ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 90/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Πασχάλη, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Κ. Μπαρούτας, Κ. Καλαντζής

 

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 632 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015 (ΦΕΚ A’ 87) και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 και εφεξής ένδικα μέσα και αγωγές «1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.». Επιπλέον, με την παρ. 6 του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τη θέση σε ισχύ του Ν 4335/2015, προβλέπεται ρητά η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής με αίτημα ακύρωσης πράξεων εκτέλεσης, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές «Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.», ενώ με την παρ. 3 άρθρου ένατου του άρθρου 1 του Ν 4335/2015 ορίζεται ότι «Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 1.1.2016».

Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων με την κρινόμενη ανακοπή του ζητεί, για τους αναλυτικά αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, την ακύρωση της με αριθμό 14/2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και της από 29.6.2016 επιταγής, που συντάχθηκε κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της με αριθμό 14/2016 διαταγής πληρωμής, καθώς επίσης και να καταδικασθεί ο καθ’ ου η ανακοπή στα δικαστικά του έξοδα. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα στο κρινόμενο δικόγραφο σωρεύονται ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ και ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με τα λεπτομερώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, δεδομένου ότι η άσκησή τους έλαβε χώρα μετά την 1.1.2016, ήτοι μετά τη θέση σε ισχύ του Ν 4335/2015. Επομένως, οι ανωτέρω ανακοπές, εφόσον υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, η δε σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση, παραδεκτά κατ’ άρθρα 218 ΚΠολΔ και 632 παρ. 6 ΚΠολΔ σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο, εισάγονται δε αρμοδίως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (632 παρ. 1, 933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 584 ΚΠολΔ).

Η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (άρθρα 632 παρ. 1, 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η τελευταία έλαβε χώρα την 5.7.2016 (βλ. τη με αριθμό .../5.7.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ...), ενώ η κρινόμενη ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 8.7.2016 και επιδόθηκε αυθημερόν στον καθ' ου η ανακοπή (βλ. τη με αριθμό .../8-7- 2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης ανακοπής και τη με αριθμό .../8.7.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ...), ενώ και η σωρευόμενη στο δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, στρεφόμενη κατά της από 29.6.2016 επιταγής προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της με αριθμό 14/2016 διαταγής πληρωμής, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι μετά την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή έλαβε χώρα άλλη πράξη εκτέλεσης (934 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθεί το παραδεκτό, νόμω και ουσία βάσιμο των λόγων τους.

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 222 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο, νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται αυτεπάγγελτα η εκδίκασή της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Ο όρος «επίδικη διαφορά» στο άρθρο 222 του ΚΠολΔ σημαίνει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, ενώ ταυτότητα προσώπων υπάρχει όταν και στις δύο δίκες οι διάδικοι είναι τα αυτά πρόσωπα, με την έννοια ότι το δεδικασμένο από την απόφαση της πρώτης δίκης να δεσμεύει και τους διαδίκους της ίδιας επίδικης διαφοράς της δεύτερης δίκης, ανεξαρτήτως της μεταλλαγής της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε μία δίκη.

Ωστόσο, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 221, 222 και 632 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος, αλλά επιδιώκει μόνο την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, για το λόγο δε αυτό, μόνη αυτή, δεν μπορεί να θεμελιώσει εκκρεμοδικία. Τέτοια εκκρεμοδικία δε δημιουργεί, ούτε η έκδοση αλλά, ούτε και η επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 751/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εκκρεμοδικία αυτή δημιουργείται μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, γιατί από τότε αρχίζει η για την απαίτηση διαγνωστική δίκη, δηλαδή υποβολή του δικαιώματος στο δικαστήριο για έκδοση επ' αυτού απόφασης, η οποία δημιουργεί, ή μπορεί να δημιουργήσει, ουσιαστικό δεδικασμένο σε σχέση με το δικαίωμα, πράγμα που δεν συμβαίνει με την έκδοση ή την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ Ολ 10/1997 Δ 1997, 179).

