ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 843/2018

 

Πρωτοδίκης: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δικηγόροι: Νικόλαος Χαιρόπουλος - Λευκοθέα Βασιλοπούλου

 

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983 και 985 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν στα χέρια τρίτου και χρηματικές απαιτήσεις κατά του καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985 και 986 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, οφείλει μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών, αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, να δηλώσει προφορικά στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας εκείνου που δηλώνει ή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται αναλογικά, του τόπου της έδρας του, σε περίπτωση που ο δηλών είναι νομικό πρόσωπο, και συντάσσεται σχετική έκθεση, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και ταυτόχρονα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ως άνω δήλωση, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις Δικαστήριο ανακοπή, κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, με την οποία μπορεί να επικαλεσθεί ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης και να επιδιώξει την αναγνώριση της ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση, θεωρώντας αυτόν οφειλέτη του κατασχεμένου (βλ. ΕφΑθ 1022/08 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 9000/05 ΧρΙΔ 2006. 724) Όταν ο δανειστής σωρεύει στην ανακοπή και αίτημα καταβολής αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 985 ΚΠολΔ, οφείλει να επικαλεστεί περιστατικά, τα οποία, αληθή αποδεικνυόμενα, τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αιτούμενη αποζημίωση, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΕφΑθ 1050/08 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την κρινόμενη ανακοπή - αγωγή τους, οι ανακόπτοντες - ενάγοντες εκθέτουν ότι διατέλεσαν υπάλληλοι της «Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ», με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι, από την ημερομηνία της προσλήψεώς τους μέχρι την ημερομηνία υποβολής των παραιτήσεών τους, ήταν αυτοδικαίως μέλη του ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος», το οποίο έχει συσταθεί ως σωματείο και αποτελεί ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό επικουρικής ασφάλισης. Ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια απασχόλησής τους στο Ταμείο, κατέβαλλαν τις νόμιμες εισφορές τους, προκειμένου να λάβουν, πλην του εφάπαξ βοηθήματος τέκνων και της επικουρικής σύνταξης γήρατος, και την εφάπαξ παροχή, όπως προβλέπει το άρθρο 14 του Καταστατικού αυτού. Ότι, κατά το χρόνο αποχώρησης από την εργασία τους, είχαν συμπληρώσει τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας και ότι δικαιούντο εφάπαξ βοήθημα, όπως ειδικότερα εκθέτουν. Ότι το Ταμείο δεν τους κατέβαλε το εφάπαξ βοήθημα, όπως υποχρεούτο και ότι οι ίδιοι άσκησαν προς τούτο την από 27-5-2013 αγωγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έγινε εν μέρει και δη τελεσιδίκως δεκτή, όπως ειδικότερα εκθέτουν. Ότι, ακολούθως, εξέδωσαν σε βάρος του Ταμείου και την 31-5-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστηρίου αυτού, η οποία τους επιδίκασε τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, καθώς και ότι επέδωσαν κυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού των ένδικων δικαστικών αποφάσεων και της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκαν για τις απαιτήσεις τους, επιτάσσοντας το Ταμείο να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 279.398,79 ευρώ, για τις αιτίες που ειδικότερα εκθέτουν. Ότι το Ταμείο έχει απαίτηση σε βάρος της καθ’ ης, Τράπεζας Πειραιώς ως καθολικής διαδόχου της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, καθόσον κατόπιν της συγχωνεύσεως της καθ’ ης με τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας, με την από 27-12-1963 απόφασή του, είχε αποφασίσει να καταβάλλει, από την 1-1-1964, εισφορές εργοδοτικές, που ανέρχονταν σε ποσοστό 5% επί των αποδοχών των μετεχόντων στο Ταμείο υπαλλήλων και να παρακρατεί από τις αποδοχές των εργαζομένων και να καταβάλλει στο Ταμείο και ποσοστό 3% επί των υποχρεωτικών αποδοχών των μελών αυτού, για εργατικές εισφορές, ήτοι η καθ’ ης έχει την υποχρέωση καταβολής των εργοδοτικών εισφορών, καθώς και παρακρατήσεως και αποδόσεως των εργατικών εισφορών. Ότι το Ταμείο έχει ασκήσει κατά της Γενικής Τράπεζας και ήδη της καθολικής διαδόχου της καθ’ ης, την από 27-10-2014 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητεί το ποσό των 39,3 εκατομμυρίων ευρώ. Ότι οι ανακόπτοντες επέδωσαν στην καθ’ ης, ως τρίτη, το από 15-9-2017 κατασχετήριο, με το περιεχόμενο που ειδικότερα εκθέτουν, η δε καθ’ ης δήλωσε με την από 4-10-2017 δήλωσή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ότι δεν υφίστανται υποχρεώσεις της έναντι του Ταμείου για καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, αλλά μόνο έναντι των εργαζομένων - ασφαλισμένων αυτού και ότι, επομένως, δεν υφίστανται αντίστοιχες απαιτήσεις του Ταμείου κατά της ιδίας, που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν να ακυρωθεί η ένδικη ανακοπτόμενη δήλωση της καθ’ ης και να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια της καθ’ ης ως τρίτης, ο οφειλέτης των ανακοπτόντων Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος είχε σε βάρος της καθ’ ης την κατασχεθείσα εκ μέρους τους απαίτηση. Επιπροσθέτως, ζητούν να υποχρεωθεί η καθ’ ης να τους καταβάλει, κατά τις διατάξεις του άρθρου 988 ΚΠολΔ, άλλως ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, την κατασχεθείσα απαίτηση, δηλαδή το ποσό των 279.398,79 ευρώ πλέον τόκων, από τις ημερομηνίες που ειδικότερα εκθέτουν. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν σε βάρος της καθ’ ης - εναγομένης τα δικαστικά τους έξοδα. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη ανακοπή - αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 και 25 παρ. 2, 985 και 986 του ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του ΚΠολΔ). (...) Η κρινόμενη ανακοπή - αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, 985, 986, 907, 908 αρ. 1, 176 αρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μη απαιτουμένης της καταβολής δικαστικού ενσήμου από τους ανακόπτοντες - ενάγοντες, παρότι περιέχει καταψηφιστικό αίτημα, λόγω της φύσεως αυτής, ως παρεμπίπτουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση απαίτησης, για την οποία έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο από τους ανακόπτοντες

