ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 9847/2020

 

Πρωτοδίκης: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΟΥΣΜΑΛΗ

Δικηγόροι: Ι. Σπυριδαντωνάκης - ερήμην ενάγοντος

 

(...) 4. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, διατηρούσε επιχείρηση -“Κέντρο σύγχρονης αισθητικής”- με την επωνυμία “C.D.SPA” στον Χολαργό Αττικής. Σε επιτόπιο έλεγχο που διενήργησαν, στις 10.7.2016 και ώρα 11:40 π.μ., τα ελεγκτικά όργανα της ΕΎΠ.Ε.Α της Περιφέρειας Αττικής, στο χώρο του spa του ξενοδοχείου “Σ.Μ.” στη Μύκονο, ιδιοκτησίας της εταιρείας Π. Α.Ε., βρέθηκε να απασχολείται η Μ.Χ., γεννηθείσα στις 21.3.1976, με την ειδικότητα της μασέρ και με ημερομηνία πρόσληψης την 1.6.2016, η οποία δεν είχε αναγραφεί στο Πίνακα Προσωπικού (Ε4). Ειδικότερα, στο ανωτέρω δελτίο ελέγχου αναγράφεται ότι η εν λόγω εργαζόμενη: «... δήλωσε ότι απασχολείται με ΑΠΥ για το C.D.SPA». Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4255/2014 και της Φ. 11321/11115/ 802/2-6-2014 ΥΑ., η προσβαλλόμενη από 13.7.2016 πράξη της Ε.ΥΠ.Ε.Α της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εργοδότη πρόστιμο ποσού 10.549,44 ευρώ, για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού της προαναφερόμενης απασχολούμενης υπαλλήλου ηλικίας άνω των 25 ετών, καθώς και πρόστιμο ποσού 500 ευρώ λόγω μη τηρήσεως ισχύοντος Πίνακα Προσωπικού.

5. Ήδη με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως από 4.10.2019 κατατεθέν υπόμνημα, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της από 13.7.2016 πράξης επιβολής προστίμου, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι με τη Χ.Μ. συνεργάστηκε από 1.7.2016 έως 30.8.2016 για παροχή υπηρεσιών μασάζ κατ’ αποκοπή στη Μύκονο βάσει σχετικού συμφωνητικού του άρθρου 8 παρ. 16 του ν.1882/90. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίστατο σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς η ανωτέρω δεν υπέκειτο σε οδηγίες και εντολές ως προς την παροχή της εργασίας της και συνεργαζόταν με την επιχείρηση της προσφεύγουσας μόνο όταν εμφανιζόταν ανάγκη παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η ανωτέρω έκανε έναρξη εργασίας ως ελεύθερος επαγγελματίας την 1.6.2016, είχε απόλυτη ελευθερία να παρέχει συναφείς υπηρεσίες σε άλλους και ήταν εγγεγραμμένη στον Ο.Α.Ε.Ε. καταβάλλουσα τις σχετικές εισφορές. (...) Αντιθέτως, το καθ’ ου η προσφυγή, με την από 3.10.2019 έκθεση απόψεων, προβάλλει, επί των ανωτέρω ισχυρισμών της προσφεύγουσας, ότι ο χαρακτηρισμός της εργασίας ως εξαρτημένης ή μη δεν εξαρτάται από τον τρόπο που καταβάλλεται ο μισθός ούτε από τον χαρακτηρισμό που δίνουν οι εργαζόμενοι στη σχέση, αλλά αποκλειστικά από το δικαίωμα του εργοδότη να καθορίζει και να εποπτεύει τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του προσώπου που προσφέρει τις υπηρεσίες του. Υποστηρίζει δε ότι δεν αντιτίθεται στην έννοια της εξάρτησης η ανάπτυξη πρωτοβουλίας από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των ειδικών γνώσεων που αυτός κατέχει.

6. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) όπως προκύπτει από το από 10.7.2016 δελτίο ελέγχου, η Μ.Χ., η οποία βρέθηκε να απασχολείται ως μασέρ, δήλωσε στα ελεγκτικά όργανα ότι είναι επιτηδευματίας και εκδίδει αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, β) από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η ως άνω φερόμενη ως μισθωτή υπάλληλος είχε προβεί σε έναρξη εργασιών με αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών μασάζ στην αρμόδια ΔΟΥ και ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν ασφαλισμένη στον Ο.Α.Ε.Ε. ως ελεύθερη επαγγελματίας, καταβάλλοντας ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και ότι γ) είχε συνταχθεί σχετικώς το από 1.7.2016 -βάσει του άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/90- συμφωνητικό συνεργασίας με την προσφεύγουσα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Μ.Χ. δεν απασχολείτο ως μισθωτός υπάλληλος στην επιχείρηση της προσφεύγουσας κατά τον χρόνο του ένδικου ελέγχου και ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να την εγγράψει στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησής της. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σε αυτήν παραβάσεις και η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία της επιβλήθηκαν τα ένδικα πρόστιμα, πρέπει να ακυρωθεί, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης της κρινόμενης προσφυγής, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής.(...)