ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 87/2020

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Ε.Τ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 13.7.2018 (με αριθ. έκθ. κατάθ. ………./16.7.2018) έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας κατά της υπ’ αριθ. 690/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 16.6.2015 αγωγή της, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν την άσκηση αυτής (έφεσης), ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευσή της (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Η ως άνω έφεση παραδεκτώς εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011), ενώ, όπως προκύπτει από την σχετική από 16.7.2018 βεβαίωση της Γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το νόμιμο παράβολο των 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 35 παρ. 2 Ν. 4446/2016). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, επίσης, ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι νέες διατάξεις του Ν. 4335/2015 κατά το μέρος που τροποποίησαν τις διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590 ΚΠολΔ), οι οποίες αφορούν και τα ένδικα μέσα, δεδομένου ότι, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ως άνω νόμου, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 και εφεξής, όπως συμβαίνει, στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη έφεση.

ΙΙ. Με την από 16.6.2015 (με αριθ. έκθ. κατάθ. ………/18.6.2015) αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) η ενάγουσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………» (ήδη εκκαλούσα) ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει των αναφερόμενων σ’ αυτήν (αγωγή) «συμβάσεων ενεχυράσεως απαιτήσεων», τις οποίες κατάρτισε με την εταιρία «…………», εκχωρήθηκαν σ’ αυτήν (ενάγουσα) απαιτήσεις της τελευταίας έναντι του εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά …..» (ήδη εφεσίβλητου), οι οποίες προέρχονταν από συμβάσεις πώλησης ιατρικών – φαρμακευτικών προϊόντων. Ότι οι ως άνω συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί από την πωλήτρια εταιρία τα αναφερόμενα στην αγωγή τέσσερα τιμολόγια, αξίας άνω των 2.500 ευρώ έκαστο, καταρτίστηκαν στις 8.6.2006, 26.7.2006, 6.10.2006 και 13.11.2007 ανάμεσα στο εναγόμενο ΝΠΔΔ και την προαναφερόμενη πωλήτρια εταιρία, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων, αλλά κατόπιν αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και σχετικών εντολών του εναγόμενου Νοσοκομείου. Ότι τα αναφερόμενα στα ως άνω τιμολόγια προϊόντα παρέδωσε η πωλήτρια εταιρία στην έδρα του εναγομένου και αυτό τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, χωρίς, όμως, να έχει αποπληρώσει μέχρι σήμερα το οφειλόμενο από τις συμβάσεις αυτές τίμημα, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 56.039,84 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είναι άκυρες, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο (άρθρο 41 του Ν.Δ. 496/1974 περί Κώδικος Λογιστικού των ΝΠΔΔ) για την κατάρτισή τους έγγραφου τύπου, πλην όμως, εφόσον τα προϊόντα παραδόθηκαν στο εναγόμενο χωρίς να καταβληθεί στην προαναφερόμενη πωλήτρια εταιρία το οφειλόμενο τίμημα, δικαιούται αυτή (ενάγουσα), ως εκδοχέας και, συνακόλουθα, μόνη δικαιούχος της επίδικης απαίτησης δυνάμει της σύμβασης εκχώρησης, να απαιτήσει τον πλουτισμό που εξοικονόμησε το εναγόμενο, ο οποίος (πλουτισμός) συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που θα κατέβαλε αυτό εάν προμηθευόταν τα εν λόγω ιατρικά-φαρμακευτικά προϊόντα με έγκυρες συμβάσεις από άλλο πρόσωπο. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να της καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 56.039,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση καθώς και με τον τόκο επιδικίας κατ’ άρθρο 346 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά από συζήτηση αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι η ως άνω αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461, 462, 904 επ., 345, 346 ΑΚ και σε αυτές του ν.δ. 496/1974, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως αβάσιμη κατ’ ουσία και συγκεκριμένα ως παραγεγραμμένη κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης πενταετούς παραγραφής που πρόβαλε το εναγόμενο ΝΠΔΔ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη η ενάγουσα με την υπό κρίση έφεσή της για τον διαλαμβανόμενο σ’ αυτήν λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να  γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή της.