Αριθμός 901/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 730/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενους τους: 1. Δ. Μ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, 2. Α. Τ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και 3. Γ. Ο. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Ροϊνιώτη και Νικόλαο Καρούζο.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …5/21-12-2018 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγλέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 730/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου, με την οποία οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. του Π., Α. Τ. του Ε. και Γ. Ο. του Ι. κρίθηκαν ομόφωνα αθώοι για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, τελεσθείσα άπαξ από κοινού ως και κατ'εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και τη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως στις 21-12-2018, ήτοι εντός της μηνιαίας προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 23-11-2018, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, σαν να ήταν παρόντες και οι εκ των αναιρεσειβλήτων Α. Τ. και Γ. Ο., οι οποίοι αν και, σύμφωνα με τα από 9-1-2019 και 15-1-2019 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχ/κα του AT …. Δ. Κ. και του επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ. αντίστοιχα, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 5-2-2019 κατά την οποία, με τη με αριθμό 242/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν ούτε παραστάθηκαν κατ'αυτήν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 513 παρ. 1 εδ. γ', 2,515 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997 "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Αν οι πράξεις των παρ.1 έως 5 του παρόντος άρθρου τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α' , β' , γ' , δ' , ε', ι' και ια' του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα " ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια...ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.... ι) "Αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι και ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2472/1997 οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Τέλος, στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α)...β)...γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001), δ)...3. Η Αρχή χορηγεί άδεια συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας σχετικού αρχείου, ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας. Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 Α παρ. 1 περιπτ. ε' του ως άνω νόμου, ως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3471/2006, "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις : ...ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Από τα παραπάνω προκύπτει: Α) Ότι το πιστοποιητικό που εκδίδει η αρμόδια εισαγγελία πρωτοδικών, κατόπιν αιτήσεως του εγκαλούντος, περί ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούμενου και της πορείας αυτής, αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του τελευταίου. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον εγκαλούντα αποτελεί επέμβαση στα αρχεία της εισαγγελίας, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν "αρχεία" κατά την έννοια του νόμου. Το πιστοποιητικό χορηγείται, προκειμένου ο εγκαλών και αιτών να το χρησιμοποιήσει μόνο στο πλαίσιο της μεταξύ αυτού και του εγκαλούμενου διαφοράς. Η περαιτέρω χρήση του εν λόγω πιστοποιητικού για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο και μόνο αυτό χορηγήθηκε, ήτοι παράδοση αυτού σε τρίτον, χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά μη νόμιμη επεξεργασία του εν λόγω ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου. Η εν συνεχεία χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού από τον τρίτο, χωρίς δικαίωμα και χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά παράνομη επέμβαση σε αρχείο που πλέον δημιούργησε ο τρίτος. Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα οποία αποκτώνται μεν αρχικώς νομίμως στην συνέχεια όμως παραδίδονται σε τρίτους χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να ελεγχθούν για τυχόν, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 2472/1997, χρήση τους (πρβλ. ΑΠ 1520/2017 Πολιτική) και Β) Ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο Ν. 2472/1997, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της παρ. 5 του άρθρου 22 , η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων". Από τη διατύπωση δε της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 είναι ένα υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και μόνο στην πρώτη μορφή τέλεσής του τίθεται ως προϋπόθεση η πράξη της επέμβασης σε αρχείο. Στις υπόλοιπες μορφές τέλεσης δεν τίθεται ως προϋπόθεση να υφίσταται ή να έχει προηγηθεί επέμβαση σε αρχείο χωρίς δικαίωμα.

Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ' άρθρο 2 περ. ε', το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άν(ο νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 1110/2013). Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της απόφασης, που αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 730/2018 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Ναυπλίου κήρυξε ομόφωνα τους κατηγορούμενους Δ. Μ. του Π., κάτοικο ..., Α. Τ. του Ε., κάτοικο ... και Γ. Ο. του Ι., κάτοικο ..., αθώους του ότι: Α)Ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Μ. του Π. στο ….την 02-04-2013, χωρίς δικαίωμα ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το οποίο είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου και συγκεκριμένα για το ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο, αφού υπέβαλε την με αρ. πρωτ. ….2 από 02- 04-2013 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε τη χορήγηση πιστοποιητικού δικονομικής πορείας της με Α.Β.Μ. ... ποινικής δικογραφίας, έλαβε από το αρχείο, που τηρείται στο τμήμα μηνύσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου το από 02-04-2013 πιστοποιητικό, στο οποίο αναφερόταν ότι κατόπιν της υπ' αριθμ. Α.Β.Μ. …/... έγκλησης του ως άνω κατηγορουμένου Δ. Μ. του Π. σε βάρος του νυν εγκαλούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη με παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς διενέργεια κύριας ανάκρισης, για τα αδικήματα : α) "της απάτης επί δικαστηρίω με περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ), τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση" - β) "της απιστίας δικηγόρου" και γ) "της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση" και ότι η ανωτέρω δικογραφία βρισκόταν στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, άνευ της προηγούμενης συγκατάθεσης του εγκαλούντα Γ. Κ., ήτοι του υποκειμένου, στο οποίο τα ως άνω ευαίσθητα δεδομένα, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. β' του Ν. 247/1997 αφορούσαν, καθόσον αναφέρονταν στην εναντίον του άσκηση ποινικής δίωξης και άνευ της αδείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με πρόθεση ανακοίνωσε και κατέστησε αυτά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, παραδίδοντας το ανωτέρω με αρ. πρωτ. ...2 από 02- 04-2013 πιστοποιητικό στους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους: Α Τ. του Ε. και Γ. Ο. του Ι. αντίστοιχα. Β) Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων: Α. Τ. του Ε. και Γ. Ο. του Ι. στο … και στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και συγκεκριμένα, κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση έλαβαν γνώση, ανακοίνωσαν και εκμεταλλεύτηκαν με οποιονδήποτε τρόπο ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το οποίο είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου και συγκεκριμένα οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, ενεργώντας με κοινό προς τούτο δόλο, κατόπιν συναπόφασης : (α) την 14-06-2013, κατά τη συζήτηση της από 30-08-2012 και με αριθ. κατάθεσης ...3/20-9-2012 αίτησης του δεύτερου κατηγορουμένου Α. Τ. του Ε. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 5/2012 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. …. από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Μ. του Π., κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων εγγράφων, το ως άνω πιστοποιητικό με την από 14-06- 2013 προσθήκη - αντίκρουση - παρατηρήσεις του - (β) την 06-09- 2013. κατά τη συζήτηση της από 08-08-2013 και με αριθ. κατάθεσης 454/2013 αίτησης του εγκαλούντος Γ. Κ. κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της υπ' αριθ. 30/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Τ. του Ε., αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. …. από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος : Δ. Μ. του Π., κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του - τρίτου κατηγορουμένου Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό, με το από 06-09-2013 σημείωμά του - (γ) την 03-12-2013, κατά τη συζήτηση της από 09-08-2013 και με αριθ. κατάθεσης …../) 2-8-2013 έφεσης του εγκαλούντος Γ. Κ. κατά τουλάχιστον δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ο εγκαλών ζητούσε να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 30Α2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος: Α. Τ. του Ε., αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. … από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος: Δ. Μ. του Π., κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου : Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό, με τις από 03-12-2013 προτάσεις του - (δ) την 12-11- 2013, κατά τη συζήτηση της από 19-07-2012 και με αριθ. κατάθεσης 6/2012 αγωγής απόδοσης δανείου των εναγόντων : Ε. και Ι. Λ.κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος: Α. Τ. του Ε., αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. .... από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος : Δ. Μ. του Π., κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό με τις από 1211-2013 προτάσεις και την από 15-11-2013 προσθήκη αυτού. Οι δε κατηγορούμενοι προέβησαν στις ως άνω ενέργειες τους, χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, άνευ της προηγούμενης συγκατάθεσης του Γ. Κ., ήτοι του υποκειμένου, στο οποίο τα ως άνω ευαίσθητα δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. β1 του Ν. 247/1997 αφορούσαν, καθόσον αναφέρονταν στην εναντίον του άσκηση ποινικής δίωξης και άνευ της αδείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ενώ τα ευαίσθητα αυτά προσωπικά δεδομένα ήταν εντελώς αδιάφορα των περιστατικών, που έπρεπε να κριθούν στις ένδικες διαφορές, μεταξύ του εγκαλούντος, των Ε. και Ι. Λ. και του δεύτερου κατηγορουμένου".

