ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 87/2018

 

Πρόεδρος: Α. Νομικού, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής: Ι. Γερωνυμάκης, Εφέτης

Δικηγόροι: Μ. Μεσσαριτάκης, Γ. Κουνέλλης

 

[...] Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 του ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Κατά το επόμενο άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 του ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ, επί αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου. Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαίτησης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει, άρα, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 28/2017 Nomos, ΑΠ 1815/2012 Nomos, ΑΠ 1/2002 Nomos). Στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνεται και ο ανοικτός λογαριασμός πιστώσεως σε Τράπεζα που κινείται με διαδοχικές αναλήψεις του δανείου (πιστώσεως) από τον πιστούχο της Τράπεζας και τμηματικές αποδόςεις τούτου από τον ίδιο, με τους οικείους τόκους και προμήθειες (ΑΠ 1022/2003 ΕλλΔνη 45, 90, ΑΠ 667/2001 Nomos, ΑΠ 1343/2000 ΕλλΔνη 43, 419, ΑΠ 722/2000 ΧρΙΔ 2001, 73). [...]

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου καταρτίστηκε η υπ’ αριθμ. .../12.11.2002 σύμβαση πίστωσης με την οποία η ενάγουσα χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο πίστωση έως του ποσού των 35.000 ευρώ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 12.12.2005 πρόσθετη πράξη Νο 1. Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης ανοίχθηκε ο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός. Ο πρώτος εναγόμενος όμως δεν ήταν συνεπής στην καταβολή των δόσεων αποπληρωμής της πίστωσης με αποτέλεσμα ο ανωτέρω λογαριασμός να παρουσιάζει την 30.4.2014 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 20.265,81 ευρώ, η δε ενάγουσα εξ εξαιτίας του λόγου αυτού να κλείσει το λογαριασμό και να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση με την από 25.2.2015 καταγγελία, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο την 2.3.2015 (υπ’ αριθμ. .../2.3.2015 έκθεση επίδοσης της πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης ο τελευταίος με το υπ’ αριθμ. .../3.3.2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νίκαιας ... που έχει καταχωρηθεί στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας με αριθμό .../11.3.2011 μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στους δεύτερο και τρίτο των εναγόμενων, τέκνα του, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον κάθε ένα, την κυριότητα ενός ακινήτου, [...].

Κατά τη στιγμή της ως άνω απαλλοτρίωσης, δηλαδή στις 3.3.2011, η ενάγουσα (Τράπεζα) είχε έναντι της πρώτης των εναγομένων την ιδιότητα της δανείστριας, έστω και εάν η απαίτησή της τελούσε υπό την αναβλητική προθεσμία του οριστικού κλεισίματος του ως άνω αναφερομένου λογαριασμού, καθόσον είχαν μέχρι τότε συντελεστεί τα παραγωγικά αυτής της απαίτησης γεγονότα (σύναψη συμβάσεως, καταβολή πίστωσης), χωρίς να απαιτείτο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης να είχε κλείσει ο λογαριασμός και καταγγελθεί η σύμβαση, διότι τα παραγωγικά της απαιτήσεως για το κατάλοιπο του λογαριασμού περιστατικά, υπάρχουν ήδη από το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως πίστωσης, από την οποία δημιουργείται, έκτοτε, ενοχή για το κατάλοιπο και, επιπλέον, η απαίτησή της έναντι της ως άνω οφειλέτριάς της κατέστη (μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού) ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, μέχρι την συζήτηση της αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 27.3.2015. [...]

Επομένως αποδεικνύεται ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε ΅ε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δηλαδή για να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει τη σε βάρος του πρώτου εναγόμενου απαίτησή της, διότι ο τελευταίος σαφώς γνώριζε, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα αυτή, αφενός μεν ότι είναι οφειλέτης της ενάγουσας, κατά τα προαναφερόμενα και αφετέρου ότι ΅ε την απαλλοτρίωση του ως άνω ΅οναδικού (και κατά το χρόνο της μεταβίβασης, και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) εμφανούς περιουσιακού της στοιχείου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, γεγονός που αποδέχθηκε, καθόσον γνώριζε ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτησή της από το πιο πάνω διαμέρισμα στη Λεπτοκαρυά Πιερίας, η εμπορική αξία του οποίου, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι ανέρχεται στο ποσό των 35.000 ευρώ, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, υπολείπεται του ποσού της πρώτης ως άνω προσημείωσης που έχει εγγραφεί υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ίδια έκρινε ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή, αν και η απαλλοτρίωση έγινε χωρίς να υπάρχει πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας, αφενός μεν διότι η τελευταία στο χρόνο της απαλλοτρίωσης δεν είχε καταγγείλει της σύμβαση και αφετέρου διότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αυτών επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησής της, όπως και ο συναφής τέταρτος λόγος της έφεσης, στον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο πρώτος αυτών κατά τη δικαιοπραξία δεν είχε κανενός είδους δόλου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

(Απορρίπτει την έφεση.)