ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 909/2020

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ιωάννη Μαλλούχο, Προέδρο Πρωτοδικών, Αθανάσιο Πανταζόπουλο, Πρωτοδίκη – Εισηγητή, Αντωνία Κοντογεωργάκη, Πρωτοδίκη, και από την Γραμματέα Βασιλική Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 14η Μαΐου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΚΑΛΟΥΣΑ – ΕΝΑΓΟΥΣΑ: Η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…», με έδρα την …, που εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία προκατέθεσαν προτάσεις οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της ΚΑΝΑΒΕΛΗΣ ΘΩΜΑΣ με Α.M. ... του Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ και Αικατερίνη Ταταράκη με ΑΜ .. και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρού της Αικατερίνης Ταταράκη δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/15-10-2018 γενικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Β. και του υπ’ αριθμ. …/15-10-2018 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ίδιου συμβολαιογράφου, αντίστοιχα.

ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ: 1) Η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…» με έδρα την …, που εκπροσωπείται νόμιμα,

2) … του …, κάτοικος …, για τους οποίους προκατέθεσε προτάσεις η πληρεξούσια δικηγόρος τους ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ με Α.Μ. ... του Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ, και παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια της ιδίας πληρεξουσίας δικηγόρου τους, δυνάμει του από 18-12-2017 πληρεξουσίου εγγράφου του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, με βεβαίωση της γνησιότητας αυτού από τον δικηγόρο Σάββα Πολυδώρου και νόμιμη επικύρωση της υπογραφής αυτού, ως προς την πρώτη εναγόμενη και του από 3-1-2018 πληρεξουσίου εγγράφου με βεβαίωση του γνησίου τη υπογραφής του δεύτερου εναγομένου.

H ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 27-7-2017 με γενικό – ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2018 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 28η-07-2017, μετά παραπομπή δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2123/2018 απόφασης του Δικαστηρίου που παρέπεμψε την αγωγή στο Ναυτικό Τμήμα αυτού και επανέρχεται με την από 30-10-2018 κλήση με γενικό – ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2018, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 5η-11-2018, μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με την από 19-4-2019 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και συζητήθηκε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. α) Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 “σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη”, το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ’ αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ’ αριθμ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ΄ της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012, Νομος). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 “για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου”, με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, “η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου“. Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και “οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ“, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως “καταναλωτής” θεωρείται “κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του“. Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο “προστασία καταναλωτών” όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007, οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατά αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017, Νομος). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α΄ του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης – δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ 13/2015, ΧρΙΔ 2015.675 ·ΑΠ 1463/2017, Νομος). Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον – όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005, ΕλλΔνη 2005.802). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ’ αριθμ. 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 368/2019, Νομος). Εντούτοις, αν και γίνεται δεκτό, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης (ΟλΑΠ 13/2015, ΧρΙΔ 2015.675 ·ΕφΑθ 3607/2019, Νομος ·ΠολΠρΘεσσαλ 3236/2019, Νομος).

β) Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 “επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών“. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως “βαρύνουσα” στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 2037/2014, ΧρΙΔ 2015.441), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το Ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελευθέρου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη αποτέλεσε από την ισχύ του ν.128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συντέλεσαν: i) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά, ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό. ii) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθόλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β΄ του ν. 3152/2003 κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις Ι.Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα θεσπίζοταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και iii) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν.128/1975, ουδέποτε θεώρησε, ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων – χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή “ειδικών εισφορών” και η εισφορά του ν.128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο – δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφανείας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 430/2005, ΕλλΔνη 2005.802). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 368/2019, Νομος).

γ) Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, που παρέχει στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο προσήκον μέτρο ή και να αποφασίσει τη λήξη της σύμβασης, εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη, έχει ως προϋπόθεση ότι τα μέρη κατά τη σύναψη της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τους περιστατικά στα οποία με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης, γιατί απέβλεψαν σε αυτά και αποτέλεσαν το βάθρο της. Στη συνέχεια, όμως, απαιτείται τα περιστατικά αυτά σε μεταγενέστερο χρόνο, να μεταβλήθηκαν, τα δε γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή να έχουν χαρακτήρα έκτακτο, μη δυνάμενα να προβλεφθούν. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά και συνεπώς, τυχαία γεγονότα, που όμως συμβαίνουν συνήθως, ούτε έκτακτα, ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν. Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, όπως και εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 207/2017, Νομος ·ΑΠ 763/2016, Νομος). Με την ανωτέρω διάταξη, που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη. Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών που επήλθαν μετά τη σύναψη της σύμβασης, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και παρέχει τη δυνατότητα στο δικαστήριο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατά απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΟλΑΠ 927/1982, ΝοΒ 1983.214·ΑΠ 207/2017 Νομος). Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει τους όρους του άρθρου 388 ΑΚ, καθιστά όμως την εκπλήρωση της παροχής για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό όμως τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο μέρος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 988/2012). Εξάλλου, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα του άνω δικαιώματος, το τελευταίο μπορεί να ασκηθεί όχι με αμυντική πράξη, όπως η ένσταση, αλλά μόνο με επιθετική, δηλαδή με αγωγή ή ανταγωγή. Προβολή του δικαιώματος από το άρθρο 388 και 288 ΑΚ με ένσταση επιτρέπεται, όχι προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης για το μέλλον, αλλά απλώς προς μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταδίκη του εναγόμενου οφειλέτη στην καταβολή της ήδη οφειλόμενης παροχής (ΑΠ 877/2013, Νομος· ΑΠ 1035/2001, ΕλλΔνη 2003.477 ·ΕφΑθ 682/2018, Νομος). Για να θεμελιωθεί δε το αγωγικό αίτημα ή η ένσταση επί της παράβασης της αόριστης νομικής έννοιας, θα πρέπει η τελευταία να εξειδικεύεται μέχρι τέτοιου σημείου στο δικόγραφο της αγωγής ή των προτάσεων, αντίστοιχα, ώστε να ταυτίζεται κατά το περιεχόμενο της, ως ουσιώδες στοιχείο του σιωπηρά επικαλούμενου κανόνα δικαίου, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της συγκεκριμένης περίπτωσης [Μητσόπουλος, Αι αόριστοι έννοιαι εν τη αναιρετικη διαδικασία, 1965, σ. 9 επ.·Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, δ΄έκδ. (2006), σ. 119 – 120], ειδικώς δε επί παραβίασης της καλής (συναλλακτικής) πίστης πρέπει για την εξακρίβωση της τελευταίας στην συγκεκριμένη υπόθεση να εκτίθενται τα πραγματικά γεγονότα ως προς την συγκεκριμένη ενοχή και την συμπεριφορά των μερών, στα οποία ο δικαστής οφείλει να αποβλέψει (Μπαλής, ΕνοχΔ §5, αριθμ.5), ώστε αν αυτά αποτυπώνονται ασαφώς και ελλιπως η αγωγή ή η ένσταση (άρθρο 262 ΚΠολΔ, ΑΠ 537/2006, ΕλλΔνη 2008.729 ·ΑΠ 1160/1991, Δ 1992.666) να απορρίπτεται ως αόριστη (Μακρίδου, ο.π., σ. 120).

