ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 84/2019

 

Δικαστής : Χ. Παππάς - Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Α. Τσαχτσαλής - Α. Τσακρίδης

 

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής- σε περίπτωση κατά την οποία ο δανειστής δεν προβεί σε δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής, η ανακοπή του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως ασκηθείσα προ πάσης επίδοσης, στην περίπτωση αυτήν ο οφειλέ­της, αν σε βάρος του επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, μπορεί να προβάλει όλους τους λόγους που αφορούν το κύρος της ή/και την απαίτηση που αυτή ενσωματώνει, με την κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, διαταγή πληρωμής που εκδό­θηκε κατά ομόρρυθμης εταιρείας αποτελεί τίτλο εκτελε­στό εναντίον της και εκτελείται και κατά των ομορρύθμων εταίρων, οι εταίροι μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ακόμη και αν η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν στρεφόταν εναντίον τους, προθε­σμία άσκησης ανακοπής από ομόρρυθμους εταίρους, ομο­δικία- υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ της ομόρρυθ­μης εταιρίας που ενάγεται και των εταίρων της όταν αυτοί συνενάγονται, ενώ υφίσταται δεσμός απλής ομοδικίας με­ταξύ των συνεναγομένων ομορρύθμων εταίρων όταν ενά­γονται μόνο αυτοί, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμόζονται δε οι ειδικότερες ρυθμίσεις για τις επί μέρους κατηγορίες περιουσιακών διαφορών, όταν η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ενσωματώνει απαί­τηση από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας εφαρμόζονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις των εργατικών διαφορών.

I) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανα­κοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ ύλη αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρω­μής, μέσα σε προθεσμία 15 εργασίμων ημερών από την προς αυτόν επίδοσή της (εφόσον είναι κάτοικος ημεδαπής). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015: «αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει και πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προ­θεσμία 15 εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση». Κατά το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής: «αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η διαταγή πλη­ρωμής, παρά το γεγονός ότι δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά τίτλος εκτελεστός (631 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, (μεταξύ άλλων και) όταν αφενός μεν επιδοθεί για πρώτη φορά και δεν ασκηθεί η εκ του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή, αφετέρου δε (σωρευτικά) εφόσον ο δανειστής προβεί σε δεύτερη επίδοσή της και ο οφειλέτης δεν ασκήσει μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 15 εργασίμων ημερών, την εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή. Γίνεται δεκτό ότι μόνη η άπρακτη πάροδος της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, χωρίς ο δανειστής να προ­βεί σε δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής, δεν προσδίδει στον εν λόγω εκτελεστό τίτλο δύναμη δεδι­κασμένου. Επιφέρει απλώς έκπτωση του οφειλέτη (151 Κ.Πολ.Δ.) από το δικαίωμά του να προσβάλει το κύρος της διαταγής πληρωμής με ανακοπή κατά αυτής. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης, αν σε βάρος του επι­σπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, μπορεί να προβάλει όλους τους λόγους που αφορούν το κύρος της ή/και την απαίτηση που αυτή ενσωματώνει, με την κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστι­κής εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι στο μεταξύ (ακόμη και μετά την άσκηση της κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής), δεν μεσολαβήσει δεύτερη επί­δοση της διαταγής πληρωμής, οπότε αν δεν ασκηθεί η εκ του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή είτε αυτοτελώς είτε μαζί (σώρευση στο αυτό δικόγραφο κατ άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.) με την κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή εντός της (άλλοτε 10ήμερης και ήδη 15νθήμερης) προ­θεσμίας, αποκτά ισχύ δεδικασμένου (πρβλ. Δ. Κονδύλη, Το Δεδικασμένο, έκδοση 2007, παρ. 6 η διαταγή πληρωμής). Όταν πλέον η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου ο οφειλέτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε το κύρος του εκτελεστού τίτλου σε μεταγενέστερη δίκη, λ.χ. στο πλαίσιο της ανακοπής κατά της εκτέλεσης (933 Κ.Πολ.Δ.) ούτε την (εκ του ουσι­αστικού) δικαίου απαίτηση που αυτή ενσωματώνει, καθότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την τελευταία έχουν καλυφθεί (αποκλεισθεί) από το δεδικασμένο (933 παρ. 4, 330 Κ.Πολ.Δ.). Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης δικαιού­ται να προτείνει με την κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή μόνο αντιρρήσεις που αφορούν καθαυτή την πορεία της εκτελεστικής διαδικασίας και κατ εξαίρεση ισχυρισμούς που αφορούν την απαίτηση και συγκεκρι­μένα μόνο εφόσον τα παραγωγικά αυτών περιστατικά γεννήθηκαν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής (οψιγενείς ισχυρισμοί-ενστάσεις που δεν θα μπορούσαν προταθούν στη δίκη της ανακοπής των άρθρων 632, 633 Κ.Πολ.Δ.) ή και τους ισχυρισμούς εκείνους (ενστά­σεις) οι οποίοι καίτοι δεν προτάθηκαν στη διαγνωστική δίκη, παρόλα αυτά μπορούν να ασκηθούν δια μέσω αυτοτελούς (καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής) αγω­γής και οι οποίες δεν αντιστρατεύονται το δεδικασμένο που απορρέει είτε από τελεσίδικη απόφαση είτε από (τελεσίδικη) διαταγή πληρωμής (κατά βάση πρόκειται για τις ενστάσεις συμψηφισμού, επίσχεσης και του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, 440, 325, 374 ΑΚ) Πρβλ ενδεικτικά: Νικ. Θ. Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Γενικό Μέρος, τόμος I, 2η έκδοση, 2017, ΟλομΑΠ 30/1987, ΕλλΔνη 1987, 444, ΑΠ 1494/2003 ΕλλΔνη 2004, 418, Εφ.Αθ. 5770/1988, ΕλλΔνη 1990, 375. Πρβλ και την πρόσφατη ΟλομΑΠ 8/2017, ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι για να ασκηθεί παρα­δεκτά η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή θα πρέπει μετά την άπρακτη πάροδο της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, ο δανειστής να επιδώσει για δεύτερη φορά τη διαταγή πληρωμής στον οφει­λέτη. Αρα για να μπορεί να γίνει λόγος για την εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή θα πρέπει: α) να μην έχει ασκηθεί η εκ του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή. Αν αυτή έχει ασκηθεί και εκκρεμεί, η για δεύτερη φορά επίδοση (εκ μέρους του δανειστή) της διαταγής πλη­ρωμής δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, β) να προβεί ο δανειστής, μετά την εκπνοή της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής, σε δεύτερη κατά σειρά επίδοση για να αφετηριασθεί η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προθεσμία. Γίνεται έτσι δεκτό ότι: «πρώτιστη προϋ­πόθεση εφαρμογής της διατάξεως (633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) είναι ότι ο οφειλέτης δεν άσκησε εμπρόθεσμα την κατ άρθρο 632 ανακοπή. Αν η ανακοπή ασκήθηκε αλλά εκπρόθεσμα, η προϋπόθεση πληρούται. Αν αντιθέτως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, η διάταξη δεν έχει εφαρμογή... Περαιτέρω, σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση της παρ. 2 είναι ότι ο δανειστής υπέρ του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής προβαίνει σε δεύτερη επίδοσή της προς τον οφειλέτη. Η επίδοση αυτή θέτει σε κίνηση νέα προθεσμία δέκα (ήδη μετά τον ν. 4335/2015 δεκαπέ­ντε) εργασίμων ημερών, μέσα στην οποία ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Αντίθετα προς ό,τι ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 632 (όπου η ανακοπή στην περί­πτωση αυτή μπορεί να ασκηθεί και προ πάσης επίδο­σης), η προκείμενη ανακοπή (633 Κ.Πολ.Δ.), δεν ασκείται παραδεκτά προ της επίδοσης. Ακριβώς διότι η δημιουρ­γία αυτής της δεύτερης δυνατότητας προσβολής της διαταγής διασκευάζεται στον νόμο ως ευχέρεια του δανειστή και μόνον, για την περίπτωση που αυτός θα ενδιαφερόταν να περιβληθεί η διαταγή πληρωμής τη δύναμη δεδικασμένου» (βλ. Ποδηματά σε Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 633 αριθ. 13, 14, 15, Χ. Παπαδάκης, Διαταγή Πληρωμής, 2η έκδοση, αριθ. 4 «άσκηση προ πάσης επίδοσης;»).

II) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (2η περίπτωση): «...όταν ...η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους... οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους...». Ενιαία για όλους τους ομοδίκους θα πρέπει να κριθεί η διαφορά και όταν η ισχύς της από­φασης (κατά βάση το δεδικασμένο) που θα εκδιδόταν υπέρ ή σε βάρος μεμονωμένου ομοδίκου, θα επεκτει­νόταν αυτομάτως και στους άλλους ομοδίκους. Όταν λοιπόν οι τρίτοι, στους οποίους εκτείνονται τα υπο­κειμενικά όρια του ουσιαστικού δεδικασμένου (άρθρα 325επ Κ.Πολ.Δ.), ομοδικούν με τον κύριο διάδικο, θεω­ρούνται αναγκαίοι ομόδικοι του, αφού, διαφορετικά, αν θεωρούνταν απλοί ομόδικοί του και προτιμούσαν να διεξάγουν χωριστές δίκες, θα υπήρχε κίνδυνος να προκύψουν αντιφατικά δεδικασμένα από τη δίκη του κύριου διαδίκου αφενός και από τη δική τους δίκη αφετέρου. Η αναγκαία ομοδικία από τον λόγο αυτό θα μπορούσε να προκύψει, κατ αρχήν, όταν το δεδι­κασμένο ενεργεί αμφιμερώς. Οι περιπτώσεις όμως αυτές εκ των πραγμάτων σπάνια θα εμφανίζονται. Κρίσιμες αντίθετα είναι οι περιπτώσεις που το δεδι­κασμένο δρα ετερομερώς (329 Κ.Πολ.Δ.). Το κατά του νομικού προσώπου δεδικασμένο επεκτείνεται και στα μέλη του, όχι όμως και αντιστρόφως. Έτσι υφίσταται αναγκαία ομοδικία: μεταξύ του νομικού προσώ­που που ενάγεται από τρίτον για τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του και των μελών του και ειδικότερα μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας και των συνεναγομένων εταίρων της (329, 920 Κ.Πολ.Δ.). Όταν όμως δεν συνενάγεται το νομικό πρόσωπο της ΟΕ με τα μέλη της αλλά (ενάγονται) μόνο τα τελευταία, τότε μόνο (μεταξύ των συνεναγομένων ομορρύθμων εταίρων), υφίσταται δεσμός απλής ομοδικίας (πρβλ. Νικ. Θ. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος I, παρ. 27, «αναγκαία ομοδικία», με παραπομπές στις Εφ.Αθ. 3189/1992, ΕλλΔνη 1995. 967, ΠΠρΛευκ. 35/2000, ΝΟΜΟΣ). Έτσι γίνεται δεκτό, ως απόρροια της προσωπικής και εις ολόκληρο ευθύνης των ομορρύθμων συνεταίρων για τα χρέη της εταιρίας (άρθρο 249 ν. 4072/2012, πρώην 22 ΕμπΝ), ότι: «ανάμεσα στην εταιρία και στους ομορρύθμους συνεταίρους υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, αφού η ισχύς της απόφασης που εκδίδεται κατά της εταιρίας και το δεδικασμένο από την απόφαση αυτή εκτείνεται και στους εταίρους, επηρεάζει τις έννομες σχέσεις τους και δεν είναι δυνατό στην ίδια υπόθεση να υπάρξουν διαφορετικές αποφάσεις. Προϋπόθεση όμως για την ύπαρξη αναγκαστικής ομοδικίας είναι η ομόρρυθμη εταιρία να συνεναχθεί με τους εταίρους. Αν δεν συμβαίνει αυτό, ήτοι με τη μη εισαγωγή (άλλως μη απεύθυνση) της αγωγής ως προς την εταιρία, τα μέλη της τελούν μεταξύ τους σε απλή ομοδικία κατά το άρθρο 74 Κ.Πολ.Δ. και οι πράξεις και παραλείψεις του κάθε απλού ομοδίκου σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους άλλους (πρβλ. Β. Αντωνόπουλο, Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών, Ε έκδοση, παρ. 25, Λ. Κοκκίνης σε Νικ. Ρόκα, ΔικΠΕ, Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών, 1ος τόμος, παρ. 7 εταιρικά χρέη, Χ. Δικονομικά, αριθ. 140).

Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε κατά της εταιρίας και αποτελεί κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ε Κ.Πολ.Δ. τίτλο εκτελεστό εναντίον της, εκτελείται και κατά των ομορρύθμων εταίρων της. Οι εταίροι αυτοί μπορούν να ασκήσουν ανακοπή των άρθρων 632 και 633 Κ.Πολ.Δ. ακόμη και αν η αίτηση για έκδοση διατα­γής πληρωμής δεν στρεφόταν εναντίον τους (Εφ.Αθ. 110/2006, ΕπισκΕΔ 2006. 231). Όμως η προθεσμία του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αρχίζει και για τους εταίρους από την επίδοση της διαταγής πληρωμής στην εται­ρία, έστω και αν αυτοί αγνοούν την επίδοση (Εφ.Θεσ. 434/1995, Αρμ 1996. 453, Εφ.Αθ. 1541/1994, ΕΕμπΔ 1994. 586). Εξ άλλου, είναι αυτονόητο ότι της εκτέλεσης κατά του εταίρου θα προηγηθεί κοινοποίηση σ αυτόν ατο­μικά επιταγής προς εκτέλεση, οπότε θα βρουν εφαρ­μογή και τα άρθρα 933επ Κ.Πολ.Δ. [(Β. Γ. Αντωνόπουλος, Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών, Ε έκδοση, παρ. 25, Λ. Κοκκίνης σε Νικ. Ρόκα ΔικΠΕ, δίκαιο προσω­πικών εταιριών, τόμος I, παρ. 7, εταιρικά χρέη, όπου: «ειδικά η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε κατά της ΟΕ θεωρείται ότι έχει εκδοθεί και κατά των εταίρων της εφόσον οι τελευταίοι ευθύνονται κατά το άρθρο 22 ΕμπΝ εις ολόκληρο με την εταιρία (Εφ.Πειρ. 290/1999, ΕΕμπΔ 2000. 83), και ότι οι εταίροι έχουν έννομο συμφέρον και βαρύνονται να ασκήσουν ανα­κοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία στρέφεται κατά της ΟΕ, εντός της προθεσμίας που τάσσει η 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με αφετηρία την επίδοση της διαταγής πλη­ρωμής στην ΟΕ (Εφ.Αθ. 11153/1997, ΕΕμπΔ 1999. 51,1. Μπρίνιας). Επίσης οι εταίροι δικαιούνται να ασκήσουν και την ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας από την επί­δοση της διαταγής πληρωμής, η οποία αρκεί να γίνει προς την ΟΕ (Μπρίνιας, ό.π.)»]. Περαιτέρω συνέπεια της αναγκαστικής ομοδικίας είναι η καθιερούμενη από τη διάταξη του άρθρου 76 Κ.Πολ.Δ. αρχή της ενότητας της διαδικασίας στη σχετική δίκη (π.χ. η προσβολή της απόφασης με έφεση προϋποθέτει να καταστεί αυτή οριστική ως προς όλους τους ομοδίκους, ΟλομΑΠ 18/2001, ΕλλΔνη 2002. 75, 76), καθώς και της αντικειμενικής ενέργειας των διαδικαστικών πράξεων των ομοδίκων, υπό την έννοια ότι κάθε διαδικαστική πράξη που επιχειρεί μεμονωμένος ομόδικος ωφελεί κατ αρχήν και βλάπτει τους υπολοίπους. Η εν λόγω αντικειμενική ενέργεια αφορά πάντοτε τις πράξεις των ομοδίκων μεταξύ τους. Ο αντίδικος των ομοδίκων οφείλει να ενεργεί διαδικαστικά ως προς κάθε ομόδικο χωριστά. Οφείλει λ.χ. να κοινοποιήσει την απόφαση σε όλους ώστε να τρέξει η προθεσμία των ενδίκων μέσων (ή αναλόγως ενδίκων βοηθημάτων) (Πρβλ. Νικ. Ο. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, τόμος I, παρ. 27, αναγκαία ομοδικία).

