ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 83/2019

 

Πρόεδρος: Γ. Λαμπροπούλου

Εφέτες: Α. Ρουσέα, Ε. Ρόκκου

Εισαγγελέας: Δ. Ζημιανίτης

Δικηγόροι: Ι. Ηρειώτης, Β. Αρβανίτης

 

[...] Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται, είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσής του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της. Επίσης, στο άρθρο 9 παρ. 3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια Δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Προϋπόθεση για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου είναι οι πράξεις, για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη, να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και, αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Περαιτέρω, προϋπόθεση της εκτελέσεως του εντάλματος, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί εκδόσεως για την άσκηση διώξεως, η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος, εφ’ όσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, μεταξύ δε των τελευταίων αυτών περιλαμβάνονται και εκείνη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (περ. ε). Το ευρωπαϊκό ένταλμα, δε, εκτελείται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως και 13 του ανωτέρω νόμου. Εξ άλλου ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερική (π.χ. νομότυπη έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου) νομιμότητα αυτού, οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (ΑΠ 280/2017, ΑΠ 1001/2017, ΑΠ 616/2016 Nomos).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το με αριθμό μητρώου ποινικών υποθέσεων υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου αστυνομίας ...2018 από 15.11.2018 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και τα προσκομισθέντα από τον εκζητούμενο έγγραφα, τα οποία αναγνώστηκαν, τις εξηγήσεις που έδωσε ο εκζητούμενος στο παρόν Δικαστικό Συμβούλιο, αλλά και από τις επισημάνσεις των δικηγόρων του και το υπόμνημα που κατέθεσαν, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο ... εκζητείται με βάση το .../2018 από 15.11.2018 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα 1) συνομωσίας για τη διάπραξη κακουργήματος, 2) συνομωσίας για την διάπραξη πλημμελήματος, 3) συνομωσίας για την ανατροπή της πορείας της Δικαιοσύνης, 4) παρέμβασης σε Δικαστική Διαδικασία, 5) δεκασμό δημόσιου λειτουργού, 6) συναλλαγές με αντιπροσώπους, οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά και αδικήματα κατά παράβαση του νόμου περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όπως προβλέπονται και τιμωρούνται από 1) κεφ. 154 άρθρο 371 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, 2) κεφ. 154 άρθρο 372 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, 3) κεφ. 154 άρθρο 121γ του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, 4) κεφ. 154 άρθρο 122 β του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, 5) κεφ. 154 άρθρο 100 β του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, 6) κεφ. 161 άρθρο 3β και κεφ. 154 άρθρο 20-21 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα και 7) νόμο 1881/2007, άρθρα 3, 4, 5. Τις παραπάνω πράξεις φέρεται ότι τέλεσε ο εκζητούμενος κατά την περίοδο των ετών 2005 - 2008, στην περιοχή της Πάφου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στο παραπάνω προς εκτέλεση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν περιγράφονταν σαφώς οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος. Ειδικότερα δεν υπήρχε σαφής και χωριστή περιγραφή κάθε επιμέρους πράξης, με αναφορά των περιστάσεων τέλεσης, του τόπου, του χρόνου και της συμμετοχικής σχέσης του εκζητούμενου σ’ αυτήν, ώστε να μπορεί η κάθε επιμέρους πράξη να εξατομικευτεί, προκειμένου να ασκήσει ο εκζητούμενος τα υπερασπιστικά του δικαιώματα αλλά και να μπορεί το Συμβούλιο αυτό να προβεί σε έλεγχο του διττού αξιοποίνου και των λοιπών προϋποθέσεων έκδοσης, όπως προβλέπονται στον Ν 3251/2004, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Για το λόγο αυτό το Συμβούλιο τούτο με την 18/2019 απόφασή του ζήτησε από τις αρμόδιες δικαστικές υπηρεσίες του αιτούντος την έκδοση κράτος, την παροχή διευκρινίσεων, ως προς τα παραπάνω ζητήματα. Ειδικότερα ζητήθηκε, με την παραπάνω απόφαση, να προσκομισθούν, από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, διευκρινίσεις ως προς τη σαφή και εξατομικευμένη περιγραφή της κάθε αποδιδόμενης στον εκζητούμενο πράξης, με σαφή προσδιορισμό του τόπου, χρόνου, περιγραφή συμμετοχής και πραγματικών περιστατικών τέλεσης των πράξεων, καθώς και το συνταγέν κατηγορητήριο, εάν υπάρχει. Το αιτούν την έκδοση κράτος, με το από 9.3.2019 έγγραφο των αρμοδίων υπηρεσιών του, το οποίο διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο αυτό με το .../13.3.2019 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, διευκρίνισε ότι, δεν έχει ακόμη συνταχθεί κατηγορητήριο για τις παραπάνω πράξεις, τις οποίες εκ νέου ανέφερε επιγραμματικώς, με σύντομη αναφορά στον τόπο, χρόνο και χαρακτηρισμό αξιόποινης πράξης, για καθεμία εξ αυτών. Στο παραπάνω έγγραφο όμως δεν περιλαμβανόταν περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούσαν τις αποδιδόμενες στον εκζητούμενο πράξεις, δεν υπήρχε επομένως η εξατομίκευση της κάθε μίας εξ αυτών, με σαφή προσδιορισμό τόπου, χρόνου, περιγραφή συμμετοχής και πραγματικών περιστατικών τέλεσης των πράξεων, που είχε ζητηθεί από το Συμβούλιο αυτό με την παραπάνω απόφασή του. Λόγω της ανεπάρκειας των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του εκζητούντος Κράτους, το Συμβούλιο αυτό με την 46/2019 απόφασή του ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να παρασχεθούν νέες διευκρινίσεις από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως προς τη σαφή και εξατομικευμένη περιγραφή της κάθε αποδιδόμενης στον εκζητούμενο πράξης, με σαφή προσδιορισμό τόπου, χρόνου, περιγραφή συμμετοχής και πραγματικών περιστατικών τέλεσης των πράξεων. Οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας απέστειλαν το από 4.5.2019 έγγραφό τους, το οποίο διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο τούτο με το με αρ. Πρωτ..../2018 από 8.5.2019 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, με το εξής περιεχόμενο «... Οι διευκρινήσεις που ζητούνται από τις Αρχές σας για τις περιστάσεις τέλεσης των επιμέρους αποδιδόμενων πράξεων του εκζητουμένου, όπως τόπος, χρόνος και μορφή συμμετοχής σε κάθε μια αξιόποινη πράξη ήδη περιλαμβάνονται στο μήνυμα που στάλθηκε στην Interpol Αθήνας, στις 9/3/19 και το οποίο φαίνεται πιο κάτω για εύκολη αναφορά. Πέραν αυτών των στοιχείων που αναφέρονται στο εν λόγω μήνυμα δεν υπάρχει οτιδήποτε περαιτέρω από πλευράς των Αρχών μας, προς αναφορά. Όσον αφορά το κατηγορητήριο που ζητείται, όπως αναφέρεται και στο μήνυμά μας, ημερ. 9/3/19, τέτοιο κατηγορητήριο δυνατό να καταχωρηθεί μετά την εκτέλεση του ΕΕΣ και αφού πρώτα ανακριθεί ο εκζητούμενος για τα υπό διερεύνηση αδικήματα.»

