ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 94/2020

 

Δικαστής : Ηλίας Γιολλάκης Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Παναγιώτα Βρουστούρη, Παντελής Δαβερώνας - Ρήγας Μπαρμπούρης

 

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 ν. 146/1914, «Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικός ή γεωργικός συναλλαγάς πάσα προς το σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου «ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας».

Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει τη γενική αρχή της απαγόρευσης στις παραπάνω συναλλαγές, εκτός των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στο νόμο περί αθέμιτου ανταγωνισμού, πράξης αντίθετης στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι, πρώτον, μία πράξη η οποία γίνεται στα πλαίσια των εμπορικών, βιομηχανικών ή γεωργικών συναλλαγών, δεύτερον η πράξη αυτή να γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και, τρίτον, η πράξη αυτή να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Η δεύτερη από τις παραπάνω προϋποθέσεις ερμηνεύεται ευρέως, γίνεται μάλιστα δεκτό ότι ένας επαγγελματίας λειτουργεί ανταγωνιστικά όχι μόνον όταν ενεργεί με πρόθεση να διευρύνει τη δική του πελατεία, αλλά και όταν ενεργεί με πρόθεση να διευρύνει την πελατεία ενός τρίτου. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η πρόθεση ανταγωνισμού δεν είναι αναγκαίο να αποτελεί και τον αποκλειστικό σκοπό τέλεσης μίας πράξης.

Η ενεργεία που γίνεται για την επίτευξη του ανταγωνιστικού σκοπού αποτελεί την «πράξη ανταγωνισμού». Η τελευταία προϋποθέτει την ύπαρξη «σχέσης ανταγωνισμού». Πρόκειται για την κατάσταση έντασης που υφίσταται μεταξύ δύο τουλάχιστον ανταγωνιζομένων, οι οποίοι επιδιώκουν να προτιμηθούν τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες τους από έναν πελάτη. Ουσιώδης προϋπόθεση δηλαδή για να υπάρχει σχέση ανταγωνισμού είναι η ύπαρξη του αυτού κύκλου πελατών. Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν αυτή προσκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η σχετικότητα των ενοχικών σχέσεων δεν επιτρέπει την προστασία του συμβαλλομένου έναντι προσβολών των δικαιωμάτων του από τρίτους παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι χωρίς άλλο αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης. Η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης μπορεί, με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών, να είναι αθέμιτες (βλ. Α.Π. 613/2009 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1123/2002 ΕλλΔνη 45, 85, Α.Π. 79/2001 ΕλλΔνη 42, 904, Εφ.Αθ. 5131/2011 ΔΕΕ 2012, 24, Εφ.Αθ. 969/2011 ΔΕΕ 2011, 789, Εφ.Αθ. 193/2009 ΔΕΕ 2010, 554, Εφ.Αθ. 3594/2608 ΔΕΕ 2009, 50, Τσιμπανούλης, σε: Αθέμιτος Ανταγωνισμός, Νικ. Ρόκα, άρθρο 1, Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού, έκδ. 1986, Μιχ.-Θεόδ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, Καραβά-Δελούκα, ΝοΒ 10, επ., Αλεξανδρίδου, Αθέμιτος Ανταγωνισμός και προστασία του καταναλωτή, 1978).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ., ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση πίστης, η οποία αποτελεί εξειδίκευση του γενικού κανόνα της καλής πίστης (άρθρο 288 Α.Κ.) και καλύπτει και τις παρεπόμενες υποχρεώσεις, που απορρέουν από την όλη δομή της εργασιακής σχέσης. Η υποχρέωση πίστης αποτελεί υποχρέωση του εργαζόμενου να αποφεύγει κάθε βλαπτική ενέργεια σε βάρος του εργοδότη (αρνητικός ορισμός), επιβάλλει επιμελή και καλόπιστη εκπλήρωση της σύμβασης εργασίας και περιλαμβάνει δέσμη επί μέρους υποχρεώσεων, που ποικίλλουν αναλόγως του αντικειμένου της σύμβασης εργασίας. Τέτοιες ειδικότερες υποχρεώσεις είναι κυρίως η υποχρέωση εχεμύθειας, η υποχρέωση μη παράλληλης απασχόλησης σε άλλον εργοδότη και η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού. Ειδικότερα δε, υποχρεούται να μην προβαίνει σε ενέργειες που φέρουν χαρακτήρα αθέμιτου ανταγωνισμού κατά του εργοδότη, όπως είναι και η για δικό του λογαριασμό, εν αγνοία του εργοδότη, άσκηση εμπορικών εργασιών όμοιων με τις εργασίες της επιχείρησης όπου εργάζεται, γιατί ισχύει και εδώ η διάταξη του άρθρου 1 εδ. ια του ν. 146/1914.

