ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 96/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Πετροπούλου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Ι. Γεροντίδης, Ε. Πλειώτα

 

Η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, εκθέτει ότι στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας (μεταξύ της οποίας η παραγωγή και η εκτροφή αμνοεριφίων με σκοπό τη σφαγή ή την εμπορία τους), κατόπιν τηλεφωνικών παραγγελιών της εναγομένης, η οποία δραστηριοποιείται στη χονδρική πώληση κρεάτων στο ... Αργολίδας, στην έδρα της εταιρείας της ενάγουσας, καταρτίστηκαν συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων με πίστωση, πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο δικόγραφο κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος εμπορεύματα, ήτοι τεμάχια αμνών και εριφίων, αντί συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 26.660,54 ευρώ. Ότι εκδόθηκαν προς τούτο τα στην αγωγή αναφερόμενα τιμολόγια (υπό στοιχεία A, Β και Γ), κάθε ένα εκ των οποίων συμφωνήθηκε να εξοφληθεί μέσα σε δύο μήνες από την έκδοσή του, που συνέπιπτε με την αυθημερόν παράδοση των εμπορευμάτων. Ότι μολονότι η εναγόμενη παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα προϊόντα, κατέβαλε έναντι της συνολικής οφειλής της το ποσό των 3.431,52 ευρώ και εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο τίμημα και κατέστη υπερήμερη ως προς αυτό.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 23.229,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για τη συζήτηση της οποίας έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. το με κωδικό ... ηλεκτρονικό παράβολο που εξοφλήθηκε στις 3.3.2017), παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 § 2, 33 ΚΠολΔ), είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 321, 361, 341, 345, 346, 574 επ. ΑΚ, 68, 176, 189 § 1,191 § 2, 907, 908 § 1 περ. στ΄ ΚΠολΔ και πρέπει συνεπώς να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Σύμφωνα με το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθ' εαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει, ότι απόσβεση της ενοχής μπορεί να επέλθει και με δόση αντί καταβολής. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι όταν ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν αυτά, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής" (in solutum) δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή αν χάριν και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης (pro solvendo).

Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ) για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλόμενων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν. Με τη δεύτερη έννοια, αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, η οποία δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας. Έτσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτή υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας, με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της.

Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ. επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής. Η απαίτηση δεν αποσβήνεται, παρά μόνο αν ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης από τον εν λόγω πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 735/2017, ΑΠ 840/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1289/2013, ΑΠ 285/2011, ΕλλΔνη 2011, ΕφΠειρ 17/2016, ΜΕφΠειρ 664/2015, ΜΠρΒολ 3/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω, η εναγόμενη με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα προκατατεθείσες προτάσεις της, συνομολογεί την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων πώλησης, την πίστωση του συνολικού τιμήματος, αρνείται δε κατά τα λοιπά την αγωγή. Περαιτέρω, η εναγόμενη παραδεκτά με τις προτάσεις της προβάλλει την ένσταση ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς κατέβαλε τοις μετρητοίς έναντι των οφειλομένων το ποσό των 1.100 ευρώ και των 105,42 ευρώ έναντι των υπό στοιχεία β και γ αντίστοιχα τιμολογίων-δελτίων αποστολής με την παράδοση των εμπορευμάτων και παρέδωσε στην ενάγουσα προς εξόφληση υπολοίπου του τιμολογίου υπό στοιχείο α ύψους 3.526,34 ευρώ, υπολοίπου του τιμολογίου υπό στοιχείο β ύψους 10.953,60 ευρώ και υπόλοιπο του τιμολογίου υπό στοιχείο γ ύψους 7.543,66 ευρώ, τις δύο τραπεζικές επιταγές της ... Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό α) ..., ποσού 10.953,60 ευρώ με ημερομηνία 25.10.2012 και β) ..., ποσού 7.543,66 ευρώ και ημερομηνία 20.9.2012 και ότι εξ αυτού του λόγου εξόφλησε ολοσχερώς την απαίτηση της ενάγουσας και παρά ταύτα, η τελευταία δεν της έχει παραδώσει τα σώματα των επιταγών ούτε αποδείξεις για τα ποσά που έχουν καταβληθεί τοις μετρητοίς. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, νόμιμη ένσταση, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ (όπως προστέθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν 4335/2015, με ισχύ από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του αυτού νόμου), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης και αν η κλήση του αντιδίκου φέρει όλα τα στοιχεία του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4335/2015, μεταξύ των οποίων και το επάγγελμα του ενόρκως εξεταζόμενου. Ένορκη βεβαίωση που δίδεται κατά παράβαση των διατάξεων 421-423 ΚΠολΔ δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το απαράδεκτο ως κύρωση ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (άρθ. 424 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν 4335/2015, με ισχύ από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του αυτού νόμου, ΜΠρΑθ 1579/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 1318/2016 ΝοΒ 2016, 1673 επ. σημ. Α. Χατζηιωάννου, Λέκτορα Νομικής Σχολής Θράκης, Δικηγόρου - Δ.Ν., Διατυπώσεις κλήσης ένορκης βεβαίωσης μετά τον Ν 4335/ 2015, Νίκας Ν., Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2016, σελ. 592 αρ. 6, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ (συμπλήρωμα), εκδ. 2015, άρθρο 421, αρ. 3, Δεληκωστόπουλος Στ. I., Η αναζήτηση της αλήθειας στην πολιτική δίκη, 2016, σελ. 43 αρ.16).