Για να καταλήξει στην ανωτέρω ομόφωνη απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Στη συγκεκριμένη υπόθεση αποδείχθηκε ότι, μεταξύ των πρώτου, δεύτερου των κατηγορουμένων και του εγκαλούντος υφίστανται μακροχρόνιες αντιδικίες και εκκρεμούν υποθέσεις μεταξύ τους ενώπιον τόσο των πολιτικών όσο και των ποινικών Δικαστηρίων (εγκαλών- Μ., εγκαλών- Τ.). Σημειώνεται ότι, ο εγκαλών υπήρξε δικηγόρος των ως άνω κατηγορουμένων και εξαιτίας αυτού του λόγου προέκυψαν διαφωνίες στη συνεργασία τους και περισσότερο στον τρόπο πληρωμής του εγκαλούντος. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 13.4.2011 έγκληση τους εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. .../..., βάσει της οποίας ασκήθηκε εις βάρος του τελευταίου ποινική δίωξη για τα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίου, της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απιστίας δικηγόρου. Όταν πληροφορήθηκε τα ανωτέρω ο πρώτος κατηγορούμενος, ως έχων έννομο συμφέρον, ζήτησε και έλαβε αυθημερόν από την πιο πάνω Εισαγγελία το ...2/2.4.2013 πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρονται τα ανωτέρω, περί άσκησης ποινικής δίωξης εις βάρος του μηνυτή. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην πράξη αυτή προκειμένου να χρησιμοποιήσει το πιστοποιητικό προς υπεράσπισή του, δεδομένου ότι, ο μηνυτής είχε υποβάλει μήνυση εις βάρος του για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος και για συκοφαντική δυσφήμηση και για τις οποίες (αξιόποινες πράξεις) έχει ήδη αθωωθεί με την υπ' αριθμ. 71/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, υπήρξε συγγενής και πρώην πελάτης του μηνυτή για κάποιες υποθέσεις του, στη συνέχεια όμως διαφώνησαν ως προς τον τρόπο αμοιβής του εγκαλούντος, επειδή ο τελευταίος ισχυρίζετο ότι, υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους ότι η αμοιβή του θα υπολογιζόταν επί του αντικειμένου της δίκης σε ποσοστά. Πριν προκύψει αυτή η διαφωνία ο εγκαλών και ο δεύτερος κατηγορούμενος είχαν ως συγγενείς πολύ καλές σχέσεις, μάλιστα δε ο τελευταίος γνώριζε από τον εγκαλούντα τις αντιδικίες του με τον πρώτο κατηγορούμενο και γενικά την πορεία της αντιδικίας που είχαν μεταξύ τους, δεδομένου ότι, στα πλαίσια αυτής της αντιδικίας (Μ.- Κ.) ο Τ. (δεύτερος κατηγορούμενος) είχε δώσει τις υπ' αριθμ. …/7.2.2011 και από 18.11.2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Πταισματοδίκου Ναυπλίου, εις βάρος ίου πρώτου κατηγορούμενου και υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του μηνυτή. Στη συνέχεια, όπως ήδη ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος και όπως προκύπτει από την 4551/29.4.2013 ένορκη βεβαίωσή του, βρίσκοντας μεγάλες ομοιότητες ο τελευταίος στη συμπεριφορά του μηνυτή, τόσο απέναντι του, όσο και απέναντι του πρώτου κατηγορουμένου, που οι ομοιότητες αυτές αφορούσαν κυρίως την αξίωση του μηνυτή να αμοίβεται για τις υπηρεσίες που παρείχε με ποσοστά επί του αντικειμένου της δίκης, επικαλούμενος άτυπες συμφωνίες, ανακάλεσε τις ως άνω βεβαιώσεις και πείστηκε για την αλήθεια των καταγγελλομένων εκ μέρους του Μ. εις βάρος του εγκαλούντος Κ.. Παράλληλα δε, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποφάσισαν να συνεργαστούν μεταξύ τους για να αντιμετωπίσουν τις υποθέσεις του μηνυτή ενώπιον των Δικαστηρίων και να υπερασπιστεί ο καθένας τον εαυτό του, εφόσον πίστευαν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ότι, οι υποθέσεις τους παρουσίαζαν πολλές ομοιότητες. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον δεύτερος κατηγορούμενο το έγγραφο που ήδη αναφέρεται και είχε λάβει νόμιμα από την Εισαγγελία Ναυπλίου (...2/2.4.2013 πιστοποιητικό περί άσκησης ποινικής δίωξης εις βάρος του μηνυτή), προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει σε ανοιγείσες δίκες μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και προκειμένου να αποδείξει την ομοιότητα στη συμπεριφορά του εγκαλούντος, τόσο σε δίκες μεταξύ Μ., πρώτου κατηγορούμενου-Κ., εγκαλούντος, όσο και Τ.-Κ.. Ακολούθως, ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέδωσε το πιο πάνω πιστοποιητικό στον τρίτο κατηγορούμενο, πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος υπερασπιζόμενος τον πελάτη του δεύτερο κατηγορούμενο το χρησιμοποίησε ως εξής: 1) την 14-06-2Θ13, κατά τη συζήτηση της από 30-08-2012 και με αριθ. κατάθεσης ...3/20-9-2012 αίτησης του δεύτερου κατηγορουμένου Α. Τ. του Ε. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 5/2012 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων εγγράφων, το ως άνω πιστοποιητικό με την από 14-06-2013 προσθήκη - αντίκρουση - παρατηρήσεις του, 2) την 06-09-2013, κατά τη συζήτηση της από 08-08-2013 και με αριθ. κατάθεσης …./2013 αίτησης του εγκαλούντος Γ. Κ. κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της υπ' αριθ. 30/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Τ., προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του - τρίτου κατηγορουμένου Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό, με το από 06-09-2013 σημείωμά του, 3) την 03-12-2013, κατά τη συζήτηση της από 09-08-2013 και με αριθ. κατάθεσης …./12-8-2013 έφεσης του εγκαλούντος Γ. Κ. κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ο εγκαλών ζητούσε να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 30/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος: Α. Τ., προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου: Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό, με τις από 03-12-2013 προτάσεις του, 4) την 12-11- 2013, κατά τη συζήτηση της από 19-07-2012 και με αριθ. κατάθεσης 6/2012 αγωγής απόδοσης δανείου των εναγόντων: Ε. και Ι. Λ. κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος: Α. Τ., προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου: Γ. Ο. του Ι., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό με τις από 12-11-2013 προτάσεις και την από 15-11-2013 προσθήκη αυτού.

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της απόφασης προκύπτει ότι, πράγματι,το επίδικο πιστοποιητικό αποτελεί έγγραφο που έχει εξαχθεί από αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως η έννοια αυτού καθορίζεται από το άρθρ. 2 εδ.ε' του Ν. 2472/1997. Ο πρώτος κατηγορούμενος όμως, απέκτησε νόμιμα, όπως ήδη προαναφέρεται, το επίδικο πιστοποιητικό χωρίς να προβεί σε παράνομη επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα του εγκαλούντος, ούτε προέκυψε ότι, χρησιμοποίησε αυθαίρετα το προϊόν τέτοιας επέμβασης (παράνομης επέμβασης), δεδομένου άλλωστε ότι, γνώριζε τα δεδομένα από μόνος του, εφόσον ό ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος, Μ.) ήταν ο πολιτικώς ενάγων και φερόμενος παθών για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε εις βάρος του νυν εγκαλούντος (Κ.) ποινική δίωξη και εμπεριέχονται στο επίδικο πιστοποιητικό που του χορηγήθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου.

Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το αδίκημα της παρ. 22 περ. 4 Ν. 2472/1997 για τον πρώτο κατηγορούμενο και για τον λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος (Τ.) το έτος 2011 διατηρούσε με τον εγκαλούντα πολύ καλές συγγενικές και φιλικές σχέσεις, γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος και από πληροφορίες τους εγκαλούντος τις δικαστικές αντιδικίες και το περιεχόμενο αυτών μεταξύ του τελευταίου και του πρώτου κατηγορούμενου, ήταν άτομο απολύτου εμπιστοσύνης του εγκαλούντος και γι' αυτό άλλωστε έδωσε (δεύτερος κατηγορούμενος) τις υπ' αριθμ. …/7.2.2011 ένορκη βεβαίωση και από 18.11.2011 ένορκη εξέταση ενώπιον της Πταισματοδίκου Ναυπλίου εις βάρος του Μ., υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του νυν εγκαλούντος. Σημειώνεται ότι, στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος, όταν διαπίστωσε ομοιότητες στον χειρισμό των υποθέσεων τόσο του ιδίου, όσο και του πρώτου κατηγορούμενου από τον μηνυτή, καθώς επίσης ότι, αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα με τον Μ., ως πελάτες πλέον του εγκαλούντος δικηγόρου, ανακάλεσε τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις με την υπ’ αριθμ. ../2013 ένορκη βεβαίωση του και έκτοτε προσπάθησαν μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που παρουσιάζονταν από την επαγγελματική τους σχέση με τον εγκαλούντα (πελάτη- πληρεξουσίου δικηγόρου). Στα πλαίσια λοιπόν της αμοιβαίας ενημέρωσης μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων ο δεύτερος κατηγορούμενος έλαβε το επίδικο πιστοποιητικό, από τον πρώτο κατηγορούμενο και το χρησιμοποίησε στις πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενες. δίκες, ως μόνο πρόσφορο μέσον προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων Μ.-Τ. από το εγκαλούντα. Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι, εφόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη γνώριζε από πληροφορίες από τον ίδιο τον εγκαλούντα τις δικαστικές διαμάχες και το περιεχόμενο αυτών, μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου και του μηνυτή και ο οποίος χρησιμοποίησε το επίδικο πιστοποιητικό για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον Δικαστηρίων, παραλαμβάνοντάς το (πιστοποιητικό) από τον πρώτο κατηγορούμενο, που το προμηθεύτηκε νόμιμα από την Εισαγγελία Ναυπλίου δεν είχε δόλο να χρησιμοποιήσει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όπως και έκανε. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης εις βάρος του πράξης του κατηγορητηρίου, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Τέλος, πρέπει να κηρυχθεί αθώος και ο τρίτος κατηγορούμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου κατηγορούμενου, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται, δεδομένου ότι, έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο πελάτη του το επίδικο πιστοποιητικό και το χρησιμοποίησε στις πιο πάνω δίκες, χωρίς να έχει δόλο να χρησιμοποιήσει παράνομα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του πελάτη του (δεύτερου κατηγορούμενου), ως όφειλε με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου του".

