοιχούσαν στο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. αα΄ του ν.3255/2004, ποσοστό 60% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, ο δε αριθμός τους καθορίστηκε με την 121914/Δ2/01-11-2004 (1641 Β´) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αφού ελήφθησαν υπόψη τα κενά που υπήρχαν και εγκρίθηκε η προκαλούμενη δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό. Περαιτέρω, με αντίστοιχες κοινές αποφάσεις των ίδιων ως άνω Υπουργών καθορίστηκε ο αριθμός εκπαιδευτικών για διορισμό κατά τα ως άνω σχολικά έτη στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά κλάδο και ειδικότητα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 2, 3, 4, 5 και 6 του ν.3687/2008 [α) εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων και β) εκπαιδευτικών με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., αντιστοίχως]. Οι ήδη αιτούντες έλαβαν μέρος στους προαναφερόμενους διαγωνισμούς, κατετάγησαν δε, ως λαβόντες τη βαθμολογική βάση, στους οικείους πίνακες επιτυχόντων, λόγω, όμως, της σειράς επιτυχίας τους δεν περιλήφθηκαν στους πίνακες διοριστέων των αντίστοιχων κλάδων. Όπως βεβαιώνει η Διοίκηση στο ως άνω έγγραφο απόψεών της προς το Δικαστήριο, το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων κάλυψε το ήμισυ των αντίστοιχων προκηρυχθεισών θέσεων (των ως άνω διαγωνισμών) κατά το σχολικό έτος 2005-2006· κάλυψε επίσης το ήμισυ των θέσεων που αντιστοιχούσαν στο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν.3255/2004, ποσοστό 40% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων και στη συνέχεια κάλυψε τις υπόλοιπες θέσεις, αντίστοιχα, κατά το σχολικό έτος 2006-2007. Ωστόσο, πριν από τη λήξη του σχολικού έτους 2009-2010 (που αφορούσε σε διοριστέους του, μεταγενέστερου του ένδικου, διαγωνισμού του έτους 2008), ψηφίστηκε ο ν.3848/2010 (Α´ 71/19-05-2010), με τον οποίο θεσπίστηκε πάγιο σύστημα διορισμών και προσλήψεων εκπαιδευτικού προσωπικού στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θεμελιώδη προϋπόθεση λειτουργίας του οποίου αποτέλεσε η διενέργεια διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. τόσο για διορισμό σε μόνιμες θέσεις όσο και για την πρόσληψη εκπαιδευτικών ως αναπληρωτών ή ωρομισθίων. Παράλληλα με το πάγιο σύστημα προσλήψεων αναπληρωτών και έως ότου αυτό εφαρμοστεί, γεγονός που προϋπέθετε τη διεξαγωγή διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τον ν.3848/2010, θεσπίστηκαν με το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες ο χρόνος εντός του οποίου θα διορίζονταν ως μόνιμοι εκπαιδευτικοί σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. (του προαναφερόμενου διαγωνισμού του 2008) παρατάθηκε πέραν του σχολικού έτους 2010-2011 έως και το σχολικό έτος 2011-2012, με δυνατότητα περαιτέρω παράτασης της μεταβατικής περιόδου έως τη διενέργεια του πρώτου κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. Κατ’ ακολουθίαν τούτου, ενώ υπό το νομοθετικό καθεστώς πριν από τον ν.3848/2010 και βάσει των προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π. θα έπρεπε να διοριστεί, κατά το σχολικό έτος 2010-2011, το υπόλοιπο ήμισυ του αριθμού των διοριστέων εκπαιδευτικών του διαγωνισμού του έτους 2008, θα έπρεπε δηλαδή να καλυφθεί το υπόλοιπο ήμισυ των προκηρυχθεισών θέσεων, μετά την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.3848/2010 τούτο δεν ήταν πλέον δυνατόν (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 527/2015 σκέψη 14). Ακολούθως, με την...-2010 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων κατανεμήθηκαν για το σχολικό έτος 2010-2011, κατά κλάδο και ειδικότητα, 2.762 οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι θέσεις αυτές καλύφθηκαν με τις...-2010, ...08-2010 και .....-2010 αποφάσεις της Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι διορισμοί εκπαιδευτικών για το σχολικό έτος 2010-2011. Στη συνέχεια, εκπαιδευτικοί οι οποίοι είχαν περιληφθεί στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του ως άνω διαγωνισμού, με αίτησή τους ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζήτησαν να ακυρωθεί η -εκδηλωθείσα με τις προαναφερθείσες αποφάσεις- παράλειψη της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων να τους διορίσει κατά το σχολικό έτος 2010-2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 2223/2012 απόφασή του, κρίνοντας ότι στην εν λόγω υπόθεση ετίθεντο ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος δυνάμενα να έχουν συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, υπέβαλε, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν.3900/2010, προδικαστικά ερωτήματα προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε επ’ αυτών με την Σ.τ.Ε. 527/2015 Ολομ. (κατόπιν της παραπεμπτικής στην Ολομέλεια απόφασης του Γ΄ Τμήματος 1175/2014 επταμ.). Με την απόφαση αυτή (527/2015) κρίθηκε ότι η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.3848/2010 καθώς και οι ειδικότερες ρυθμίσεις των παρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου αντίκεινται στις κατοχυρωμένες από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της Επικρατείας με το ίδιο σκεπτικό έκρινε, με τις 2491-2492/2015 αποφάσεις του Γ´ Τμήματος, ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α´, υποπερ. ββ΄ και παρ. 4 του ν.3255/2004 είναι αντισυνταγματικές και ανίσχυρες, χωρίς να παραπέμψει το ζήτημα στην Ολομέλεια κατ’ άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, με την αιτιολογία ότι με την 527/2015 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου είχαν κριθεί, για τους ίδιους λόγους, ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και παρ. 8 του ν.3848/2010, οι οποίες είχαν «ταυτόσημο περιεχόμενο με τις ως άνω διατάξεις του ν.3255/2004». Ακολούθως, με την 2743/2017 απόφαση του Σ.τ.Ε. του Γ´ Τμήματος (επταμ. σύνθεσης) κρίθηκε, με ευθεία παραπομπή στην απόφαση Σ.τ.Ε. 527/2015 Ολομ., ότι οι έχουσες ταυτόσημο περιεχόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 8 και 9 του ν.3848/2010, αλλά και τις αντίστοιχες του ν.3255/2004, διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του ν.3687/2008, δεν ήταν συνταγματικώς ανεκτές.