Η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού μπορεί να γίνει και αντικείμενο ρητού όρου (: κοινώς, ρήτρα) της εργασιακής σχέσης. Η ρήτρα αυτή θεωρείται καταρχήν έγκυρη. Όταν όμως περιορίζει τη μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα του εργαζομένου, το κύρος της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού εξαρτάται από τη διάρκεια της ισχύος της, την έκτασή της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα που απαγορεύτηκε, και την παροχή από τον εργοδότη ανάλογης αντιπαροχής προς τη συμβατική δέσμευση του εργαζομένου. Με την έννοια αυτή, μπορεί να συμφωνηθεί ότι απαγορεύεται η ανταγωνιστική δραστηριότητα του εργαζομένου είτε με τη μορφή ανταγωνιστικών πράξεων από αυτόν, είτε με τη μορφή της πρόσληψής του σε άλλον ανταγωνιστή εργοδότη, είτε με τη μορφή της άσκησης από αυτόν όμοιας, ανταγωνιστικής δραστηριότητας προς εκείνη του πρώην εργοδότη του. Πάντως, οι όροι της σύμβασης εργασίας (απαγόρευση μελλοντικού ανταγωνισμού, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας) είναι έγκυροι και δεσμευτικοί για τον εργαζόμενο εάν και εφόσον, βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης, αφενός δεν καταλύουν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης του εργαζομένου, αφετέρου δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., δηλαδή δεν περιέχουν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου και δεν αντίκεινται γενικώς στα χρηστά ήθη. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, στην περίπτωση αυτή, κρίνεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει και του συνόλου των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν. Η κρίση για το εάν η συγκεκριμένη κάθε φορά ρήτρα συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας του εργαζομένου εναπόκειται στο δικαστή, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα αξιολογήσει και θα σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μερών. Κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη είναι: α) η χρονική διάρκεια και ο τοπικός χαρακτήρας της απαγόρευσης, β) το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου και γ) η ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη (βλ. Α.Π. 1285/1984 ΕΕργΔ 1985, 575 επ., Χριστοφορίδη, ό.π.). Ειδικότερα, η ύπαρξη ειδικού οικονομικού ανταλλάγματος δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σχετικής ρήτρας, αλλά συνεκτιμάται ως κριτήριο τότε μόνο, όταν κρίνεται ότι οι λοιποί όροι της δέσμευσης, δηλαδή η χρονική διάρκεια, η χωρική έκταση και το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας υπερβαίνουν τα ακραία όρια που θέτουν στην ιδιωτική αυτονομία τα χρηστά ήθη (Δ. Ζερδελής, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, Αθήνα, 1999, I. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, 1995).

Έτσι, έχει κριθεί από τη νομολογία ότι δεν είναι άκυρη η απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά τη λύση της σύμβασης, ακόμη και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα (Α.Π. 1285/1984 ΕΕργΔ 1985, 575, Α.Π. 1192/1992 ΔΕΝ 1993, 85). Κάθε πρόσωπο που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας έχει την εξουσία, με τη μορφή της φυσικής ευχέρειας, να συνάπτει ενοχικές συμβάσεις ή να μη συνάπτει τέτοιες συμβάσεις ή να αποκρούει τη σύναψή τους. Η επαγγελματική ελευθερία δεν περιλαμβάνει μόνο την ελευθερία επιλογής και έναρξης ενός επαγγέλματος, αλλά και την απόφαση για συνέχιση, παύση ή αλλαγή του επιλεγέντος επαγγέλματος. Η εξουσία αυτή αποτελεί έκφανση του ατομικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας με ελεύθερη επαγγελματική και κοινωνική δράση, χωρίς να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι αντίκεινται στην ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος περιορίζει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όχι όμως χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αλλά μόνο εφόσον από την καταχρηστική άσκησή του βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (βλ. Ολ. Α.Π. 33/1987 ΕλλΔνη 29, 98 = ΝοΒ 36, 324, Ολ.Α.Π. 48/1987, Α.Π. 797/2010 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1612/1999 ΕλλΔνη 41, 378, Α.Π. 167/1998 ΕλλΔνη 39, 856, Εφ.Λαρ. 738/2001 ΕλλΔνη 2003, 529, Εφ.Αθ. 5131/2011 ό.π., Εφ.Θεσ. 870/2008 Αρμ 2009, 883, Εφ.Θεσ. 540/2000 ΔΕΕ 2000,1022, Εφ.Αθ. 4019/1999 ΕλλΔνη 40, 1586, Εφ.Αθ. 36/1999 ΕλλΔνη 40, 1573, Εφ.Αθ. 4019/1999 ΕλλΔνη 40, 1586, Εφ.Αθ. 36/1999 ΕλλΔνη 40, 1573, Τραυλό-Τζανετάτο, σε: Αστικό Κώδικα Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 652 παρ. 126 επ., Καποδίστρια, ΕρμΑΚ, άρθρο 652, αριθμός 9 επ., Σιδερή, ΔΕΝ 57, 785, Ξηρό, ΕΕργΔ 7, 345, Ανθή Λεζένη-Παπαγεωργίου, ΕλλΔνη 35, 58 επ., 63, Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 3η, παρ. 601, 602, Σιδέρη, Αρμ 55, 823, Καραϊσκο, ΕλλΔνη 40, 1425, Παπαμιχαήλ, Αρμ 51, 876).

Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 404 επ. Α.Κ. προβλέπουν το θεσμό της ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή που οφείλει σ αυτόν από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (άρθρα 404 επ. Α.Κ.). Η ποινική ρήτρα, που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, έχει χαρακτήρα γνήσιας ποινικής ρήτρας, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία και είναι μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής (Α.Π. 611/1998 ΕλλΔνη 40, 141). Η ποινή καταπίπτει ακόμη και αν ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία (άρθρο 405 παρ. 2 Α.Κ.). Συνιστά δηλαδή έναν τρόπο αποζημίωσης που υποχρεώνεται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος για να αποκαταστήσει έτσι την ζημία την οποία προξένησε στον άλλο, χωρίς ο τελευταίος να χρειάζεται να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του. Και στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, με απόφαση του Δικαστηρίου στο μέτρο που αρμόζει. Η σχετική αξίωση είναι διαπλαστικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί και κατ ένσταση. Για να κριθεί το βάσιμο ή μη της περί μείωσης της ποινής αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχοντα περιστατικά, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματος αυτού και το γεγονός της τυχόν ωφέλειάς του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα τα οποία είχε γι αυτόν η μη εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού κατά το άρθρο 405 Α.Κ. η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη κάποια ζημία. Επομένως, εκείνος που ασκεί την αίτηση για μείωση της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, πρέπει να επικαλεστεί ορισμένα περιστατικά, ως εκ των οποίων να παρίσταται υπέρμετρος η ποινή και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να τα αποδείξει, μη αρκούντος μόνον του περιστατικού ότι η ζημία του δανειστού είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής (Α.Π. 1041/2010 ΕλλΔνη 2011, 724, Εφ.Αθ. 925/2010 ΕλλΔνη 2011, 814, Εφ.Λαρ. 738/2001 ΕλλΔνη 2003, 529, Εφ.Λαρ. 502/2000 ΕλλΔνη 2000, 33).

