ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 8513/2018

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Ιωάννη Ελευθεριάδη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε αϊτό την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Ευθυμία Ιγνάτη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, στις 9 Ιανουαρίου 2018, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2017 αγωγή, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Α. Κ. του Β., κατοίκου ….., με ΑΦΜ …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεώργιου Ιγνατιάδη (A.M. …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Σ. συζ. Α. Κ., το γένος Ε. Π., κατοίκου … (οδός ……), που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ελευθέριου Μυλωνά (…).

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφερόντα} στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το ν. 132/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία του αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο.

Η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, ως καθιερούμενο προσωπικό δικαίωμα εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους και απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος της στοργής προς το τέκνο, κατά τη ρύθμιση όμως αυτού του δικαιώματος λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που υπάρχει, όταν η επικοινωνία συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου και της προσωπικότητας του ανηλίκου. Το δικαίωμα της επικοινωνίας δεν αναιρείται από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του γονέα για τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως του ούτε μπορεί να αποκλειστεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η άσκηση του με οποιοδήποτε τρόπο θα απέβαινε επιβλαβής για τον ανήλικο. Τόσο για τον πλήρη αποκλεισμό όσο και για τον περιορισμό της επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα ή τους απώτερους ανιόντες του, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν αυτό είναι αναγκαίο για το συμφέρον του τέκνου και όχι για το συμφέρον του γονέα ή τρίτου που έχει την επιμέλεια αυτού. Το συμφέρον του τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται από το δικαστήριο ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής (ΑΠ 58/2017, ΑΠ 255/2011, ΕφΘεσ 1831/2014, Εφθεσ 738/2009, Τ.Ν.Π. Νόμος). Εξάλλου, η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το ανήλικο τέκνο, χωρίς να υπάρχει σοβαρός προς τούτο λόγος, παρέχει δικαίωμα αγωγής κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθρο 592 παρ. 3 παρ. β' ΚΠολΔ), εναντίον του διαμένοντος με το τέκνο γονέα ατομικώς, γιατί η διαφορά γεννιέται από την άρνηση του τελευταίου. Εξυπακούεται δε οτι, εφόσον το σχετικό δικαίωμα προϋποθέτει ανηλικότητα του τέκνου, δεν υφίσταται σε περίπτωση ενηλικιώσεώς του, αφού στην περίπτωση αυτή παύει αυτοδικαίως η γονική μέριμνα ή επιμέλεια και η επικοινωνία εξαρτάται πλέον από τη βούληση του ενήλικου τέκνου (βλ, ΕφΑΘ 333/2008 Τ.Ν.Π. Νόμος). Περαιτέρω, η διάταξη του όρθρου 1463 ΑΚ καθιερώνει την έννομη σχέση της συγγένειας του αίματος. Τέτοια συγγένεια είναι και εκείνη του γονέα με τα παιδιά του. Όπως κάθε έννομη σχέση, έτσι και η της συγγένειας, συγκροτείται από ειδικότερα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέουν τα πρόσωπα, ανάμεσα στα οποία υφίσταται η έννομη σχέση. Κεντρική θέση ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που συγκροτούν την έννομη σχέση της συγγένειας, κατέχει το δικαίωμα της επικοινωνίας, το οποίο συνιστά το σημαντικότερο μέσο εκφράσεως των αισθημάτων που πρέπει να κατέχουν τα άτομα που συνδέονται με δεσμούς συγγένειας εξ αίματος, ταυτοχρόνως δε αποτελεί και την ηθική δικαίωση της σχέσεως αυτής (βλ. Κ. Μπέη, παρατηρήσεις κάτω από ΜΠρΑΘ 1731/1977 Δ 8. 161 ετκ, ίδια, σ. 162, στο τέλος). Από όλα τα ανωτέρω, παρέπεται ότι, όπως όλοι οι εξ αίματος συγγενείς, έτσι και οι γονείς έχουν δικαίωμα επικοινωνίας μετά των ενηλίκων τέκνων τους, αφού διαμέσου της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού θα μπορέσουν να εκφράσουν την αγάπη, φροντίδα, ενδιαφέρον και στοργή προς αυτά. Η επικοινωνία δε αυτή ασκεί πολύ σημαντικό ρόλο στην ψυχική και συναισθηματική ολοκλήρωση και ισορροπία, τόσο των γονέων όσο και των παιδιών, ιδιαίτερα όταν τα τελευταία αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, οπότε και έχουν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη της συμπαραστάσεως των γονέων τους. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, τούτο δε εφόσον δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση του θέματος που να το καλύπτει εξ ολοκλήρου. Με την ανωτέρω διάταξη παρέχεται προστασία στην ίδια την προσωπικότητα του ατόμου, η οποία περιλαμβάνει, ως επί μέρους στοιχεία αυτής, όλα τα αγαθά τα οποία είναι συνδεδεμένα αναποσπάστως με το πρόσωπο και ανήκουν σ' αυτό ως έχον σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα, τέτοια δε αγαθά είναι η ίδια η ζωή του, η σωματική ακεραιότητα, η σωματική και πνευματική του υγεία, ο συναισθηματικός του κόσμος, η τιμή του, ή ελευθερία του, οι απόρρητες πτυχές του βίου του, η αναπαράσταση του και το άσυλο της κατοικίας του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να αντίκειται σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, ανεξαρτήτως του δικαίου που βρίσκεται η απαγόρευση αυτή, δεν απαιτείται δε και η ύπαρξη πταίσματος σ' αυτόν που προσβάλλει, αρκεί μόνον η αντικειμενική παρανομία. Ευεργετική, ενόψει των ανωτέρω, επίδραση σε ένα από τα αγαθά που αποτελούν στοιχεία της προσωπικότητας του ατόμου και δη εκείνο του συναισθηματικού του κόσμου ασκεί η επικοινωνία με τα ενήλικα τέκνα του, σε τρόπο ώστε η παρεμπόδιση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού να συνιστά προσβολή του απόλυτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, η οποία γεννά την αξίωση μεταξύ των άλλων άρσεως της προσβολής και παραλείψεως της στο μέλλον (βλ. ΜΠρΣπαρ 835/2005, ΜΠρΚαβ 10/1994, "ΠΝ.Π, Νόμος, Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ΑΚ 57, αριθ. 1, 2, 3, 4 επ., Μπαλή, Γεν. Αρχ., 1961, παρ. 24, ο. 78, Σούρλα, Ερμ. ΑΚ, Εισαγ. 57-60, αριθ. 40 επ).