4. Επειδή, με τις υποβληθείσες -από κοινού, με άλλους επιτυχόντες των διαγωνισμών των ετών 2004, 2006 και 2008, εκπαιδευτικούς διαφόρων κατηγοριών ...-2016 και ...-2016 αιτήσεις τους προς το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, οι αιτούντες, επικαλούμενοι -εκτός άλλων- τις 527/2015 (Ολ.) και 2491 - 2492/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, αντισυνταγματικές οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν.3848/2010 και 6 παρ. 2 (περίπτ. α΄ υποπερ. ββ΄) και 4 του ν.3255/2004, αντιστοίχως, ζήτησαν κατ’ ουσίαν, ως επιτυχόντες, οι ίδιοι, του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2004, την ανάκληση των υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες είχαν διοριστεί δυνάμει των ανωτέρω αντισυνταγματικών διατάξεων, κατά παράλειψή τους, κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη/διετίες (2005 - 2006 και 2006 - 2007), εκπαιδευτικοί των κλάδων τους προερχόμενοι από τους πίνακες αναπληρωτών, προκειμένου να διοριστούν αναδρομικώς οι ίδιοι. Επί του αιτήματος αυτού η Διοίκηση απάντησε αρνητικά με τα ....-2016 και ...2016 έγγραφα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στα οποία διελήφθησαν (και δη κατ’ αντιστοιχία των ετών διαγωνισμού και των σχετικών με αυτά αιτήσεων) τα ακόλουθα: (α) η ισχύς των πινάκων επιτυχίας των εκπαιδευτικών όλων των διαγωνισμών του Α.Σ.Ε.Π., πλην του τελευταίου διαγωνισμού του έτους 2008, έχει λήξει και έχουν καλυφθεί με μόνιμο διορισμό όλες οι προκηρυχθείσες θέσεις· συνεπώς, η Διοίκηση έχει ολοκληρώσει, με την έκδοση των σχετικών πράξεων (αποφάσεων διορισμού), τις οφειλόμενες από μέρους της ενέργειες, όπως αυτές ορίζονταν από τις τότε ισχύουσες διατάξεις και εντός του προβλεπόμενου από αυτές χρονικού πλαισίου και, ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιείται να προβεί στην έκδοση άλλων συναφών πράξεων (διορισμών μονίμων εκπαιδευτικών) εκ των υστέρων και δυνάμει των ίδιων διατάξεων· (β) για τον διορισμό εκπαιδευτικού επιτυχόντος σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. απαιτείται να κριθεί αυτός διοριστέος με απόφαση της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής, κατόπιν ελέγχου των συνυποβληθέντων με την αίτηση συμμετοχής δικαιολογητικών· τέτοια απόφαση, όμως, ουδέποτε εκδόθηκε για τους αιτούντες, οι οποίοι ως εκ τούτου στερούνται άμεσου, προσωπικού και ενεστώτος εννόμου συμφέροντος, καθόσον η ένταξη και κατάταξη αυτών στους πίνακες επιτυχόντων του κλάδου τους δεν είναι βέβαιη και οριστική· (γ) επιπλέον, αποδοχή του αιτήματος αναδρομικού διορισμού των αιτούντων θα προσέκρουε στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, δεδομένου ότι ζητούν να ανατρέξει ο διορισμός τους σε σχολικά έτη πριν από την εξάντληση του πίνακα διοριστέων του κλάδου τους και την κατά τον νόμο διάθεση των επιτυχόντων/επιλαχόντων που προηγούνται αυτών στη σειρά κατάταξης στον ίδιο πίνακα· (δ) σε κάθε περίπτωση, ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών εξαρτάται από τις εκπαιδευτικές ανάγκες, όπως αυτές αποτυπώνονται στα κατ’ έτος διατιθέμενα προς κάλυψη οργανικά κενά, από την έγκριση των απαιτούμενων πιστώσεων, από την κατάταξη του υποψηφίου στους οικείους πίνακες και από την υποβληθείσα εκ μέρους του δήλωση προτίμησης και, συνεπώς, μόνη η δυνατότητα υποβολής αίτησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως τον διορισμό του υποψηφίου· (ε) οι αιτούντες δεν επικαλούνται ότι έχουν προσβάλει πράξεις που οδήγησαν σε μη διορισμό τους στο παρελθόν ή ότι έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις που τους δικαιώνουν προσωπικά· (στ) η 527/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορά σε εκπαιδευτικούς, ήδη διαδίκους σε εκκρεμείς δίκες, οι οποίοι λόγω της σειράς επιτυχίας τους έχουν περιληφθεί σε οριστικό πίνακα διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2008 και δεν απορρέει από αυτήν υποχρέωση για διορισμό άλλων· (ζ) οι 2491/2015, 2492/2015 και 2947/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεων ακύρωσης και εφέσεων εκπαιδευτικών οι οποίοι είχαν προσβάλει εμπροθέσμως υπουργική απόφαση περί διορισμών, κατά παράλειψή τους. Κατά των αρνητικών αυτών απαντήσεων οι αιτούντες άσκησαν αιτήσεις ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες απορρίφθηκαν. Ειδικότερα, το ως άνω δικάσαν δικαστήριο, εξετάζοντας τις αιτήσεις ακύρωσης υπό το πρίσμα της νομολογιακής αρχής, κατά την οποία η Διοίκηση οφείλει υπό προϋποθέσεις να ανακαλεί παράνομες πράξεις της, έκρινε με τις σχετικές αποφάσεις του (1699/2018, 1023/2019, 3104/2018, 208/2019, 2361/2019, 209/2019, 355/2019, 213/2019, 513/2019 και 185/2019), ότι το διάστημα που (κατά περίπτωση) παρήλθε από τη δημοσίευση της 527/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι οι αιτούντες να υποβάλουν τις αιτήσεις τους προς τη Διοίκηση, δεν δύναται να θεωρηθεί εύλογο, ώστε να γεννηθεί υποχρέωση της Διοίκησης προς ανάκληση παράνομων πράξεων κατά την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή. Κατά συνέπεια, (στις ένδικες περιπτώσεις), δεν στοιχειοθετήθηκε παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας παραδεκτώς προσβλητή με αίτηση ακύρωσης. Με τις 1731 και 1732/2022 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (Γ´ Τμήμα), οι οποίες εκδόθηκαν επί σχετικών εφέσεων των αιτούντων κατά των οικείων απορριπτικών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (3104/2018 και 1023/2019), έγινε δεκτό ότι αφετηρία υπολογισμού του εύλογου χρόνου για την υποβολή της αίτησης προς τη Διοίκηση πρέπει να θεωρηθεί η δημοσίευση, στις 25-06-2015, των 2491-2492/2015 ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου, με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις, εκτός άλλων, του άρθρου 6 παρ. 2 περίπτ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν.3255/2004, με τις οποίες προβλέπονταν περιορισμοί στους διορισμούς στη δημόσια εκπαίδευση εκπαιδευτικών επιτυχόντων των διαγωνισμών του Α.