Με την υπό κρίση ανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται αντικειμενικά (συντρεχόντων των προϋποθέσεων του άρθρου 218 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αφενός μεν η εκ των άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατά της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [οι ανακό­πτοντες ρητά διατυπώνουν αίτημα ακύρωσης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής], αφετέρου δε η εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατά των εξής πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι: α) της με ημερομηνία 22.5.2018 επιταγής προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγρά­φου εξ απογράφου της εν λόγω διαταγής, β) της υπ αριθ. .../4.4.2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχε­σης ακινήτου του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών I. Τ. και γ) του υπ αριθ. .../16.7.2018 αποσπά­σματος κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του προα­ναφερθέντος Δικαστικού Επιμελητή, οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση των ως άνω διαδικαστικών πρά­ξεων για τους λόγους που αναφέρουν σ αυτή (ενν. την ανακοπή). Η κρινόμενη ανακοπή με το ως άνω περιε­χόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ ύλη και κατά τόπο εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 933 §παρ. 1 και 2, 7, 9,14 παρ. 2,16 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και σύμφωνα με την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών- διαφορών, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη ως άνω διαταγή πληρωμής ενσωμα­τώνει απαίτηση από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας (591, 614 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). [Για το ότι στις ανακοπές που εκδικάζονται με την ειδική διαδικασία των περιουσια­κών διαφορών, μετά τον ν. 4335/2015, εφαρμόζονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις για τις επί μέρους κατηγο­ρίες περιουσιακών διαφορών, μεταξύ των οποίων και των εργατικών, βλ. Σπ. Ανδρίτσο σε Χ. Απαλαγάκη, ερμηνεία κατ άρθρο Κ.Πολ.Δ., 4η έκδοση, άρθρο 632, αριθ. 11 «Τηρούμενη διαδικασία». Το ίδιο ισχύει και την κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή.] [Η υπ αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε με βάση τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκαν εργα­τικές απαιτήσεις της τώρα καθ ης η ανακοπή. Οι εν λόγω απαιτήσεις είναι κληρονομιαίες, καθότι, μεσούσης της εκκρεμοδικίας της αγωγής του ενάγοντα Γ. Α. στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και επί της οποίας (αγω­γής) εκδόθηκαν αρχικά η υπ αριθ. 6449/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δια της οποίας αυτή έγινε (εν μέρει) δεκτή και εν συνε­χεία, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγομένων, η υπ αριθ. 732/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς η οποία απέρριψε την έφεση ως ανυποστή­ρικτη λόγω ερημοδικίας των εκκαλούντων, ήτοι ως κατ ουσίαν αβάσιμη (524 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), επικυρωθείσας της πρωτόδικης απόφασης, αποβίωσε ο ως άνω ενάγων. Επήλθε έτσι βίαιη διακοπή της δίκης (στον β βαθμό δικαιοδοσίας), την οποία νομότυπα συνέχισε η κλη­ρονόμος του ανωτέρω αποβιώσαντα (ήδη καθ ης η ανακοπή), στο όνομα της οποίας εκδόθηκε η προανα­φερθείσα εφετειακή απόφαση (286 περ. α, 325 αρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.).]

Εν συνεχεία η ανωτέρω σύζυγος του αποθανόντα, υπέρ της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω εφετειακή από­φαση (η οποία έχει τελεσιδικήσει δοθέντος ότι κυρω­μένο αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στους ερημοδικασθέντες εκκαλούντες-εναγομένους και άρα παρήλθε και η 15νθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας), αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η εν λόγω διαταγή εκδόθηκε σε βάρος της (τώρα) ανακόπτουσας ομόρρυθμης εται­ρίας και των συνεταίρων της. Περαιτέρω η υπέρ ης η διαταγή πληρωμής και συγχρόνως επισπεύδουσα δανείστρια επέδωσε στους καθ ων η διαταγή πλη­ρωμής (ΟΕ και στα μέλη της, ήδη 2ο και 3ο των ανα­κοπτόντων), στις 10 Μαρτίου 2016 [ήτοι εντός διμή­νου από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όπως ορίζει το άρθρο 630Α Κ.Πολ.Δ. (η διαταγή εκδόθηκε στις 11.1.2016)], κυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω διαταγής [οχ. οι υπ αριθ. (...) εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Μ.]. [Στις εν λόγω εκθέσεις επίδοσης αναγράφεται ότι οι εν λόγω επιδόσεις πραγματοποιήθηκαν αφού προη­γουμένως είχε δοθεί η υπ αριθ. ...19.3.2016 άδεια επί­δοσης από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς τον Δικηγόρο Αθηνών Α. Τ. (ΑΜ ΔΣΑ ...), ενόψει της πανελ­λαδικής τότε αποχής των δικηγόρων.] Κατά της προα­ναφερθείσας διαταγής πληρωμής, οι καθ ων (ήδη ανα­κόπτοντες) δεν άσκησαν την εκ του άρθρου 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή. Εν συνεχεία η επισπεύδουσα δανεί­στρια επέδωσε στις 29.9.2016 αντίγραφο εξ απογρά­φου της ως άνω διαταγής πληρωμής μετά της με ημε­ρομηνία 27.9.2016 επιταγής προς εκτέλεση μόνο στους δύο εταίρους, μέλη της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας (Μ. και Ε. Γ., ήδη 2ο και 3ο των ανακοπτό­ντων), και όχι και στο νομικό πρόσωπο αυτής (σχ. οι υπ αριθ. .../29.9.2016, .../29.9.2016 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Μ.). Περαιτέρω η επισπεύδουσα δανείστρια επέ­δωσε για 3η φορά αντίγραφο εξ απογράφου της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής μετά της με ημερομηνία 22.5.2018 επιταγής προς εκτέλεση μόνο στον έναν εκ των ομορρύθμων συνεταίρων (Μ. Γ. του Δ.) (οχ. η υπ αριθ. .../30.5.2018 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών I. Τ.).

Με βάση αυτή την από έτους 2018 επιταγή (με τίτλο εκτελεστό την ως άνω διαταγή πληρωμής), η επισπεύ­δουσα δανείστρια επέβαλε κατάσχεση σε περιουσιακά στοιχεία και δη στις περιγραφόμενες στην κατασχετή­ρια έκθεση οριζόντιες ιδιοκτησίες του ανωτέρω συνε­ταίρου (Μ. Γ. του Δ.), οι οποίες βρίσκονται στον συνοι­κισμό [...] Πειραιώς και επισπεύδει αναγκαστικό πλει­στηριασμό (με ηλεκτρονικά μέσα), ο οποίος ορίσθηκε για τη 13η Φεβρουαρίου 2019. Επομένως παθητικό υποκείμενο της προκείμενης εκτελεστικής διαδικασίας είναι ο ανωτέρω ομόρρυθμος εταίρος επ ονόματι Μ. Γ. του Δ. (2ος των ανακοπτόντων). Πλην όμως, από τη στιγμή που η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδό­θηκε σε βάρος τόσο της ομόρρυθμης εταιρίας όσο και σε βάρος των δύο εταίρων (καθότι η σχετική αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής στράφηκε και κατά των τριών προσώπων), τότε μεταξύ τους, ήτοι μεταξύ της ΟΕ και των μελών της, υφίσταται δεσμός αναγκα­στικής ομοδικίας, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχ. II μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Τούτο σημαί­νει ότι (λόγω και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων σε σχέση με αυτή του Ν Π της ΟΕ), μόνο αν η εν λόγω διαταγή πλη­ρωμής επιδιδόταν και στο εν λόγω νομικό πρόσωπο θα άρχιζε να τρέχει η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (15νθήμερη) προθεσμία προς άσκηση της αντίστοιχης ανακοπής, έστω και αν η διαταγή πληρωμής δεν επι­διδόταν και στους εταίρους. Ωστόσο, από τη στιγμή κατά την οποία ο εν λόγω εκτελεστός τίτλος δεν επι­δόθηκε στην εταιρία, μόνη η επίδοση αυτής στους εταί­ρους δεν εκκινεί την ως άνω προθεσμία προς άσκηση της δεύτερης (κατ άρθρο 633 Κ.Πολ.Δ.) ανακοπής. Ο δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας με τον οποίο συνδέο­νται η ΟΕ με τα συνεναχθέντα μέλη της, λόγω του ότι το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής σε βάρος της εταιρίας δεσμεύει και τα μέλη της (329 Κ.Πολ.Δ.), υπό την έννοια ότι τα τελευταία, μετά την καθ οιονδήποτε τρόπο επερχόμενη τελεσιδικία της, δεν θα δύνανται να αμφισβητήσουν τις τελεσιδίκως διαγνωσθείσες υπο­χρεώσεις του νομικού προσώπου, επιβάλλει την ενό­τητα της δικονομικής αντιμετώπισής της, έτσι ώστε η επίδοσή της να επιφέρει ενιαία δικονομικά αποτε­λέσματα ως προς όλους τους ομοδίκους. Αλλωστε η έναρξη της κατά το άρθρο 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας θα πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους ομοδίκους (ΝΠ και μέλη του), (όπως αντίστοιχα συμβαίνει στην έναρξη της 30ήμερης προθεσμίας εφέσεως, όπου, για να αρχί­σει η διαδρομή της, θα πρέπει η οριστική απόφαση να επιδοθεί και στον τελευταίο αναγκαίο ομόδικο). Αυτό θα συμβεί μόνο αν η διαταγή πληρωμής επιδοθεί από τον δανειστή της ΟΕ και στην τελευταία.