Με αυτά που δέχτηκε το εκδώσαν την προβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο της ουσίας, αφενός μεν δεν διέλαβε σ'αυτήν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, προκειμένου να στηρίξει την αθωωτική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αφετέρου δε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, προσέτι δε στέρησε αυτή νόμιμης βάσης καθόσον η αιτιολογία της είναι ελλιπής, ασαφής και με λογικά κενά. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση : Α) Όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο Δ. Μ., καίτοι δέχεται ότι το ένδικο με αριθμό …./2013 πιστοποιητικό, που περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα, είχε νομίμως εξαχθεί από το αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Μ., χωρίς τη συγκατάθεση του εγκαλούντα, το παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο Α. Τ. και επομένως, με βάση τις εν λόγω παραδοχές, επεξεργάστηκε-ανακοίνωσε και κατέστησε έτσι προσιτά σ'αυτόν τα περιεχόμενα στο ως άνω πιστοποιητικό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα, στη συνέχεια, σε πλήρη αντίφαση με τις παραδοχές αυτές, δέχεται ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση δεδομένων τα οποία γνώριζε από μόνος του ως πολιτικώς ενάγων στη μεταξύ αυτού και του εγκαλούντα ποινική αντιδικία, ενώ, περαιτέρω, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αμέσως παραπάνω διατάξεως (αρθρ. 22 παρ. 4) δέχεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που αποδίδετο σ' αυτόν (α' κατηγορούμενο) απαιτείτο, η μη συντρέχουσα εν προκειμένω, παράνομη εκ μέρους του επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση όμως που, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, δεν απαιτείτο για τη μορφή το αδικήματος της παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997, για την οποία κατηγορείτο και συγκεκριμένα για το ότι χωρίς τη συγκατάθεση του εγκαλούντα με πρόθεση ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αυτού σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και Β) Όσον αφορά τους κατηγορουμένους Α. Τ. και Γ. Ο., προκειμένου να αιτιολογήσει την απαλλακτική γι1 αυτούς κρίση της, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Α. Τ. χρησιμοποίησε το ανωτέρω πιστοποιητικό, που του έδωσε ο κατηγορούμενος Δ. Μ. και αφορούσε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος από το αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου "στις πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενες δίκες ως μόνο πρόσφορο μέσον προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων Μ.-Τ. από τον εγκαλούντα" καθώς και ότι "Συνακόλουθα αποδείχτηκε ότι εφόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη γνώριζε από πληροφορίες από τον ίδιο τον εγκαλούντα για τις δικαστικές διαμάχες και το περιεχόμενο αυτών, μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του μηνυτή και ο οποίος χρησιμοποίησε το επίδικο πιστοποιητικό για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον Δικαστηρίων, παραλαμβάνοντάς το (πιστοποιητικό) από τον πρώτο κατηγορούμενο, που το προμηθεύτηκε νόμιμα από την Εισαγγελία Ναυπλίου δεν είχε δόλο να χρησιμοποιήσει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όπως και έκανε. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης εις βάρος του πράξης του κατηγορητηρίου, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Τέλος και ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος...δεδομένου ότι, έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο πελάτη του το επίδικο πιστοποιητικό και το χρησιμοποίησε στις πιο πάνω δίκες, χωρίς να έχει δόλο να χρησιμοποιήσει παράνομα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του πελάτη του (δεύτερου κατηγορούμενου), ως όφειλε με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του", χωρίς όμως να διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία για ποιο λόγο ήταν απολύτως αναγκαία, όπως ο νόμος ορίζει, η χρησιμοποίηση, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του εγκαλούντος, του ανωτέρω πιστοποιητικού, που περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του, που περιλαμβάνονταν σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το οποίο είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου, στις αναφερόμενες 4 αστικές δίκες καθώς και για την εκπλήρωση της ανατεθείσας στον τρίτο κατηγορούμενο εντολής καθώς και για ποιο λόγο η υπεράσπιση των ανωτέρω δικαιωμάτων, που σημειωτέον ουδόλως προσδιορίζονται, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Επιπλέον, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 2 περ. 3 και 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, δέχτηκε ότι επιτρεπόταν η κατά τα άνω χρησιμοποίηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εγκαλούντος από τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους στις προαναφερόμενες δίκες "ως μόνο πρόσφορο μέσον προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων Μ.-Τ. από τον εγκαλούντα", ενώ, όπως αναφέρθηκε, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όταν αυτή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Συνακόλουθα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 730/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2019.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

 

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