Σ.Ε.Π., δια του διορισμού εκπαιδευτικών από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών. Ακόμη, κρίθηκε ότι τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα από τη δημοσίευση αυτών των ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι την άσκηση των σχετικών ως άνω αιτήσεων, δεν υπερβαίνουν τον εύλογο χρόνο, εντός του οποίου μπορούσαν να ζητήσουν οι αιτούντες την ανάκληση των ανωτέρω πράξεων διορισμού, καθώς και ότι μη νομίμως απορρίφθηκαν τα σχετικά αιτήματα. Τούτο, διότι σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, ειδικώς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή σε κανονιστική πράξη χωρίς νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, η αρχή περί της μη ύπαρξης υποχρέωσης της Διοίκησης να ανακαλεί παράνομες διοικητικές πράξεις, για τις οποίες έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία προσβολής ή έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς, κάμπτεται για τις λοιπές ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια κανονιστική πράξη ή διάταξη, εφόσον υποβληθεί στη Διοίκηση, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, αίτηση για την ανάκλησή τους σε εύλογο χρόνο από τη δημοσίευση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Συναφώς, έγιναν δεκτές οι αιτήσεις ακύρωσης των ήδη αιτούντων και κρίθηκε ότι η Διοίκηση όφειλε να εξετάσει αν συντρέχει ή μη περίπτωση -εν όλω ή εν μέρει, εξ υπαρχής ή για το μέλλον- ανάκλησης των πράξεων αυτών υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, ενόψει των λόγων δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκληση, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που αποκτήθηκαν καλόπιστα και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή τους και η υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση, προκειμένου να αποφανθεί νομίμως επί των αιτήσεων. Στη συνέχεια, οι αιτούντες υπέβαλαν εκ νέου αιτήσεις, η άρνηση αποδοχής των οποίων εκδηλώθηκε με τα προσβαλλόμενα (σκέψη 1), εκδοθέντα σε συμμόρφωση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Σ.τ.Ε. (1731, 1732/2022), απαντητικά έγγραφα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του ίδιου Υπουργείου.

5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ακύρωσης προβάλλεται, καταρχάς, ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες λόγω ανεπαρκούς, αόριστης και πλημμελούς ατιολογίας, στο μέτρο που με αυτές απορρίπτεται το αίτημα διορισμού των αιτούντων αναδρομικώς, άλλως από την υποβολή των σχετικών αιτήσεων για διορισμό τους ή εφεξής. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η Διοίκηση όφειλε, κατ’ ενάσκηση δεσμίας αρμοδιότητας και σε συμμόρφωση προς το διατακτικό των προαναφερόμενων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, να προβεί σε έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων για την συμπερίληψη των αιτούντων στους οικείους πίνακες διοριστέων και ακολούθως, με βάση τα μόρια που συγκέντρωσαν σε σχέση με τους ήδη διορισθέντες συνυποψηφίους τους στους οικείους κλάδους, να ανακαλέσει αναδρομικά τους διορισμούς συγκεκριμένων εξ αυτών, που διορίστηκαν κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και να διορίσει τους αιτούντες, αναδρομικά, στις θέσεις που οι ίδιοι θα έπρεπε εξαρχής να έχουν τοποθετηθεί εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι παράνομοι διορισμοί. Υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζεται το δικαίωμά τους σε παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας αφού με την άρνησή της (Διοίκησης) καθίσταται επί της ουσίας αδύνατη η συμμόρφωσή της στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις. Εξάλλου, προβάλλεται ότι η αιτιολογία με την οποία η Διοίκηση απέρριψε το αίτημα των αιτούντων για ανασύνταξη των πινάκων διοριστέων παρίσταται ανεπαρκής καθόσον δεν στοιχειοθετείται λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που αποκλείει κάτι τέτοιο, δεδομένου μάλιστα ότι η ομαλή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης όχι μόνο δεν διαταράσσεται, αλλά εξυπηρετείται με τον διορισμό τους, αφού αυτοί (αιτούντες) έχουν πάρει μέρος σε αδιάβλητους και απαιτητικούς γραπτούς διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της αξιοκρατίας και διαφάνειας και μπορούν μετά βεβαιότητας να παράσχουν υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό έργο˙ και πάντως οι δικαιωθέντες με τις δικαστικές αποφάσεις του Σ.τ.Ε. συνιστούν μικρό αριθμό σε σχέση με τους μόνιμους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται σήμερα στη δημόσια εκπαίδευση και είναι σαφές ότι η αποκατάστασή τους δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τέτοιας έκτασης ζήτημα, ώστε να προκαλέσει αναστάτωση στην ομαλή λειτουργία ολόκληρης της δημόσιας εκπαίδευσης. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι όφειλε (η Διοίκηση) να εξετάσει εάν υφίστανται κενά στη δημόσια εκπαίδευση, ειδικώς, στους οικείους κλάδους και να προχωρήσει στον διορισμό των αιτούντων σε προσωποπαγείς θέσεις˙ εφόσον δε -για λόγους δημοσίου συμφέροντος και προστασίας δικαιωμάτων των διορισθέντων που αποκτήθηκαν καλόπιστα, ενόψει και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοση των παράνομων πράξεων διορισμού- η Διοίκηση έκρινε ότι επιβάλλεται να απορρίψει το αίτημα για αναδρομικό διορισμό τους σε αντίστοιχες προσωποπαγείς θέσεις, όφειλε να κάνει δεκτό το αίτημά τους, έστω και χωρίς να προχωρήσει σε ανάκληση του διορισμού των παρανόμως διορισθέντων εκπαιδευτικών, η προστασία των δικαιωμάτων των οποίων, πάντως, δεν θίγεται σε περίπτωση ανάκλησης των διορισμών τους χωρίς αναδρομική ισχύ˙ εξάλλου, η εμπειρία που αποκτήθηκε από τον παράνομο διορισμό συνυποψηφίων, δεν μπορεί να αντιτάσσεται έναντι του καλόπιστου, με αυξημένα προσόντα, υποψηφίου -ούτε αποτελεί νόμιμο, προς τούτο, επιχείρημα της Διοίκησης, η ανάγκη για πραγματοποίηση των διορισμών στη δημόσια εκπαίδευση κατόπιν διαγωνισμού, πολλώ δε μάλλον όταν η τελευταία συνθήκη ανάγεται, αποκλειστικώς, στη σφαίρα ευθύνης της ίδιας της Διοίκησης που εφάρμοσε ανίσχυρες νομοθετικές διατάξεις κατά την επιλογή των διοριστέων και στην καθυστέρηση δικαστικής επίλυσης του ζητήματος- ενώ, αντιθέτως, για την προστασία των τρίτων, ο νομοθέτης διέλαβε ειδική μέριμνα, αφού η διάταξη του άρθρου 73 του ν.4589/2019 προβλέπει τη δυνατότητα σύστασης προσωποπαγών θέσεων σε περίπτωση έλλειψης κενών οργανικών θέσεων για διορισμό. Τέλος, προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας των προσβαλλόμενων πράξεων, διότι δεν προκύπτει ότι εξετάστηκε η εν μέρει ανάκληση των επίμαχων υπουργικών αποφάσεων διορισμών, μετά το έτος διορισμού του τελευταίου διορισθέντα εκπαιδευτικού, ανάλογα με τον κλάδο κάθε αιτούντα και τον διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π., στον οποίο αναδείχθηκε ως επιτυχών, όπως επιτάσσουν οι αποφάσεις του Σ.τ.Ε˙ με αυτόν τον τρόπο, αφενός θα υλοποιούνταν ο αναδρομικός διορισμός των αιτούντων (έστω και αν η αναδρομικότητα δεν θα ήταν πλήρης) αφετέρου θα διασφαλιζόταν πλήρως η προστασία των δικαιωμάτων των ανωτέρω εκπαιδευτικών ως καλόπιστων τρίτων, αφού η αναδρομικότητα του διορισμού των αιτούντων θα ανέτρεχε σε χρόνο μεταγενέστερο της δημοσίευσης των διορισμών εκείνων.

6. Επειδή, αναγκαία συνέπεια της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα (ιδίως δε, από την θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου και από τα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως η διάταξη αυτή αναθεωρήθηκε με το από 06-04-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής) και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α´ 256) υποχρέωσης συμμόρφωσης των άλλων εξουσιών προς τις δικαστικές αποφάσεις και εκτέλεσης αυτών, ώστε η παρεχόμενη δικαστική προστασία να είναι αποτελεσματική, είναι ότι τα όργανα της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς τις δικαστικές αποφάσεις (πρβλ. απόφαση 127/2016 Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 Συντ.). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 50 παρ. 1, 4 και 5 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) και του εκδοθέντος σε εκτέλεση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως ν.3068/2002 (Α΄ 274) συνάγεται ότι η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή τακτικού διοικητικού δικαστηρίου [σε υποθέσεις, η αρμοδιότητα για την εκδίκαση των οποίων έχει μεταβιβασθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια], υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε με τη δικαστική αυτή απόφαση, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση αυτής ή των νομικών καταστάσεων που διαμορφώθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, βάσει της πράξης ή παράλειψης που ακυρώθηκε ή ως συνέπεια αυτής. Προς τον σκοπό αυτό οφείλει να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει τις διοικητικές πράξεις που στηρίζονται στην ακυρωθείσα και να επαναλάβει τις πράξεις που κατά νόμο υποχρεούται να εκδώσει, χωρίς τη νομική πλημμέλεια η οποία διαπιστώθηκε με την ακυρωτική απόφαση, ώστε να διαμορφωθεί νομική κατάσταση σύμφωνη προς τον νόμο κατά την έννοια της ακυρωτικής απόφασης. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης της Διοίκησης [ή του νομοθέτη, σε περίπτωση που επιχειρείται συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση με διάταξη νόμου] προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελθείσας ακύρωσης, ήτοι από τη φύση και το είδος της ακυρωθείσας πράξης ή τα νόμιμα στοιχεία που συγκροτούν την παράλειψη, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας ως προς αυτά δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση (Σ.τ.Ε. Ολομ. 677/2010, πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2854/1985, 1125/2016, Σ.τ.Ε. 2/1989, 1986/2000, 1512/2009, 3761/2013, 4925/2014).
7. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. Ολομ. 2176, 2177/2004, Σ.τ.Ε. 4763/2014 επταμ., Σ.τ.Ε. 1275, 2427, 2451/2019, 180/2020), κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία έχει εφαρμογή εφόσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η Διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς. Στις περιπτώσεις, όμως, κατά τις οποίες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για το λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή σε κανονιστική πράξη της Διοίκησης που δεν έχει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, η αρχή αυτή κάμπτεται για τις λοιπές ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις οι οποίες έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη, εφόσον για την ανάκλησή τους υποβληθεί στη Διοίκηση αίτηση μέσα σε εύλογο χρόνο μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης του δικαστηρίου, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να επανεξετάσει τη νομιμότητα της πράξης και να προχωρήσει στην ανάκλησή της, εντός του πλαισίου της απονεμομένης από το νομοθέτη διακριτικής ευχέρειας ή δεσμίας αρμοδιότητος για την έκδοσή της, κατ’ εκτίμηση των λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που εκτήθησαν καλοπίστως από την εφαρμογή της και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή της.