Εξ άλλου, λόγω του ότι η αίτηση προς έκδοση της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στράφηκε τόσο κατά της ΟΕ όσο και κατά των μελών της και αντί­στοιχα η τελευταία εκδόθηκε σε βάρος όλων, η τελεσι­δικία αυτής, ήτοι το δεδικασμένο που τυχόν θα απορρεύσει, θα πρέπει να ισχύσει για όλους τους ομοδίκους και μάλιστα από το ίδιο χρονικό σημείο. Δηλαδή δεν μπορεί η μία και αυτή διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος της ΟΕ και των μελών της (αναγκαστική ομο­δικία) να είναι για την μεν εταιρία μη τελεσίδικη ενώ για τα μέλη της τελεσίδικη. Η τελεσίδικη διαταγή πληρω­μής σε βάρος της ΟΕ εκλύει δεδικασμένο όχι μόνο για την ίδια αλλά και για τα μέλη της. Έτσι, από τη στιγμή κατά την οποία εν προκειμένω, η υπέρ ης η διαταγή πληρωμής δανείστρια, την επέδωσε για 2η φορά μόνο στους ομορρύθμους συνεταίρους, χωρίς να την επιδώ­σει και στο νομικό πρόσωπο της ΟΕ, δεν άρχισε να τρέ­χει η προθεσμία του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για κανέναν από τους (αναγκαίους) ομοδίκους, ήτοι ούτε και για την εταιρία αλλά ούτε και για τους εταίρους, καθότι η προς τους τελευταίους μόνο γενόμενη επίδοση δεν αρκεί, αν δεν ολοκληρωθεί η επίδοση και στο νομικό πρόσωπο. Με άλλες λέξεις δεν θεωρείται ως 2η κατά σειρά επί­δοση της διαταγής πληρωμής αν δεν επιδοθεί και στο νομικό πρόσωπο. Η προς μόνο τον/τους εταίρο/ους επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου αυτής με επιταγή προς εκτέλεση σηματοδοτεί μόνο την σε βάρος του/ς έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας, οπότε πλέον οι τελευταίοι δικαιούνται, ως παθητικά υποκείμενά της, να ασκήσουν την εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή, όχι όμως ως 2 η επίδοση της ΔΠ η οποία θέτει σε κίνηση την κατά το άρθρο 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προθεσμία. Μόνο αν η υπ αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής επιδοθεί και στην εταιρία, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, θα αρχί­σει να τρέχει η ανωτέρω προθεσμία. Για να αναπτύξει επομένως η επίδοση της εν λόγω διαταγής τα αποτελέσματά της, ήτοι για να θεωρηθεί ότι επιδόθηκε για 2η φορά, ως αφετηρία της ανακοπής του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει να επιδοθεί και στο νομικό πρό­σωπο της ΟΕ.

Τούτο έχει, εν προκειμένω, τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: α) ότι αν παρά τη μη επίδοση και στην ΟΕ, ασκηθεί η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή είτε από τον ΟΕ είτε από τους εταίρους, αυτή θα είναι απα­ράδεκτη. Και τούτο διότι ασκείται προ πάσης επίδο­σης. Με βάση τα προαναφερθέντα στην υπό στοιχ. I μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, δεν νοείται άσκηση της εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής προ πάσης επίδοσης. Η ανακοπή αυτή προϋποθέτει ότι ο δανειστής θα προβεί σε 2η κατά σειρά (εννοείται έγκυρη) επίδοση της διαταγής πληρωμής. Προ της εν λόγω επίδοσης δεν μπορεί να ασκηθεί μία τέτοια ανα­κοπή. Από τη στιγμή κατά την οποία ο προαναφερθείς εκτελεστός τίτλος δεν επιδόθηκε (και) στην ΟΕ, ήτοι σε όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, στην πραγματικό­τητα δεν θεωρείται ότι επιδόθηκε για δεύτερη φορά. Η δε γενόμενη επίδοση προς τους ομορρύθμους εταίρους αντιγράφου εξ απογράφου μετ επιταγής προς πληρωμή σηματοδοτεί (σε σχέση με αυτούς πάντα) μόνο την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος τους, οπότε οι τελευταίοι μπορούν να ασκήσουν ανα­κοπή κατά της εκτέλεσης, β) ότι η κατά σειρά 3η με ημερομηνία 30.5.2018 επίδοση αντιγράφου εξ απογρά­φου αυτής (ενν. της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πλη­ρωμής μετά της από 22.5.2018 επιταγής προς εκτέ­λεση), μόνο στον συνεταίρο Μ. Γ., δεν θεωρείται ότι αφετηριάζει και πάλι για κανέναν από τους ομοδίκους την εκ του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προθεσμία υπό την έννοια (όπως ακριβώς συνέβη και με την από μηνός Σεπτεμβρίου 2016 επίδοση μόνο στους εταίρους), ότι δεν θεωρείται ότι επιδόθηκε για 2η φορά, αν δεν επιδοθεί και στην εταιρία. Η εν λόγω επίδοση εκκινεί μόνο την κατά του εν λόγω συνεταίρου διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο τελευταίος, ως παθητικό υποκείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, νομιμοποιεί­ται ενεργητικά (μόνο αυτός) προς άσκηση της εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής. [Σημειωτέων ότι η επί­δοση της από 22.5.2018 επιταγής προς εκτέλεση στον Μ. Γ. του Δ., κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου του ως άνω εκτελεστού τίτλου, σημαίνει ότι η επισπεύδουσα δανείστρια παραιτήθηκε σιωπηρά από την προηγού­μενη με ημερομηνία 27.9.2016 επιταγή προς εκτέλεση], γ) ότι εφόσον η προκείμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (η οποία άρχισε με την επίδοση της από έτους 2018 επιταγής προς εκτέλεση μόνο στον Μ. Γ. του Δ.), κινήθηκε μόνο κατά του τελευταίου, νομιμο­ποιείται ενεργητικά προς άσκηση της εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής μόνο ο ανωτέρω και όχι η ομόρ­ρυθμη εταιρία ούτε και ο άλλος συνεταίρος επ ονόματι Ε. Γ. του Δ., δ) ότι από τη στιγμή κατά την οποία η υπ αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής δεν επιδόθηκε για 2η φορά προς την εταιρία, δεν έχει αποκτήσει ακόμη ισχύ δεδικασμένου ούτε για την ίδια, ούτε αυτονόητα και για τους εταίρους της. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι ο ανακόπτων Γ. Μ., καθ ο μέρος ασκεί την εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατά των ως άνω πρά­ξεων αναγκαστικής εκτέλεσης (επιταγή προς εκτέλεση, κατασχετήρια έκθεση, απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης), μπορεί να προβάλει λόγους που αφορούν τόσο το κύρος του εκτελεστού τίτλου (ΔΠ) όσο και την απαίτηση, αν και εν προκειμένω για την τελευταία υφίσταται δεδικασμένο όχι από την (μη εισέτι τελεσί­δικη) διαταγή πληρωμής αλλά από την τελεσίδικη ανα­γνωριστική απόφαση που επιδίκασε αυτήν στην επι­σπεύδουσα, κληρονόμο του αρχικού ενάγοντα (321, 322, 330, 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και στην οποία (ενν. τελεσί­δικη αναγνωριστική απόφαση) στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής. Αντιθέτως, αν η αίτηση προς έκδοση της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είχε στραφεί μόνο κατά των συνεταίρων, οπότε και η αντίστοιχη διαταγή πληρωμής θα υποχρέωνε μόνο τους τελευταίους να καταβάλουν εις ολόκληρο το (εταιρικό) χρέος στην ανωτέρω δανείστρια, τα μέλη της εν λόγω ΟΕ (καθ ων η διαταγή πληρωμής), θα συνδέονταν με τον δεσμό της απλής ομοδικίας. Έτσι, στην υποθετική αυτή περί­πτωση, βάση της αρχής της αυτοτέλειας των δικών των απλών ομοδίκων και της υποκειμενικής ενέργειας των διαδικαστικών πράξεων (74, 75 Κ.Πολ.Δ.), θα μπο­ρούσε να λάβει χώρα επίδοση της ΔΠ μόνο στον ένα εκ των συνεταίρων ή και στους δύο, οπότε οι σχετικές προθεσμίες των ανακοπών (632, 633 Κ.Πολ.Δ.) θα άρχι­ζαν αυτοτελώς για τον καθένα (ήτοι από την ημερομη­νία της επίδοσης της ΔΠ ξεχωριστά). Όπως επίσης και το δεδικασμένο που τυχόν θα απέρρεε από τη διαταγή πληρωμής θα μπορούσε να έχει υποκειμενική ενέργεια, ήτοι για τον έναν ομόδικο θα μπορούσε να έχει τελεσιδικήσει και για τον άλλο όχι (486 ΑΚ). Αυτονόητα από ένα τέτοιο δεδικασμένο δεν θα δεσμευόταν η εταιρία. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση ανακοπή ως προς το σκέλος που αποτελεί ανακοπή (633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ασκηθείσα τόσο από την ΟΕ όσο και οπτό τα μέλη της , θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι αφού δεν επιδόθηκε για 2η φορά η εν λόγω διαταγή πλη­ρωμής και προς την εταιρία, ήτοι σε όλους του αναγκαίους ομοδίκους, θωρείται ότι ασκήθηκε προ πάσης επίδοσης.

