ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΕΛΑΣΣΩΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

ΑΠΟΦΑΣΗ 987/2018

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2017, με την εξής σύνθεση : Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Χρυσούλα Καραμαδούκη και Αγγελική Μαυρουδή, Αντιπρόεδροι, Μαρία Αθανασοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Αγγελική Μυλωνά, Θεολογία Γναρδέλλη, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας, Βασιλική Προβίδη, Ασημίνα Σακελλαρίου, Ευαγγελία Σεραφή (εισηγήτρια), Ειρήνη Κατσικέρη και Νεκταρία Δουλιανάκη, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Αργυρώ Μαυρομμάτη και Γεωργία Παπαναγοπούλου, ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας : Μιχαήλ Ζυμής.

 

Για να δικάσει την από 6.2.2014 (Α.Β.Δ. ...) αίτηση των : α) …, ο οποίος απεβίωσε και η δίκη επαναλαμβάνεται στο όνομα των κληρονόμων του: 1) …, 2) … και 3) …, οι οποίες δεν παραστάθηκαν και β) …, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Λάζαρου Παυλίδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...).

Κατά: α) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη και β) του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), ως διαδόχου φορέα του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ανδρέα Τζίμα (Α.Μ. Δ.Σ.Α....).

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναίρεση της 4421/2013 οριστικής αποφάσεως του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δευτέρου των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

Τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως. Και

Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 5.4.2017 γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο και ήδη Γενική Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Χρυσούλα Καραμαδούκη και τις Συμβούλους Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Κουλουμπίνη και Ασημίνα Σακελλαρίου, που είχαν κώλυμα (άρθρα 11 παρ.2 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 και 78 παρ.2 του π.δ. 1225/1981).

Μελέτησε τα στοιχεία του φακέλου

Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και

Αποφάσισε τα εξής:

Ι. Η κρινόμενη αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. Το .../3.4.2017 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄, σειράς Θ ... της Δ.Ο.Υ. Α΄ Θεσσαλονίκης), κατατέθηκε εμπροθέσμως στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία διαβιβάσθηκε στη Γραμματεία της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, όπου έλαβε αριθμό βιβλίου δικογράφων .../12.2.2014. Έχει δε ασκηθεί νομοτύπως και εν γένει παραδεκτώς, καθώς στη θέση του υπέρ ου ο καταλογισμός Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. υπεισήλθε από 1.1.2017, δυνάμει των άρθρων 51 παρ.1 και 53 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85), ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, το συσταθέν με τον ίδιο νόμο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων δι’ αυτής λόγων, παρά την απουσία των φερομένων ως κληρονόμων του πρώτου των αναιρεσειόντων, …., χήρας …. και των ενηλίκων θυγατέρων του …., οι οποίες δεν παραστάθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση καίτοι κλητεύθηκαν προς τούτο νομίμως και εμπροθέσμως (σχετ. η από ... έκθεση επιδόσεως του δημοτικού επιμελητή …., η από .... έκθεση επιδόσεως του δημοτικού υπαλλήλου …. και η από .... έκθεση επιδόσεως του ίδιου δημοτικού υπαλλήλου, αντίστοιχα).