Στο από 9.3.2019 προηγούμενο έγγραφό τους οι αρχές του εκζητούντος Κράτους είχαν παράσχει τις εξής διευκρινίσεις: «Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια του μηνύματος σας ημερ. 22.02.2019, ακολουθεί πιο κάτω η απάντηση των Αρχών μας σε σχέση με τις διευκρινήσεις που ζητήθηκαν για τις περιστάσεις τέλεσης των επιμέρους αποδιδόμενων πράξεων του εκζητουμένου και τυχόν κατηγορητήριο: Αρχή παράθεσης κειμένου: Η υπόθεση θεωρείται ότι βρίσκεται στο στάδιο της διερεύνησης και ως εκ τούτου, με βάση τις Δικονομικές Αρχές της Κύπρου, δεν έχει καταχωρηθεί κατηγορητήριο για τον εκζητούμενο, παρόλο που το ΕΕΣ έχει εκδοθεί με σκοπό την ποινική του δίωξη. Τέτοιο κατηγορητήριο, δυνατό να καταχωρηθεί, μετά την εκτέλεση του ΕΕΣ και παράδοση του Εκζητούμενου στις Κυπριακές Αρχές, αφού πρώτα ανακριθεί και ο ίδιος για τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Έχοντας υπόψη όμως την υπάρχουσα μαρτυρία, δυνατό να εγερθούν οι πιο κάτω κατηγορίες: 1. Κατηγορείσαι ότι κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, συνωμότησες με άλλα πρόσωπα να διαπράξετε κακούργημα, δηλαδή Δεκασμό Δημοσίου Λειτουργού. 2. Κατηγορείσαι ότι κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, συνωμότησες με άλλα πρόσωπα να διαπράξετε πλημμέλημα, δηλαδή Παρέμβαση σε Δικαστική Διαδικασία. 3. Κατηγορείσαι ότι κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, παρεμπόδισες ή με οποιοδήποτε τρόπο παρέμβηκες, στην εκτέλεση νόμιμου ποινικού εντάλματος 4. Κατηγορείσαι ότι κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, προέβηκες σε πράξη προορισμένη ή η οποία ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσει, ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται, με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας, ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιοσδήποτε νόμου, δηλαδή παρείχες ωφελήματα σε Αστυνομικό, με σκοπό να αποτρέψεις ή αποφύγεις την εκτέλεση ενταλμάτων έρευνας, σε υποστατικά παράνομου τζόγου. 5. Κατηγορείσαι ότι κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, παρείχες ή προμήθευες, σε δημόσιο λειτουργό, περιουσία, ή ωφελήματα, για χάρη τέτοιας ενέργειας ή παράλειψης από τέτοιο δημόσιο λειτουργό, δηλαδή παρείχες χρήματα σε Αστυνομικό, με αντάλλαγμα πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις της Αστυνομίας για πάταξη του ηλεκτρονικού τζόγου. 6 Κατηγορείσαι ότι κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, άμεσα ή έμμεσα έδωσες ή προσέφερες, κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά, για τον εαυτό του ή για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οποιαδήποτε δώρα ή αντιπαροχή σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο ως κίνητρο ή αμοιβή για την τέλεση ή αποχή από τέλεση οποιοσδήποτε πράξης, ή για την τέλεση, ή αποχή από τέλεση οποιοσδήποτε πράξης που έλαβε χώρα μετά την θέσπιση του Νόμου αυτού, η οποία αφορά τις υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του, ή για την επίδειξη ή αποχή από επίδειξη εύνοιας ή δυσμένειας σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με τις υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του, δηλαδή παρείχες χρήματα σε Αστυνομικό, με αντάλλαγμα πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις της Αστυνομίας για πάταξη του ηλεκτρονικού τζόγου. 7. Κατηγορείσαι ότι, κατά τα έτη 2005-2012, στην Πάφο, μετέτρεψες, μεταβίβασες και μετακίνησες την περιουσία, δηλαδή χρήματα, ενώ γνώριζες ότι αυτά αποτελούσαν έσοδα από την διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων, δηλαδή χρησιμοποίησες χρήματα τα οποία αποκτήθηκαν από αδικήματα παράνομου τζόγου, και τα παρείχες, κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά, ως αμοιβή, σε Αστυνομικό.»