Εκτός από τη γνήσια ποινική ρήτρα, υπάρχει και η μη γνήσια ποινική ρήτρα, που δεν ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα. Με αυτή συμφωνείται υπόσχεση ποινής υπό την αίρεση παράλειψης ορισμένης πράξης στο μέλλον, όπως η αποφυγή ανταγωνιστικών πράξεων από τον εργαζόμενο, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, η υπόσχεση ποινής αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, δεν αποβλέπει στην ενίσχυση άλλης (κύριας) ενοχής, αφού δεν υπάρχει άλλη κύρια ενοχή (βλ. Μπόσδα, ΑρχΝ 36, 1 επ., 8).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία εκθέτει ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της ανάληψης και υλοποίησης μεγάλων έργων πληροφορικής, μέσω διεθνών δημόσιων διαγωνισμών, και ότι ήδη από το έτος ίδρυσής της (1993) μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν ευρύ κύκλο πελατών και να εδραιωθεί στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά. Ότι στις 28.9.2015 συνήφθη μεταξύ αυτής και του εναγομένου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσέλαβε τον εναγόμενο προκειμένου να τον απασχολήσει ως Σύμβουλο Πληροφορικής έναντι συμφωνηθεισών μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.700 ευρώ, οι οποίες από την 1.10.2016 και εφεξής αυξήθηκαν στο ποσό των 2.200 ευρώ. Ότι στο προσαρτημένο στην άνω σύμβαση Παράρτημα συμφωνήθηκε και ρήτρα εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίστηκε ότι για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από την λήξη της απασχόλησής του σ αυτήν (ενάγουσα) ο εναγόμενος δεν θα ασκούσε ανταγωνιστική δραστηριότητα προς την εργοδότρια, ούτε θα προσέφερε τις υπηρεσίες του σε ανταγωνιστή της εργοδότριας που παρέχει υπηρεσίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή και τους άλλους πελάτες της εταιρίας, ούτε θα προσέλκυε ως πελάτη του ή πελάτη άλλης επιχείρησης πελάτη της εργοδότριας, ούτε, τέλος, θα αποσπούσε προς πρόσληψη δικής του δραστηριότητας ή δραστηριότητας τρίτης επιχείρησης εργαζομένους της εργοδότριας. Ότι για την περίπτωση αθέτησης εκ μέρους του εναγομένου των ως άνω εκ της ρήτρας υποχρεώσεών του συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ισόποση με τις μεικτές αποδοχές του των τελευταίων έξι (6) μηνών της απασχόλησής του σ αυτήν. Ότι κατά την διάρκεια της απασχόλησής του σ αυτήν, ο εναγόμενος είχε στελεχώσει το Τμήμα «Presales» της Εμπορικής Διεύθυνσης της εταιρίας, το οποίο έχει καθημερινή πρόσβαση και επεξεργάζεται όλο το τεχνικό και εμπορικό υλικό που αφορά στις υπηρεσίες, τα προϊόντα και τους πελάτες της εταιρίας και είναι επιφορτισμένο με την προετοιμασία και την υποβολή των προτάσεων-προσφορών της εταιρίας προς τους υποψήφιους πελάτες της για την ανάληψη των έργων που ανατίθενται από αυτούς μέσω διεθνών δημόσιων διαγωνισμών. Ότι, εξαιτίας της ανωτέρω θέσης του, ο εναγόμενος είχε αποκτήσει εξειδικευμένη τεχνογνωσία και πλούσια εμπειρία αναφορικά με τα προϊόντα και τις τεχνολογίες της εταιρίας, καθώς και τη μεθοδολογία και την εμπορική πολιτική που η εταιρία εφαρμόζει προκειμένου να συμμετέχει στους διεθνείς οργανισμούς με αξιώσεις πιθανής αναδόχου για την υλοποίηση των έργων διεθνών φορέων ανά τον κόσμο, ενώ επιπλέον είχε πρόσβαση στις απόρρητες και εμπιστευτικές πληροφορίες που σχετίζονταν με τις μεθόδους εργασίας της εταιρίας, την τιμολογιακή της πολιτική, την πελατεία της κ.λπ. Ότι στις 3.3.2017 ο εναγόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία του, η ίδια δε αποδέχθηκε την παραίτηση αυτή και έτσι λύθηκε συναινετικά η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Ότι μετά τη λύση της ως άνω σύμβασης εργασίας του ο εναγόμενος παραβίασε την προαναφερόμενη ρήτρα εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, καθόσον τον Μάρτιο του 2017, ήτοι αμέσως μετά την λήξη της απασχόλησής του σ αυτήν, προσλήφθηκε από την εταιρία «*», η οποία δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο στον τομέα των πληροφοριακών συστημάτων, και μάλιστα στην ίδια με αυτήν αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, και απευθύνεται στον ίδιο κύκλο πελατών διεθνώς και στην οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την ίδια ακριβώς θέση εργασίας, την οποία κατείχε κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του σ αυτήν (ενάγουσα), δυνάμενος έτσι να παρέχει στην ως άνω ανταγωνίστρια εταιρία άκρως εμπιστευτικές και απόρρητες πληροφορίες σχετικά με τα επαγγελματικά μυστικά της εταιρίας. Ότι στις 22.2.2018 η ίδια κοινοποίησε στον εναγόμενο εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τον ενημέρωνε ότι είχε βάσιμες πληροφορίες σχετικά με την ανωτέρω επαγγελματική συνεργασία του με την ως άνω ανταγωνίστρια εταιρία, καθώς και ότι η εν λόγω ενέργειά του συνιστούσε παραβίαση της συναφθείσας μεταξύ τους ρήτρας εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, ενώ παράλληλα τον καλούσε εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης να της καταβάλει την ανωτέρω συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, ποσού 12.700 ευρώ, όσο δηλαδή οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες απασχόλησής του σ αυτήν. Ότι ωστόσο ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκλησή της, αρνούμενος μέχρι σήμερα να καταβάλει σ αυτήν το ανωτέρω ποσό των 12.700 ευρώ. Ότι, τέλος, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου προσβλήθηκε η φήμη και το κύρος της έναντι των εργαζομένων και των συνεργατών της, εφόσον εμφανίστηκε σ αυτούς ως εταιρία που αδυνατεί να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και τις απόρρητες εμπορικές πληροφορίες της, με αποτέλεσμα να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει: α) το προαναφερόμενο ποσό των 12.700 ευρώ ως καταπίπτουσα υπέρ της συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, τόσο με βάση τη σύμβαση όσο και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, με το νόμιμο τόκο από τις 3.3.2017 (χρόνος οικειοθελούς παραίτησης του εναγομένου), άλλως από τις 23.2.2018 (επομένη της κοινοποιήσεως στον εναγόμενο της εξώδικης δήλωσής της), άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β) το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ξόφληση. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22, 614 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμοζόμενων των ειδικότερων ρυθμίσεων για τις εργατικές διαφορές (άρθρα 591, 614 παρ. 3 και 621-622 Κ.Πολ.Δ.). Η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατ άρθρα 118 και 216 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία για τη νομική της πληρότητα, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί. Επιπλέον, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 146/1914, 288, 341, 345, 346, 404, 405, 652, 914, 919, 932 Α.Κ., 907, 908 και 176 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει επομένως η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις για το υπερβάλλον του ποσού της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ) καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, κατά το άρθρο 71 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει.