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι με την υπ’ αρίθ. 22490/2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού έχει τεθεί σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση η ενήλικη θυγατέρα του ... που γεννήθηκε στις 13-1-1979 από το νόμιμο γάμο του με την εναγομένη και πάσχει από μέτρια νοητική υστέρηση με δείκτη νοημοσύνης 40-45 και διορίστηκε οριστικός δικαστικός της συμπαραστάτης ο ίδιος. Ότι, κατόπιν άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από την εναγόμενη σύζυγο του και έκδοσης προσωρινής διαταγής, μετοίκησε στις 6-2-2017 από τη συζυγική οικία, στην οποία συνεχίζει να διαμένει η ενήλικη θυγατέρα του με την εναγόμενη σύζυγο του, η οποία τη φροντίζει. Ότι κατόπιν της οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, η εναγομένη αρνείται να του επιτρέψει οποιαδήποτε επικοινωνία με την θυγατέρα του παραβιάζοντας το σχετικό δικαίωμα του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ενήλικη θυγατέρα του και να ανέχεται η εναγόμενη εν διαστάσει σύζυγος του την επικοινωνία αυτή, κατά τον λεπτομερώς διαλαμβανόμενο τρόπο σε αυτή τρόπο, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή ποσού 1.000 ευρώ για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία του με το τέκνο του και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή ρύθμισης επικοινωνίας, η οποία επιχειρείται να στηριχθεί στο άρθρο 1520 παρ. 1 ΑΚ, αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθ. 17 αρ. 2 και 22 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθρο 592 παρ. 3 περ. β' ΚΠολΔ), όπως αυτή προβλέπεται μετά την αντικατάσταση του Βιβλίου Τέταρτου του ΚΠολΔ με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν.4335/2015 και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου ανωτέρω νόμου για τις κατατιθέμενες από την 1-1-2016 αγωγές, όπως η ένδικη, πλην όμως τυγχάνει μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί» διότι και αληθών υποτιθέμενων των αναφερομένων σε αυτή πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ασκούμενη με αυτήν αξίωση ρύθμισης επικοινωνίας, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 1 ΑΚ, το καθιερούμενο με αυτή προσωπικό δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του προϋποθέτει ανηλικότητα του τέκνου και δεν αφορά τα ενήλικα τέκνα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε και μπορεί να βρει με το αναλυτικά ανωτέρω αναφερόμενο περιεχόμενο έρεισμα σε άλλη διάταξη του οικογενειακού δικαίου, ώστε να μπορεί να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο με την ως άνω ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών. Στην περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται παρεμπόδιση της ασκήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας γονέα με ενήλικο τέκνο του, η νομική δυνατότητα που παρέχεται βάσει του ουσιαστικού δικαίου, κατά τα διαλαμβανόμενα και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι μέσω των διατάξεων του άρθρου 57 ΑΚ, με τις οποίες παρέχεται προστασία στην προσωπικότητα του ατόμου, η οποία περιλαμβάνει, ως επί μέρους στοιχεία αυτής, όλα τα αγαθά τα οποία είναι συνδεδεμένα αναποσπάστως με το πρόσωπο και ανήκουν σε αυτό ως ον έχον σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα, ήτοι με άσκηση αγωγής προστασίας της προσωπικότητας, στην οποία θα γίνεται επίκληση των, διαφορετικών του άρθρου 1520 ΑΚ, προϋποθέσεων παράνομης προσβολής της προσωπικότητας και θα ασκούνται αντίστοιχες αξιώσεις, ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου κατά την εφαρμοστέα τακτική διαδικασία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολο τους, Λόγω της σχέσης τους ως συζύγων (άρθρο 179 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολο τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Ιουνίου 2018 και θεωρήθηκε αυθημερόν.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]