ΙΙ. Α. Στο άρθρο 12 του Π.Δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α 304) ορίζεται ότι: «Δύναται να ασκηθούν από κοινού ένδικα μέσα υπό των ομοδίκων, κατά της εκδοθείσης κατ’ αυτών πράξεως ή αποφάσεως», στο άρθρο 13 παρ.2, ότι: «Το δικαστήριον … δύναται να διατάσση τον χωρισμόν της εκδικάσεως επί κοινού ενδίκου μέσου ή αιτήσεως δια πάντα διαδικαστικόν ή ουσιαστικόν λόγον δικαιολογούντα τούτον», στο άρθρο 74 παρ.1, ότι: «Η δίκη διακόπτεται, εάν προ του πέρατος της προφορικής συζητήσεως α) αποθάνη ο διάδικος …» και στο άρθρο 76, ότι: «Η επανάληψις της διακοπείσης δίκης δύναται να γίνη είτε δια δηλώσεως του δικαουμένου εις επανάληψιν αυτής, επί πλειόνων δε δικαιουμένων και του ενός έτι τούτων, είτε δια προσκλήσεως τούτου παρά του δικαστηρίου, επιμελεία της γραμματείας αυτού, ενεργούντος αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτησιν του ετέρου των διαδίκων. 2. Εάν η επανάληψις της διακοπείσης δίκης δεν γίνη υπό των διαδίκων εντός διμήνου, δύναται ο Πρόεδρος εξ επαγγέλματος να ορίζη δικάσιμον προς συνέχισιν αυτής, κατά την οποία καλούνται οι διάδικοι. 3. … 4. …». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων ότι περισσότεροι σε ολόκληρον υπόχρεοι, καταλογιζόμενοι για την αποκατάσταση της ίδιου ελλείμματος, συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας όταν μετ’ εννόμου συμφέροντος, με κοινό δικόγραφο αιτούνται την ακύρωση του σε βάρος τους καταλογισμού, προβάλλοντας λόγους που στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και ιστορική βάση. Περαιτέρω, επί θανάτου τινός των αρχικών διαδίκων η δίκη διακόπτεται και δύναται να επαναληφθεί αυτεπαγγέλτως με μέριμνα της γραμματείας του Τμήματος ή της Ολομέλειας στα οποία εκκρεμεί η υπόθεση και η δίκη συνεχίζεται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος διαδίκου. Εάν ωστόσο από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν δύναται να διακριβωθεί ότι οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη δίκη και φερόμενοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου είναι οι μοναδικοί τοιαύτοι ή εάν συντρέχουν με άλλα πρόσωπα, τότε το δικαστήριο δύναται να διατάξει το χωρισμό της εκδικάσεως του κοινού ενδίκου μέσου, για την ταχεία περαίωση της υπόθεσης, δικάζοντάς το ως προς τους λοιπούς διαδίκους και αναβάλλοντας την εκδίκαση αυτού ως προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντος διαδίκου.

Β. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομισθείσα σε αντίγραφο ….ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Κιλκίς, προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων απεβίωσε στις .../2016, μετά την άσκηση, στις 7.2.2014, της κρινόμενης αίτησης. Συνεπεία δε αυτού, η δίκη διακόπηκε και επαναλήφθηκε αυτεπαγγέλτως με μέριμνα της Γραμματείας της Ολομέλειας με την κλήτευση των φερόμενων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, δηλαδή της …., χήρας του θανόντος και των ενηλίκων τέκνων αυτού εκ του πρώτου γάμου του ... και .... (σχετ. το.../27.6.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος). Όμως, στα στοιχεία του φακέλου περιλαμβάνεται η .../29.6.2016 έκθεση δήλωσης της χήρας του αποβιώσαντος περί απολύτου αποποίησης της επαχθείσας σε αυτή κληρονομίας, ενώ δεν υπάρχει πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου της τελευταίας κατοικίας του εκλιπόντος περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, για τη διακρίβωση της έκτασης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος των ως άνω ενηλίκων θυγατέρων του. Τούτου δοθέντος, προς το σκοπό ταχείας περαίωσης της υπόθεσης, πρέπει να χωρισθεί το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του, να αναβληθεί η εκδίκαση αυτής και να εξετασθεί περαιτέρω μόνον ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων, …..