[...] [Α]ποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει ανώνυμη εταιρία η οποία συστήθηκε το έτος 1993, έχει έδρα το ................ Αττικής και δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και διακίνησης προϊόντων λογισμικού, καθώς και της υλοποίησης μεγάλων έργων πληροφορικής, μέσω της ανάληψής τους από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς στους οποίους συμμετέχει. Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη στις 28.9.2015 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, η ενάγουσα προσέλαβε τον εναγόμενο προκειμένου να τον απασχολήσει ως Σύμβουλο Πληροφορικής υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης (Δευτέρα-Παρασκευή) και επί οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι συμφωνηθεισών μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.700 ευρώ, οι οποίες από τις 1.10.2016 και εφεξής αυξήθηκαν στο ποσό των 2.200 ευρώ.

Παράλληλα, στο Παράρτημα της εν λόγω σύμβασης με τίτλο «Δήλωση περί τήρησης του απορρήτου και μη ανταγωνισμού» συμφωνήθηκε η υποχρέωση του εναγομένου για απόλυτη εχεμύθεια σχετικά με τις εμπιστευτικές πληροφορίες που επρόκειτο να αποκτηθούν από αυτόν ή να αποκαλυφθούν σ αυτόν κατά την διάρκεια της εργασιακής σχέσης του με την ενάγουσα και η παράλειψη διενέργειας εκ μέρους του των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό ανταγωνιστικών πράξεων για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από την λύση της σύμβασης εργασίας του. Στο ίδιο Παράρτημα συμφωνήθηκε επίσης και ποινική ρήτρα ισόποση με τις μεικτές αποδοχές του εναγομένου των τελευταίων έξι (6) μηνών της απασχόλησής του στην ενάγουσα για την περίπτωση που ο εναγόμενος αθετούσε την παραπάνω υποχρέωσή του περί μη διενέργειας πράξεων ανταγωνισμού, ενώ επιπλέον ορίστηκε ότι η υποχρέωση καταβολής της ποινικής ρήτρας δεν θα απάλλασσε τον εναγόμενο από την υποχρέωσή του να διακόψει την απαγορευμένη δραστηριότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση της ενάγουσας.