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974 (περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ) «ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος», κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου ν.δ. «η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ` ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις». Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 περ. α΄ του ως άνω ν.δ. η  παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. διακόπτεται, μεταξύ άλλων, «δια  της  υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον» (με την έννοια της άσκησης ένδικου βοηθήματος στο αρμόδιο δικαστήριο – βλ. ΣτΕ 2998/2015 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ` του ιδίου ν.δ., η παραγραφή υπέρ των ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα Δικαστήρια (ΑΠ 1366/2012 δημ. στην ΤΝΠ NΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 82/2008 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1774/1999 ΕΕΝ 2001.376) καθώς και επί αξιώσεων κατά των ΝΠΔΔ (ενόψει του ότι δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση με το ν.δ. 496/1974 – ΕφΠειρ 477/1994 ΕλλΔνη 36.702, βλ. Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμ.-Νομ. ΑΚ, τόμ. Α΄, άρθρο 263, αρ. 11, σελ. 1081), κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα (ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του) κατά του ιδίου εναγομένου (ή των διαδόχων εκείνου), που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη αγωγή ιστορική και νομική βάση (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 172/2018 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 163/2018 ΕφΑΔ 2019.1059, βλ. Απ. Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ, έκδ. 2010, τόμ. Ι, άρθρο 263, αρ. 6-7, σελ. 504 και Μ. Καλογερά σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστικό Κώδικα, κατ’ άρθρον ερμηνεία, τόμ. Ι, άρθρο 263, αρ. 6, σελ. 466). Ειδικότερα ως προς την οριοθέτηση της ιστορικής βάσης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 α ΚΠολΔ η ιστορική βάση της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνει «σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή». Απαιτείται, επομένως, αναφορά όλων εκείνων των γεγονότων που πληρούν την νομοτυπική μορφή του σιωπηρά επικαλούμενου με την αγωγή και εφαρμοστέου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε να παραχθεί η επικαλούμενη από τον ενάγοντα έννομη συνέπεια. Έτσι ο ΚΠολΔ υιοθέτησε την θεωρία του «ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού» της ιστορικής βάσης υπό την εξελιγμένη της μορφή της «λειτουργίας του κανόνα δικαίου», σε αντίθεση προς την «βελτιωμένη θεωρία της εξατομίκευσης» που επικρατεί στο γερμανικό δίκαιο και κατά την οποία αρκεί η επίκληση του βασικού απλώς κορμού, δηλαδή ενός σκληρού πυρήνα πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν απλώς την επίδικη έννομη σχέση και την αντιδιαστέλλουν σαφώς από άλλες. Συνεπώς, η επικρατούσα στο ελληνικό δίκαιο στενή οριοθέτηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και κατ’ επέκταση του αντικειμένου της δίκης σημαίνει, κατ’ αρχήν, ότι η δικονομική έννοια του αντικειμένου της δίκης δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις έννοιες του ουσιαστικού δικαίου. Η άρρηκτη δε αυτή σύνδεση του αντικειμένου της δίκης με τις ρυθμίσεις του ουσιαστικού δικαίου οδηγεί στη δημιουργία άλλου αντικειμένου δίκης, όταν το ίδιο βιοτικό συμβάν εμπίπτει στη νομοτυπική μορφή άλλου κανόνα δικαίου (βλ. Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2016, παρ. 34, αρ. 7-9, σελ. 222-223, Μ. Μαργαρίτης-Α. Μαργαρίτη, Ερμ. ΚΠολΔ, έκδ. 2018, τόμ. Ι, Γενική εισαγωγή, αρ. 23-25, σελ. 17-18 και άρθρο 216, αρ. 5-6, σελ. 345-346, Δ. Κονδύλης, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2007, σελ. 304, Κ. Μακρίδου σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμ.ΚΠολΔ, τόμ. Ι, άρθρο 216, αρ. 2, σελ. 460). Δηλαδή, η αγωγή του πωλητή προς καταβολή χρηματικού ποσού ως συμφωνηθέντος τιμήματος και η αγωγή  καταβολής του ίδιου ποσού ως αδικαιολόγητος πλουτισμός του αγοραστή λόγω ακυρότητας της σύμβασης πώλησης, εισάγουν διαφορετικά αντικείμενα δίκης, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας των αγωγών αυτών, δεδομένου ότι το πραγματικό των εφαρμοζομένων διατάξεων είναι διαφορετικό στις δύο αυτές περιπτώσεις, ενώ και οι έννομες συνέπειες (νομική θεμελίωση) είναι, επίσης, διαφορετικές (βλ. Μ. Μαργαρίτης-Α. Μαργαρίτη, ό.π., άρθρο 216, αρ. 21-22 και 86, σελ. 349-350 και 366). Συνεπώς, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα δε αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 768/2016, AΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 415/2004 ΝοΒ 2005.674).