Επίσης, ως προς το σκέλος που αποτελεί ανακοπή εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., δια της οποίας προσβάλ­λονται οι προαναφερθείσες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, καθ ο μέρος έχει ασκηθεί από την εταιρία με την επωνυμία: «…………» καθώς και από τον συνέταιρο Ε. Γ. του Δ., θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίη­σης. Και τούτο διότι σε άσκηση της εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής νομιμοποιείται (ενεργητικά) ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης. Καθ ου δε η εκτέλεση οφειλέτης, ήτοι παθητικό υποκείμενο της παρούσας εκτελεστικής διαδικασίας, όπως αυτή άρχισε με την επίδοση της από μηνός Μαΐου 2018 επιταγής κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου του ως άνω εκτελεστού τίτλου, είναι το πρόσωπο το οποίο αναφέρεται ως καθ ου σ αυτή (Νικ. Θ. Νίκας, Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, τόμος I, 2η έκδοση 2017). Εν προκειμένω στην από 22.5.2018 επιταγή προς εκτέλεση αυτός που επιτάσσεται να καταβάλει τα αναφερόμενα σ αυτήν ποσά είναι μόνο ο ένας εκ των συνεταίρων, ήτοι ο Μ. Γ. του Δ., στον οποίο και επιδόθηκε η εν λόγω επιταγή στις 30 Μαΐου 2018. Άρα αυτός μόνο είναι, εν προκει­μένω, παθητικό υποκείμενο της παρούσας εκτελεστι­κής διαδικασίας, αδιάφορο αν με βάση την προαναφερ­θείσα διαταγή πληρωμής υπάρχουν και άλλοι (εις ολό­κληρο) συνυπόχρεοι για την καταβολή του εταιρικού χρέους (ήτοι η εταιρία και ο άλλος ομόρρυθμος εταί­ρος). Παραδεκτή, επομένως, είναι η προκείμενη εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή μόνο καθ ο μέρος ασκεί­ται από τον ανωτέρω εταίρο (Μ. Γ.), στον οποίο και επιδόθηκε η εν λόγω επιταγή προς εκτέλεση. Επομένως σε σχέση με το σκέλος αυτό θα πρέπει να ερευνηθεί, εν συνεχεία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της.

III) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 αρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.: «το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων, εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρ­κούσε η δίκη ή μετά το τέλος της». Αναφορικά με την περίπτωση των διαδόχων γίνεται δεκτό ότι περιλαμ­βάνονται τόσο οι καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) όσο και οι ειδικοί. Η εν λόγω επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου και στους καθολικούς διαδό­χους αυτονόητα προϋποθέτει τον θάνατο του κληρονομουμένου, ο οποίος μπορεί να επήλθε είτε κατά τη διάρκεια της δίκης είτε μετά την τελεσίδικη περάτωσή της. Αν βέβαια ο θάνατος λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δίκης είτε στον πρώτο είτε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τούτο αποτελεί λόγο βίαιης διακοπής της (άρθρο 286 περ. α Κ.Πολ.Δ.), οπότε οι νομιμοποι­ούμενοι προς συνέχιση αυτής (κληρονόμοι) δικαιούνται να την επαναλάβουν. Η δικαστική απόφαση εκδίδεται πλέον στο όνομά τους και όχι στο όνομα του κληρονομουμένου. Δηλαδή οι καθολικοί διάδοχοι που συνε­χίζουν τη διακοπείσα δίκη, υπεισέρχονται στη δικο­νομική θέση του αποβιώσαντα, λαμβάνοντας πλέον τη θέση του διαδίκου. Το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει ως προς αυτούς υπό την ιδιότητα τους ως δια­δίκων που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικού (πρβλ. Κουσούλη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 325 αριθ. 6, Κ. Καλαβρό, Πολιτική Δικονομία 4η έκδοση, 2016, όπου: «αν η καθολική δια­δοχή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της δίκης, αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης κατά το άρθρο 286 εδ. α. Η διακοπή της δίκης επιφέρει αλλαγή των διαδίκων, ώστε ο καθολικός διάδοχος συνεχίζει τη δίκη ως διάδικος και όχι ως εκπρόσωπος του αποβιώσαντος διαδίκου»). Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση η οποία, κατόπιν επελ­θούσας βίαιης διακοπής της δίκης και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους, εκδόθηκε στο όνομα των τελευταίων, αυτονόητα αναφέρει τα ονόματα των διαδίκων, ήτοι πλέον των καθολικών διαδόχων τους, οι οποίοι και υπεισήλθαν στη δικονομική θέση των πρώτων, περι­γράφοντας (στο σκεπτικό της), τον τρόπο υπεισέλευσης των κληρονόμων στην κληρονομιά, δοθέντος ότι σε περίπτωση βίαιης διακοπής της δίκης και εν συνε­χεία επανάληψή της από τους κληρονόμους, το ζήτημα ποιος ή ποιοι είναι κληρονόμοι του αποθανόντα και άρα ποια πρόσωπα νομιμοποιούνται να συνεχίσουν τη διακοπείσα δίκη κρίνεται παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο αυτό (ΟλομΑΠ 22/2000, ΝοΒ 2001. 602, ΑΠ 303/2008, Δ 2008. 810, ΑΠ 1978/2008, Δ 2009. 530, ΑΠ 1860/2007, Δ 2008. 201, Μιχ. Μαργαρίτης, ερμηνεία κατ άρθρο Κ.Πολ.Δ., 1 η έκδοση, άρθρο 290, αριθ. 6).

Ως γνωστό, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί για χρηματική απαίτηση και με βάση τελεσίδικη (ανα­γνωριστική) δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτήν αν η εν λόγω τελεσίδικη αναγνωριστική δικα­στική απόφαση εκδόθηκε στο όνομα του καθολικού διαδόχου του κατά τη διάρκεια της δίκης αποβιώσα­ντα αρχικού διαδίκου, λόγω επελθούσας βίαιης διακο­πής και εν συνεχεία επανάληψής της από τον ανω­τέρω, λόγω του ότι ο τρόπος υπεισέλευσης αυτού στην κληρονομιά (εκ διαθήκης, εξ αδιαθέτου κ.τ.λ.), ελέγχε­ται από την απόφαση και συνήθως περιγράφεται στο σκεπτικό της, η οποία και προσκομίζεται εν συνεχεία για την έκδοση της σχετικής διαταγής πληρωμής, δεν απαιτείται να περιγράφεται και σ αυτήν ξανά (ενν. τη διαταγή) ο ειδικότερος τρόπος με τον οποίο κατέ­στη ο αιτών την έκδοσή της κληρονόμος. Ούτε απαι­τείται επίσης να προσκομίζονται για την έκδοση της διαταγής πληρωμής σχετικά έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται η κληρονομική του ιδιότητα (π.χ. ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομουμένου, κληρονομητήριο, πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως της κληρονομιάς κ.τ.λ.). Και τούτο διότι τα ζητήματα αυτά, ήτοι το ποιος είναι κληρονόμος του αρχικού δανειστή της απαίτησης (κληρονομουμένου), το πώς κατέστη ο αιτών τη διαταγή πληρωμής κληρονόμος (λ.χ. εκ δια­θήκης ή εξ αδιαθέτου) και σε τι ποσοστό (επί συγκληρονομίας) κ.τ.λ., έχουν κριθεί σε σχέση με την επίδικη απαίτηση με ισχύ δεδικασμένου από την προηγηθείσα τελεσίδικη αναγνωριστική δικαστική απόφαση. Δεν απαιτείται εκ νέου προσκόμιση των νομιμοποιητικών εγγράφων που να αποδεικνύουν την κληρονομική ιδιό­τητα. Αρκεί βέβαια να γίνεται (στο σώμα της ΔΠ) όπως και στην αίτηση για την έκδοσή της, μνεία αυτής της απόφασης και να επισυνάπτεται. Το ζήτημα σε ποιον μεταβαίνει η απαίτηση μετά τον θάνατο του αρχικού διαδίκου (κληρονομουμένου) (1710 ΑΚ), έχει καλυφθεί από το δεδικασμένο και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε εξώδικα αλλά ούτε και στο πλαίσιο άλλης διαδι­κασίας ή δίκης που αφορά την απαίτηση αυτή (321, 331 Κ.Πολ.Δ.). Αντιθέτως, όταν για πρώτη φορά ο κλη­ρονόμος του δανειστή μίας (χρηματικής) απαίτησης αιτείται την έκδοση διαταγής πληρωμής και άρα τα σχετικά ζητήματα κληρονομικού δικαίου θα ελεγχθούν το πρώτον από τον αρμόδιο Δικαστή για την έκδοσή της, ενόψει του ότι η απαίτηση αλλά και το πρόσωπο του φορέα της, όπως ορίζει το άρθρο 623 Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως, τότε θα πρέπει να επισυνάπτονται και τα σχετικά έγγραφα τα οποία πιστοποιούν την κληρονομική του ιδιότητα και συνα­κόλουθα την ενεργητική του νομιμοποίηση.