Με τη συμφωνία αυτή εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού προβλέφθηκε επίσης ότι η καταβαλλόμενη στον εναγόμενο αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών του, ως εκ του ύφους της, εμπεριέχει εύλογη και δίκαιη αντιπαροχή σ αυτόν, ως αντάλλαγμα για την απαγόρευση που του επιβλήθηκε. Ειδικότερα, στους όρους 2, 4 και 5 του ως άνω Παραρτήματος της ένδικης σύμβασης εργασίας ορίστηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: «1. ... 2. Θα τηρώ απόρρητες τις πληροφορίες που μου χορηγούνται σε εμπιστευτική βάση κατά τη διάρκεια της εργασιακής μου σχέσης με την Εργοδότρια, καθώς και για μια περίοδο πέντε (5) ετών μετά τη λύση της, και δεν θα προβαίνω στη δημοσίευση ή την αποκάλυψή τους σε τρίτους, περιλαμβανομένων των συναδέλφων και συνεργατών μου στην Εργοδότρια, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων μου στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου έργου ή εργασίας που μου έχει ανατεθεί. ... 4. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, δεσμεύομαι για διάστημα ενός (1) έτους από τη λύση της σύμβασης να μην ασκήσω δραστηριότητα ανταγωνιστική προς την Εργοδότρια, ούτε να προσφέρω τις υπηρεσίες μου υπό οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας και ιδιότητα σε ανταγωνιστή της Εργοδότριας που παρέχει υπηρεσίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή/και τους άλλους πελάτες της εταιρίας, ούτε να προσελκύσω ως πελάτη μου ή ως πελάτη άλλης επιχείρησης πελάτη της Εργοδότριας, ούτε, τέλος, να αποσπώ από την Εργοδότρια προς πρόσληψη σε δική μου δραστηριότητα ή δραστηριότητα τρίτης επιχείρησης εργαζόμενους της Εργοδότριας με οποιαδήποτε σχέση. Σε περίπτωση που παραβιάσω τις υποχρεώσεις της παρούσας παραγράφου οφείλω να καταβάλλω ως ποινική ρήτρα στην Εργοδότρια ποσό που θα ισούται με τις μικτές αποδοχές των τελευταίων έξη (6) μηνών απασχόλησής μου σ αυτήν. Η υποχρέωσή μου για καταβολή ποινικής ρήτρας στην Εργοδότρια δεν με απαλλάσσει από την υποχρέωση να διακόψω, χωρίς να απαιτείται πρόσκληση, την απαγορευμένη δραστηριότητα και δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Εργοδότριας να ζητήσει να διαταχθεί με δικαστική απόφαση η παύση παραβίασης και να αξιώσει από εμένα την πλήρη αποζημίωση για παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων. 5. Ρητώς αναγνωρίζω ότι οι παραπάνω υποχρεώσεις και δεσμεύσεις μου σχετικά με την υποχρέωση εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού αποτελούν αυτονόητες συνέπειες της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών και προκύπτουν από τη γενικότερη υποχρέωση πίστης προς την Εργοδότρια, δικαιολογούμενες απολύτως από το είδος και το χαρακτήρα των δραστηριοτήτων της Εργοδότριας, ενώ η καταβαλλόμενη σε εμένα αμοιβή για την παροχή της εργασίας μου, ως εκ του ύψους της, εμπεριέχει εύλογη και δίκαιη οικονομική αντιπαροχή που καλύπτει πλήρως την ανάληψη εκ μέρους μου της μετά την λύση της σύμβασής μου υποχρέωσης για αποφυγή κάθε είδους ανταγωνισμού για ένα έτος, διάρκεια την οποία θεωρώ εύλογη και θεμιτή».

Με βάση τον ανωτέρω 4 όρο του Παραρτήματος, το περιεχόμενο της συμφωνηθείσας ρήτρας μη ανταγωνισμού ορίσθηκε με σαφήνεια μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ως ακολούθως: Η διάρκεια της μετασυμβατικής απαγόρευσης συνομολογήθηκε στο ένα έτος από τη λύση της σύμβασης. Η απαγόρευση ανταγωνισμού αφορά αποκλειστικώς τη μη διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων σε εταιρείες σχετικές με την επιχείρηση της εργοδότριας, δηλαδή σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της παραγωγής και διακίνησης προϊόντων λογισμικού, καθώς και της ανάληψης έργων πληροφορικής, μέσω διεθνών διαγωνισμών, οι οποίες μάλιστα να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή και τους άλλους πελάτες της εργοδότριας. Οι ανταγωνιστικές πράξεις που απαγορεύονται αναφέρονται, συγκεκριμένα και ξεκάθαρα, σε απαγόρευση προσφοράς υπηρεσιών υπό οποιαδήποτε μορφή σε ανταγωνίστριες εταιρίες, σε απαγόρευση προσέλκυσης πελατών της εργοδότριας για λογαριασμό του ιδίου ή τρίτης επιχείρησης και, τέλος, σε απαγόρευση απόσπασης εργαζομένων της εργοδότριας με σκοπό την πρόσληψη σε δική του δραστηριότητα ή σε δραστηριότητα τρίτης επιχείρησης.

Εφαρμόζοντας τα κριτήρια της χρονικής και χωρικής έκτασης της ρήτρας, σε συνδυασμό με το είδος της απαγορευόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και το δικαιολογημένο συμφέρον της εργοδότριας, καθίσταται σαφές το γεγονός ότι δεν πρόκειται για γενική και αόριστη ρήτρα περί μη ανταγωνισμού, αλλά για πολύ στενά ορισμένη και συγκεκριμένη, με την οποία περιορίζονται στο μέγιστο βαθμό οι επιχειρήσεις που θεωρούνται ανταγωνιστικές στο πλαίσιο της ρήτρας αυτής και οι ανταγωνιστικές πράξεις που απαγορεύονται στον εναγόμενο. Όσον αφορά δε τους ειδικότερους όρους της σύμβασης:

α) Η χρονική διάρκεια του ενός έτους αποτελεί τη μικρότερη δυνατή δέσμευση σε χρονικό επίπεδο, η οποία συνομολογείται κατά συναλλακτική πρακτική, είναι δε εύλογη και απόλυτα θεμιτή.