ΙΙΙ. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το IV Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την από 8.2.2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της .../2011 πράξης του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία καταλογίσθηκε αυτός, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με άλλα πρόσωπα, υπέρ του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη Ε.Φ.Κ.Α. με το ποσό των 105.498,46 ευρώ, πλέον νομίμων προσαυξήσεων, για ισόποσο έλλειμμα που προκλήθηκε στη διαχείριση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.1984 έως 29.11.1989. Κρίθηκε δε, ότι ο αναιρεσείων έφερε την ιδιότητα του υπολόγου, ότι παρασχέθηκε σε αυτόν η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματός του προηγούμενης ακρόασης, ότι η καταλογιστική πράξη διελάμβανε πλήρη και επαρκή αιτιολογία καθώς και ότι η εικοσαετής παραγραφή στην οποία υπόκειται η αξίωση του υπέρ ου ο καταλογισμός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.) για την αποκατάσταση του ελλείμματος δεν είχε παρέλθει, διότι διακόπηκε το έτος 2008, με την επίδοση στους υπολόγους του προβλεπομένου, ως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, .../11.3.1995 Φύλλου Μεταβολών και Ελλείψεων (Φ.Μ.Ε.), με το οποίο απευθύνθηκε σε αυτούς επίσημη και επιτακτική πρόσκληση για την αναπλήρωσή του. Κρίθηκε επίσης ότι η εσφαλμένη αναγραφή στο ως άνω Φ.Μ.Ε. του κρίσιμου χρόνου δημιουργίας του ελλείμματος δεν ασκούσε επιρροή στην επέλευση της διακοπής, διότι αυτό παρέπεμπε ευθέως στα από 26.7.1991 και 18.6.1993 πορίσματα ένορκης διοικητικής εξέτασης, μεταξύ άλλων και του αναιρεσείοντος, στα οποία γινόταν σαφής αναφορά στον ορθό χρόνο δημιουργίας του ελλείμματος καθώς και ότι η νέα εικοσαετής παραγραφή που άρχισε μετά την κατά τα ανωτέρω διακοπή δεν συμπληρώθηκε έως το έτος 2011, που εκδόθηκε η καταλογιστική πράξη του Κλιμακίου.

ΙV. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης, προβάλλοντας: α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων με τις ειδικότερες αιτιάσεις: i) το αφετηριακό σημείο για την έναρξη της παραγραφής δεν είναι το τέλος της χρονικής περιόδου (29.11.1989) κατά το οποίο διαπιστώθηκε το έλλειμμα, αλλά η 1.7.1984, καθόσον τότε συμπληρώθηκαν τα γεγονότα που αποτέλεσαν τους αναγκαίους όρους για την ύπαρξη του δικαιώματος, ενώ αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την ανεπίτρεπτη διεύρυνση των χρονικών πλαισίων της παραγραφής πέραν της εικοσαετίας. Η διάταξη του άρθρου 27 παρ.3 του Π.Δ/τος 774/1980, την οποία επικαλείται η προσβαλλομένη απόφαση για τη θεμελίωση του χρόνου έναρξης της παραγραφής στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία αποκαλύφθηκε το έλλειμμα, αναφέρεται αποκλειστικά στις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και συνακόλουθα στο χρόνο έναρξης υπολογισμού αυτών, ii) Το γεγονός της επίδοσης του Φ.Μ.Ε. στους φερόμενους ως υπολόγους το έτος 2008, δεν επάγεται έννομες συνέπειες, διότι η τοιαύτη επίδοση δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων που κατά τις διατάξεις του Ν. 2362/1995 ή του Αστικού Κώδικα διακόπτουν ή αναστέλλουν την παραγραφή. Η έκδοση και κοινοποίηση του Φ.Μ.Ε., το οποίο δεν φέρει εκτελεστό χαρακτήρα, δεν επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στον υπόλογο (οι οποίες το πρώτον επέρχονται με την επίδοση της καταλογιστικής πράξης), αλλά αποτελεί ουσιώδη τύπο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της έκδοσης πράξης καταλογισμού, ο οποίος ετέθη για την ικανοποίηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης και iii) Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ορθώς με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό ότι η παραγραφή άρχεται από τις 29.11.1989, ότε διαπιστώθηκε το έλλειμμα και ότι η επίδοση του Φ.Μ.Ε. αποτελεί λόγο διακοπής της παραγραφής, εν προκειμένω, η επίδοση του .../11.3.1995 Φ.Μ.Ε. το έτος 2008 δεν συνιστά διακοπτικό γεγονός, διότι αυτό έφερε πλημμέλεια ως προς το ορθό χρονικό διάστημα δημιουργίας του ελλείμματος, η οποία, ως κρίσιμο στοιχείο του περιεχομένου του, μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση και να ματαιώσει το σκοπό της εκδόσεώς του. Η πλημμέλεια αυτή διαγνώσθηκε από το Β΄ Κλιμάκιο με τα Πρακτικά της 9ης Συν/27.4.2009, με τα οποία κρίθηκε ότι η ως άνω αναγραφή αποτελούσε κώλυμα για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης και ζητήθηκε η κοινοποίηση νέου Φ.Μ.Ε., σε εκτέλεση της οποίας εξεθόδη το .../23.9.2009 Φ.Μ.Ε., το οποίο έπρεπε να κοινοποιηθεί στους υπολόγους μέχρι τις 29.11.2009, όμως, ελλείψει αποδεικτικών επίδοσης, η προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύει τα υπομνήματα, τα οποία υπέβαλαν οι υπόλογοι επ’ αυτού προς αντίκρουση του επικείμενου καταλογισμού, μεταξύ των οποίων το από 9.3.2010 υπόμνημα του αναιρεσείοντος, το οποίο, αν συσχετισθεί με το χρονικό περιθώριο που καταλείπεται σε κάθε υπόλογο προς απάντηση, επιτρέπει να διαφανεί ότι η κοινοποίησή του συντελέσθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της παραγραφής, β) παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση με πλημμελή αιτιολογία δέχθηκε ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των διαχειριστικών ενεργειών (πράξεων – παραλείψεων) των συγκαταλογισθέντων και της επέλευσης του ελλείμματος χωρίς να συσχετίσει, ως όφειλε, την ευθύνη ενός εκάστου, ανάλογα με το χρόνο κατά τον οποίο άσκησε καθήκοντα διαχειριστή ενσήμων, με τη δημιουργία αυτού και παρόλο που από τα στοιχεία του φακέλου δεν δύναται να αποκλεισθεί η πιθανότητα διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου καθόσον είναι ενδεχόμενο το έλλειμμα να δημιουργήθηκε κατά τη χρονική περίοδο που καθήκοντα διαχειριστή άσκησε έτερο πρόσωπο (η ….), χωρίς τη δική τους παρεμβολή και ευθύνη και γ) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος, καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη κρίθηκε ότι δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, μολονότι με το Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων δεν συγκοινοποιήθηκε το σύνολο των στοιχείων του διενεργηθέντος ελέγχου, ώστε να δοθεί στους καταλογισθέντες η δυνατότητα αποτελεσματικής αντίκρουσης των διαπιστώσεών του.