8. Επειδή, η Διοίκηση, κατόπιν των ως άνω ακυρωτικών αποφάσεων, απέρριψε τα αιτήματα των αιτούντων περί αναδρομικού διορισμού τους σταθμίζοντας, κατ’ αρχάς, α) την υποβολή μεγάλου αριθμού αιτήσεων, πάνω από 500 με όμοιο αίτημα, που επέβαλε την ενιαία εξέταση της δυνατότητας ανάκλησης των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων και τον διορισμό του συνόλου των αιτούντων, β) το μεγάλο χρονικό διάστημα (σε κάθε περίπτωση άνω των 8 ετών) που παρήλθε από την δημοσίευση των πρώτων αποφάσεων διορισμού μονίμων εκπαιδευτικών των οποίων ζητείτο η ανάκληση έως την ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων (έτος 2016), γ) τους δημοσιονομικούς περιορισμούς για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, εξαιτίας της οποίας περιορίστηκαν δραματικά οι διορισμοί στο Δημόσιο, αρχής γενομένης από το έτος 2010 (ν.3833/2010), συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας εκπαίδευσης, καθώς και δ) την ανάγκη για την προστασία των δικαιωμάτων των καλόπιστων διορισθέντων εκπαιδευτικών και την πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί για αυτούς κατά τον διαδραμόντα χρόνο από το διορισμό τους μέχρι την υποβολή των αιτήσεων των αιτούντων και των υπολοίπων αιτήσεων, η οποία (κατάσταση) συνδέεται και με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στα προσβαλλόμενα απαντητικά έγγραφα, η Διοίκηση έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα εξής: H ανάκληση των προαναφερόμενων αποφάσεων, τόσο αναδρομικά όσο και για το μέλλον, κατά το μέρος που με αυτές διορίστηκαν εκπαιδευτικοί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που κρίθηκαν αντίθετες προς το Σύνταγμα, θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον˙ και τούτο, διότι αφενός θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης, αφετέρου θα την αποστερούσε από εκπαιδευτικούς οι οποίοι, υπηρετώντας, καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε δημόσιες σχολικές μονάδες, απέκτησαν εμπειρία πολύτιμη για την επιτυχή άσκηση του εκπαιδευτικού έργου˙ η ορθολογική οργάνωση, άλλωστε, της εκπαίδευσης και το δημόσιο εν γένει συμφέρον απαιτεί να διορίζονται στην εκπαίδευση, με τη χρήση αντικειμενικών κριτηρίων, οι εκάστοτε περισσότερο καταρτισμένοι και ικανοί εκπαιδευτικοί, μετά από επίκαιρο έλεγχο των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων (Σ.τ.Ε. 2513/2003, 6/1999 7μ.)˙ επιπλέον, ο αναδρομικός διορισμός του συνόλου των αιτούντων και η κατάταξή τους σε βαθμό που δεν αντιστοιχεί σε διανυθείσα πράγματι στη δημόσια εκπαίδευση υπηρεσία και σε κτηθείσα αντίστοιχη εμπειρία θα επηρέαζε την υπηρεσιακή κατάσταση και τη σταδιοδρομία των ήδη υπηρετούντων εκπαιδευτικών και θα διατάρασσε την υφιστάμενη υπηρεσιακή τάξη, επιφέροντας αναστάτωση στη δημόσια εκπαίδευση, μέσω της οποίας το κράτος εκπληρώνει την κατ’ άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος αποστολή του για την παροχή παιδείας στους πολίτες˙ τυχόν, εξάλλου, διορισμοί για το μέλλον, από την κατάθεση των σχετικών αιτήσεων, χωρίς ανάκληση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων θα ισοδυναμούσαν με διορισμό μεγαλύτερου αριθμού εκπαιδευτικών από τον αρχικώς προγραμματισθέντα, συνθήκη η οποία απαγορεύεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι οι εκδοθείσες σχετικές εγκριτικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου απαιτούν αυστηρά συγκεκριμένο αριθμό διορισμών. Ειδικότερα, για τον διορισμό στην εκπαίδευση, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι εκδοθείσες σχετικές εγκριτικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου επέτρεψαν αυστηρά περιορισμένο αριθμό διορισμών, με αποτέλεσμα να μη καταστεί δυνατός ούτε ο διορισμός όλων των εκπαιδευτικών που περιλαμβάνονταν στους πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 2008. Μάλιστα, για ορισμένους κλάδους εκπαιδευτικών (όπως, ΠΕ01-Θεολόγων, ΠΕ05-Γαλλικής Γλώσσας, ΠΕ06-Αγγλικής Γλώσσας, ΠΕ07-Γερμανικής Γλώσσας, ΠΕ08-Καλλιτεχνικών Μαθημάτων, ΠΕ80-Οικονομολόγων, ΠΕ11 Φυσικής Αγωγής, ΠΕ60-Νηπιαγωγών), υπήρχαν εναπομείναντες διοριστέοι του ίδιου διαγωνισμού έως και το έτος 2016, οι οποίοι διορίστηκαν με τις ....-2016 και ...-2016 (Γ´ ...-2016) αποφάσεις διορισμών, ενώ έγιναν και συμπληρωματικοί διορισμοί, με αναπλήρωση θέσεων διοριστέων από τους αμέσως επόμενους στη σειρά κατάταξης του πίνακα επιτυχόντων, έως και το έτος 2018 (απόφαση διορισμών που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. Γ ...-2018), στο πλαίσιο των διαδοχικών παρατάσεων της ισχύος των πινάκων διοριστέων, προκειμένου να καλυφθεί ο αριθμός των θέσεων που είχαν αρχικά προκηρυχθεί με τις σχετικές ανά κλάδο Προκηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π. διαγωνισμού έτους 2008. Ακόμη, η Διοίκηση επικαλείται ότι η ορθολογική οργάνωση της εκπαίδευσης και το δημόσιο εν γένει συμφέρον απαιτεί να διορίζονται στην εκπαίδευση, με τη χρήση αντικειμενικών κριτηρίων, οι εκάστοτε περισσότερο καταρτισμένοι και ικανοί εκπαιδευτικοί, μετά από επίκαιρο έλεγχο των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων (Σ.τ.Ε. 2513/2003, 6/1999 7μ.). Η ανάγκη αυτή επιτάσσει οι διορισμοί στη δημόσια εκπαίδευση να πραγματοποιούνται κατόπιν διαγωνισμού μη απέχοντος χρονικά πολύ από αυτούς (τους διορισμούς). Εν προκειμένω μάλιστα, διορισμοί εκπαιδευτικών, ειδικότερα από τον πίνακα διοριστέων του διαγωνισμού Α.Σ.Ε.Π. 2008, έλαβαν χώρα και μετά το σχολικό έτος 2010-2011 (οπότε θα έπρεπε να λήξει ο πίνακας και να διενεργηθεί νέος διαγωνισμός), μόνο για τον λόγο ότι, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχαν διοριστεί όλοι οι διοριστέοι του πίνακα και δεν είχαν καλυφθεί οι προκηρυχθείσες θέσεις, υφίστατο υποχρέωση του Δημοσίου να προβεί σε διορισμό των εναπομεινάντων διοριστέων. Μετά δε τον διορισμό των παραπάνω, αναμένετο η προκήρυξη νέου διαγωνισμού, κατ’ εφαρμογή του ν.3848/2010, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα συμμετοχής εκπαιδευτικών που δεν είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό Α.Σ.Ε.