ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 8538/2020

 

Πρωτοδίκης: ΡΑΦΑΗΛ ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΙΔΗΣ

Δικηγόροι: Όλγα Χαριτίδου και Αθανάσιος Χαραλάμπους (ασκ.) - Αναστάσιος Ταρπινίδης

 

Σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4488/2017,(παρ. 24) «1. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών εντύπων που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση 295/2014 (Β΄ 2390)(παρ. 25) στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ», κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ή καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα αποχώρησης του μισθωτού ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αντίστοιχα. 2. Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο υπογεγραμμένο από τον εργοδότη και τον εργαζόμενο, είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, με την οποία τον ενημερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόμενο το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4488/2017, σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να αντιμετωπίζονται περιπτώσεις όπου η καταγγελία σύμβασης εργασίας αναγγέλλεται ψευδώς στο «ΕΡΓΑΝΗ» ως οικειοθελής αποχώρηση εργαζομένου, καθώς υπό το προϊοχύσαν πλαίσιο απαιτείτο μόνη η δήλωση του εργοδότη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αντιδικίες περί του αν πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης ή για οικειοθελή αποχώρηση.

Επίσης, με τη ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης ήθελε να αποτρέψει την αδήλωτη εργασία στο διάστημα των οκτώ (8) ημερών, μέσα στο οποίο ο εργοδότης μπορούσε να δηλώσει στον ΟΑΕΔ την καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου ή την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου ή την λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Κυρίως, όμως, ήθελε να αντιμετωπισθεί το σύνηθες φαινόμενο της αναληθούς αναγγελίας εκ μέρους του εργοδότη οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού, καθώς ο τελευταίος κινδύνευε να απολέσει δικαιώματα, όπως, π.χ. να μην μπορεί τυπικά να ζητήσει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ ή να πληροφορηθεί την αναγγελία για πρώτη φορά μετά από τρεις (3) μήνες, με συνέπεια να έχει παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία για την αναγνώριση της άκυρης απόλυσής του από τον εργοδότη. Συνεπώς, το τεκμήριο που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του ως άνω άρθρου και έχει τεθεί υπέρ του εργαζομένου, μπορεί να ανατραπεί σε περίπτωση που ο έχων το βάρος αποδείξεως εργοδότης αποδείξει ότι όντως υπήρξε οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου, ο οποίος στην περίπτωση αυτή δεν χρειάζεται προστασία από τον εργοδότη που αναληθώς δηλώνει οικειοθελή αποχώρηση, ενώ στην πραγματικότητα έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.(...)

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη την 1-8-2001 από το εναγόμενο νπιδ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης ορισμένου χρόνου, η οποία από 1-11-2011 τροποποιήθηκε σε αορίστου χρόνου, αρχικά ως Βοηθός λογιστή και στη συνέχεια ως διοικητικός υπάλληλος. Από το 2010 και μετά, ο ενάγων ήταν ο μοναδικός διοικητικός υπάλληλος του Οργανισμού και είχε επιφορτισθεί με την μηχανοργάνωση του γραφείου και του λογιστηρίου, τον υπολογισμό και την καταβολή της μισθοδοσίας του προσωπικού, την τήρηση λογιστικών βιβλίων, τις συναλλαγές με Τράπεζες και Δημόσιες Υπηρεσίες, την τήρηση πρακτικών των συνεδριάσεων του ΔΣ κλπ. Λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας, καθώς δεν υπήρχε άλλος διοικητικός υπάλληλος να τον επικουρεί, ο ενάγων αποφάσισε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, υποβάλλοντας την από 21-1-2019 αίτησή του, με την οποία ενημέρωνε τη διοίκηση του Οργανισμού για την πρόθεσή του να αποχωρήσει στις 29-3-2019. Τελικά, με τη σιωπηρή συναίνεση του εναγόμενου, όπως το ίδιο συνομολογεί, ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς υπογράφοντας το σχετικό έγγραφο στις 17-4-2019, το οποίο αναγγέλθηκε στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ στις 19-4-2019. Κατ’ εφαρμογή δε του άρθρου 8 εδ. α’ του ν. 3198/55, καθώς ο ενάγων είχε συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στο εναγόμενο νπιδ, του καταβλήθηκε το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/20 αποζημίωσης για την περίπτωση άτακτης καταγγελίας. Ειδικότερα, του καταβλήθηκε το ποσό των 3.000 € στις 8-5-2019, το ποσό των 5.741,60 € στις 22-5-2019 και συμπληρωματικά το ποσό των 706,40 € στις 16-7-2019, καθώς, όπως παραδέχθηκε το εναγόμενο, είχε γίνει εσφαλμένος υπολογισμός της αποζημίωσης. Συνολικά, λοιπόν, ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των (1.578 € τελευταίος μισθός X 12 X 50%=) 9.468 €. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι του οφείλεται πλήρης αποζημίωση, διότι το εναγόμενο δεν τήρησε την προθεσμία των 4 εργάσιμων ημερών από την αποχώρησή του για να την αναγγείλει στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Ο ισχυρισμός του αυτός όμως δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ο ενάγων λαμβάνει ως βάση για τον υπολογισμό της ανωτέρω προθεσμίας την 29-3-2019, ημερομηνία κατά την οποία είχε δηλώσει την πρόθεσή του να αποχωρήσει. Ωστόσο, ο ίδιος έχει υπογράψει το έντυπο της οικειοθελούς αποχώρησης στις 17-4-2019, το οποίο ακολούθως αναγγέλθηκε από το εναγόμενο στο ΕΡΓΑΝΗ στις 19-4-2019, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας. Επιπλέον, ο ενάγων έχει πληρωθεί το ποσό των 868,39 € για αποδοχές αδείας (15 ημερών) Απριλίου 2019 πράγμα που σημαίνει ότι έως και τις 17-4-2019 η σύμβαση παρέμενε ενεργή. Συνεπώς, η αποχώρηση του ενάγοντος συντελέσθηκε όχι στις 29-3-2019, αλλά στις 17-4-2019 και άρα αναγγέλθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 38 ν. 4488/2017.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αναγγελία αποχώρησης έγινε εκπρόθεσμα, είναι σαφές ότι στην επίδικη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα αναληθούς δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης εκ μέρους του εργοδότη, από την οποία θα κινδύνευαν δικαιώματα του εργαζόμενου ή θα υποκρυπτόταν αδήλωτη εργασία, εφόσον η αποχώρηση του ενάγοντος έγινε κοινή συναινέσει και με τους όρους του άρθρου 8 εδ. α’ του ν. 3198/55. Επομένως σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, το (μαχητό) τεκμήριο του άρθρου 38 παρ. 2 εδ. τελευταίο ν. 4488/2017 περί λύσεως της σύμβασης με άτακτη καταγγελία του εργοδότη δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση. Για τους ανωτέρω λόγους, η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή πλήρους αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα, πρέπει να γίνει δεκτό το επικουρικό αίτημα για συμπλήρωση της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης λόγω συνυπολογισμού στις αποδοχές της τακτικά παρασχόμενης(παρ. 26) υπερεργασίας 20 ωρών μηνιαίως, ήτοι κατά το ποσό των [(1578 μισθός + 87 € για υπερεργασία= 1.665 € X 12 X 50%=) 9.990 - 9.468 που του καταβλήθηκαν=522 €]. (...)