β) Όσον αφορά το χωρικό περιορισμό, η εγκυρότητα της σχετικής απαγόρευσης κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου και το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη. Συνεπώς, στην περίπτωση της επιχειρηματικής ανάπτυξης της ενάγουσας είναι θεμιτός και απαραίτητος ο ορισμός του συνόλου της ελληνικής επικράτειας ως της έκτασης ισχύος της απαγόρευσης, καθώς η ενάγουσα, οι ανταγωνίστριές της, αλλά και οι πελάτες της, λόγω της φύσεως του σκοπού και των εργασιών τους, δραστηριοποιούνται στο σύνολο της επικράτειας.

γ) Αναφορικά με την έκταση του περιορισμού της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου, είναι προφανές ότι δεν συνίσταται σε αποκλεισμό του εργαζομένου από την αγορά εργασίας που να οδηγεί σε πλήρη αδυναμία απασχόλησής του. Ο περιορισμός αυτός αφορά κατά ρητό όρο της σύμβασης μόνο στις εταιρίες που παράγουν και εμπορεύονται προϊόντα λογισμικού και που ταυτόχρονα αναλαμβάνουν έργα πληροφορικής μέσω διεθνών μειοδοτικών διαγωνισμών, έχοντας συγχρόνως ως πελάτες τους την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή άλλα Ευρωπαϊκά Θεσμικά Όργανα. Τέτοιες υφίστανται ελάχιστες στην Ελλάδα, οι οποίες είναι μεταξύ τους ανταγωνίστριες εταιρίες, με πολλαπλώς αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, μεταξύ των οποίων και το συμφέρον διερεύνησης των απορρήτων της κάθε επιχείρησης. Συνεπώς είναι άκρως περιορισμένος και συγκεκριμένος ο αριθμός των εταιριών που συνιστούν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια αυτού του όρου. Ο εναγόμενος, πέρα από το γεγονός ότι ήταν ελεύθερος να παράσχει τις υπηρεσίες του σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε οποιονδήποτε άλλο κλάδο της πληροφορικής ο οποίος δεν σχετίζεται με την ανάληψη και υλοποίηση έργων πληροφορικής μέσω διεθνών δημόσιων διαγωνισμών, θα μπορούσε ακόμα να εργαστεί και σε αυτόν τον τομέα της πληροφορικής σε επιχειρήσεις οι οποίες δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή σε άλλους πελάτες της ενάγουσας εταιρίας. Δεν πληρούται, συνεπώς, και σε αυτήν την περίπτωση, το υπέρμετρο της δέσμευσης του δικαιώματος του εναγομένου στην εργασία.

δ) Υπάρχει άμεσο, σαφές και δικαιολογημένο συμφέρον της ενάγουσας για την επιβολή της ως άνω ρήτρας. Ο ως άνω περιορισμός δικαιολογείται απολύτως από την νευραλγικής φύσεως θέση στην οποία είχε τοποθετηθεί και απασχολείτο ο εναγόμενος, ο οποίος υπαγόταν στο Τμήμα «Presales» (Προ-Πωλήσεων) της Εμπορικής Διεύθυνσης της ενάγουσας και ήταν υπεύθυνος για την παρακολούθηση όλων των διαγωνισμών που προκηρύσσονταν σε ευρωπαϊκό αλλά και διεθνές επίπεδο, στην καταγραφή των διαγωνισμών που ενδιέφεραν την ενάγουσα εταιρία, την ενημέρωση των στελεχών της εταιρίας, αλλά και την προετοιμασία και υποβολή των προτάσεων-προσφορών της εταιρίας προς τους υποψήφιους πελάτες της στους δημόσιους διαγωνισμούς. Λόγω δε του ανωτέρω αντικειμένου της εργασίας του, ο εναγόμενος είχε γίνει κοινωνός των απόρρητων στοιχείων και των εμπιστευτικών δεδομένων της ενάγουσας εταιρίας αναφορικά με την εμπορική και αναπτυξιακή της πολιτική και την στρατηγική της έναντι των ανταγωνιστριών της εταιριών. Κατά συνέπεια, ευλόγως η ενάγουσα, ενόψει του κινδύνου να απολέσει μελλοντικώς την αποτελεσματικότητα των μυστικών της, θέσπισε από κοινού με τον εναγόμενο μία, συνήθη στις συναλλαγές, δικλίδα ασφαλείας, απορρέουσα, σε κάθε περίπτωση, από την υποχρέωση πίστης του εναγομένου προς το νομικό της πρόσωπο.

Βέβαια για τις ανωτέρω συμβατικές δεσμεύσεις του εναγομένου δεν καταβλήθηκε σ αυτόν ως αντιπαροχή κάποιο εύλογο οικονομικό αντάλλαγμα, παρά τα όσα αβάσιμα αναγράφονται στον ανωτέρω υπ αριθμ. 5 όρο της επίμαχης ρήτρας περί αυξημένης, προς το σκοπό αυτό, αμοιβής αυτού για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, καθόσον αποδείχθηκε ότι το ικανό ύψος των μηνιαίων αποδοχών του δικαιολογείτο λόγω του ορισθέντος με την εργασιακή σύμβαση (όρος 3.1) καταλογισμού σ αυτές όλων των υποχρεωτικών παροχών (επιδομάτων κ.λπ.) και προσαυξήσεων για παροχή υπερεργασίας, νυκτερινής εργασίας, αποζημίωσης εκτός έδρας εργασίας και εργασίας σε ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, την οποία (υπερεργασία, νυκτερινή κ.λπ. εργασία), όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος παρείχε επί τακτικής βάσεως. Ωστόσο, το ανωτέρω γεγονός της έλλειψης ειδικού οικονομικού ανταλλάγματος για τις ανωτέρω συμβατικές δεσμεύσεις του εναγομένου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εγκυρότητα της επίμαχης ρήτρας, δεδομένου ότι οι λοιποί όροι της δέσμευσης, δηλαδή η χρονική διάρκεια, η χωρική έκταση και το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν υπερβαίνουν εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τα ακραία όρια που θέτουν στην ιδιωτική αυτονομία τα χρηστά ήθη.