V. Το δικάσαν IV Τμήμα με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις ...1989, στο Περιφερειακό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης, κατά τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής και την παράδοση της διαχείρισης ενσήμων από τον …. στον επόμενο διαχειριστή, …., διαπιστώθηκε έλλειμμα ενσήμων, που ανερχόταν στο ποσό των 105.498,46 ευρώ. Η τελευταία σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής είχε λάβει χώρα την ...1984, όταν η … παρέλαβε από τον προκάτοχό της, τη διαχείριση της αποθήκης ενσήμων και κατά το χρονικό αυτό σημείο το υπόλοιπο αυτής συνέπιπτε με τα τηρούμενα από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στοιχεία. Η ίδια υπάλληλος διαχειρίστηκε τα ένσημα μέχρι τις ...1984, ότε έλαβε αναρρωτική άδεια και απουσίασε από την υπηρεσία της. Έκτοτε, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1985 έως 29.11.1989, ότε αποκαλύφθηκε το έλλειμμα, τη διαχείριση των ενσήμων άσκησαν διαδοχικά οι υπάλληλοι .... (από 1.1.1985 έως 31.5.1985),... (από 31.5.1985 έως 3.4.1986) και …. (από 3.4.1986 έως 29.11.1989), χωρίς να συντάσσονται πρωτόκολλα παράδοσης – παραλαβής από τον προηγούμενο στον επόμενο διαχειριστή και χωρίς να υπάρχει λογιστική απεικόνιση των στοιχείων της διαχείρισης κάθε υπολόγου (μη τήρηση βιβλίων αποθήκης όπου θα αναγράφονταν οι αναλυτικές καταστάσεις διακίνησης ενσήμων εισφορών, μη διενέργεια συμφωνίας των υπολοίπων με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κάθε μήνα, μη καταμέτρηση των υπολοίπων προκειμένου να γίνεται στη συνέχεια έλεγχος με τα τηρούμενα υπόλοιπα του Γενικού Λογιστηρίου). Μετά τη διαπίστωση του ελλείμματος (29.11.1989), το οποίο επαληθεύθηκε από τον τακτικό έλεγχο της αρμόδιας Διεύθυνσης Επιθεώρησης Υπηρεσιών Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. (σχετ. η από ...1991 έκθεση ελέγχου) συντάχθηκε από το Μονομελές Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Θεσσαλονίκης το ...1995 Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων (Φ.Μ.Ε.), το οποίο επιδόθηκε το έτος 2008, σε όλους όσους διετέλεσαν διαχειριστές ενσήμων κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Το Β΄ Κλιμάκιο, το οποίο επελήφθη εν συνεχεία της υπόθεσης προκειμένου να προβεί στην έκδοση της καταλογιστικής πράξης, με τα Πρακτικά της 9ης Συνεδρίασης της 27.4.2009 (Θέμα Δ΄) διαπίστωσε ότι στο ως άνω Φ.Μ.Ε. είχε αναγραφεί εσφαλμένως ως χρόνος δημιουργίας του ελλείμματος, το διάστημα από 1.7.1984 έως 29.11.1986 αντί του ορθού από 1.7.1984 (όταν ανέλαβε τη διαχείριση η ….) έως 29.11.1989 (όταν διαπιστώθηκε η έλλειψη των ενσήμων) και ενόψει αυτής της πλημμέλειας ανέβαλε την οριστική του κρίση και ζήτησε να συνταχθεί και να κοινοποιηθεί σε όλους τους διαχειριστές νέο Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων, στο οποίο «… να αναγράφεται η ορθή ημεροχρονολογία δημιουργίας του ελλείμματος στη διαχείριση των ενσήμων του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης …». Σε εκτέλεση των ως άνω Πρακτικών συντάχθηκε από την Υπηρεσία Επιτρόπου στο Νομό Θεσσαλονίκης το ....2009 Φ.Μ.Ε., ο ακριβής χρόνος της κοινοποίησης του οποίου δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ακολούθως, το έτος 2011 εξεδόθη η οικεία καταλογιστική πράξη (.../2011) του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