Π. 2008, όπως εκείνων που απέκτησαν τα σχετικά προσόντα μετά τον εν λόγω διαγωνισμό, και να πραγματοποιηθεί νέα αξιολόγηση των υποψήφιων εκπαιδευτικών, ώστε να διοριστούν οι ικανότεροι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παραπάνω, νεότερου, νόμου, οι οποίες και τέθηκαν προκειμένου να ανταποκρίνονται οι εκπαιδευτικοί στις απαιτήσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως εν τω μεταξύ διαμορφώθηκαν. Επιπροσθέτως, η ανάκληση των αποφάσεων με τις οποίες διορίστηκαν εκπαιδευτικοί βάσει των διατάξεων που κρίθηκαν αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν είναι δυνατή και για τον λόγο ότι από αυτές απέρρευσαν δικαιώματα για τους διορισθέντες εκπαιδευτικούς, στη διατήρηση των οποίων καλόπιστα απέβλεψαν και αποβλέπουν αυτοί, και τα οποία πρέπει να προστατευθούν κατ’ εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, ενώ, μάλιστα, στο άρθρο 20 του ν.3528/2007, ρητώς ορίζεται ότι δεν είναι νόμιμη η ανάκληση πράξης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου, μετά την παρέλευση διετίας από τον διορισμό (εκτός των περιπτώσεων παράβασης διατάξεων του ΥΚ)˙ σύμφωνα δε με τη νομολογία, ο νομοθέτης προέβη σε αυτήν τη διάκριση, με κριτήριο το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη δημοσίευση της παράνομης πράξης διορισμού, θεωρώντας ότι, μετά την παρέλευση της διετίας έχει διαμορφωθεί ορισμένη νομική και πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας κρίνεται ανεπιεικής για τους καλόπιστα διορισθέντες. Με τα ανωτέρω δεδομένα, η Διοίκηση καταλήγει ότι δεν δύναται να ανακαλέσει διορισμούς εκπαιδευτικών, στο πλαίσιο της προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων που αποκτήθηκαν καλόπιστα, ενώ, άλλωστε, βάσει των δικαστικών αποφάσεων στο διατακτικό των οποίων καλείται να συμμορφωθεί, υποχρεούται να επανεξετάσει τις υποθέσεις, δεν έχει, όμως, την υποχρέωση ούτε να ανακαλέσει τις αποφάσεις διορισμού ούτε και να διορίσει τους αιτούντες και μάλιστα αναδρομικά.

9. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην σκέψη 7, κατόπιν των προαναφερθεισών ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες εφάρμοσαν αναλόγως την νομολογιακώς καθιερωθείσα αρχή της υποχρέωσης επανεξέτασης της νομιμότητας πράξεων ομοίου περιεχομένου με ήδη ακυρωθείσα με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ατομική διοικητική πράξη για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου και αναπομπής των υποθέσεων στη Διοίκηση, η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να επανεξετάσει τις πράξεις διορισμού εκπαιδευτικών από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών και από τον πίνακα εκπαιδευτικών με τριαντάμηνη ή με εικοσιτετράμηνη προϋπηρεσία σε κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών των κλάδων των αιτούντων κατά τα σχολικά έτη 2005-2006 και 2006-2007, κατά παράλειψη των τελευταίων. Στο πλαίσιο αυτό, η Διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να διερευνήσει εάν -μη υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων- ήταν δυνατόν να αναδιαμορφώσει εν όλω τους πίνακες διοριστέων, με συνέπεια την ανάκληση των αποφάσεων διορισμού των εκπαιδευτικών που είχαν διοριστεί από τις οποίες οι αιτούντες είχαν παραλειφθεί και την πλήρωση, απ’ αυτούς, των κενούμενων με τον τρόπο αυτό θέσεων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3149/1968 Ολομ., 1569/1970, 4483/1983 και 144/2014), δεν είχε, όμως, υποχρέωση, απορρέουσα από την ανωτέρω αρχή ούτε από το αιτιολογικό και διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, να ανακαλέσει τις αποφάσεις διορισμού των εκπαιδευτικών που είχαν διοριστεί με βάση τις διατάξεις που κρίθηκαν με την Σ.τ.Ε. 527/2015 απόφαση ως αντισυνταγματικές, αλλά ούτε και να διορίσει τους αιτούντες, και μάλιστα αναδρομικώς, και να τους κατατάξει στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που θα κατείχαν αν είχαν διορισθεί από την ημερομηνία δημοσίευσης των υπουργικών αποφάσεων διορισμών εκπαιδευτικών των ανωτέρω σχολικών ετών, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες (Σ.τ.Ε. Ολομ. 1834/2021). Τούτο διότι, η υποχρέωση για εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης επιτάσσει το νομοθετικό καθεστώς που αφορά τις προσλήψεις των δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών να συνεκτιμά αφενός τις ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης σε ανθρώπινο δυναμικό και αφετέρου τους δυνάμενους να διατεθούν για την καλύτερη κάλυψη των αναγκών αυτών οικονομικούς πόρους, ώστε να τεκμηριώνεται ότι οι προς εφαρμογή ρυθμίσεις είναι ορθολογικές, αποτελεσματικές και πάγιες και όχι περιστασιακές, αποσπασματικές και εξυπηρετικές άλλων σκοπών, μη σχετιζόμενων με τις απορρέουσες από το Σύνταγμα για την ορθολογική οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης αρχές (πρβλ Σ.τ.Ε.1834/2021, 1486/2020). Ενόψει τούτων, νομίμως συνεκτιμήθηκαν από τη Διοίκηση οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι, καθώς και η αναστάτωση που θα προκαλείτο στη δημόσια εκπαίδευση σε περίπτωση ανάκλησης των διορισμών ήδη διορισθέντων (καλόπιστων) εκπαιδευτικών μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος από την έκδοση των σχετικών πράξεων, αλλά και οι επιπτώσεις στην ορθολογική οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης από τον διορισμό μεγαλύτερου αριθμού εκπαιδευτικών από τον αρχικώς προγραμματισθέντα. Εξάλλου, τυχόν αναδρομικός διορισμός των εκπαιδευτικών, που κατατάχθηκαν σε θέσεις επιτυχόντων και όχι διοριστέων σε αντίστοιχους διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π., θα σήμαινε την κατάταξη αυτών σε βαθμό που δεν αντιστοιχεί σε διανυθείσα πράγματι στη δημόσια εκπαίδευση υπηρεσία και θα είχε ως συνέπεια να επηρεάσει την υπηρεσιακή κατάσταση των ήδη υπηρετούντων εκπαιδευτικών λειτουργών, υπό την έννοια της ανατροπής ή, σε κάθε περίπτωση, διατάραξης της δημιουργηθείσας υπηρεσιακής τάξης, γεγονός που θα επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, η Διοίκηση, εξετάζοντας το αίτημα, κατ’ αρχάς, περί αναδρομικού διορισμού των αιτούντων σε συμμόρφωση προς τις προαναφερόμενες ακυρωτικές αποφάσεις, νομίμως προέβη, αιτιολογώντας επαρκώς την κρίση της, στην εκτίμηση λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της