[βλ. π.χ. ΕφΑθ 4345/91 ΕλλΔνη 34(1993). 615]. (...)

Η καθ’ ης-εναγομένη Τράπεζα, παρότι κατά το χρόνο της ένδικης κατάσχεσης, όφειλε προς τον οφειλέτη τους την κατασχεθείσα απαίτηση, προερχόμενη από την καταβολή εργοδοτικών εισφορών και την παρακράτηση και την απόδοση εργατικών εισφορών για την εφάπαξ παροχή των εργαζομένων, δήλωσε, με την από 4-10-2017 σχετική δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ότι «…δεν υφίστανται υποχρεώσεις της Τράπεζας έναντι του καθ’ ου για καταβολή εργοδοτικών και εργασιακών εισφορών, αλλά μόνο έναντι των εργαζομένων - ασφαλισμένων και ως εκ τούτου δεν υφίστανται αντίστοιχες απαιτήσεις του καθ’ ου κατά της Τράπεζας που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης». Ωστόσο, η ένδικη δήλωση της καθ’ ης - εναγομένης, με τέτοιο περιεχόμενο, ήταν αναληθής και ανακριβής, δεδομένου ότι έχει υπεισέλθει, κατά τα προαναφερθέντα, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, μεταξύ των οποίων είναι και η υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών εισφορών (5% επί των υποχρεωτικών αποδοχών των εργαζομένων) και απόδοσης των παρακρατούμενων εργατικών εισφορών (3% επί των υποχρεωτικών αποδοχών των εργαζομένων των υπαλλήλων της απορροφηθείσας προς το Ταμείο της Αλληλοβοήθειας Προσωπικού της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος), ήτοι είναι υπόχρεη καταβολής των εισφορών των εργαζομένων και δικαιούχος αυτών είναι το Ταμείο, δίχως επομένως να ευσταθεί ο ένδικος ισχυρισμός της ότι δεν υφίστανται απαιτήσεις του Ταμείου κατ’ αυτής (βλ. και ΑΠ 785/87 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με την οποία, αμέσως ζημιούμενος από τις πιο πάνω πράξεις είναι ο αντίστοιχος κοινωνικός οργανισμός προς τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι εργοδοτικές ή παρακρατηθείσες εργατικές εισφορές και όχι ο εργαζόμενος για τον οποίο έπρεπε να γίνει η καταβολή ή απόδοσή τους), απορριπτομένων όλων των αντίθετων ισχυρισμών της καθ’ ης - εναγομένης (περί του ότι η καταβολή των επίδικων εισφορών συνιστά υποχρέωση προς τους εργαζομένους - ασφαλισμένους και όχι το Ταμείο) και δη κατά το μέρος τους που δύναται να προβληθούν κατά των ανακοπτόντων-εναγόντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 987 του ΚΠολΔ, ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμων (σημειωτέον ότι οι επίδικες εισφορές, μετά την 1η-1-2015 αφορούν στο εφάπαξ και όχι στην επικουρική σύνταξη, το δε Ταμείο Αλληλοβοήθειας της Γενικής Τράπεζας έχει καταστεί αναξιόχρεο, όπως προκύπτει από τις ίδιες δηλώσεις των οργάνων του, που ήδη από τις 14-4-2018 αποφάσισε τη διάλυσή του, λόγω οικονομικής του αδυναμίας, καθώς και τις προσκομιζόμενες λοιπές ανακοινώσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού). Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη με την από 4-10-2017 δήλωση της καθ’ ης - εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας της καθ’ ης - εναγομένης ως τρίτης, ο οφειλέτης των ανακοπτόντων-εναγόντων Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος είχε σε βάρος της καθ’ ης - εναγομένης την κατασχεθείσα εκ μέρους των ανακοπτόντων - εναγόντων περιγραφόμενη στην παρούσα απαίτηση και να υποχρεωθεί η καθ’ ης - εναγομένη να καταβάλει στους ανακόπτοντες - ενάγοντες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 988 του ΚΠολΔ, την κατασχεθείσα απαίτηση, ήτοι το συνολικό ποσό των διακοσίων εβδομήντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (279.398,79 ευρώ), πλέον τόκων, από τις 7-9-2017 (ήτοι την επομένη της επιδόσεως της επιταγής των ανακοπτόντων - εναγόντων προς τον οφειλέτη τους Ταμείο) και μέχρι την πλήρη εξόφληση, κατά το μέρος που αντιστοιχεί σε έκαστον αυτών (...)