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή, λόγω υφιστάμενης εκκρεμοδικίας, και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η αίτηση για την έκδοσή της κατατέθηκε ενώ είχε προηγηθεί η εκ μέρους του καθ’ ου η ανακοπή άσκηση της με αριθμό κατάθεσης .../15.6.2016 αγωγής του, απευθυνόμενης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και στρεφόμενης κατά του ίδιου και των 1) ... του ..., 2) της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και 3) ... του ..., η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν στις 23.7.2015 και είχε ως αίτημα να υποχρεωθούν τα ως άνω εναγόμενα πρόσωπα για την ίδια ιστορική και νομική αιτία για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να καταβάλουν στον καθ’ ου, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 155.450 ευρώ, ενώ μέχρι και την επίδοση σ’αυτόν της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ο καθ’ ου δεν έχει παραιτηθεί από την εν λόγω αγωγή. Με αυτό το περιεχόμενο ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος και ήδη καθ’ ου η ανακοπή, αλλά επιδιώκει μόνο την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, για το λόγο δε αυτό δε νοείται ως προς την υποβολή της αίτησης απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας από προηγούμενη άσκηση αγωγής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσόν της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2206/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικύρωση από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, που βεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει (άρθρο 443 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ, φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 902/2006, ΕφΔωδ 32/2011, ΕφΘεσ 1027/2010, ΜΠρΛαμ 102/2015, ΜΠρΡοδ 41/2011, ΜΠρΑθ 1258/2008 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι από δικηγόρο ή άλλη αρμόδια αρχή (36 παρ. 2 στοιχ. β' Ν 4194/2013, 14 Ν 1599/1986). Η φωτοτυπία αποτελεί ακριβή απεικόνιση του φωτοτυπουμένου εγγράφου. Επικυρωμένη, δε, φωτοτυπία σημαίνει απεικόνιση του φωτοτυπουμένου εγγράφου και επί πλέον βεβαίωση ότι η απεικόνιση είναι ακριβής. Αν το φωτοτυπούμενο έχει ή όχι το χαρακτήρα πρωτοτύπου εγγράφου κρίνεται από το δικαστήριο και όχι από το βεβαιώνοντα τη γνησιότητα της φωτοτυπίας (ΑΠ 1094/2006 ό.π., ΕφΛαρ 22/2018 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΛαρ 351/2010 ΤΝΠ Ισοκράτης).

Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα από τον καθ’ ου φωτοαντίγραφα των από 16.12.2014 και 17.12.2014 ιδιωτικών συμφωνητικών, τα οποία όμως δεν είχαν επικυρωθεί νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου ή από άλλο πρόσωπο, που είναι κατά νόμο αρμόδιο να πράττει τούτο. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 443, 444, 447, 448, 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 36 Ν 4194/2013, 14 Ν 1599/1986 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία στη συνέχεια, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τη με αριθμό 14/2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ’ ου, για απαίτηση του τελευταίου απορρέουσα από τα από 16.12.2014 και 17.12.2014 ιδιωτικά συμφωνητικά, το συνολικό ποσό των 155.550,00 ευρώ, και δη νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο ως άνω από 16.12.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι α) για μεν το ποσό των 100.214 ευρώ, ήτοι για το οφειλόμενο ποσό των έξι (6) πρώτων δόσεων, από της παρέλευσης της αντιστοίχως συμφωνηθείσας καταληκτικής προθεσμίας προς εξόφληση εκάστης των δόσεων αυτών και για το αντιστοίχως οφειλόμενο ποσό εκάστης αυτών, δηλαδή για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της α’ δόσης, ύψους 7.994 ευρώ, όπως η ημεροχρονολογία καταβολής αυτής παρατάθηκε εκ των υστέρων, από 1ης Δεκεμβρίου 2015, για το οφειλόμενο ποσό της β’ δόσης, ύψους 18.444 ευρώ, από 1ης Ιουνίου 2015, για το οφειλόμενο ποσό της γ’ δόσης, ύψους 18.444 ευρώ, από 1ης Σεπτεμβρίου 2015, για το οφειλόμενο ποσό της δ' δόσης, ύψους 18.444 ευρώ, από 1ης Δεκεμβρίου 2015, για το οφειλόμενο ποσό της ε’ δόσης, ύψους 18.444 ευρώ, από 1ης Μαρτίου 2016, για το οφειλόμενο ποσό των στ’ δόσης, ύψους 18.444 ευρώ, από 1ης Ιουνίου 2016, μέχρι πλήρους εξόφλησης και β) για το ποσό των 55.336 ευρώ από την επίδοση της διαταγής πληρωμής και μέχρι πλήρους εξόφλησης. Αντίγραφο δε από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής, μαζί με την από 29.6.2016 επιταγή προς πληρωμή, κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα στις 5.7.2016 (βλ. τη με αριθμό .../5.7.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ...).