IV. Το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ήδη εφεσίβλητο) πρότεινε παραδεκτώς (με τις προτάσεις του αλλά και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας, επικαλούμενο ότι η αξίωση αυτή έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ, αφού γεννήθηκε το έτος 2006 με συνέπεια η παραγραφή να αρχίσει από το τέλος του έτους αυτού, ενώ η αγωγή της ενάγουσας ασκήθηκε τον Ιούνιο του έτους 2015. Η ενάγουσα τραπεζική εταιρία (ήδη εκκαλούσα) στον πρώτο βαθμό πρότεινε παραδεκτώς (με την προσθήκη των προτάσεων της αλλά και καθ’ υποφοράν με την αγωγή της) αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την επικαλούμενη ως αφορώσα το ίδιο αντικείμενο δίκης και, συνακόλουθα, την ίδια αξίωση, προγενέστερη από 18.4.2011 (με αριθ. κατάθ. …./2011) αγωγή της, που απορρίφθηκε, για τυπικό λόγο, με την υπ’ αριθ. 3437/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με συνέπεια αυτή (ενάγουσα) να επανέλθει νομίμως και εμπροθέσμως με την από 16.6.2015 αγωγή που άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό της ενάγουσας, τον οποίο αυτή επαναφέρει με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Με βάση το περιεχόμενο της από 16.6.2015 αγωγής της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας, που άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το χρονικό διάστημα από 8.6.2006 έως και 13.11.2007, η εταιρία «….», δυνάμει τεσσάρων συμβάσεων πώλησης που κατάρτισε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (Νοσοκομείο ……) χωρίς την τήρηση της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων προμήθειας, πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο τα προϊόντα (ιατροφαρμακευτικά υλικά), τα οποία αναφέρονται κατ’ είδος και ποσότητα στα τιμολόγια πώλησης, που η εταιρία αυτή εξέδωσε, συνολικής αξίας 56.039,84 ευρώ, ήτοι στα τιμολόγια α) με αριθμό …/8.6.2006, ποσού 12.656,96 ευρώ, β) με αριθμό …/26.7.2006, ποσού 20.373,99 ευρώ, γ) με αριθμό …/6.10.2016, ποσού 18.808,19 ευρώ και δ) με αριθμό. …/13.11.2007, ποσού 4.200,70 ευρώ. Επίσης, με βάση το περιεχόμενο της ίδιας αγωγής, η ενάγουσα τραπεζική εταιρία άσκησε αυτήν το πρώτον το έτος 2015 (με αριθ. κατάθ. ……../18.6.2015) ως εκδοχέας και, συνακόλουθα, ως μόνη δικαιούχος της επίδικης απαίτησης δυνάμει συμβάσεων εκχώρησης που κατάρτισε με την προαναφερόμενη πιστούχο πωλήτρια εταιρία, ενώ η ιδιότητα αυτή της ενάγουσας (εκδοχέας και μόνη δικαιούχος της απαίτησης) έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται, κατά τούτο, με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, λόγω της ιδιότητας του εναγόμενου ως ΝΠΔΔ, η παραγραφή της κατ’ αυτού ένδικης αξίωσης της ενάγουσας είναι πενταετής και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη κατά τα παρατιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας άρθρα 48 παρ. 1 και 49 του ν.δ. 496/1974. Με δεδομένο, όμως, ότι όλες οι επίδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν εντός των ετών 2006 και 2007, η παραγραφή των αντίστοιχων αγωγικών αξιώσεων άρχιζε από 1.1.2007 και 1.1.2008 και συμπληρωνόταν την 31.12.2011 και την 31.12.2012 αντίστοιχα. Με την ασκηθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 16.6.2015 αγωγή της, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 29.6.2015, η ενάγουσα ζήτησε, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων εξαιτίας της μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο για τη σύναψή τους έγγραφου τύπου, το ποσό των 56.039,84 ευρώ ως ισόποση δαπάνη που το εναγόμενο ΝΠΔΔ εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν προμηθευόταν το ιατροφαρμακευτικό υλικό με έγκυρες συμβάσεις από άλλο πρόσωπο. Από το χρόνο, όμως, που γεννήθηκε η επίδικη αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη μέχρι την άσκηση της ως άνω αγωγής (29.6.2015), παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών, με αποτέλεσμα να έχει παραγραφεί η αξίωση αυτή της ενάγουσας έναντι του εναγομένου ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας (άρθρα 48 παρ. 1 και 49 ν.δ. 496/1974), κατά την βάσιμη σχετική ένσταση του τελευταίου, ζήτημα άλλωστε, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 52 εδ. γ΄ του ν.