Όπως κρίθηκε από το Συμβούλιο τούτο και με τις προηγούμενες αναβλητικές του αποφάσεις οι παρασχεθείσες διευκρινίσεις δεν προσδίδουν την τυπική πληρότητα που απαιτεί η παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν 3251/2004, καθώς ούτε απ’ αυτές προκύπτουν οι περιστάσεις τέλεσης των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων. Μόνη η αναφορά της νομοτυπικής μορφής των ποινικών διατάξεων του εκζητούντος Κράτους με αόριστο προσδιορισμό του τόπου (Πάφος) και ευρέος χρονικού διαστήματος (2005 ως 2012), δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι το προς έκδοση ένταλμα έχει το προβλεπόμενό από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 Ν 3251/2004 ορισμένο περιεχόμενο ώστε, μετά από έρευνα και των υπολοίπων προϋποθέσεων εκτέλεσης αυτού, να μπορεί να αποφανθεί το Συμβούλιο αυτό υπέρ της εκτελέσεώς του. Επιπλέον οι παραπάνω ελλείψεις του προς εκτέλεση εντάλματος έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και ειδικότερα δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας), καθώς και στο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν 2462/1997. Επομένως, δεδομένου ότι το προς εκτέλεση ένταλμα, δεν περιέχει τα απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία, όπως αυτά προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, πρέπει το Συμβούλιο τούτο να γνωμοδοτήσει ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εκτελεστεί αυτό και να παραδοθεί ο εκζητούμενος στις Κυπριακές αρχές. Τέλος πρέπει να αρθούν οι επιβληθέντες στον εκζητούμενο με τη με αριθμό .../28.11.2018 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περιοριστικοί όροι.

 

Για τους λόγους αυτούς.

ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ για τη μη εκτέλεση του με αριθμό μητρώου ποινικών υποθέσεων υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου Αστυνομίας .../2018 από 15.11.2018 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο εξεδόθη δυνάμει του με μητρώο ποινικών υποθέσεων Υ.Ε.Ε.Α. .../2018 από 13.11.2018 εντάλματος σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, κατά του υπηκόου Ελλάδας (επώνυμο) (ον.) του και της,

ΑΙΡΕΙ τους περιοριστικούς όρους α)της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και β)της εμφανίσεώς του κάθε Τετάρτη στο Τ.Α. του τόπου διαμονής του, ήτοι στο Τ.Α. που έχουν επιβληθεί στον ανωτέρω εκζητούμενο με την με αριθμό .../28.11.2018 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.