ΙΙ. Με την από 27-7-2017 με γενικό – ειδικό αριθμό κατάθεσης .../28-7-2017 αγωγή, μετά παραπομπή της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2123/2018 απόφασης του Δικαστηρίου που παρέπεμψε την αγωγή στο Ναυτικό Τμήμα αυτού, η οποία νομίμως επανέρχεται με την από 30-10-2018 κλήση με γενικό – ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2018, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου τούτου την 5η-11-2018,  εκτίθεται, ότι με την από 4-12-2008 σύμβαση δανείου, διεπόμενης κατά συμφωνία των μερών από το ελληνικό δίκαιο, που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της … ως δανείστριας και της πρώτης εναγομένης … εταιρείας «…» ως δανειζόμενης και περιέχουσας ρήτρα παρέκτασης αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του Πειραιά, συμφωνήθηκε η χορήγηση έντοκου δανείου μέχρι του ποσού των 184.466.017,09 €, με σκοπό την αναχρηματοδότηση ισόποσων οφειλών της δανειζόμενης προς την ενάγουσα που απέρρεαν εκ της από 11.12.2007 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής κατά τους ειδικότερους όρους αυτής που λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή και χρόνο επιστροφής του δανείου ειδικά ορισμένο και δη ότι το ποσό της πρώτης τμηματικής χορήγησης του δανείου (ποσού 150.000.000 ευρώ) θα εξοφληθεί με έξι (6) διαδοχικές ισόποσες και, με εξαίρεση την πρώτη, εξαμηνιαίες δόσεις ποσού 10.000.000 € η κάθε μία, πλέον μίας εφάπαξ καταβολής ποσού ευρώ 90.000.000 € καταβλητέα μαζί με την τελευταία δόση, της πρώτης δόσης καταβλητέας την 11η Δεκεμβρίου 2010, κάθε μία από τις επόμενες δόσεις έξι (6) μήνες μετά την καταβολή της αμέσως προηγούμενης και η τελευταία (6η) δόση πλέον της πρώτης εφάπαξ καταβολής καταβλητέας την 11η Ιουνίου 2013, ήτοι την τελική ημερομηνία εξόφλησης της τμηματικής χορήγησης, ενώ το ποσό της δεύτερης τμηματικής χορήγησης (ποσού 34.466.017,09 ευρώ) θα εξοφληθεί με μία εφάπαξ καταβολή ποσού 34.466.017,09 € την τελική ημερομηνία εξόφλησης της δεύτερης τμηματικής χορήγησης, ήτοι την 30η-6-2009. Ότι με την παρεπόμενη από 4-12-2008 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, η πρώτη εναγομένη συνέστησε κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 υπέρ της ενάγουσας, ως εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής εκ του από 4-122008 δανείου, ενέχυρο επί 26.935.378 μετοχών … κυριότητός της, το οποίο εκτείνετο και στους καρπούς και εν γένει ωφελήματα των μετοχών (μερίσματα, τόκους κερδών), τα οποία δικαιούτο η ενάγουσα να εισπράττει, άνευ σύμπραξης της ενεχυράζουσας και να τα φέρει σε πίστωση του λογαριασμού της εξασφαλιζόμενης απαίτησης, ενώ, επίσης, με την παρεπόμενη από 4-12-2008 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, η πρώτη εναγομένη συνέστησε κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 υπέρ της ενάγουσας, ως εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής εκ του από 4-12-2008 δανείου, ενέχυρο επί 52.422.237 μετοχών … κυριότητάς της, το οποίο εκτείνετο και στους καρπούς και εν γένει ωφελήματα των μετοχών (μερίσματα, τόκους κερδών), τα οποία δικαιούτο η ενάγουσα να εισπράττει, άνευ σύμπραξης της ενεχυράζουσας και να τα φέρει σε πίστωση του λογαριασμού της εξασφαλιζόμενης απαίτησης. Ότι η εν λόγω σύμβαση παροχής ενεχύρου κοινοποιήθηκε στην «….» κι ότι μετά την σύσταση του ενεχύρου, ο αριθμός των ενεχυρασμένων μετοχών μειώθηκε αυτοδικαίως από 52.422.237 σε 43.685.197, δυνάμει της από 19-12-2010 απόφασης του ‘Εκτακτης Γ.Σ. της εταιρείας … (ΦΕΚ τευχ αε & επε 39/2011), με την οποία αποφασίσθηκε η αύξηση της ονομαστικής αξίας των μετοχών από 1 € σε 1,2 € με ταυτόχρονη μείωση του αριθμού των μετοχών. Ότι με την από 11-12-2008 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, πού καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας και του δεύτερου εναγομένου ως προσωπικού εγγυητή, συμφωνήθηκε η παροχή περιορισμένης εγγύησης για την υπό τον εγγυητή εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της πρώτης εναγόμενης, που αφορούσαν μόνο το ποσό των πάσης φύσεως τόκων, τόκων υπερημερίας και τόκων επί τόκων εκ της συμβάσης δανείου, παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως και της διαιρέσεως, του δικαιώματος εκ του άρθρου 853 ΑΚ και κατά τους ειδικότερους, περαιτέρω, όρους που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι με την από 30-6-2009 πρώτη τροποποιητική σύμβαση, η δανειζόμενη και ο εγγυητής συνομολόγησαν τη λήψη στις 4-12-2008 του συνολικού ποσού του δανείου και αναγνώρισαν το ανεξόφλητο τότε κεφάλαιο, καθώς και το ποσό των πάσης φύσεως ληξιπρόθεσμων τόκων και τροποποίησαν την τελική ημερομηνία εξόφλησης της δεύτερης τμηματικής χορήγησης. Ότι με την από 11-10-2010 δεύτερη τροποποιητική σύμβαση, οι εναγόμενοι αναγνώρισαν, το μετά την εξόφληση του ποσού της δεύτερης τμηματικής χορήγησης  οφειλόμενο υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου (150.000.000 €), τους πάσης φύσεως οφειλόμενους τόκους έως τότε, ενώ συμφωνήθηκε η πώληση, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης μέρους των μετοχών …, και ότι η ενάγουσα θα αποδεχθεί προπληρωμή ποσού 24.687.298,63 €, με ταυτόχρονη δέσμεύση υπέρ αυτής επιπλέον ποσού 6.409.906,37 € προς περαιτέρω εξασφάλιση της προσήκουσας εξόφλησης από την πρώτη εναγόμενη των πάσης φύσεως απαιτήσεων της. Ότι με την παρεπόμενη από 26-8-2011 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, η πρώτη εναγόμενη συνέστησε κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 υπέρ της ενάγουσας, ως πρόσθετη εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής εκ του από 4-12-2008 δανείου, ενέχυρο επί 1.150.000 μετοχών … κυριότητάς της, το οποίο εκτείνετο και στους καρπούς και εν γένει ωφελήματα των μετοχών (μερίσματα, τόκους κερδών), τα οποία δικαιούτο η ενάγουσα να εισπράττει, άνευ σύμπραξης της ενεχυράζουσας και να τα φέρει σε πίστωση του λογαριασμού της εξασφαλιζόμενης απαίτησης, η οποία (σύμβαση ενεχύρου) κοινοποιήθηκε στην εκδότρια των μετοχών εταιρεία «…». Ότι με την από 2-9-2011 τρίτη τροποποιητικη σύμβαση οι εναγόμενοι αναγνώρισαν, πως, μετά τις γενόμενες πληρωμές και την προπληρωμή κεφαλαίου 23.000.000 €, το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου ανερχόταν στις 2-9-2011 σε 127.000.000 €, πλέον τόκων από 14-6-2011 κι ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 127.000.000 € θα αποπληρωνόταν με τρεις εξαμηνιαίες δόσεις, έκαστη ποσού 10.000.000 €, καταβλητέων στις 11-6-2012, 11-12‑2012 και 11-6-2013, πλέον μίας εφάπαξ καταβολής ποσού 97.000.000 € καταβλητέας την ίδια ημερομηνία 11-6-2013. Ότι παρά τις ως άνω τροποποιήσεις των όρων πληρωμής, η πρώτη  εναγομένη δεν κατέβαλε το οφειλόμενο κεφάλαιο του δανείου ποσού 127.000.000 €, που έγινε σταδιακά απαιτητό στις 11-6-2012, 11-12-2012 και 11-6-2013 (τελική ημερομηνία εξόφλησης), σύμφωνα με τις προβλέψεις της από 2-9-2011 τρίτης τροποποιητικής σύμβασης, ενώ περιήλθε και σε υπερημερία περί την καταβολή των δεδουλευμένων πάσης φύσεως τόκων, που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί. Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα με την από 21-8-2014 εξώδικη καταγγελία – πρόσκληση κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και κάλεσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει το κατά την 5‑3-2014 χρεωστικό υπόλοιπο του τηρηθέντος προς εξυπηρέτηση του δανείου λογαριασμού, ποσού 137.162.521,24 €, εκ των οποίων κεφάλαιο 127.000.000 €, συμβατικοί τόκοι 4.320.521,13 € και τόκοι υπερημερίας 5.842.000,11 ευρώ, εντόκως, με το προβλεπόμενο στη σύμβαση επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 5-3-2014 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 26-8-2014, ενώ, ταυτόχρονα, η ενάγουσα τράπεζα απηύθηνε στον δεύτερο εναγόμενο την από 21-8-2014 εξώδικη καταγγελία – πρόσκληση, με την οποία καλούσε αυτόν, λόγω της περιορισμένης εγγυητικής του ευθύνης στο ποσό των δεδουλεύμενων έως τότε τόκων, να καταβάλει προς την ενάγουσα, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, τους οφειλόμενους έως τότε τόκους συνολικού ποσού 10.162.521,24 € (=4.320.521,13 + 5.842.000,11), η οποία κοινοποιήθηκε στον δεύτερο εναγόμενο. Ότι η ενάγουσα έλαβε από μεν τη χρηματιστηριακή εκποίηση των 43.685.197 μετοχών «…» το ποσό των 3.477.079,07 ευρώ, από δε τη δια πλειστηριασμού εκποίηση των 12.562.388 μετοχών «…» το ποσό των 25.000.000 ευρώ, τα οποία πιστώθηκαν στον τηρούμενο λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, σε απομείωση του χρεωστικού υπολοίπου αυτού, καταλογίζοντας τα εισπραχθέντα σε εξόφληση όλων των χρεώσεων εξόδων και τόκων έως 15-6-2015, καθώς και έναντι μέρους του οφειλομένου κεφαλαίου. Ότι μετα τις χρεοπιστώσεις στους λογαριασμούς που κινήθηκαν για την εξυπηρέτηση του δανείου και αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή η συνολική απαίτηση της ενάγουσας διαμορφώθηκε στις 30-6-2017 στο συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι πέντε εκατομμυρίων διακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν σαράντα τριών ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (125.298.143,36 €) εκ των οποίων κεφάλαιο ποσού 114.588.980,07 €, δεδουλευμένοι τόκοι υπερημερίας επί του κεφαλαίου και ανατοκισμού ανά εξάμηνο, από 15-6-2015 έως 30-6-2017, ποσού 10.703.531,29 €, και έξοδα ποσού 5.632 €, τα οποία οφείλει η πρώτη εναγομένη εντόκως, πλην του κονδυλίου των εξόδων, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση και με εξάμηνο ανατοκισμό από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της παροχής περιορισμένης εγγύησης για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της ενάγουσας μόνο εκ των πάσης φύσεως τόκων του δανείού, οφείλει αλληλεγγύως αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη μόνο το ποσό των δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού ανερχομένων από 15-6-2015 έως 30-6-2017 σε 10.703.531,29 €. Ότι για την πληρωμή μέρους της ως άνω απαίτησης της ενάγουσας ποσού εκ κεφαλαίου 1.000.000 €, πλέον αναλογούντων σε αυτό τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού από 15-6-2005 μέχρι εξοφλήσεως, έχει εκδοθεί κατά της πρώτης εναγομένης η υπ’ αριθμ. …/10-4-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με επιφύλαξη της ενάγουσας για το επιπλέον οφειλόμενο ποσό εκ κεφαλαίου, τόκων και εξόδων εκ της ίδιας αιτίας, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγόμενη κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό, αφαιρουμένου του ποσού που έχει επιδικαστεί με την ανωτέρω πληρωμής, η ενάγουσα, μετά από παραδεκτό κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ περιορισμό του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις της, ζητά να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα για μέρος της μείζονος απαίτησής της εκ της από 4-12-2008 σύμβασης δανείου και των προσθέτων πράξεων αυτής το συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων διακοσίων τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων τριάντα πέντε ενρώ και τριάντα τριών λεπτών (124.204.735,33 €), κατά τις κατωτέρω διακρίσεις: α) για μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου το ποσό των 113.588.980,07 €, β) για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας ανατοκιζόμενους ανά εξάμηνο, χρονικού διαστήματος από 15-6-2015 έως 30-6-2017, που λογίστηκαν επί του ως άνω μέρους κεφαλαίου ποσού 113.588.980,07 €, το ποσό των 10.610.123,26 €, γ) για έξοδα 5.632 €, και δη εντόκως -πλην του κονδυλίου των εξόδων-, με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας, και με εξάμηνο ανατοκισμό, από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως και να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα, αλληλεγγύως αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη α) το ποσό των δέκα εκατομμυρίων επτακοσίων τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα ενός ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (10.703.531,29 €), για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας ανατοκιζόμενους ανά εξάμηνο, χρονικού διαστήματος από 15-6-2015 έως 30-6-2017, λογισθέντων επί του μείζονος ανεξοφλήτου κεφαλαίου ποσού 114.588.980,07 €, καθώς και β) τους τόκους υπερημερίας, που θα λογιστούν εφεξής, επί του ιδίου ως άνω κεφαλαίου ποσού 114.588.980,07 €, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως του κεφαλαίου του δανείου, την κήρυξη της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής και την καταδίκη της εναγομένης στη δικαστική τους δαπάνη. Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά η αγωγή, η οποία επιδόθηκε εντός της νομίμου προθεσμίας εκ του άρθρου 215§2 ΚΠολΔ κατ’ άρθρο 142§4 ΚΠολΔ  στον ορισθέντα αντίκλητο για την επίδικη δανειακή σύμβαση αμφότερων των εναγομένων, δικηγόρο … (βλ. υπ’ αριθμ. …/17-8-2017 έκθεση επίδοσης δια θυροκόλλησης στον τόπο εργασίας του κατά τα άρθρα 129, 128§4 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την κατωτέρω αναφερόμενη δανειακή σύμβαση και τις τροποποιητικές αυτής συμβάσεις) αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία, καθώς στην επίδικη σύμβαση δανείου (τους όρους της οποίας έχει αποδεχθεί ρητώς ο εγγυητής – δεύτερος εναγόμενος και μονογράψει στο παράρτημα της εγγυητικής σύμβασης) περιέχεται ρήτρα παρέκτασης «κάθε διαφοράς» από την επίδικη σύμβαση υπερ των Ελληνικών δικαστηρίων και ειδικότερα των δικαστηρίων του Πειραιά (όρος 20.2), η οποία καταρτισθείσα κατά τον τύπο εγγράφως ενόψει και του αντικειμένου της δίκης (απόδοση δανείου) είναι έγκυρη κατά το άρθρο 25 Καν 1215/2012 δεσμεύουσα τους εναγόμενους (οι οποίοι, εξάλλου, δεν αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου – άρθρο 26 ίδιου Κανονισμού). Ας σημειωθεί ότι η έννοια του καταναλωτή στον Κανονισμό 1215/2012 (καθώς για τις καταναλωτικές συμβάσεις ο εν λόγω Κανονισμός έχει ειδική πρόβλεψηάρθρα 18,26§2 Κανονισμού) δεν ταυτίζεται με την προεκτεθείσα ερμηνεία του, κατά το ελληνικό δίκαιο κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) σκέψη της παρούσας, καθώς η ιδιότητα του καταναλωτή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων ο καταναλωτής να ενεργεί εκτός του πλαισίου της επαγγελματικής του δραστηριότητας (ΔΕΕ 23.12.2015, C‑297/14, Hobohn, σκέψη 24, Νίκας/Σαχπεκίδου, ΕυρΠολΔ, άρθρο 6, αριθμ. 15 & άρθρο 17, αριθμ.8). Περαιτέρω, το Δικαστήριο είναι καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18, 42, 44 ΚΠολΔ και 51 του ν. 2172/1993). Ακολούθως, ενόψει του ότι η ένδικη διαφορά έχει στοιχεία αλλοδαπότητας, τίθεται ζήτημα εφαρμοστέου δικαίου. Σύμφωνα με τον όρο 20.1 της επίδικης δανειακής σύμβασης τα μέρη όρισαν ότι αυτή διέπεται από το ελληνικό δίκαιο το οποίο και είναι το εφαρμοστέο κατά το άρθρο 3§1 του Κανονισμού 593/2008 – «Ρώμη Ι» (βλ. Γραμματικάκη – Αλεξίου/Παπασιώπη – Πασιά/Βασιλακάκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, στ΄έκδ., σελ. 307). Με βάση τα ανωτέρω, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία και σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στα άρθρα 806 επ., 847, 849, 851 και 874, 296 (ΑΠ 696/1993, ΕλλΔνη 35.1368 ·ΕφΠειρ 189/1998, ΔΕΕ 1998.396 πρβλ. επί μη συμφωνίας ανατοκισμού ΑΠ 1252/2019, Νομος) σε συνδυασμό με άρθρο 111§2 ΕισΝΑΚ, 345 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.δ. της 17ης.7.1923 «περί ειδικών διατάξεων περί ανώνυμων εταιριών», 112 ΕισΝΑΚ και 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος αυτής περί κήρυξης της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής δεδομένου ότι το αίτημα της αγωγής έχει τραπεί, κατά τα ανωτέρω, σε αναγνωριστικό (Νικολόπουλος σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νικας ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 907, αριθμ.3).

Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους, οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκε η νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτών (ν. 2251/1994), επειδή υπολογίστηκε, δυνάμει όρου της δανειακής σύμβασης, ο τόκος βάσει έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών, γεγονός που τους προσαυξάνει την οφειλή πέραν των νομίμων, χωρίς να προσδιορίζουν ποιο είναι το ποσό της μη νόμιμης προσάυξησης, όρο τον οποίο αγνοούσαν και ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος (όρος) είναι άκυρος. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη (άρθρο 2§6 εδ. α΄ του ν. 2251/1994 σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ’ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007) και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα υπό Ια) σκέψη της παρούσας, την οποία (ένσταση) αρνείται η ενάγουσα προβάλλοντας περαιτέρω αντένσταση συνιστάμενη στο ότι δεν πρόκειται για τυποποιημένη σύμβαση με προδιατυπωμένους όρους, αλλά για σύμβαση που οι όροι της ήταν απότοκοι διαπραγματεύσεων μεταξύ εξίσου ισχυρών μερών, υπογραφείσα από ικανό νομικό παραστάτη και εξειδικευμένο στο τραπεζικό δίκαιο, με πλήρη γνώση του σχετικού όρου, ισχυριζόμενη αναλυτικότερα ότι δεν υφίστατο έλλειμμα αυτοπροστασίας για τους εναγόμενους δανειολήπτες, οι οποίοι, κατά την ενάγουσα, διέθεταν εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών και τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορούν να διαπραγματευθούν ισότιμα τους όρους της δανειακής τους σύμβασης, επικαλούμενη περαιτέρω και εκούσια συμμόρφωση των εναγομένων με τον όρο αυτόν έως το 2012, αντένσταση που επίσης είναι νόμιμη κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα υπό Ια) σκέψη της παρούσας, και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι παρανόμως η ενάγουσα αφενός προέβη σε μετακύλιση σε αυτούς της εισφορά του ν. 128/1975 και αφετέρου σε τοκισμό αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς η μετακύλιση της εισφοράς αυτής και ο τοκισμός της είναι νόμιμος μη αντικείμενος στο άρθρο 1§3 του ν. 128/1975, διάταξη που δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα κατ’ άρθρο 174 ΑΚ και εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, ενώ, όπως ρητώς και οι εναγόμενοι εκθέτουν στις προτάσεις τους, υφίστατο στη δανειακή σύμβαση ο όρος 4.6 που τους ενημέρωνε για το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, υπολογιζόμενο ως το άθροισμα α) του δείκτη αναφοράς επιτοκίου, β) του περιθωρίου και γ) της Εισφοράς ως ορίζετο στην υποπαράγραφο 4.1 της ένδικης σύμβασης και, επομένως, τηρήθηκε για την εν λόγω μετακύλιση η αρχή της διαφάνειας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα υπό Ιβ) σκέψη της παρούσας. Τέλος, οι εναγόμενοι αιτούνται με ένσταση, εκ του άρθρου 288 ΑΚ ο δεύτερος εναγόμενος και εκ του άρθρου 388 ΑΚ, επικουρικά δε εκ του άρθρου 288 ΑΚ η πρώτη εναγόμενη, τη διαγραφή της οφειλόμενης παροχής εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου και τη διαγραφή του ποσού των τόκων για την πρώτη εναγόμενη, επικαλούμενοι τη μεγάλη αύξηση της ζήτησης του πετρελαίου που μείωσε δραματικά την κερδοφορία των ακτοπλοϊκών – ναυτιλιακών εταιριών και οδήγησε τις εταιρίες στις οποίες επένδυσαν οι εναγόμενοι σε συσσώρευση μεγάλων ζημιών τα έτη 2010 – 2014 σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη (2007 – 2010). Η ένσταση αυτή, κατά το σκέλος που προβάλλεται ως ερειδόμενη στο άρθρο 388 ΑΚ είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η επίκληση της αύξησης των διεθνών τιμών του πετρελαίου, με επακόλουθο την επικαλούμενη αύξηση του κόστους λειτουργίας στις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις, δεν αποτελεί γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο, προϋπόθεση αναγκαία της εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 298/2018, Νομος) κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα υπό Ιγ) σκέψη της παρούσας. Κατά το σκέλος που ερείδεται στο άρθρο 288 ΑΚ, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, πλην της γενικόλογης αύξησης της τιμής του πετρελαίου οι εναγόμενοι δεν εκθέτουν κρίσιμα στοιχεία για την εκτίμηση του ισχυρισμού τους και την δυνατότητα προβολής άμυνας εκ μέρους της ενάγουσας, όπως στοιχεία για το κόστος που δαπανούσαν για καύσιμα οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις «…» και «…» κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης συμβάσεως, σε σύγκριση με τα επόμενα έτη και το ποσοστό αύξησης της τιμής του καυσίμου κατά τα έτη αυτά, το εάν, σε ποιο βαθμό και σε ποιες ακτοπλοϊκές γραμμές που δραστηριοποιούνται οι προαναφερθείσες ακτοπλοϊκές εταιρίες μειώθηκε η κερδοφορία τους ή υπέστησαν ζημίες συνεπεία του συγκεκριμένου παράγοντα κόστους λειτουργίας (καυσίμων) με παράλληλη παράθεση και των λοιπών συντελεστών κέρδους (επιβατική κίνηση, κόστος εισιτηρίων) και ζημιών (φόροι, τέλη ελλιμενισμού, μισθοί προσωπικού), ώστε να κριθεί νόμω και ουσία ο προβαλλόμενος ισχυρισμός. Μετά ταύτα, παρέλκει η εξέταση της αντενστάσεως κατ’ άρθρο 281 ΑΚ που προβάλλει η ενάγουσα και ως προς την εν λόγω ένσταση.