VΙ. Α. Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) συνιστά σύμφωνα με το άρθρο 11 του Α.Ν. 1846 της 14/21 Ιουνίου 1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την ασφάλιση των αναφερομένων στα άρθρα 2 - 4 του ως άνω νόμου προσώπων «… εις περίπτωσιν ασθενείας, μητρότητας, αναπηρίας, ατυχήματος, γήρατος και ανεργίας, ως και των μελών της οικογενείας αυτών, εν περιπτώσεις ασθενείας τούτων ή θανάτου του προστάτου αυτών, ησφαλισμένου» (άρθρο 1). Περαιτέρω, με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1997 (ΦΕΚ Α 134), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 56 του Ν.Δ/τος 496/1974 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε διαδοχικώς με το άρθρο 15 του ν. 396/1976 (ΦΕΚ Α 164) και το άρθρο 2 του ν. 578/1977 (ΦΕΚ Α 106) οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί που υπάγονταν στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκαν της εφαρμογής του Ν.Δ/τος 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ Α 204 και διορθ. 246), με συνέπεια, επί των αξιώσεων του Ι.Κ.Α. κατά τρίτων να μην έχουν εφαρμογή οι περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 44 - 47 του ανωτέρω Ν.Δ/τος (Ολ.Ελ.Συν. 24/1970, πρβλ. Α.Π. 517/2003, ΣτΕ 1327/2009, 320/1999 Γνμδ. Ν.Σ.Κ. 8/2014, 439/2007). Ακολούθως, στο άρθρο 137 του Ν. 3655/2008 «Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις» (ΦΕΚ Α 58), υπό τον τίτλο «Παραγραφή απαιτήσεων υπέρ και κατά των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ)», ορίζεται ότι: «Α. Παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των ΦΚΑ. 1. Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. … Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς, κλάδους ή λογαριασμούς. α. … γ. Απαιτήσεις από άπιστη διαχείριση που δημιουργούνται από τη διαπίστωση ελλειμμάτων στις διαχειρίσεις των υπολόγων κατά τους ορισμούς και τη διαδικασία των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. δ. … 2. … 3. Η παραγραφή των χρεών προς το ΦΚΑ διακόπτεται για τους λόγους που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 88 του ν. 2362/1995, όπως κάθε φορά ισχύουν. Β. …». Τέλος, με το άρθρο 2 παρ.8 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α/24.12.1997) προστέθηκε παράγραφος 7α στο άρθρο 27 του Ν. 1846/1951, στην οποία ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995, περί αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 88 και 89 του ίδιου νόμου, περί διακοπής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και συνεπειών παραγραφής αυτών αντίστοιχα, εφαρμόζονται ανάλογα και στο Ι.Κ.Α.».