Με τον υπό στοιχ. Αα λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων (Μ. Γ. του Δ.), εκθέτει ότι οι προσβαλλόμενες πρά­ξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (επιταγή, κατασχετήρια έκθεση, απόσπασμα αυτής), είναι άκυρες διότι ο εκτε­λεστός τίτλος στον οποίο βασίζεται η παρούσα εκτελε­στική διαδικασία, ήτοι η υπ αριθ. .../2016 διαταγή πλη­ρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεν μνημονεύει αναλυτικά τα νομιμοποιη­τικά έγγραφα κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσής της και δη ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της τώρα καθ ης η ανακοπή ως μοναδικής κληρονό­μου του συζύγου της (αρχικού ενάγοντα) στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η σχετική απόφαση που ανα­γνώρισε τελεσιδίκως υπέρ της και σε βάρος της ΟΕ και των μελών της, τις σχετικές εργατικές απαιτήσεις. Ότι ειδικότερα δεν μνημονεύει ούτε το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του θανόντα ώστε να κατα­φαίνεται ότι η καθ ης είναι μοναδική κληρονόμος του συζύγου της, ούτε πιστοποιητικό περί δημοσιεύσεως ή μη σχετικής διαθήκης, ούτε επίσης και πιστοποιη­τικό περί αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος και προσβολής του, ούτε τέλος κληρονομητηρίου που να εκδόθηκε από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο του δικαστη­ρίου της κληρονομιάς. Ότι επίσης τα εν λόγω στοι­χεία δεν μπορούν να αναπληρωθούν με έγγραφα τα οποία δεν προσκομίσθηκαν κατά τη διαδικασία έκδοσης της εν λόγω διαταγής πληρωμής, δοθέντος επί­σης ότι στο πλαίσιο των διεξαχθεισών δικών κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών είχε περιέλθει σε γνώση του ανακόπτοντα η ύπαρξη και άλλων κλη­ρονόμων του αποθανόντος (αρχικού ενάγοντα), ήτοι τριών τέκνων του, δύο θήλεων και ενός άρρενος. Ο προκείμενος λόγος ανακοπής ναι μεν προβάλλεται εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της κατά το άρθρο 934 παρ. 1 α Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας [45 ημέρες από την κατάσχεση και δη από την προς τον ανακόπτοντα επίδοση της υπ αριθ. .../4.7.2018 κατασχετήριας έκθεσης δοθέντος ότι ο τελευταίος ήταν απών κατά την ημερομηνία επιβο­λής της (η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στον ανα­κόπτοντα στις 4.7.2018, ενώ ο τελευταίος κατέθεσε την προκείμενη ανακοπή στη Γραμματεία του παρό­ντος Δικαστηρίου στις 26.7.2018 και την επέδωσε στην καθ ης στις 13 Αυγούστου 2018, λαμβάνεται υπ όψιν ότι η προθεσμία του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ. αναστέλλεται κατά τον μήνα Αύγουστο βάση άρθρου 147 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ωστόσο θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσι­μος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, η υπ αριθ. .../2016 Διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκδόθηκε με βάση τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση και δη δυνάμει της υπ αριθ. 732/2014 (ήδη τελεσίδικης) απόφασης του Εφετείου Πειραιώς η οποία απέρριψε την έφεση των τώρα ανακοπτόντων και τότε εκκαλούντων-εναγομένων στη δίκη εκείνη ως ανυποστήρικτη. [Η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης ισοδυναμεί με απόρ­ριψη της έφεσης στην ουσία της, ΟλομΑΠ 16/1990, ΕλλΔνη 1990. 803, ΑΠ 1102/2006, ΝοΒ 2006. 1297.]

Με την εν λόγω εφετειακή απόφαση, η οποία έχει τελεσιδικήσει καθότι επιδόθηκε στους ερημοδικασθέντες εκκαλούντες, παρελθούσης άπρακτης της 15νθήμερης προθεσμίας προς άσκηση εκ μέρους των ανακοπής ερημοδικίας (503 Κ.Πολ.Δ.) (σχ. οι υπ αριθ. ...17.12.2015, ...17.12.2015, ...17.12.2015 εκθέσεις επί­δοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Π. Μ.), επικυρώθηκε η υπ αριθ. 6449/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε επιδικάσει στον ενάγοντα Γ. Α. εργατικές απαιτήσεις. Ο εν λόγω ενάγων απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της έφεσης (άρα και της αγωγής) ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς. Επήλθε έτσι βίαιη διακοπή της δίκης την οποία συνέ­χισε ως μοναδική κληρονόμος αυτού η σύζυγος του (και ήδη καθ ης η ανακοπή) Α. Α. του Π.. Η προαναφερ­θείσα εφετειακή απόφαση (ήδη τελεσίδικη) εκδόθηκε στο όνομα της ανωτέρω, ως (μοναδικού) κληρονόμου του συζύγου της. Το Εφετείο Πειραιώς, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε τότε η υπόθεση, λόγω ασκηθείσας έφεσης, έκρινε παρεμπιπτόντως (έστω και σιωπηρά) τα ζητήματα κληρονομικού δικαίου και συγκεκριμένα το ποιος ήταν κληρονόμος του αρχικού ενάγοντα και άρα φορέας της επίδικης απαίτησης, μετά τον θάνατο του ανωτέρω. Από την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο ως προς το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (σε σχέση με την επίδικη απαίτηση). Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως η υπ αριθ. .../2016 δια­ταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση αυτήν ακριβώς την απόφαση (αναγνωριστικού χαρακτήρα), η οποία έκρινε τα εν λόγω ζητήματα. Στην τελεσίδικη αυτή κρίση (και ως προς το εν λόγω ζήτημα της κληρονομικής διαδο­χής), βασίσθηκε και η Δικαστής η οποία εξέδωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής, για τις ίδιες (τελεσιδίκως αναγνωρισθείσες) εργατικές απαιτήσεις. Ως εκ τούτου εκ νέου αναμόχλευση του ζητήματος ποιος ή ποια πρό­σωπα είναι κληρονόμοι του ανωτέρω αποβιώσαντα ή αν ενδεχομένως υπάρχουν και άλλοι κληρονόμοι του τελευταίου, πλην της ανωτέρω συζύγου, δεν επιτρέ­πεται πλέον. Εξ άλλου από τη στιγμή κατά την οποία η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την εν λόγω τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση, η οποία έκρινε με ισχύ δεδικασμένου το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα του ποιος είναι κληρονόμος του αποβιώσαντα (321, 331 Κ.Πολ.Δ.), τότε αρκεί για την πληρότητα του περιεχομένου της διαταγής πληρωμής να γίνε­ται μνεία της εν λόγω εφετειακής απόφασης, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύονται όλα εκείνα τα έγγραφα τα οποία πιστοποιούν το κληρονομικό δικαίωμα της αιτούσας την έκδοση διαταγή πληρω­μής δανείστριας, όπως αντιθέτως θα απαιτείτο αν το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής δεν είχε κριθεί τελε­σιδίκως και άρα θα απαιτείτο να τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον του αρμόδιου προς έκδοση διαταγή πληρωμής Δικαστή (π.χ. πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης δια­θήκης, πλησιεστέρων συγγενών, πρακτικό δημοσίευ­σης διαθήκης, κληρονομητήριο κ.ο.κ.). Με δύναμη δεδι­κασμένου επομένως κρίθηκε ότι καθολικός διάδοχος και άρα δικαιούχος των αναγνωρισθεισών εργατικών απαιτήσεων είναι η τώρα καθ ης η ανακοπή. Αρκεί επομένως η αναφορά της εν λόγω απόφασης χωρίς να απαιτείται κάτι περισσότερο για την απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας της ανωτέρω. Και πράγματι, η εν λόγω διαταγή πληρωμής αναφέρεται στην ως άνω εφετειακή απόφαση και μάλιστα περιγράφει με αναλυ­τικό τρόπο το πώς η αιτούσα δανείστρια υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στην επίδικη έννομη σχέση (εργα­τικές απαιτήσεις).

Με τον υπό στοιχεία Αβ λόγο ανακοπής, ο ανακό­πτων εκθέτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκα­στικής εκτέλεσης είναι άκυρες λόγω ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου (ήτοι της υπ αριθ. .../2016 διαταγής πληρωμής) διότι δεν αναγράφονται στο σώμα αυτής ούτε η διεύθυνση κατοικίας της επισπεύδουσας (υπέρ ης η διαταγή πληρωμής), ούτε και ο ΑΦΜ. Ο παρών λόγος ανακοπής ναι μεν προβάλλεται εμπρόθεσμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, εντός της προθε­σμίας του άρθρου 934 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., ωστόσο θα πρέ­πει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Πράγματι, κατά το άρθρο 630 στοιχ. β Κ.Πολ.Δ. απαι­τείται να αναγράφεται στη διαταγή πληρωμής πέραν (αυτονοήτως) του ονόματος του δανειστή και η ακρι­βής διεύθυνση της κατοικίας του καθώς επίσης και ο αριθμός φορολογικού του μητρώου. Πλην όμως η μη αναφορά των ως άνω στοιχείων (διεύθυνση κατοικίας του υπέρ ου η διαταγή πληρωμής η οποία απαιτείται για τον έλεγχο της κατά τόπο αρμοδιότητας και του ΑΦΜ το οποίο απαιτείται τόσο για λόγους εξατομίκευ­σης του προσώπου του δανειστή όσο και για λόγους σύλληψης φορολογητέας ύλης), δεν προκαλεί άνευ ετέ­ρου ακυρότητα της διαταγής πληρωμής. Απαιτείται, εκ μέρους του ανακόπτοντα, επίκληση και απόδειξη σχετικής δικονομικής βλάβης η οποία μάλιστα δεν μπο­ρεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (159 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ.) (Εφ.Πειρ. 1198/1987, ΕλλΔνη 1988. 733). Πλην όμως ο ανακό­πτων εν προκειμένω δεν επικαλείται ποια δικονομική βλάβη υπέστη από τη μη αναγραφή των εν λόγω στοι­χείων στην επίμαχη διαταγή πληρωμής, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία δεν αμφισβητείται η ταυτό­τητα του προσώπου της καθ ης η ανακοπή και άρα δεν τίθεται ζήτημα εξατομίκευσης αυτής. Όλα αυτά επίσης τη στιγμή κατά την οποία ο εκάστοτε ανακό­πτων (τόσο όταν πρόκειται για την κατά το άρθρο 632 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή όσο και όταν πρόκειται για ανακοπή κατά της εκτέλεσης, 933 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να επιδώσει το δικόγραφο αυτής και στον πληρεξούσιο δικηγόρο ο οποίος υπέγραψε την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής ή αντίστοιχα την επιταγή προς εκτέλεση, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να επιδώσει την ανα­κοπή σε εσφαλμένη ή ακόμη και ανύπαρκτη διεύθυνση του δανειστή αν δεν την γνωρίζει (νέο άρθρο 635, 924 τελ. εδ. Κ.Πολ.Δ.).