δημόσιας εκπαίδευσης, ενώ, περαιτέρω, νομίμως εκτίμησε και την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων, καλοπίστως κτηθέντων από την εφαρμογή των κριθέντων ως αντισυνταγματικών διατάξεων, εκπαιδευτικών που είχαν διοριστεί κατά τα προηγούμενα έτη, σε συνάρτηση, βέβαια, και με τον μακρύ χρόνο που παρήλθε από την έκδοση των σχετικών αποφάσεων διορισμού τους. Εξάλλου, νομίμως και με επαρκή αιτιολογία, θεωρήθηκε από τη Διοίκηση, ότι συντρέχουν οι ίδιοι ως άνω -συνδεόμενοι με την ορθολογική οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης που διασφαλίζεται με τον διορισμό του απαραίτητου, σύμφωνα με τον εκάστοτε προγραμματισμό, αριθμού εκπαιδευτικών σε συνδυασμό με τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους- λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος και καθόσον αφορά το αίτημα των αιτούντων για διορισμό τους από το χρόνο υποβολής των αιτήσεών τους, είναι δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι ακύρωσης˙ κατά τούτο δε είναι νομικώς αδιάφορα, τα αναφέρομενα στο δικόγραφο της αίτησης (σελ. 24) σχετικά με τη σειρά κατάταξης των αιτούντων, η οποία θα τους τοποθετούσε σε θέση διοριστέου, εάν το σύνολο των διορισμών είχαν γίνει από τους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού.

10. Επειδή, εξάλλου, τα ανωτέρω εναρμονίζονται -καθόσον αφορά τόσο στους επιτυχόντες του διαγωνισμού του έτους 2008, όσο και στους επιτυχόντες των προηγούμενων επίμαχων διαγωνισμών των ετών 2004 και 2006- με τα κριθέντα με την 1834/2021 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την εν λόγω απόφαση -με την οποία εξετάστηκε, μετά από παραπομπή στο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 του ν.3900/2010 (Α´ 213) και απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης δικαιωθέντων με δικαστικές αποφάσεις και διορισθέντων, στη συνέχεια, επιτυχόντων του διαγωνισμού του έτους 2008 εκπαιδευτικών- κρίθηκε ότι η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 73 παρ. 3 του ν.4589/2019, είχε ως σκοπό να λήξει η εκκρεμότητα που είχε δημιουργηθεί από τις σχετικές ακυρωτικές αποφάσεις και αφορούσε σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών καταταγέντων σε πίνακα επιτυχόντων και όχι διοριστέων, σε διαγωνισμό προκηρυχθέντα από το Α.Σ.Ε.Π. το έτος 2008, και να καταστεί πλέον δυνατή, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η έναρξη της εφαρμογής του νέου παγίου συστήματος διορισμού εκπαιδευτικών που θεσπίστηκε με τον ν.4589/2019˙ υπαγορεύθηκε δε από την ανάγκη προστασίας, ενόψει της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, των προσώπων που συμμετείχαν καλοπίστως στο διαγωνισμό του 2008 και κατετάγησαν με τις τότε εφαρμοσθείσες διατάξεις σε θέσεις διοριστέων, ήδη δε σταδιοδρομούν στη δημόσια διοίκηση και τελούν, πλέον, υπό διαφορετικές συνθήκες από τους επιλαχόντες του εν λόγω διαγωνισμού, αλλά και από την ανάγκη διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας της δημόσιας εκπαίδευσης. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. 18 σκέψη αυτής), με το άρθρο 73 του εν λόγω νόμου και μετά από συνεκτίμηση προφανώς, των διαθέσιμων οικονομικών πόρων, μετά τη λήξη της δυσμενούς δημοσιονομικής κατάστασης, καθώς και της αναστάτωσης που θα προκαλείτο στη δημόσια εκπαίδευση σε περίπτωση ανάκλησης των διορισμών ήδη διορισθέντων (καλοπίστων) εκπαιδευτικών μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος από την έκδοση των σχετικών πράξεων, αλλά και των επιπτώσεων στην ορθολογική οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης από τον διορισμό μεγαλύτερου αριθμού εκπαιδευτικών από τον αρχικώς προγραμματισθέντα, προβλέφθηκε ο διορισμός των εκπαιδευτικών που είχαν συμπεριληφθεί στους ανωτέρω πίνακες κατάταξης σε κενές οργανικές θέσεις μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού και σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις. Με την παράγραφο δε 3 του άρθρου 73 ορίστηκε ότι δεν προσδίδεται αναδρομικότητα στους διορισμούς αυτούς, ρύθμιση η οποία δεν αντίκειται στην επιβαλλόμενη από τα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρέωση συμμόρφωσης των άλλων εξουσιών προς τις δικαστικές αποφάσεις και εκτελέσεως αυτών, ώστε η παρεχόμενη δικαστική προστασία να είναι αποτελεσματική. Εξάλλου, (κατά τα επίσης κριθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο), ο νομοθέτης, με το άρθρο 252 του μεταγενέστερου ν.4610/2019 (Α΄ 70/7.5.2019) προέβλεψε, κατ’ εξαίρεση, ότι οι εκπαιδευτικοί που διορίζονται στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 73 του ν.4589/2019 -μεταξύ των οποίων και οι ενώπιόν του αιτούντες- μονιμοποιούνται αυτοδικαίως από την ημερομηνία διορισμού τους, χωρίς να διανύουν την διετή υποχρεωτική δοκιμαστική υπηρεσία όλων των νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 62 παρ. 7 του ίδιου ν.4589/2019˙ η περαιτέρω δε πρόσδοση αναδρομικότητας στο διορισμό τους και, μεταξύ άλλων, η κατάταξή τους σε βαθμό που δεν αντιστοιχεί σε διανυθείσα πράγματι στη δημόσια εκπαίδευση υπηρεσία και σε κτηθείσα αντίστοιχη εμπειρία θα είχε ως συνέπεια να επηρεάσει την υπηρεσιακή κατάσταση των ήδη υπηρετούντων εκπαιδευτικών λειτουργών, υπό την έννοια της ανατροπής ή εν πάση περιπτώσει διατάραξης της δημιουργηθείσας υπηρεσιακής τάξης· τούτο θα είχε, ενδεχομένως, δυσμενείς επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης, μέσω της οποίας το Κράτος εκπληρώνει την κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος αποστολή του για την παροχή παιδείας στους πολίτες. Τέλος, κρίθηκε ότι με την προαναφερόμενη ρύθμιση ο νομοθέτης συνεκτίμησε το γεγονός ότι η κατάταξη των, κατά τα ως άνω, δικαιωθέντων και διορισθέντων εκπαιδευτικών σε πίνακες επιτυχόντων του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2008, οι οποίοι βρίσκονταν σε ισχύ ενόψει των σχετικών παρατάσεων, αποτελούσε μία -μη συνάδουσα προς την σύμφωνη με την αρχή της χρηστής και εύρυθμης Διοίκησης ορθολογική οργάνωση αυτής (Σ.τ.Ε. 1865/1988)- εκκρεμότητα, η οποία έπρεπε να τακτοποιηθεί ενόψει και της θέσπισης του νέου συστήματος διορισμού εκπαιδευτικών με τον ίδιο νόμο 4589/2019.