δ. 496/1974). Και ναι μεν η ενάγουσα επικαλείται διακοπή της παραγραφής με την επίδοση της προγενέστερης από 18.4.2011 (με αριθμό κατάθεσης ……./2011) αγωγής της στο εναγόμενο πριν την πάροδο της πενταετίας, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, με την ως άνω προγενέστερη αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει, ως οφειλόμενο τίμημα από τις συμβάσεις πώλησης (σε συνδυασμό με τις συμβάσεις εκχώρησης), την αξία των πωληθέντων ιατροφαρμακευτικών υλικών εντόκως από την επομένη της παρέλευσης 60 ημερών από την επίδοση εκάστου τιμολογίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3437/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ’ ουσία, ως προς τα αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης που δεν υπερέβαιναν το ποσό των 2.500 ευρώ έκαστο και απέρριψε αυτήν, ως αόριστη, ως προς τα λοιπά τιμολόγια, που υπερέβαιναν το ποσό των 2.500 ευρώ έκαστο. Η αγωγή, όμως, αυτή είχε ιστορική και νομική αιτία διάφορη της μεταγενέστερης από 16.6.2015 αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για τα ίδια αυτά τιμολόγια, δεδομένου ότι η ευθύνη του εναγομένου στην πρώτη αγωγή στηριζόταν αποκλειστικά στη σύμβαση πώλησης, ενώ στην μεταγενέστερη αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή σε εντελώς διαφορετική ιστορική και νομική βάση. Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας για να επέλθει διακοπή της παραγραφής λόγω της ασκηθείσης πρώτης χρονικά αγωγής και της επανέγερσής της κατ’ άρθρο 263 ΑΚ (το οποίο έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ χρηματικών απαιτήσεων, ενόψει του ότι δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση με το ν.δ. 496/1974), πρέπει η μεταγενέστερη αγωγή να έχει την ίδια ιστορική και νομική βάση με την αρχική αγωγή, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση ως προς τις αγωγές αυτές (ήτοι την αρχική που ασκήθηκε με βάση τη σύμβαση πώλησης και την μεταγενέστερη που ασκήθηκε με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), οι οποίες εισάγουν διαφορετικά αντικείμενα δίκης, δεδομένου ότι το πραγματικό των εφαρμοζομένων διατάξεων είναι διαφορετικό στις δύο αυτές περιπτώσεις, ενώ και οι έννομες συνέπειες (νομική θεμελίωση) είναι, επίσης, διαφορετικές κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αξίωση της ενάγουσας και, συνακόλουθα, ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή του περί παραγραφής ισχυρισμού του εναγόμενου ΝΠΔΔ, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρθηκαν στη ίδια ως άνω νομική σκέψη της και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί η εκκαλούσα εταιρία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προβλεπόμενης από το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 μείωσης της δικηγορικής αμοιβής που περιλαμβάνεται στην αποδοτέα στον νικώντα διάδικο δικαστική δαπάνη, δεδομένου ότι η προκείμενη δίκη δεν διεξήχθη από το εφεσίβλητο-εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. δια αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 1697/2012 και ΑΠ 1228/2009 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2802/2010 ΕλλΔνη 2011.199). Τέλος, λόγω της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των εκατό (100) ευρώ, που κατατέθηκε απ’ αυτήν με το με αριθμό κωδικού . . ./2018 ηλεκτρονικό παράβολο του Υπουργείου Οικονομικών σε συνδυασμό με την από 13.7.2018 βεβαίωση πληρωμής παραβόλου της Τράπεζας Eurobank (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. προτελευταίο ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσία την από 13.7.2018 (με αριθ. έκθ. κατάθ. …../2018) έφεση της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………..» κατά της υπ’ αριθ. 690/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

Καταδικάζει την ως άνω εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του  εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου των εκατό (100) ευρώ, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 31 Ιανουαρίου 2020 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