ΙΙΙ. Από όλα τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα εκ των σε ξένη γλώσσα συντεταγμένων νομίμως μεταφρασμένων στην ελληνική γλώσσα και από την συνεκτίμηση της υπ’ αριθμ…./19-1-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς που λήφθηκε στην προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων και η οποία εκτιμάται ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 211/2004, ΤΝΠ ΔΣΑ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Στις 24-8-1987 συστάθηκε στην … με την επωνυμία τότε «…» ως εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με αριθμό εγγραφής … με έδρα την … η πρώτη εναγόμενη εταιρία, η οποία μετά από διαδοχικές αλλαγές ονόματος, στις …2005 μετονομάστηκε σε «…» και, εν τέλει, στις ….-2007 σε «…», με σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της, να διεξάγει παγκόσμια ποδοσφαιρικά συλλογικά στοιχήματα επί αποτελεσμάτων αγώνων ποδοσφαίρου, που ήταν και η κύρια δραστηριότητά της έως το 2006. Το έτος 2007 μετά από αύξηση του κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης, στην οποία (αύξηση κεφαλαίου) συμμετείχε με το ποσό των 61.000.000 € ο δεύτερος εναγόμενος και ο … με το ποσό των 14.000.000 €, έχοντας μεταβάλει τον σκοπό της, αποφάσισε την επιχειρηματική δραστηριοποίηση μέσω συμμετοχών επί εταιριών στον κλάδο της ακτοπλοΐας, όσο και σε αυτόν της ποντοπόρου ναυτιλίας, επενδύοντας τα ως άνω κεφάλαια, στηριζόμενη και στη γνώση και εμπειρία των δύο προσώπων στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό χώρο, και δη σε αγορά μετοχών εκδόσεως των ακτοπλοϊκών εταιριών «…» και “…”. Για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε η από 11-12-2007 δανειακή σύμβαση, με την οποία χορηγήθηκε το ποσό των 249.590.858 ευρώ για την αγορά 18.942.487 κοινών μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…», 26.935.378  κοινών μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…», καθώς και ποσό 5.409.142 ευρώ για επενδυτικές δραστηριότητες, με σύσταση ενεχύρου επί των παραπάνω μετοχών των δύο ακτοπλοϊκών εταιριών καθώς και επί 23.945.213 κοινών μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…». Ως προς το επιτόκιο στον όρο 3.3 εκείνης της σύμβασης αναφέρεται ότι αυτό «υπολογίζεται σε έτος 360 ημερών». Σε αυτό το πλαίσιο, μετά από ένα έτος περίπου συνήφθη η από 4-12-2008 σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της … ως δανείστριας και της πρώτης εναγομένης ως δανειζόμενης και αφού είχε προηγηθεί η πώληση από την πρώτη εναγόμενη των 18.942.487 κοινών μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…» που έλαβε χώρα στις 25.1.2008 με ταυτόχρονη αγορά στις 25-26-1-2008 ποσοστού 16,8 % του συνολικού αριθμού των μετοχών της της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…», αυξάνοντας το ποσοστό της συνολικά σε 32,5% επί του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας. Ας σημειωθεί ότι για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης παρέστη και συνεβλήθη κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης επ’ ονόματι της, ο δικηγόρος …, ο οποίος και ορίστηκε αντίκλητος της τελευταίας. Με την εν λόγω δανειακή σύμβαση, συμφωνήθηκε η χορήγηση έντοκου δανείου μέχρι του ποσού των 184.466.017,09 €, με σκοπό την αναχρηματοδότηση ισόποσων οφειλών της δανειζόμενης προς την ενάγουσα (για κεφάλαιο 182.000.000 ευρώ και για τόκους συμβατικούς/υπερημερίας 2.466.017,99 ευρώ) που απέρρεαν εκ της προηγηθείσας από 11.12.2007 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, πίστωση που είχε χορηγηθεί για να καλυφθεί μέρος του τιμήματος αγοράς των μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…» και “…”. Ως προς το επιτόκιο στον όρο 4.4 της επίδικης σύμβασης αναφέρεται ότι αυτός «λογίζεται επί του εκάστοτε ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου η/και κάθε τμηματικής χορήγησης αυτού τοκαριθμικά, με βάη έτος 360 ημερών». Επίσης, ως προς τους τόκους υπερημερίας συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη καταβολής τους, αυτοί προστιθέμενοι στο κεφάλαιο ανατοκίζονται περαιτέρω, ακόμη και μετά τη καταγγελία της σύμβασης, κατά τις ελάχιστες χρονικές περιόδους που ο νόμος προβλέπει, ήτοι προκειμένου περί εμπόρων ανά εξάμηνο (άρθρο 111§2 ΕισΝΑΚ – ΟλΑΠ 8/1998, ΕλλΔνη 1998.71, βλ. Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, άρθρο 296, αριθμ. 7). Συμφωνήθηκε, επιπλέον ότι το ποσό της πρώτης τμηματικής χορήγησης του δανείου (ποσού 150.000.000 ευρώ) θα εξοφληθεί με έξι (6) διαδοχικές ποσού 10.000.000 € η κάθε μία δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 11η Δεκεμβρίου 2010, κάθε μία από τις επόμενες δόσεις έξι (6) μήνες μετά την καταβολή της αμέσως προηγούμενης και η τελευταία (6η) δόση πλέον της πρώτης εφάπαξ καταβολής να καταβληθεί την 11η Ιουνίου 2013, που ορίστηκε ως τελική ημερομηνία εξόφλησης της τμηματικής χορήγησης, πλέον μίας εφάπαξ καταβολής ποσού ευρώ 90.000.000 € καταβλητέας μαζί με την τελευταία δόση. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το ποσό της δεύτερης τμηματικής χορήγησης (ποσού 34.466.017,09 ευρώ) θα εξοφληθεί με μία εφάπαξ καταβολή ποσού 34.466.017,09 € την τελική ημερομηνία εξόφλησης της δεύτερης τμηματικής χορήγησης, ήτοι την 30η-6-2009. Περαιτέρω, με την παρεπόμενη από 4-12-2008 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, στην οποία η πρώτη εναγομένη επίσης συμβλήθηκε δια του ίδιου δικηγόρου, συνέστησε κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 και του ν. 3.301/2004 υπέρ της ενάγουσας, ως εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής από την μόλις καταρτισθείσα (από 4-12-2008) δανειακή σύμβαση, ενέχυρο επί 26.935.378 μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…» (…) κυριότητάς της, το οποίο εκτείνετο και στους καρπούς και εν γένει ωφελήματα των μετοχών (μερίσματα, τόκους κερδών), τα οποία δικαιούτο η ενάγουσα τράπεζα να εισπράττει, άνευ σύμπραξης της ενεχυράζουσας και να τα φέρει σε πίστωση του λογαριασμού της εξασφαλιζόμενης απαίτησης, όπου ορίστηκε ο ίδιος δικηγόρος ως αντίκλητος, η οποία κοινοποιήθηκε στην εκδότρια των μετοχών εταιρεία «…» (βλ. υπ’ αριθμ. …5-12-2008 έκθεση επίδοσης Δικαστικού Επιμελητή Πειραιώς …). Επιπλέον, με την παρεπόμενη από 4-12-2008 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, στην οποία η πρώτη εναγομένη επίσης συμβλήθηκε δια του ίδιου δικηγόρου, η πρώτη εναγομένη συνέστησε κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 υπέρ της ενάγουσας, ως εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής από την μόλις καταρτισθείσα (από 4-12-2008) δανειακή σύμβαση, ενέχυρο επί 52.422.237 μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «….» (…) κυριότητάς της, το