Από τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υπ' αριθμ. .../03.02.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της ενάγουσας, ... του ..., που λήφθηκε στις 3.2.2017 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Επιδαύρου ... Λακωνίας, ... συζ. ..., η οποία λαμβάνεται υπ' όψιν, γιατί η κλήση για παράσταση στη λήψη της ένορκης βεβαίωσης περιέχει όλα τα στοιχεία του άρθρου 421 ΚΠολΔ (όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν 4335/2015) και έχει δοθεί ύστερα από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (βλ. την υπ' αριθμ. .../31.01.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, ... ...), χωρίς όμως να λαμβάνεται υπ' όψιν η υπ' αριθμ. .../7.2.2017 ένορκη βεβαίωση του ... ... του ..., που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Επιδαύρου ... ..., η οποία ελήφθη ύστερα από προηγούμενη μεν κλήτευση της ενάγουσας, εμπροθέσμως, ήτοι δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../1.2.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή ..., ωστόσο κατά παράβαση του άρθρου 422 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται το επάγγελμα του ενόρκως εξετασθέντος, με αποτέλεσμα κατ' άρθρο 424 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη να μην λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, η οποία είναι ομόρρυθμη εταιρία που εδρεύει στην τοπική κοινότητα ..., με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την παραγωγή και εκτροφή αμνοεριφίων με σκοπό τη σφαγή ή την εμπορία τους, είχε μακροχρόνια συνεργασία με την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στη χονδρική πώληση κρεάτων στο ... Αργολίδας.

