ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 90/2020

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Σταματία Μητσοπούλου, Πρωτόδικη, κωλυόμενων των Προέδρων Πρωτοδικών, την οποία όρισε o Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κούλα Κουντούρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 16ην Σεπτεμβρίου 2019, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../.../2017 έφεση, μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) Ι. Γ. του Η., κατοίκου …, 2) … του Γ., κατοίκου … , 99) Α. Μ. του Α., κατοίκου Κ. …), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Δήμα (ΑΜ : .. ΔΣΑ), βάσει δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «.. ΑΕ», που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Δαρδανό, βάσει δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, την από 8-8-2013 (υπ’ αριθμ. κατάθεσης .../2013) αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 27/2017 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, κατά της οποίας παραπονούνται οι ανωτέρω εκκαλούντες με την από 18-4-2017 (υπ’ αριθμ. κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο .../2017 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2017 στο παρόν Δικαστήριο) έφεσή τους, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ύστερα από μονομερή δήλωσή τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις, με τις οποίες ζητούν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-4-2017 (υπ’ αριθμ. κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο .../2017 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2017 στο παρόν Δικαστήριο) έφεση των εναγόντων, και ήδη εκκαλούντων, κατά της υπ’ αριθ. 27/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, καθόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται (ούτε οι εκκαλούντες επικαλούνται) ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και το πρωτότυπο του δικογράφου της κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 19-4-2017, εντός δηλαδή διετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που περάτωσε την πρωτοβάθμια δίκη, η οποία (δημοσίευση) έγινε στις 3-3-2017. Αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 17Α, 511, 513 παρ. 1 β, 518 παρ. 2 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 και 7 και 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015 ως εκ του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως). Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό της ένδικης εφέσεως δεν απαιτείται η κατάθεση παράβολου εφέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α 87/23-7-2015 με έναρξη ισχύος από 1-1-2016). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3833/2010 «1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι 31.12.2010 απαγορεύεται η συνομολόγηση, καθώς και η χορήγηση ή η καταβολή, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο, αυξήσεων στις κάθε είδους, φύσεως και ονομασίας αποδοχές των λειτουργών, υπαλλήλων και εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο Δημόσιο εν γένει, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α., καθώς και τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος “σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.” ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό “σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους” και στις δημόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2, πέραν των συνολικών αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, όπως οι αποδοχές αυτές αναπροσαρμόζονται με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2. 2. Η απαγόρευση αυτή: (α) καλύπτει κάθε συνομολόγηση αυξήσεων που γίνεται με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, (β) ισχύει για όλους τους εργαζομένους χωρίς εξαίρεση, στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, που συνδέονται είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, (γ) καλύπτει κάθε είδους αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων, δηλαδή τους μισθούς, τα ημερομίσθια, τα ωρομίσθια, τα επιδόματα, τα βοηθήματα ή τις οποιεσδήποτε άλλες παροχές προς αυτούς (μπόνους κ.λπ.), κατά οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία επιχειρείται, είτε με αύξηση υφιστάμενων είτε με θέσπιση ή συνομολόγηση νέων τέτοιων αποδοχών ή παροχών. 3. Από τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρούνται μόνο οι ήδη προβλεπόμενες από νόμο, κανονιστική πράξη, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση, καταστατικό ή κανονισμό εργασίας, αυξήσεις αποδοχών που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή τη μισθολογική ή υπηρεσιακή εξέλιξη των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 4. Πάσης φύσεως αποδοχές που καταβάλλονται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων αναζητούνται υποχρεωτικώς. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού και ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων παύονται από τα καθήκοντα τους ο διοικητής ή πρόεδρος, ο διευθύνων σύμβουλος και τα μέλη του Δ.Σ. των φορέων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, οι οποίοι δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος. 5. Κάθε διάταξη νόμου και κάθε διάταξη, όρος ή ρήτρα συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνία που αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος και των προηγούμενων άρθρων καταργούνται. Στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων υπάγονται μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3833/2010 και οι δημόσιες επιχειρήσεις των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Κατά το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3429/2004 που ορίζει «1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως “δημόσια επιχείρηση” νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου : α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3. Ως “δημόσια επιχείρηση” νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οιαδήποτε μορφή, από τις ανωτέρω μειώσεις αποδοχών, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ. 8 του άρθρου 1 του Ν. 3833/ 2010, κατά την οποία “οι ρυθμίσεις των παρ. 5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες”, με το άρθρο 6 του Ν. 3872/2010 (ΦΕΚ Α 148), σύμφωνα με το οποίο “από τις διατάξεις των παρ.2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ.1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1-1-2010 και από 1-6-2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας” και με το τελευταίο εδάφιο της παρ.18 του τρίτου άρθρου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ.5 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α 66), με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παραγράφου αυτής [που αφορούσαν τις μειώσεις μόνο από το Ν. 3845/2010] οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Με την από 8-8-2013 (υπ’ αριθμ. κατάθεσης .../2013) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι την 9-12-2009 υπογράφηκε μεταξύ του εναγόμενου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που συνιστά ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με το Ελληνικό Δημόσιο να κατέχει τουλάχιστον το 51% του μετοχικού της κεφαλαίου (ΟΛΠ ΑΕ), από τη μια πλευρά και της Ένωσης Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών και της Ομοσπονδίας Υπαλλήλων Λιμανιών Ελλάδος (ΟΜΥΛΕ) από την άλλη πλευρά, πρακτικό συμφωνίας, με το οποίο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, να καταβάλει το εναγόμενο στους εργαζομένους που θα υπηρετούν από 1-7-2010 έως 31-12-2011, οικονομική ενίσχυση 4.000 ευρώ την 31-12-2010 και 4.000 ευρώ την 31-12-2011. Ότι η ως άνω συμφωνία αθετήθηκε από το εναγόμενο, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων λόγω της ανατροπής της διαβίωσής τους και την ηθική τους βλάβη. Ζήτησαν δε, δυνάμει του άρθρου 6 εδ. β’ του από 9-12-2009 πρακτικού συμφωνίας να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ, εις έκαστον, με το νόμιμο τόκο από την 31-12-2010 για το ποσό των 4.000 ευρώ και από την 31-1-2011 για το ποσό των 4.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να καταβάλει το εναγόμενο το ποσό των 8.000 ευρών, εις έκαστον, με το νόμιμο τόκο από την 31-12-2010 για το ποσό των 4.000 ευρώ και από την 31-12-2011 για το ποσό των 4.000 ευρώ, καθώς επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να τους καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ, εις έκαστον, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς επίσης και να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι παραδεκτή απέρριψε αυτήν ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τώρα οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους, για τους αναφερομένους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή τους.

Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή των εκκαλούντων είναι πράγματι μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα. Και τούτο διότι όπως εκτίθεται και στο αγωγικό δικόγραφο το εναγόμενο ιδρύθηκε σαν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με το Α.Ν. 1559/1950 που κυρώθηκε με το Ν. 1630/1951, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όπου στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 51% το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το ν. 2688/1999. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Πειραιά δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθώς αληθείς υποτιθέμενοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι συμφωνήθηκε η καταβολή σε αυτούς έκτακτης παροχής ύψους 8.000 ευρώ σε δύο δόσεις την 31-12-2010 και την 31-12-2011, από το εναγόμενο πρόσωπο, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 3 του ν. 3833/2010, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η συμφωνηθείσα, με οποιονδήποτε τρόπο, καταβολή, για τα έτη 2010 και 2011, οποιασδήποτε οικονομικής παροχής στους εργαζομένους, μεταξύ άλλων, δημόσιων επιχειρήσεων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, όπου το δημόσιο κατέχει ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού τους κεφαλαίου, όπως είναι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο «ΟΛΠ ΑΕ», ενώ οι αντίθετες συμφωνίες καταργούνται. Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5, 6 και 7 και 3 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 3899/2010, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην κρινόμενη υπόθεση, καθότι στο πεδίο εφαρμογής αυτών υπαγόταν και το απασχολούμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της εφεσίβλητης εταιρείας, εφόσον αυτή ιδρύθηκε σαν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με το Α.Ν. 1559/1950 που κυρώθηκε με το Ν. 1630/1951, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όπου στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 51% το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το ν. 2688/1999. Συνακόλουθα, η φερόμενη ως συμφωνηθείσα οικονομική ενίσχυση, κατά οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία επιχειρήθηκε, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 3 του ν. 3833/2010, τυχόν δε αντίθετες συμφωνίες θεωρούνται κατά το νόμο καταργημένες. Ο ισχυρισμός περί του ότι οι ένδικες παροχές συμφωνήθηκαν την 9-12-2009, ήτοι πριν την υπογραφή και έναρξη ισχύος του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α40/15-3-2010) δεν αναιρούν τα ανωτέρω εκτεθέντα, καθότι η επίδικη «οικονομική ενίσχυση» προβλέφθηκε να καταβληθεί την 31-12-2010 και την 31-12-2011 αντίστοιχα κατά τους ειδικότερους όρους της επίδικης συμφωνίας σε όλους τους εργαζομένους που θα παρέμεναν στο προσωπικό και δεν θα δικαιούνταν να υπαχθούν σε καμία από τις προβλεπόμενες στο συμφωνητικό διαδικασίες αποχώρησης και που θα υπηρετούσαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 έως 31-12-2011, ήτοι κατά καταστρατήγηση της θεσπιζόμενης απαγόρευσης περί χορηγήσεως ή καταβολής μέχρι 31.12.2010, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο, αυξήσεων στις κάθε είδους, φύσεως και ονομασίας αποδοχές των λειτουργών, υπαλλήλων και εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο Δημόσιο εν γένει, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α., καθώς και τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος “σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.” ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό “σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους” κατά το άρθρο 3 του ν. 3833/2010. Εξάλλου, οι διατάξεις των παρ. 5 έως 9 του άρθρου 1, της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3833/2010 κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου δεν αντίκεινται στα άρθ. 5 παρ. 1, άρθ. 4 παρ. 5, 25, άρθ. 22 παρ. 2 και παρ. 3, άρθ. 23 παρ. 1, άρθ. 43 παρ. 4, 36 παρ. 2 και παρ. 4 του Συντάγματος, άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άρθ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα και άρθ. 4 ΔΣΕ 98, ΔΣΕ 151, 154, διότι τα μέτρα που ελήφθησαν με αυτές έγιναν για την προστασία του γενικότερου συμφέροντος του Κράτους υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 106 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος, ως συνταγματικά προβλεπόμενη ratio της παρέμβασης τους κράτους στην εθνική οικονομία (βλ. σχετ. αποφάσεις της ολομέλειας του ΣτΕ περί της συνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων με αρ. 668/2012, 1.../2012, 1284/2012, 1285/2012 και 1286/2012 δημοσιευμένες στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως άπαντες οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους οι εκκαλούντες προβάλλουν την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ρυθμίσεων των Ν. 3833/2010 και 3899/2010 στο απασχολούμενο από την εφεσίβλητη προσωπικό και περί εσφαλμένης εκτίμησης και στάθμισης των προσαχθεισών αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, εφόσον απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμοι όλοι οι λόγοι έφεσης, και δεν υφίσταται άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει και η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατά το τυπικό της μέρος.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατά το ουσιαστικό της μέρος.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις ___ Ιανουαρίου 2020, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