Β. Από τις ως άνω διατάξεις, συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά το χρόνο διαπίστωσης του ελλείμματος (1989), ο οποίος καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο για την παραγραφή των αξιώσεων του Ιδρύματος έναντι των υπολόγων αυτού προς αποκατάσταση των ελλειμμάτων που δημιουργήθηκαν στη διαχείρισή τους, ο ως άνω Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, ο οποίος είχε εξαιρεθεί από τις διατάξεις του Ν.Δ/τος 496/1974 περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δεν περιείχε καταστατικές διατάξεις, που να ρυθμίζουν την παραγραφή των ως άνω, μη βεβαιωμένων ταμειακά, αξιώσεών του. Με το Ν. 3655/2008 επιχειρήθηκε να θεσμοθετηθούν γενικοί κανόνες παραγραφής των αξιώσεων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης έναντι τρίτων, οι οποίοι αφενός αφορούσαν σε βεβαιωμένες ταμειακά οφειλές, αφετέρου δεν έθιξαν τις τυχόν διαφορετικά ρυθμιζόμενες περιπτώσεις από τις ειδικές καταστατικές διατάξεις των κατ’ ιδίαν ασφαλιστικών φορέων. Σε κάθε περίπτωση με το νόμο αυτό θεσπίσθηκε ειδική εικοσαετής παραγραφή υπέρ του κοινωνικοασφαλιστικού φορέα σε βάρος ελλειματία υπολόγου «για απαιτήσεις από άπιστη διαχείριση», όταν το χρέος έχει βεβαιωθεί ταμειακά, χωρίς να ρυθμισθεί ειδικά η παραγραφή της αξίωσης προς αποκατάσταση του ελλείμματος πριν την εν στενή εννοία βεβαίωση του χρέους και μετά την έκδοση του νομίμου τίτλου (καταλογιστικής πράξης ή απόφασης). Ελλείψει δε ειδικών περί παραγραφής διατάξεων, εφαρμόζεται η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα, η οποία, κατά το άρθρο 251 Α.Κ. άρχεται από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δηλαδή από τότε που αποκαλύφθηκε το έλλειμμα και μπορούσαν τα αρμόδια όργανα του Ιδρύματος να προσφύγουν δικαστικά για την αποκατάστασή του και λήγει σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.3 Α.Κ. μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας. Περαιτέρω, εάν εντός μίας χρονικής περιόδου υπάρχει αδυναμία διαπίστωσης του ακριβούς χρονικού σημείου κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι παράνομες διαχειριστικές πράξεις οι γενεσιουργές του ελλείμματος επειδή οι υπόλογοι δεν τηρούσαν τα εκ του νόμου προβλεπόμενα αναγκαία διαχειριστικά στοιχεία για την αποκάλυψή του, αφετηριακό σημείο για την έναρξη της παραγραφής αποτελεί το καταληκτικό χρονικό σημείο της περιόδου, κατά το οποίο αποκαλύφθηκε το έλλειμμα, καθόσον μόνον τότε διαπιστώθηκε αυτό και μπορούσε να επιδιωχθεί δικαστικώς η αποκατάστασή του (απόφαση Ολομέλειας Ελ.Συν. 2444/2007). Σε ό,τι αφορά στη διακοπή της παραγραφής, η καταστατική διάταξη του άρθρου 27α του Ν. 1846/1951 θεσπίζει την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 88 του Ν. 2362/1995, στο οποίο εκτός από τους ρητά αναφερόμενους λόγους διακοπής της παραγραφής, προστίθενται σύμφωνα με την παρ.4 αυτού «οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής». Ως εκ τούτου, πέραν των ειδικώς στο άρθρο αυτό αναφερομένων λόγων διακοπής, ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν περιλαμβάνονται ή δεν τροποποιούνται από το άρθρο 88 του ως άνω Νόμου.