Με τον υπό στοιχ. Αγ λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων εκθέτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης είναι άκυρες διότι η υπ αριθ. .../2016 δια­ταγή πληρωμής απέβαλε την ισχύ της καθότι αφού επιδόθηκε στον ανακόπτοντα ακύρως, ουσιαστικά δεν επιδόθηκε εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 630Α Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντα, απλό αντίγραφο της εν λόγω δια­ταγής πληρωμής του επιδόθηκε για πρώτη φορά στις 10.3.2016, για δεύτερη φορά στις 29.9.2016 (με επι­ταγή προς εκτέλεση αυτή τη φορά), ήτοι στο διά­στημα κατά το οποίο ίσχυε η πανελλαδική αποχή των δικηγόρων κατόπιν απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. Ότι κατά την τρίτη επίδοση που έλαβε χώρα στις 30.5.2018, είχε παρέλθει η εν λόγω δίμηνη προθεσμία. Πλην όμως ο παρών λόγος ανακοπής θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι η γενόμενη επίδοση ενός δικογράφου, ακόμη και κατά το διάστημα που είναι σε ισχύ η πανελλαδική αποχή των δικηγόρων, δεν πάσχει δικονομικής ακυρότητας εκ μόνου του λόγου αυτού. Το αν βέβαια κάποιος πληρεξούσιος δικηγόρος παραγγεί­λει την επίδοση ενός εγγράφου, κατά τη διάρκεια της αποχής των δικηγόρων, κατά παράβαση της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, σε καμία περίπτωση δεν επάγεται η παράβαση αυτή ακυρότητα δικονομικής φύσεως της παραγγελθείσας επίδοσης. Πιθανόν μια τέτοια παράβαση να επάγε­ται εσωτερικές - πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος ενός τέτοιου δικηγόρου, πλην όμως από αμιγώς δικονομική άποψη που εν προκειμένω ενδιαφέρει δεν επάγεται καμία απολύτως ακυρότητα. Από τη στιγμή επομέ­νως κατά την οποία, όπως αποδεικνύεται εν προκειμένω, η υπ αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής επιδόθηκε εγκύρως στην οφειλέτρια εταιρία και στους εταίρους εντός της δίμηνης προθεσμίας (η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε στις 11.1.2016 και επιδόθηκε για 1η φορά στους ανωτέρω στις 10.3.2016, ήτοι εντός διμήνου), τότε είναι σε ισχύ και ως εκ τούτου έγκυρη για τον λόγο αυτόν. Αλλωστε, στις υπ αριθ. [...] εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Μ., αναγράφεται ότι οι εν λόγω επιδόσεις πραγματοποιήθηκαν αφού προηγουμένως είχε δοθεί η υπ αριθ. .../9.3.2016 άδεια επίδοσης από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς τον Δικηγόρο Αθηνών Α. Τ. (ΑΜ ΔΣΑ ...). Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του ανακόπτοντα είναι αβάσιμες και με το πρόσθετο αυτό επιχείρημα. Περαιτέρω ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι και η 3η κατά σειρά επίδοση της διαταγής πληρωμής στις 30.5.2018 είναι άκυρη, αφού είχε ήδη παρέλθει η κατά το άρθρο 630Α Κ.Πολ.Δ. δίμηνη προθεσμία από την έκδοσή της, καθότι στη σχετική έκθεση επίδοσης από την οποία αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε ο ως άνω εκτελεστός τίτ­λος στον ανωτέρω, αναγράφεται εσφαλμένη διεύθυνση και δη η οδός Χ αριθ. 28 αντί του ορθού Χ αριθ. 27.

Ωστόσο και ο προκείμενος λόγος ανακοπής τυγχά­νει απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι από τη στιγμή κατά την οποία έλαβε χώρα την πρώτη φορά έγκυρη επίδοση της παραπάνω διαταγή πλη­ρωμής, εντός διμήνου από την έκδοσή της, όπως ανω­τέρω εκτέθηκε, πληρούται η προϋπόθεση του νόμου, έστω και αν οι μεταγενέστερες της πρώτης επιδόσεις πάσχουν από ακυρότητα. Ως εκ τούτου ο ως άνω εκτε­λεστός τίτλος δεν απέβαλε την ισχύ του λόγω μη επίδοσής του εντός της προαναφερθείσας δίμηνης προ­θεσμίας. Αρκεί δηλαδή το ότι η πρώτη κατά σειρά από μηνός Μαρτίου 2016 επίδοση, γενόμενη εντός διμήνου, ήταν έγκυρη.

Με τον υπό στοιχεία Ας λόγο ανακοπής, ο ανακό­πτων, κατ εκτίμηση του δικογράφου, ισχυρίζεται ότι οι προαναφερθείσες πράξεις εκτέλεσης πάσχουν ακυρό­τητας, διότι ο εκτελεστός τίτλος (ΔΠ) στον οποίο αυτές βασίζονται, επιδόθηκε κατά το χρονικό διάστημα όπου δεν ήταν δυνατή η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατ αυτής (ήτοι ανακοπών) και ειδικότερα διότι κατά το έτος 2016, οπότε και έλαβαν χώρα οι σχετικές επιδό­σεις της, ήταν δυσχερής η εξεύρεση πληρεξουσίου δικη­γόρου προς σύνταξη των εν λόγω ενδίκων βοηθημάτων, λόγω της συμμετοχής τους στην Πανελλαδική αποχή που είχε τότε εξαγγείλει η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων. Πλην όμως ο παρών λόγος ανακοπής θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Και τούτο διότι ο ανακόπτων δεν εκθέτει ποια δικονομική βλάβη υπέ­στη από την υποτιθέμενη δυσχέρεια εξεύρεσης δικηγό­ρου προς άσκηση των σχετικών ενδίκων βοηθημάτων και δη δεν εκθέτει αν τυχόν απώλεσε κάποια δικονο­μική προθεσμία για τον λόγο αυτό, πέραν του ότι αν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο, θεωρούμενης της απο­χής των δικηγόρων ως λόγος ανώτερης βίας, δίνεται η δυνατότητα της κατά το άρθρο 152επ Κ.Πολ.Δ. επα­ναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, έτσι ώστε ένα εκπροθέσμως ασκηθέν ένδικο βοήθημα να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα. Με τον ίδιο δε λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται εν συνε­χεία ότι ακύρως επισπεύδεται σε βάρος του αναγκα­στική εκτέλεση, καθότι έχει ήδη υποβάλει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την υπ αριθ. 834/2013 αίτηση για υπαγωγή του στο καθεστώς του ν. 3869/2010, η συζήτηση της οποίας έχει προσδιορισθεί για την 17.3.2020. Ωστόσο και ο σχετικός λόγος ανακοπής θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι με βάση το άρθρο 1 του ν. 3869/2010 βασική προϋπό­θεση προκειμένου ένα φυσικό πρόσωπο να ενταχθεί στο εν λόγω καθεστώς είναι να μην έχει την εμπορική ιδιότητα. Πλην όμως το ομόρρυθμο μέλος μιας ομόρ­ρυθμης εταιρίας, όπως εν προκειμένω συνομολογεί ότι είναι ο ανακόπτων, εκ μόνης της συμμετοχής του σε ομόρρυθμη εταιρία αποκτά κατά τρόπο παράγωγο την εμπορική ιδιότητα (πρβλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών προσώπων, ερμη­νεία κατ άρθρο, έκδοση 2016, άρθρο 1 αριθ. 8). Ως εκ τούτου δεν δικαιούται να ενταχθεί στο εν λόγω νομοθετικό καθεστώς. Ούτε επίσης αναφέρει ότι κατά τον χρόνο που βρισκόταν σε κατάσταση παύσης πλη­ρωμών είχε παύσει να ασκεί εμπορική δραστηριότητα, αποχωρώντας από την εταιρία της οποίας ήταν μέλος.