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι αυτή στηρίχθηκε στο περιεχόμενο των από 16.12.2014 και 17.12.2014 ιδιωτικών συμφωνητικών (αναγνώρισης οφειλής και εγγύησης αντίστοιχα). Εντούτοις, κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής τα προαναφερόμενα από 16.12.2014 και 17.12.2014 ιδιωτικά συμφωνητικά προσκομίστηκαν από τον καθ’ ου η ανακοπή σε φωτοαντίγραφα, τα οποία για να έχουν αποδεικτική δύναμη θα έπρεπε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να φέρουν επικύρωση από δικηγόρο (ή άλλη αρμόδια αρχή) ότι αποτελούν ακριβή αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων, τα οποία έστω και κατ' ελάχιστο χρόνο είχε στην κατοχή του. Πλην όμως, τα ως άνω φωτοαντίγραφα έφεραν μεν τη σφραγίδα του πληρεξούσιου δικηγόρου του καθ’ ου που κατέθεσε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αλλά δεν είχε λάβει χώρα επικύρωση της ακρίβειας αυτών ως φωτοαντιγράφων εκ των πρωτοτύπων από δικηγόρο ή άλλη αρμόδια αρχή (βλ. τα προσκομιζόμενα από τον ανακόπτοντα φωτοαντίγραφα των εν λόγω εγγράφων, που είχαν επισυναφθεί στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και τηρούνται στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου). Συνεπώς, τα συγκεκριμένα αντίγραφα των από 16.12.2014 και 17.12.2014 ιδιωτικών συμφωνητικών, που προσκόμισε ο καθ’ ου προς απόδειξη των απαιτήσεών του, δεν έχουν συνταχθεί με τους νόμιμους τύπους και εξομοιώνονται με ανύπαρκτα και ως εκ τούτου δεν πληρούται εν προκειμένω η βασική τυπική προϋπόθεση της έκδοσης διαταγής πληρωμής που είναι, όπως προαναφέρθηκε, η απόδειξη της απαίτησης με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ο ισχυρισμός του καθ’ ου η ανακοπή ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει των πρωτότυπων ιδιωτικών συμφωνητικών, τα οποία, μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής έλαβε πίσω, αφήνοντας στη θέση τους φωτοαντίγραφα αυτών, ενώ ούτε από το σώμα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι για την έκδοσή της προσκομίστηκαν τα πρωτότυπα των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία, σημειωτέον, δεν προσκομίστηκαν ούτε κατά την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης. Επομένως, πρέπει ο δεύτερος λόγος της ανακοπής να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν και, γενομένης δεκτής της υπό κρίση ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμης, να ακυρωθεί η με αριθμό ..../2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, καθώς και η από 29.6.2016 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου αυτής. Τέλος, πρέπει ο καθ’ ου η ανακοπή να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος (176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.