VΙΙ. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως, αφετηριακό χρονικό σημείο για την έναρξη της παραγραφής κατ’ άρθρο 251 Α.Κ. αποτελεί η 29η Νοεμβρίου 1989, όταν διαπιστώθηκε το έλλειμμα, με την παράδοση της διαχείρισης από τον .... στον επόμενο διαχειριστή …. και τη σύνταξη του οικείου πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, καθόσον κατά το χρόνο αυτό γεννήθηκε η αξίωση του Ι.Κ.Α. και κατέστη αυτή δικαστικά επιδιώξιμη. Η επίδοση του .../11.3.1995 Φ.Μ.Ε. στους φερόμενους ως υπολόγους της διαχείρισης το έτος 2008, δεν επάγεται έννομες συνέπειες, διότι με τα Πρακτικά του Β΄ Κλιμακίου της 9ης Συν./27.4.2009, αυτό κρίθηκε μη νόμιμο, λόγω εσφαλμένης αναγραφής του χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου δημιουργήθηκε το έλλειμμα, ενώ περαιτέρω διατάχθηκε η σύνταξη και κοινοποίηση νέου ορθού Φ.Μ.Ε. Έκτοτε και μέχρι την έκδοση της καταλογιστικής πράξης το έτος 2011, δεν μεσολάβησε κανένα διακοπτικό γεγονός, καθόσον από το σώμα της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει ότι έως τις 29.11.2009, καταληκτικό σημείο για τη συμπλήρωση της εικοσαετούς παραγραφής, επεδόθη στους διαχειριστές το συνταχθέν σε εκτέλεση των ως Πρακτικών ....2009 Φ.Μ.Ε. Ως εκ τούτου, η αξίωση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (και ήδη Ε.Φ.Κ.Α.) για την αποκατάσταση του ελλείμματος που δημιουργήθηκε στη διαχείριση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.1984 έως 29.11.1989 υπέπεσε στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., διότι από το χρόνο γενέσεως αυτής (29.11.1989) έως τις 29.11.2009 δεν προκύπτει ότι μεσολάβησε κανένα πραγματικό γεγονός που να δύναται να θεμελιώσει λόγο διακοπής αυτής, η δε 127/2011 καταλογιστική πράξη του Β΄ Κλιμακίου εξεδόθη μετά τη συμπλήρωση αυτής, κατά τον βασίμως προβληθέντα λόγο αναιρέσεως. Δεκτού γενομένου του λόγου περί παραγραφής της αξίωσης του ασφαλιστικού οργανισμού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

VIΙΙ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την αναίρεση της πληττόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του διέποντος την επίδικη σχέση νόμου περί παραγραφής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από την Ολομέλεια, καθόσον το πραγματικό της μέρος δεν χρήζει διευκρίνησης, να δικαστεί στην ουσία (άρθρο 116 του Π.Δ/τος 1225/1981), να γίνει δεκτή η από 8.2.2012 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος καθόσον η επίδικη αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή και να ακυρωθεί η .../2011 καταλογιστική πράξη του Β΄ Κλιμακίου κατά το μέρος που τον αφορά. Ακολούθως, μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να επιστραφεί σε αυτόν το παράβολο που κατέθεσε για την άσκησή της (άρθρο 73 παρ.4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4129/2013 και άρθρα 117 και 61 του Π.Δ/τος 1225/1981). Τέλος, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 275 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του Π.Δ/τος 1225/1981, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 3472/2006).

 

Για τους λόγους αυτούς

Διατάσσει το χωρισμό των σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεων.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τους φερόμενους ως κληρονόμους του …..

Δέχεται την από 6.2.2014 (με Α.Β.Δ. ...) αίτηση αναιρέσεως του ….

Αναιρεί την 4421/2013 απόφαση του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.

Διακρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την από 8.2.2012 (με Α.Β.Δ. ...) έφεση αυτού.

Ακυρώνει την .../2011 καταλογιστική πράξη του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που αφορά τον ... ... του Δ..

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από την εν γένει δικαστική του δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2018.

     Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ

    ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΕΡΑΦΗ

 

   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2018.