Με τους υπό στοιχ. Βα, Ββ, Βγ λόγους ανακοπής, ο ανακόπτων αιτείται την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης καθώς και του αποσπάσματος αυτής για το λόγο ότι στην πρώτη δεν αναφέρονται: α) τα νομιμοποιητικά έγγραφα της επισπεύδουσας δανείστριας ως μοναδικής κληρονόμου του αποθανόντος συζύγου της Γ. Α. (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, πιστοποιητικό περί μη δημο­σίευσης διαθήκης ή περί μη αποποιήσεως κληρονομι­κού δικαιώματος (Βα λόγος), β) το ΑΦΜ της επισπεύ­δουσας (Βγ λόγος) και διότι γ) δεν αναφέρονται επίσης ρητά στο σώμα αυτής τα προβλεπόμενα εκ του νόμου ένδικα βοηθήματα (Βγ λόγος). Πλην όμως και οι τρεις ως άνω λόγοι θα πρέπει να απορριφθούν. Καταρχήν από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2, 993 παρ. 2 και 117, 118 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στην κατασχετήρια έκθεση αρκεί να αναγράφονται τα ονόματα του επισπεύδο­ντος δανειστή και του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο τους. Πουθενά από τις ως άνω δια­τάξεις δεν συνάγεται ότι θα πρέπει, όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από τον κληρονόμο του δικαιού­χου της απαίτησης (δανειστή), ότι θα πρέπει να ανα­φέρονται σ αυτήν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα τα οποία πιστοποιούν το κληρονομικό δικαίωμά του, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία στην προκείμενη περίπτωση η καθολική διαδοχή, ήτοι ο θάνατος του Γ. Α., έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της διαγνωστικής δίκης ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς και στη θέση αυτού, υπεισήλθε η τώρα επισπεύδουσα δανείστρια, στο όνομα της οποίας εκδόθηκε η προρρηθείσα εφε­τειακή απόφαση, οπότε η τελευταία κατέστη κυρία διάδικος και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα άρθρα 325 αρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ. ισχύουν υπέρ της τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου αλλά και της εκτελεστότητας (919 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από τη στιγμή επομένως κατά την οποία υπάρχει η εν λόγω δικαστική απόφαση η οποία τελεσιδίκως αναγνώρισε ότι η καθ ης η ανακοπή είναι δικαιούχος των αναφερόμενων σ αυτήν απαιτήσεων, οι οποίες της μεταβιβάσθηκαν λόγω καθολικής διαδο­χής, όπως επίσης και από τη στιγμή κατά την οποία η υπ αριθ. ..../2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς βασίσθηκε σ αυτήν ακριβώς την απόφαση από την οποία απορρέει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα του δικαιούχου της απαίτησης που ενσωματώνει η επίμαχη διαταγή πλη­ρωμής, τότε αρκεί η μνεία (στην κατασχετήρια έκθεση) του εκτελεστού τίτλου και του ονόματος του επι­σπεύδοντος, όπως αυτό μνημονεύεται σ αυτόν (ΔΠ). Εφόσον στον ως άνω εκτελεστό τίτλο αναφέρεται ως επισπεύδουσα η τώρα καθ ης η ανακοπή Α. Α., (919 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τότε και η προσβαλλόμενη κατασχετή­ρια έκθεση, εκ των πραγμάτων, μόνο αυτή θα πρέπει να μνημονεύει ως επισπεύδουσα δανείστρια. Ο συντάξας αυτή (ενν. την κατασχετήρια έκθεση) Δικαστικός Επιμελητής δεν δικαιούται να ελέγξει το ζήτημα ποιος είναι κληρονόμος του Γ. Α. ούτε βεβαίως απαιτείται να μνημονεύσει σ αυτήν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα της επισπεύδουσας, ως κληρονόμου του ανω­τέρω θανόντα, ελέγχοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς, κατά τρόπο μη επιτρεπτό από τον νόμο, το κύρος του εκτελεστού τίτλου αλλά και το τελεσιδίκως κριθέν κλη­ρονομικό δικαίωμα της ως άνω επισπεύδουσας. Και τούτο διότι είναι υποχρεωμένος να βασισθεί μόνο στα στοιχεία που προκύπτουν από τον εκτελεστό τίτλο. Συνεπώς και ο παρών λόγος ανακοπής απορρίπτεται ως μη νόμιμος. Επίσης ο υπό στοιχ. Ββ) λόγος ανακο­πής θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος καθότι δεν αναφέρει ο ανακόπτων ποια δικονομική βλάβη υπέστη από τη μη αναγραφή του ΑΦΜ στο σώμα της κατα­σχετήριας έκθεσης που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητάς της (159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να απορριφθεί και ο υπό στοιχ. Βγ λόγος ανακοπής, δοθέ­ντος πέραν των άλλων ότι εν προκειμένω ο ανακόπτων δεν στερήθηκε του δικαιώματος του να εγείρει εμπρο­θέσμως την παρούσα εκ του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανα­κοπή και να εκθέσει τις αντιρρήσεις του, πραγματώ­νοντας έτσι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής ακρόασης (20 Συντ., 6 ΕΣΔΑ).

Με τον υπό στοιχεία Βδ λόγο ανακοπής, ο ανακό­πτων ισχυρίζεται ότι πάσχει η προσβαλλόμενη κατα­σχετήρια έκθεση και το συναφές απόσπασμα αυτής, διότι στην από μηνός Ιουνίου 2018 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του εκτιμητή Πολιτικού Μηχανικού Κ. Σ. της εταιρίας με την επωνυμία: «Κ.», που χρησι­μοποιήθηκε στην κατασχετήρια έκθεση, ως βάση για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας των κατασχεθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών, δεν παρατίθεται η μέθο­δος και ο τρόπος υπολογισμός της αξίας των, καθι­στώντας τον υπολογισμό αυτής με τρόπο αυθαίρετο και επιζήμιο σε σχέση με τη δυνατότητα επίτευξης του μεγαλύτερου δυνατού πλειστηριάσματος. Πλην όμως και ο υπό κρίση λόγος ανακοπής θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι μετά την ισχύ του ν. 2298/1995 ο οποίος καθιέρωσε την κατά το άρθρο 954 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. διορθωτική ανακοπή, ατέ­λειες, ελλείψεις και εν γένει σφάλματα ως προς τον υπολογισμό της αξίας του κατασχεθέντος πράγματος, ελέγχονται μόνο μέσω της τελευταίας αυτής ανακο­πής και όχι μέσω της γενικής (κατ άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ.) ακυρωτικής ανακοπής. Μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, όταν δηλαδή η περιγραφή του κατασχε­θέντος στην κατασχετήρια έκθεση είναι τόσο ατελής ή ελλιπής ώστε να εγείρονται αμφιβολίες για τη φυσική ή οικονομική ταυτότητα του πράγματος, συγχωρεί­ται η ακύρωσή της μέσω της κατ άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ.

ανακοπής και όχι η διόρθωσή της, μέσω του ενδί­κου βοηθήματος του άρθρου 954 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. (πρβλ. Νικ. Θ. Νίκα, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Ειδικό Μέρος, τόμος II, 2η έκδοση 2018, ΑΠ 474/1999, Εφ.Πειρ. 824/2004). Η εξαιρετική δε αυτή όμως περίπτωση δεν φέρεται ότι συντρέχει εν προκειμένω καθότι ο ανακόπτων επικαλείται απλώς ατέλειες ή σφάλματα που αφορούν στον υπολογισμό της αξίας των κατασχεθέντων, χωρίς όμως αυτά να επιδρούν στην ταυτότητά τους.

Με τον υπό στοιχ. Βε λόγο ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι πάσχει ακυρότητας η κατασχετήρια έκθεση και το συναφές απόσπασμα αυτής, διότι δεν αναγράφονται σ αυτήν το σύνολο των εμπραγμάτων βαρών (υποθήκες, προσημειώσεις) που έχουν επιβά­λει άλλοι δανειστές επί των κατασχεθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών καθότι έτσι παραβιάζεται αφόρητα η αρχή της σαφήνειας και της ακρίβειας (τυπικότητας) της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πλην όμως και ο παρών λόγος ανακοπής θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος καθότι από την αντιπαραβολή των δια­τάξεων των άρθρων 954 παρ. 2, 993 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δεν ανα­γράφεται ως υποχρεωτικό στοιχείο της κατασχετήριας έκθεσης η μνεία των βαρών που έχουν εγγράψει οι λοι­ποί δανειστές επί του κατασχεθέντος ακινήτου, πέραν του ότι βεβαίως και πάλι ο ανακόπτων δεν επικαλείται ποια βλάβη έχει υποστεί από την παράλειψη αυτή που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητάς της. Μη υφιστάμενου άλλου λόγου ανακοπής προς διερεύνηση, θα πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να απορριφθεί καθ ολοκληρίαν. Τέλος οι ανακόπτοντες θα πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της καθ ης η ανακοπή, λόγω της ήττας τους, κατά τα ειδικώς εκτι­θέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης (176, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).