οποίο εκτείνετο και στους καρπούς και εν γένει ωφελήματα των μετοχών (μερίσματα, τόκους κερδών), τα οποία δικαιούτο η ενάγουσα να εισπράττει, άνευ σύμπραξης της ενεχυράζουσας και να τα φέρει σε πίστωση του λογαριασμού της εξασφαλιζόμενης απαίτησης. Κατά την εν λόγω συμφωνία, το ενέχυρο επεκτεινόταν σε κάθε νέο τίτλο (μετοχή) που προέκυπτε από μετατροπή των κινητών αξιών ή εταιρική μετατροπή ή δωρεάν διανομή κινητών αξιών στο δικαιούχο και μαζί με την «γνωστοποίηση σύστασης ενεχύρου επί άυλων κινητών αξιών», κοινοποιήθηκαν στην «….» (βλ. υπ’ αριθμ. …/5-12-2008 έκθεση επίδοσης Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών …). Σημειώνεται δε ότι μετά την σύσταση του αμέσως προαναφεθέντος ενεχύρου, ο αριθμός των ενεχυρασμένων μετοχών μειώθηκε αυτοδικαίως από 52.422.237 σε 43.685.197, δυνάμει της από 19-12-2010 απόφασης της Β΄ Επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας … (ΦΕΚ ΤΕΥΧΟΣ ΑΕ & ΕΠΕ 39/2011), με την οποία αποφασίσθηκε η αύξηση της ονομαστικής αξίας των μετοχών από 1 € σε 1,2 € με ταυτόχρονη μείωση του αριθμού των μετοχών της εν λόγω εταιρίας (…). Περαιτέρω, με την συναφθείσα στις 11-12-2008 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, πού καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του δεύτερου εναγομένου ως προσωπικού εγγυητή, συμφωνήθηκε η παροχή περιορισμένης εγγύησης για την υπό τον εγγυητή εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της πρώτης εναγόμενης, που αφορούσαν μόνο το ποσό των πάσης φύσεως τόκων, τόκων υπερημερίας και τόκων επί τόκων εκ της συμβάσης δανείου, δηλώνοντας ότι παρέχει την εν λόγω εγγύηση διότι η προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση εξυπηρετεί τα ίδια συμφέροντα του ως απώτερου μετόχου της πρώτης εναγομένης (καθώς η εταιρία “…” συμφερόντων του δεύτερου εναγόμενου έχει ποσοστό 39,42 % επί της πρώτης εναγόμενης), παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως και της διαιρέσεως και του δικαιώματος εκ του άρθρου 853 ΑΚ.  Στην εν λόγω σύμβαση εγγύησης επαναλαμβάνεται ο υπολογισμός του επιτοκίου, ενώ δηλώνεται ότι προσαρτήθηκε σε αυτή αντίγραφο της δανειακής συμφωνίας μονογραμμένο από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος δήλωσε ότι έλαβε γνώση όλων των όρων της δανειακής συμβάσεως και, επομένως, και του όρου περί του υπολογισμού του έτους σε 360 ημέρες κατά τα προεκτιθέμενα, ενώ ορίστηκε ο ίδιος δικηγόρος ως αντίκλητος του εγγυητή. Ακολούθως, κατόπιν αιτήματος των εναγομένων συνήφθη η από 30-6-2009 πρώτη τροποποιητική σύμβαση, με την οποία τροποποιήθηκε η τελική ημερομηνία εξόφλησης της δεύτερης τμηματικής χορήγησης ποσού 34.466.017,09 ευρώ και ορίστηκε η 31η-1-2010 (ή η ημερομηνία αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης, εφόσον επέλθει νωρίτερα), αντί της 30ης-6-2009, με την ειδικότερη, περαιτέρω, συμφωνία, να μην ασκήσει η ενάγουσα για το ίδιο χρονικό διάστημα τα δικαιώματα της εκ του όρου 8.1.12 της κύριας σύμβασης (κάλυψη διαφοράς από την πρώτη εναγόμενη, σε περίπτωση που η αθροιζόμενη εμπορική αξία των ενεχυραζόμενων μετοχών κατέλθει σε ποσοστό λιγότερο του 135% της οφειλής). Επίσης, στην εν λόγω σύμβαση οι εναγόμενοι αναγνώρισαν ότι το ανεξόφλητο τότε κεφάλαιο ανερχόταν στο ποσό των 184.466.017,09 € από τη λήψη στις 4-12-2008 του συνολικού ποσού του δανείου καθώς και ότι οι πάσης φύσεως ληξιπρόθεσμοι τόκοι ανέρχονταν για μεν το χρονικό διάστημα από 4-3-2009 έως 4-6-2009 στο ποσό των 2.097.584,08 ευρώ, για δε το διάστημα από 4-6-2009 έως 30-6-2009 στο ποσό των 113.508,08 ευρώ. Στη συνέχεια, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 11-10-2010 δεύτερη τροποποιητική σύμβαση, με την οποία οι εναγόμενοι αναγνώρισαν, ότι, μετά την εξόφληση του ποσού της δεύτερης τμηματικής χορήγησης ποσού 34.466.017,09 ευρώ (βλ. και ακριβές αντίγραφο καρτέλας – απόσπασμα κίνησης εκ του λογαριασμού εξύπηρέτησης …), το οφειλόμενο υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου ανερχόταν σε 150.000.000 €, καθώς και ότι οι πάσης φύσεως οφειλόμενοι τόκοι έως 11-10-2010 ανέρχονταν σε 1.677.236,13 €, ενώ συμφωνήθηκε ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 6.3 της σύμβασης δανείου περί υποχρεωτικής προπληρωμής λόγω πώλησης μέρους των μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…» (…) ποσού 24.687.298,63 €, το οποίο, κατατιθέμενο στον υπ’ αριθμ. … λογαριασμό όψεως που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη στην ενάγουσα, θα χρησιμοποιούνταν κατά το ποσό των 1.677.236,13 ευρώ σε εξόφληση οφειλόμενων τόκων και κατά το ποσό των ευρώ 10.062,50 ευρώ σε άμεση εξόφληση του κόστους πρόωρης αποπληρωμής κεφαλαίου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 23.000.000 ευρώ συμφωνήθηκε ότι θα αχθεί σε άμεση προπληρωμή των δόσεων της 11ης.12.2010 και της 11ης .6.2011 (ποσού εκάστης 10.000.000 ευρώ κατά τα προεκτεθέντα) και σε μερική εξόφληση, κατά το ποσό των 3.000.000 ευρώ της δόσης της 11ης.12.2011. Συμφωνήθηκε δε επίσης η ταυτόχρονη δέσμεύση υπέρ αυτής επιπλέον ποσού 6.409.906,37 € προς περαιτέρω εξασφάλιση της προσήκουσας εξόφλησης από την πρώτη εναγόμενη των απαιτήσεων της ενάγουσας κατά κεφάλαιο τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους επί τόκων, προμήθειες και έξοδα, το οποίο συμφωνήθηκε να κατατεθεί στον ίδιο λογαριασμό όψεως επί του οποίου (λογαριασμού) με την ίδια σύμβαση συνέστησε ενέχυρο. Τέλος, συμφωνήθηκε να μην ασκήσει η ενάγουσα για το ίδιο χρονικό διάστημα τα δικαιώματα της εκ του όρου 8.1.12 της κύριας σύμβασης (κάλυψη διαφοράς από την πρώτη εναγόμενη, σε περίπτωση που η αθροιζόμενη εμπορική αξία των ενεχυραζόμενων μετοχών κατέλθει σε ποσοστό λιγότερο του 135% της οφειλής) για το χρονικό διάστημα από 29.6.2009 έως την 28η.2.2011, ενώ αμφότεροι οι εναγόμενοι με την δεύτερη αυτή τροποποιητική σύμβαση όρισαν ως αντίκλητο τους τον Δικηγόρο Πειραιώς, …. Ακολούθως, με την παρεπόμενη από 26-8-2011 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, η ενάγουσα συνέστησε κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 υπέρ της ενάγουσας, ως πρόσθετη εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής εκ της κύριας από 4-12-2008 δανειακής σύμβασης, ενέχυρο επί 1.150.000 μετοχών της ακτοπλοϊκής εταιρίας «…» (…) κυριότητάς της, που αποτελούσαν τότε το ποσοστό 1,48% των μετοχών της εν λόγω εταιρίας, το οποίο (ενέχυρο) εκτείνονταν και στους καρπούς και εν γένει ωφελήματα των μετοχών (μερίσματα, τόκους κερδών), τα οποία δικαιούταν η ενάγουσα να εισπράττει, άνευ σύμπραξης της ενεχυράζουσας και να τα φέρει σε πίστωση του λογαριασμού της εξασφαλιζόμενης απαίτησης, η οποία (σύμβαση ενεχύρου) κοινοποιήθηκε στην εκδότρια των μετοχών εταιρία «…» (βλ. υπ’ αριθμ. …5-9-2011 έκθεση επίδοσης Δικαστικού Επιμελητή Πειραιώς …). Στη συνέχεια, με την από 2-9-2011 τρίτη τροποποιητική σύμβαση, οι εναγόμενοι αναγνώρισαν, μετά τις προαναφερθείσες πληρωμές και την προπληρωμή κεφαλαίου 23.000.000 €, που εάλβαν χώρα κατά τα ανωτέρω, ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου ανερχόταν στις 2-9-2011 σε 127.000.000 €, πλέον τόκων από 14-6-2011. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε από τους διαδίκους, αναφερόμενοι και στην προεκτεθείσα από 26-8-2011 σύμβαση ενεχύρου, πως το υπολειπόμενο ποσό της καταβλητέας στις 12-12-2011 τρίτης δόσης του δανείου ποσού 7.000.000 € (μετά την προεκτεθείσα μερική προπληρωμή), δεν θα πληρωθεί κατά την ως άνω ημερομηνία, αλλά θα προστεθεί στο ποσό της πρώτης εφάπαξ καταβολής, η οποία θα ανέλθει σε 97.000.000 €, καταβλητέα κατά την τελική ημερομηνία εξόφλησης της 1ης τμηματικής χορήγησης (11-6-2013). Ενόψει αυτών, το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 127.000.000 € θα αποπληρωνόταν σε τρεις εξαμηνιαίες δόσεις, έκαστη ποσού 10.000.000 €, καταβλητέων στις 11-6-2012, 11-12‑2012 και 11-6-2013, πλέον μίας εφάπαξ καταβολής ποσού 97.000.000 € καταβλητέας την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 11-6-2013. Επιπλέον, συμφωνήθηκε να μην ασκήσει η ενάγουσα για το ίδιο χρονικό διάστημα τα δικαιώματα της εκ του όρου 8.1.12 της κύριας σύμβασης (κάλυψη διαφοράς από την πρώτη εναγόμενη, σε περίπτωση που η αθροιζόμενη εμπορική αξία των ενεχυραζόμενων μετοχών κατέλθει σε ποσοστό μικρότερο του 135% της οφειλής) για το χρονικό διάστημα έως την 30η.4.2012. Εντούτοις, η πρώτη  εναγομένη στις 11-6-2012 δεν κατέβαλε την δόση των 10.000.000 ευρώ, ούτε στις 11-12-2012 την αντίστοιχη δόση των 10.000.000 ευρώ, ούτε, τέλος στις 11-6-2013 κατέβαλε τις απολιπόμενες δόσεις των 10.000.000 ευρώ και 97.000.000 ευρώ (τελική ημερομηνία εξόφλησης), σύμφωνα με τις προβλέψεις της από 2-9-2011 τρίτης τροποποιητικής σύμβασης, ενώ περιήλθε και σε υπερημερία περί την καταβολή των δεδουλευμένων πάσης φύσεως τόκων, που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί. Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 21-8-2014 εξώδικη καταγγελία – πρόσκληση κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και κάλεσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει το κατά την 5‑3-2014 χρεωστικό υπόλοιπο του τηρηθέντος προς εξυπηρέτηση του δανείου υπ’ αριθμ. … λογαριασμού (βλ. και ακριβές αντίγραφο καρτέλας – απόσπασμα κίνησης εκ του λογαριασμού αυτού), ποσού 137.162.521,24 €, εκ των οποίων κεφάλαιο 127.000.000 €, συμβατικοί τόκοι 4.320.521,13 € και τόκοι υπερημερίας 5.842.000,11 ευρώ, εντόκως, με το προβλεπόμενο στη σύμβαση επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 5-3-2014 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 26-8-2014 [βλ. από 21/8/2014 ένορκη δήλωση επίδοσης Ιδιωτικου Δικαστικού Επιδότη Επαρχιακού Δικαστηρίου .. … κατά τη διάταξη 5Β΄ Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας … (“Civil Procedure Rules”)]. Περαιτέρω, η ενάγουσα με την από 21-8-2014 εξώδικη καταγγελία – πρόσκληση στον δεύτερο εναγόμενο, όχλησε τον τελευταίο, λόγω της ως άνω περιορισμένης εγγυητικής του ευθύνης στο ποσό των δεδουλεύμενων έως τότε τόκων, να καταβάλει προς την ενάγουσα, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, τους οφειλόμενους έως τότε τόκους συνολικού ποσού 10.162.521,24 € (=4.320.521,13 + 5.842.000,11), η οποία κοινοποιήθηκε στον δεύτερο εναγόμενο στις 22.8.2014 (βλ. υπ’ αριθμ. …΄/22-8-2014 έκθεση επίδοσης Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών …). Κατόπιν και της από 11/9/2014 επιταγής προς πληρωμή προς την πρώτη εναγόμενη και της υπ’ αριθμ. …/24.2.2015 άδειας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η ενάγουσα έλαβε από τη χρηματιστηριακή εκποίηση των 43.685.197 μετοχών … το ποσό των 3.477.079,07 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. …/19-3-2015 έκθεση εκποίησης μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χ.Α.Α. του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Β. και συγκεντρωτική επιβεβαίωση εκτελέσεως εντολών Νο …). Επίσης, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …/11-6-2015 πρόσκληση δανειστών, την υπ’ αριθμ. …/12-6-2015 πράξη εξόφλησης πίνακα κατάταξής δανειστών επί εγγυήσει και την υπ’ αριθμ. …/12-6-2015 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ονομαστικών μετοχών ανωνύμου εταιρείας ίδιου Συμβολαιογράφου, από τη δια πλειστηριασμού εκποίηση των 12.562.388 μετοχών …, δυνάμει της ίδιας επιταγής προς πληρωμή, η ενάγουσα έλαβε το ποσό των 25.000.000 ευρώ, τα οποία πιστώθηκαν στον τηρούμενο υπ’ αριθμ. … λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, σε απομείωση του χρεωστικού υπολοίπου αυτού, καταλογίζοντας τα εισπραχθέντα σύμφωνα με τον όρο 12.3 σε εξόφληση όλων των χρεώσεων εξόδων και τόκων έως 15-6-2015, καθώς και έναντι μέρους του οφειλομένου κεφαλαίου (βλ. και ακριβές αντίγραφο καρτέλας πελάτη – κίνησης του προαναφερθέντος τρπεζικού λογαριασμού). Ενόψει αυτών, η συνολική απαίτηση της ενάγουσας ανήλθε, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών στις 30-6-2017 στο συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι πέντε εκατομμυρίων διακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν σαράντα τριών ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (125.298.143,36 €) εκ των οποίων κεφάλαιο ποσού 114.588.980,07 €, δεδουλευμένοι τόκοι υπερημερίας επί του κεφαλαίου και ανατοκισμού ανά εξάμηνο, από 15-6-2015 έως 30-6-2017, ποσού 10.703.531,29 €, και έξοδα ποσού 5.632 €, τα οποία οφείλει η πρώτη εναγομένη εντόκως, πλην του κονδυλίου των εξόδων, με επιτόκιο υπερημερίας όπως προβλέπεται στη σύμβαση και με εξάμηνο ανατοκισμό από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της παροχής περιορισμένης εγγύησης για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της ενάγουσας μόνο εκ των πάσης φύσεως τόκων του δανείου, οφείλει αλληλεγγύως αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη μόνο το ποσό των δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού ανερχομένων από 15-6-2015 έως 30-6-2017 σε 10.703.531,29 €. Όπως προκύπτει δε από την υπ’ αριθμ. …/10-4-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έχει εκδοθεί η τελευταία κατά της πρώτης εναγομένης για την ίδια αιτία, αλλά μόνο για κεφάλαιο 1.000.000 €, πλέον αναλογούντων σε αυτό αυτό τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού από 15-6-2005 μέχρι εξοφλήσεως, με επιφύλαξη της ενάγουσας για το επιπλέον οφειλόμενο ποσό εκ κεφαλαίου, τόκων και εξόδων εκ της ίδιας αιτίας, κατά της οποίας έχει ασκηθεί η από 26/10/2017 ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως προεκτέθηκε, οι εναγόμενοι αμφισβητούν μέρος της οφειλής τους και δη κατά το μέρος που οι τόκοι υπολογίζονται κατά τη σύμβαση με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 ημερών, χωρίς να προσδιορίζουν ειδικότερα το επί μέρους ποσό, και επικαλούμενοι την ιδιότητα τους ως καταναλωτή προβάλλουν την προεκτεθείσα ένσταση εκ του ν. 2251/1994. Δεδομένου όμως του ύψους της συνολικής οφειλής και δη του οφειλόμενου κεφαλαίου εκ μέρους των εναγομένων σε σχέση με το ποσό που προκύπτει από την επιβάρυνση με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, εκ του υπολογισμού του έτους με 360 ημέρες, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η δανειακή σύμβασης καταρτίστηκε σε ανανέωση παλαιότερης οφειλής εκ δανείου για τον ίδιο σκοπό με ίδιους όρους ως προς τον επικαλούμενο από τους εναγόμενους όψιμα ως καταχρηστικό, της ιδιότητας των εναγομένων αφενός ως ναυτιλιακής εταιρίας και παλαιότερα εταιρίας στοιχημάτων με δραστηριότητα στον διεθνή χώρο και με πολύ μεγάλο κύκλο εργασιών και, αφετέρου, του δεύτερου ως εφοπλιστή με μεγάλη πείρα στις ναυτιλιακές και εντεύθεν τραπεζικές συναλλαγές, της εκπροσώπησης της δανειολήπτριας στην επίδικη δανειακή σύμβαση από δικηγόρο με πείρα στα ζητήματα τραπεζικού δικαίου, της εκούσιας συμμόρφωσης των εναγομένων με τον ανωτέρω όρο έως το 2012, τον οποίο όψιμα αμφισβητούν ως καταχρηστικό, λαμβανομένων υπόψη, τις διαδοχεικές τροποποιητικές της δανειακής σύμαβσης με τις οποίες παρατάθηκε η αποπληρωμή των δόσεων του δανείου, των εμπράγματων εξασφαλίσεων που δόθηκαν και των ειδικών όρων αυτών, που άπτονται εξειδικευμένων ζητημάτων χρηματιστηριακού – τραπεζικού δικαίου και που σε τέτοια έκταση σπάνια συναντώνται στην κοινή συναλλακτική πρακτική, κρίνεται ότι η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή από τους εναγόμενους (πρωτοφειλέτη και εγγυητή) υπερβαίνει στην προκείμενη περίπτωση προφανώς τα όρια που επιβάλλει η αντικειμενική καλή πίστη και συγκεκριμένα η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης (ΑΠ 416/2014, ΤΝΠ ΔΣΑ), ήτοι ασκείται καταχρηστικώς κατά την ΑΚ 281 και επομένως, η σχετική ένσταση κατ’ άρθρο 2 του ν. 2251/1994 πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, κατά παραδοχή της αντένστασης της ενάγουσας κατά την ΑΚ 281 ως ουσίας βάσιμης, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) σκέψη της παρούσας. Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα για μέρος της μείζονος απαίτησής της εκ της από 4-12-2008 σύμβασης δανείου και των προσθέτων πράξεων αυτής το συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων διακοσίων τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων τριάντα πέντε ενρώ και τριάντα τριών λεπτών (124.204.735,33 €), εκ των οποίων οφείλει : α) για μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου το ποσό των 113.588.980,07 €, β) για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας ανατοκιζόμενους ανά εξάμηνο, χρονικού διαστήματος από 15-6-2015 έως 30-6-2017, που λογίστηκαν επί του ως άνω μέρους κεφαλαίου ποσού 113.588.980,07 €, το ποσό των 10.610.123,26 €, γ) για έξοδα 5.632 €, και δη εντόκως -πλην του κονδυλίου των εξόδων-, με το προβλεπόμενο στη σύμβαση επιτόκιο υπερημερίας, και με εξάμηνο ανατοκισμό, από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως και να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος να οφείλει στην ενάγουσα, αλληλεγγύως αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη: α) το ποσό των δέκα εκατομμυρίων επτακοσίων τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα ενός ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (10.703.531,29 €), για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας ανατοκιζόμενους ανά εξάμηνο, χρονικού διαστήματος από 15-6-2015 έως 30-6-2017, λογισθέντων επί του μείζονος ανεξοφλήτου κεφαλαίου ποσού 114.588.980,07 €, καθώς και β) τους τόκους υπερημερίας, που θα λογιστούν εφεξής, επί του ιδίου ως άνω κεφαλαίου ποσού 114.588.980,07 €, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως του κεφαλαίου του δανείου. Τέλος, λόγω της ήττας τους, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης που παραστάθηκε στο Δικαστήριο κατά παραδοχή του αιτήματος της, υπολογιζόμενων ως προς τον δεύτερο εναγόμενο μέχρι του ποσού που αναγνωρίστηκε ως συνοφειλέτης, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 180 ΚΠολΔ – άρθρα 68, 63 §1 i,η ν.4139/2013).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.-

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων διακοσίων τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (124.204.735,33 €), κατά τις κατωτέρω διακρίσεις: α) για μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου το ποσό των 113.588.980,07 €, β) για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας ανατοκιζόμενους ανά εξάμηνο, χρονικού διαστήματος από 15-6-2015 έως 30-6-2017, που λογίστηκαν επί του ως άνω μέρους κεφαλαίου ποσού 113.588.980,07 €, το ποσό των 10.610.123,26 €, ευθυνόμενη ως προς το συγκεκριμένο (υπό β΄) κονδύλιο εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο, γ) για έξοδα 5.632 €, εντόκως -πλην του κονδυλίου των εξόδων-, με το προβλεπόμενο στην αναφερόμενη στο αιτιολογικό της παρούσας από 4-12-2008 σύμβαση δανείου επιτόκιο υπερημερίας, και με εξάμηνο ανατοκισμό, από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ευθυνόμενη και ως προς το κονδύλιο των τόκων εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο.-

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο δεύτερος εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα, ευθυνόμενος αλληλεγγύως αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη α) το ποσό των δέκα εκατομμυρίων επτακοσίων τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα ενός ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (10.703.531,29 €), καθώς και β) τόκους υπερημερίας, επί του κεφαλαίου (ποσού 114.588.980,07 €), ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, από 1-7-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως του κεφαλαίου του δανείου.-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, τα οποία ορίζει συνολικά σε εξήντα ένα χιλιάδες τετρακόσια (61.400€) ευρώ, εκ των οποίων αμφότεροι οι εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον μέχρι του ύψους των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (5.400€) και μόνη η πρώτη εναγόμενη  ως προς την καταβολή του υπολοίπου ποσού των πενήντα επτά χιλιάδων (57.000€) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά την 3η-03-2020, και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 3-03-2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