Στις 30.5.2012, 13.6.2012 και 1.8.2012, καταρτίστηκαν συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων με πίστωση, και ειδικότερα, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη τις στα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια ποσότητες εμπορευμάτων, ήτοι τεμάχια αμνών και εριφίων, αντί συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 26.660,54 ευρώ. Συγκεκριμένα, για τις πωλήσεις αυτές η ενάγουσα εξέδωσε τα εξής τιμολόγια: Α) το υπ' αριθμ. .../30.5.2012 τιμολόγιο για α) 65 τεμάχια αρνιά ελληνικά, συνολικού βάρους 682 κιλών, αντί 5,30 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 3.614,60 ευρώ, β) 73 τεμάχια ερίφια ελληνικά, συνολικού βάρους 435 κιλών, αντί 5,20 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 2.262,00 ευρώ και γ) 4 τεμάχια πρόβατα ελληνικά, συνολικού βάρους 117 κιλών, αντί 2,40 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 280,80 ευρώ, ήτοι συνολικής αθροιστικής αξίας τιμολογίου 6.957,86 ευρώ (3.614,60+ 2.262 + 280,80) 6.157,40 ευρώ πλέον ΦΠΑ 13% (800,46 ευρώ), Β) το υπ' αριθμ. .../13.6.2012 τιμολόγιο για α) 60 τεμάχια αρνιά ελληνικά, συνολικού βάρους 683 κιλών, αντί 5,30 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 3.619,90 ευρώ, β) 184 τεμάχια ερίφια ελληνικά, συνολικού βάρους 1.370 κιλών, αντί 5,10 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 6.987 ευρώ και γ) 1 τεμάχιο πρόβατο ελληνικό, συνολικού βάρους 24 κιλών, αντί 2,50 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 60 ευρώ, ήτοι συνολικής αθροιστικής αξίας τιμολογίου 12.053,60 ευρώ (3.619,90 + 6.987 + 60) 10.666,90 ευρώ πλέον ΦΠΑ 13% (1.386,70 ευρώ)] και Γ) το υπ' αριθμ. .../1.8.2012 τιμολόγιο για α) 153 τεμάχια ερίφια ελληνικά, συνολικού βάρους 1.095 κιλών, αντί 6,10 ευρώ το κιλό, ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 6.679,50 ευρώ, β) 1 τεμάχιο πρόβατο ελληνικό, συνολικού βάρους 28 κιλών, αντί 3,20 ευρώ το κιλό, ήχοι συνολικής καθαρής αξίας 89,60 ευρώ, ήτοι συνολικής αθροιστικής αξίας τιμολογίου 7.649,08 ευρώ {(6.679,50 + 89,60) 6.769,10 ευρώ πλέον ΦΠΑ 13% (879,98 ευρώ)}.

Αποδεικνύεται ότι το σύνολο των προαναφερθέντων τιμολογίων πιστώθηκε επί δίμηνο από την έκδοση έκαστου τιμολογίου, η εναγόμενη παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα εμπορεύματα και η τελευταία κατέβαλε στην ενάγουσα έναντι του υπ' αριθμ. .../30.5.2012 τιμολογίου το ποσό των 3.431,52 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο των οφειλομένων από τα ανωτέρω τιμολόγια ανέρχεται στο ποσό των 23.229,09 ευρώ, όπως επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεσή του ο .... Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατέβαλε τα ποσά των 1.100 και 105,42 ευρώ τοις μετρητοίς στον οδηγό του φορτηγού- ψυγείου αυτοκινήτου, καθώς η εναγόμενη δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει απόδειξη καταβολής των χρημάτων αυτών. Όσον αφορά τις τραπεζικές επιταγές, αποδεικνύεται η παράδοση στην ενάγουσα των υπ' αριθμ. α) ..., ποσού 11.070 ευρώ και ημερομηνία έκδοσης 20.9.2012 και β) ..., ποσού 10.953,60 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 25.10.2012 τραπεζικών επιταγών της ... Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες ουδέποτε πληρώθηκαν από την εναγομένη και όταν η ενάγουσα τις εμφάνισε νομίμως και εμπροθέσμως στην τράπεζα προς εξόφληση την 21.9.2012 και 26.10.2012 αντίστοιχα, σφραγίστηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου, όπως προκύπτει από τις από 28.9.2012 και 30.10.2012 βεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων στο σώμα των επιταγών, το πρωτότυπο σώμα των οποίων έχει στη διάθεση της η ενάγουσα. Συνεπώς η εναγομένη ουδέν από το οφειλόμενο ποσό των 23.229,02 ευρώ έχει εξοφλήσει και γι' αυτό το λόγο δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει τόσο τα σώματα των προαναφερόμενων επιταγών όσο και τυχόν εξοφλητικές αποδείξεις για τυχόν καταβαλλόμενα ποσά και ως εκ τούτου η ένσταση εξόφλησης της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της.

Κατόπιν των παραπάνω, η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 23.229,02 ευρώ που αφορά μέρος του πρώτου τιμολογίου και το σύνολο των δεύτερου και τρίτου των ως άνω τιμολογίων, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, η οποία επιδόθηκε την 25η Νοεμβρίου 2016. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 23.229,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, καθότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η καθυστέρηση εκτέλεσης της παρούσας απόφασης θα επιφέρει οικονομική ζημία στην ενάγουσα, πρέπει αυτή να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή (άρθρο 908§1 περ. στ' ΚΠολΔ) κατά το ποσό των 8.000 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας πρέπει, κατόπιν αποδοχής του σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.