11. Επειδή, τα ανωτέρω κριθέντα από την 1834/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ισχύουν κατά μείζονα λόγο και για τους αιτούντες, οι οποίοι ουδέποτε επεδίωξαν εγκαίρως τη δικαστική αμφισβήτηση της νομιμότητας των διορισμών εκπαιδευτικών, που είχαν διενεργηθεί με βάση τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, ελλείψει ρητής νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος, οι προσβαλλόμενες πράξεις, που απέρριψαν κατά τα προδιαληφθέντα (βλ. σκέψη 9), συνολικά, το αίτημα διορισμού των αιτούντων, παρίστανται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου ακύρωσης ως αβάσιμου. Συναφώς, η ομαδικότητα των αιτήσεων που οι αιτούντες υπέβαλαν, από κοινού με άλλους επιτυχόντες, διαφόρων εκπαιδευτικών κλάδων, στους διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π. 2004, 2006, 2008, ο διαφορετικός χρόνος ισχύος των αντίστοιχων πινάκων κατάταξης και διοριστέων, το πλήθος των εκπαιδευτικών που υπέβαλαν σχετικό αίτημα, σε συνδυασμό με τις παραμέτρους που κατά τα παραπάνω νομίμως συνεκτιμήθηκαν από τη Διοίκηση, ενόψει και της απαίτησης, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος αποστολής του Κράτους για την παροχή παιδείας στους πολίτες, για ορθολογική οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης- κατέστησαν ανέφικτη την εξέταση εκ μέρους της Διοίκησης της εν μέρει ανάκλησης των υπουργικών αποφάσεων διορισμών, μετά το έτος διορισμού του τελευταίου διορισθέντα εκπαιδευτικού, ανάλογα με τον κλάδο κάθε αιτούντα και τον διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. στον οποίο αναδείχθηκε ως επιτυχών, όπως επιδιώκεται από τους αιτούντες. Περαιτέρω, ο διορισμός, σε κενές οργανικές θέσεις μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού και σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις, εκπαιδευτικών καταταγέντων σε πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού του έτους 2008, που όμως είχαν δικαιωθεί με ακυρωτικές αποφάσεις -και πάντως ενόσω ήταν ακόμη σε ισχύ οι οικείοι πίνακες διοριστέων και επιτυχόντων που παρατάθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως το σχολικό έτος 2017-2018) αλλά και εξαντλήθηκαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία ανά κλάδο και ειδικότητα (με συμπληρωματικούς διορισμούς)- εχώρησε με την εναρμονισμένη με το Σύνταγμα ρύθμιση του άρθρου 73 του ν.4589/2019, η οποία, σύμφωνα με τα ως άνω κριθέντα με την απόφαση του Σ.τ.Ε., είχε ως σκοπό να λήξει η εκκρεμότητα που είχε δημιουργηθεί με τις σχετικές ακυρωτικές αποφάσεις και να καταστεί δυνατή η εφαρμογή του νέου παγίου συστήματος διορισμού εκπαιδευτικών που θεσπίστηκε με τον ν.4589/2019. Τέτοια δε εκκρεμότητα δεν υφίστατο αναφορικά με τους αιτούντες, οι οποίοι δεν είχαν επιδιώξει την ακύρωση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων περί διορισμών, κατά παράλειψη των ίδιων, άλλων κατηγοριών εκπαιδευτικών, με βάση τις αντισυνταγματικές διατάξεις των νόμων 3255/2004 και 3848/2010, ενώ, εξάλλου, δεν υπήρξε νομοθετική ρύθμιση που να υποχρέωνε την Διοίκηση να τους διορίσει (αιτούντες) σε οργανικές θέσεις, που κενώνονται μετά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεών τους.

12. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το παράβολο που καταβλήθηκε (άρθρο 36 παρ. 4 π.δ/τος 18/1989 ΦΕΚ Α΄ 8) και να επιβληθούν συμμέτρως σε βάρος των αιτούντων τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου για την παράστασή του, ποσού 341 ευρώ (άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ν.2717/1999, Φ.Ε.Κ. 97 Α΄ -στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 παρ. 1 περίπτωση στ´ του ν.702/1977, Φ.Ε.Κ. 268 Α΄, που προστέθηκε με το άρθρο 50 του ν.3659/2008, Φ.Ε.Κ. 77 Α΄).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση ακύρωσης.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.

Επιβάλλει συμμέτρως σε βάρος των αιτούντων τα δικαστικά έξοδα του Δημοσίου,

ποσού τριακοσίων σαράντα ένα (341) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13-05-2026 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 29-06-2026.

        Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ 
           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΠΑΛΗΟΓΙΑΝΝΗ    ΦΩΤΕΙΝΗ ΡΟΖΗ


Θεωρήθηκε στις 3-7-2026


Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΕΦΟΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

[ ΠΗΓΗ : ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ‘’ΑΠ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – Ν.-Κ. ΧΛΕΠΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ’’ ]