Επομένως η ένδικη ρήτρα είναι έγκυρη και ισχυρή, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εναγόμενος και, ως εκ τούτου, η σχετική νόμιμη ένσταση που προβάλλει αυτός περί ακυρότητας της εν λόγω ρήτρας, λόγω αντίθεσής της στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 3.3.2017 ο εναγόμενος προέβη σε δήλωση οικειοθελούς παραίτησης από την εργασία του στην ενάγουσα εταιρία, επικαλούμενος την επιθυμία του να απασχοληθεί με την τρισδιάστατη μοντελοποίηση, αντικείμενο στο οποίο είχε εξειδικευτεί κατά την διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών και του διδακτορικού του. Η ενάγουσα δε, αποδέχθηκε την ανωτέρω δήλωση παραίτησης του εναγομένου και έτσι λύθηκε συναινετικά η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Αμέσως δε μετά την λήξη της επαγγελματικής του συνεργασίας με την ενάγουσα, ήτοι στις 7.3.2017, ο εναγόμενος συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο ανώνυμη εταιρία «**», δραστηριοποιούμενη επίσης στον τομέα της πληροφορικής, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις νόμιμες εγκαταστάσεις-υποκατάστημα της τελευταίας στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην .................... Αττικής, ως αναλυτής ηλεκτρονικών υπολογιστών, απασχολούμενος επί πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οκτάωρο ημερησίως και αμειβόμενος με συμφωνηθείσες μηνιαίες (μεικτές) αποδοχές, ποσού 3.500 ευρώ.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω εταιρία «**» ασκεί την ίδια εμπορική δραστηριότητα με την ενάγουσα, εφόσον κατά κύριο λόγο δραστηριοποιείται στον τομέα των πληροφοριακών συστημάτων, παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες και τα ίδια προϊόντα με αυτήν, συμμετέχει στους ίδιους δημόσιους διαγωνισμούς για την ανάληψη έργων πληροφορικής και απευθύνεται στους ίδιους υποψήφιους πελάτες, αποτελώντας συνακόλουθα έναν εκ των βασικών ανταγωνιστών της ενάγουσας, η θέση δε που κατέλαβε ο εναγόμενος στην ως άνω εταιρία είναι εκείνη του Presales Manager - EU Institutions, η οποία είναι ακριβώς αντίστοιχη με την θέση που κατείχε αυτός στην ενάγουσα εταιρία, αναλαμβάνοντας έτσι να διεκπεραιώσει τα ίδια ακριβώς εργασιακά καθήκοντα με εκείνα που του είχαν ανατεθεί κατά την διάρκεια της απασχόλησής του στην ενάγουσα.

Συνακόλουθα ο εναγόμενος, προβαίνοντας στη σύναψη της ως άνω επαγγελματικής συνεργασίας με την εταιρία «**», παραβίασε τον προαναφερθέντα όρο 4 της μεταξύ αυτού και της ενάγουσας εργασιακής σύμβασης περί υποχρέωσης εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, καθόσον πριν την πάροδο έτους από την λήξη της εργασιακής του σχέσης με την ενάγουσα προέβη σε ενέργεια που ενέπιπτε στην απαγόρευση που του είχε τεθεί με την παραπάνω ρήτρα μη ανταγωνισμού, και συγκεκριμένα προσέφερε τις υπηρεσίες του σε ανταγωνίστρια εταιρία, που αναλαμβάνει την υλοποίηση έργων πληροφορικής μέσω διεθνών δημόσιων διαγωνισμών και που έχει τον ίδιο κύκλο πελατών με την ενάγουσα.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο εναγόμενος προσπάθησε να αποκρύψει από την ενάγουσα τη νέα του αυτή επαγγελματική δραστηριότητα, αφού μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2017, ήτοι επτά (7) μήνες μετά την αποχώρησή του από την ενάγουσα, δήλωνε στο βιογραφικό σημείωμα που είχε αναρτήσει στον διαδικτυακό ιστότοπο επαγγελματιών «Linkedln» ότι εξακολουθεί να εργάζεται στην ενάγουσα και συγκεκριμένα στο Τμήμα «Presales» της Εμπορικής Διεύθυνσης αυτής ως «Business Development Consultant». Κατόπιν δε σχετικής παρέμβασης της ενάγουσας, που έγινε στον εναγόμενο τόσο τηλεφωνικώς όσο και μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) στις 18.9.2017, ο εναγόμενος ενημέρωσε το ως άνω βιογραφικό του σημείωμα στο «Linkedln», παύοντας πλέον να αναφέρει ότι εργάζεται στην ενάγουσα εταιρία, χωρίς ωστόσο να προβεί παράλληλα σε οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με τη νέα του απασχόληση στην ως άνω εταιρία «**», παρά ανέφερε όλως αορίστως ότι τυγχάνει ελεύθερος επαγγελματίας («freelanser»). Για τη νέα επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου η ενάγουσα πληροφορήθηκε μόλις τον Φεβρουάριο του 2018, οπότε με την από 21.2.2018 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε σ αυτόν στις 22.2.2018, διαμαρτυρήθηκε στον ίδιο για την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του και παράλληλα τον κάλεσε εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της δήλωσης να της καταβάλει το ποσό της συνομολογηθείσας με την ένδικη εργασιακή σύμβαση ποινικής ρήτρας. Ο εναγόμενος, ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκληση της ενάγουσας, αρνούμενος μέχρι σήμερα να καταβάλει σ αυτήν το εν λόγω ποσό.

Ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ασκεί

την ένδικη αξίωσή της για καταβολή της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας καταχρηστικά, καθόσον η συνομολόγηση της επίμαχης ρήτρας μη ανταγωνισμού, χωρίς την πρόβλεψη αντίστοιχου οικονομικού ανταλλάγματος για τον ίδιο, ως και η επίκληση από την ενάγουσα της παραβίασης της συγκεκριμένης ρήτρας χωρίς τη σύνδεση της παραβίασης αυτής με την διαφύλαξη συγκεκριμένων συμφερόντων της, υπερβαίνει καταφανώς τα όρια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 Α.Κ. και συνιστά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον αποτελεί απρόσφορο μέτρο για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού.

Ωστόσο ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου, ο οποίος αποτελεί νόμιμη (άρθρο 281 Α.Κ.) ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, πέραν των όσο ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκαν αναφορικά με την εγκυρότητα της επίμαχης ρήτρας μη ανταγωνισμού, σκοπός αυτής της ρήτρας ήταν η αποτροπή της απόσπασης των πελατών της ενάγουσας και της δραστικής μείωσης του μεριδίου της στην αγορά που θα συνεπαγόταν η πιθανή εκμετάλλευση, από ανταγωνιστές, της τεχνογνωσίας, της εμπειρίας και των μυστικών της τελευταίας που είχε αποκτήσει ο εναγόμενος, ο οποίος, λόγω της θέσης του στο ανωτέρω τμήμα «Presales» της Εμπορικής Διεύθυνσής της, τελούσε εν γνώσει και διαχειριζόταν τις τεχνολογίες, τις μεθοδολογίες και την εμπορική πολιτική που εφάρμοζε αυτή προκειμένου να συμμετέχει σε διαγωνισμούς με αξιώσεις να καταστεί ανάδοχος, ενώ επιπλέον γνώριζε όλους τους πελάτες και συνεργάτες της ίδιας, ως και το περιεχόμενο των τεχνικών και οικονομικών προσφορών που υπέβαλε αυτή στους ως άνω διαγωνισμούς και την τιμολογιακή της πολιτική.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η παραβίαση, εν προκειμένω, της επίμαχης ρήτρας εκ μέρους του εναγομένου έθιγε καταφανώς τα οικονομικά συμφέροντα της ενάγουσας, αφού δημιουργούσε τον κίνδυνο τα ανωτέρω απόρρητα στοιχεία και εμπιστευτικά δεδομένα της τελευταίας, αναφορικά με την τεχνογνωσία, την τεχνολογία, την μεθοδολογία σχεδιασμού προϊόντων και την εμπορική και οικονομική της πολιτική, να διαρρεύσουν και να περιέλθουν σε γνώση της ως άνω ανταγωνίστριάς της εταιρίας «**» με άμεσο επακόλουθο την απόσπαση της πελατείας της και την συνακόλουθη μείωση των εσόδων της. Συνεπώς, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας για αξίωση από τον εναγόμενο της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας, ως ποινής για την διενέργεια εκ μέρους του τελευταίου των ως άνω ανταγωνιστικών πράξεων οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο τα προαναφερόμενα συμφέροντά της, συντελείται εντός των ορίων της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και προς επίτευξη του κοινωνικοοικονομικού σκοπού για τον οποίο αυτό θεσπίσθηκε, αποτελώντας πρόσφορο μέτρο για την επιδίωξη του σκοπού αυτού.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, εφόσον ο εναγόμενος παραβίασε τον προαναφερθέντα όρο της ένδικης εργασιακής σύμβασης περί υποχρέωσης πίστης και μη ανταγωνισμού, συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης εις βάρος του της συμφωνηθείσας κατά τα άνω ποινής, ανερχόμενης στο ποσό των 12.700 ευρώ (ήτοι 1.700 ευρώ χ 1 μήνα + 2.700 ευρώ χ 5 μήνες).

Πλην όμως το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις ανωτέρω περιστάσεις, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε στον εναγόμενο κάποιο οικονομικό αντάλλαγμα ως αντιπαροχή για τις συμβατικές δεσμεύσεις του, την έκταση της εκ μέρους του εναγομένου παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, τις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά του στη λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας, την έκταση του οφέλους που προσδοκούσε ο εναγόμενος από την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, για την οποία συμφωνήθηκε η ποινή, την ωφέλεια που πράγματι προέκυψε στον ίδιο, καθώς και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ποινική ρήτρα που συμφωνήθηκε στην προκείμενη περίπτωση είναι υπέρμετρη. Για το λόγο αυτό και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ ουσίαν η προβληθείσα ένσταση του εναγομένου περί μείωσης αυτής στο προσήκον μέτρο (άρθρο 409 Α.Κ.) και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται προσήκον.

Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου επλήγη η φήμη και το κύρος της ενάγουσας εταιρίας έναντι των εργαζομένων και των συνεργατών της, με τη δημιουργία δυσμενούς εντύπωσης σ αυτούς ότι η ενάγουσα αδυνατεί να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και τις απόρρητες επαγγελματικές πληροφορίες της και, ως εκ τούτου, η σχετική αξίωση της τελευταίας για καταβολή σ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της κοινοποίησης σ αυτόν της ως άνω από 21.2.2018 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, ήτοι από 23.2.2018. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της ανωτέρω καταψηφιστικής διάταξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα ή ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του εναγομένου, λόγω της εν μέρει ήττας του (άρθρα 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.