ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 81/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Μιχελάκη, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Μ. Καλογεριά, Γ. Πολυχρονόπουλος

 

I. Με τις διατάξεις του Ν 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροποποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και σε εκείνο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθ. 1 άρθρου ένατου §3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των αναγκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πληρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η.01.2016. Εάν, αντιθέτως, η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από την 2α.01.2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες τις διατάξεις του ΚΠολΔ που ίσχυαν έως την 1η.01.2016, περιλαμβανομένου ασφαλώς και του άρθρου 938 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν 4335/2015, προέβλεπε ότι «με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής», αφορούσε δηλαδή κάθε είδος αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ότι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλ. την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής αφού κατ' άρθ. 933 συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 του Ν 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να αναστέλλει την εκτέλεσή της (937 § 1 περ. β' εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως η § 1 αντίκαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 του Ν 4335/2015).

Περαιτέρω, στο άρθρο 937 § 1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι: α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης επί της ανακοπής μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (περ. β' εδ. γ') και β) σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ. γ'). Για τα λοιπά, όμως, μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθρου 926 ΚΠολΔ, δηλ. από την πάροδο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση λ.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σαφώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επιπλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 επ. ΚΠολΔ, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομένως μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόψει των προθεσμιών του άρθρου 933 ΚΠολΔ) θα είναι μεγαλύτερος των τριών μηνών - συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύτερος.

Τίθεται, επομένως, το ερώτημα εάν στις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυτό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους: Α) Η αναγκαστική εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτό, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προβάλλει λόγους οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ακύρωση της εκτέλεσης (ενδεικτικά στη θεωρία Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. I § 43 αρ. 1). Β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαιούται κατ' άρθρο 20 του Συντάγματος (έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση υπό άρθρο 938 αρ. 2). Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν λ.χ. ο οφειλέτης επικαλείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κ.λπ. (μάλιστα η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη - βλ. Μακρίδου - Απαλαγάκη - Διαμαντόπουλου, Πολιτική Δικονομία - Θεωρία υπό το Ν 4335/2015, σ. 39). Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκολα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, καθόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρόσφορο για την ικανοποίησή του.

Δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού: με την υπ' αρ. Συμβ. ΑΠ 11/2017 (δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Ισοκράτης ΔΣΑ), που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής για εκτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: «Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ' ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (ΣυμβΑΠ 142/2016)». Όμοια λύση προτείνεται και σε Μακρίδου - Απαλαγάκη - Διαμαντόπουλου ό.π. (όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα). Το παρόν Δικαστήριο έχει όμως την άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι (πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 731 ΚΠολΔ - βλ. τη σχετική προβληματική σε Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. I § 43 αρ. 12 - 15), ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται αναγκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του άρθρου 937 §1 περ. γ' ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλαδή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ενδεικτικά ΜΠρΑμαλ 58/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το καταργηθέν άρθρο 938 ΚΠολΔ όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι α) η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ήδη το άρθρο 937 § 1 ΚΠολΔ στη μεν περίπτωση β, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις στη δε περ. γ', δηλ. τις αιτήσεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γίνεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι ισχύουν αμφότερες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθόσον υπάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων (εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστική εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση).

II. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του Ν 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ...» (ΦΕΚ 274 Α’) ορίζεται ότι: «1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών ΝΠΔΔ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού. [...] 2. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ επιτρέπεται μετά την παρέλευση εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την πληρωμή ή στον εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ. 3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας».

Από την προαναφερόμενη διάταξη συνάγεται ότι αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αποτελέσει η ιδιωτική μόνο περιουσία του δημοσίου και ΝΠΔΔ, αποκλεισμένης της κατάσχεσης της δημόσιας περιουσίας των ανωτέρω. Έτσι εισάγεται γενική απαγόρευση αναγκαστικής κατάσχεσης των πραγμάτων που περιλαμβάνονται στη δημόσια περιουσία, τα οποία δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης (ΑΠ Ολ 17/2002 ΕλλΔνη 43, 1009, Γεωργιάδου Μ., σε Αναγκαστική Εκτέλεση σε επιμέλεια I. Τέντε, 2017, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 369). Εξάλλου, η δημόσια περιουσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ περιλαμβάνει τα πράγματα που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους αυτούσια δημόσιους σκοπούς καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο με την αξία ή τις προσόδους τους παρέχουν στο Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ τα οικονομικά μέσα, για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Επομένως, κριτήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ο σκοπός που εξυπηρετεί το πράγμα ή το εν γένει περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ προκειμένου να ενταχθεί στη δημόσια ή ιδιωτική του περιουσία και να ελεγχθεί εάν αυτό υπόκειται ή όχι σε αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δανειστών του ως ανήκων στη δημόσια ή ιδιωτική περιουσία αυτού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 966 ΑΚ «πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών». Το άρθρο 966 ΑΚ αναφέρεται μεν στα ενσώματα πράγματα, επιβάλλεται όμως αναλογική εφαρμογή του και στις απαιτήσεις των ΟΤΑ που πηγάζουν από έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου, διότι δια των δημοτικών και κοινοτικών εσόδων από έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου χρηματοδοτούνται δημόσιες λογικές αποκλειστικές δαπάνες, απαραίτητες για την λειτουργία των ΟΤΑ, οι οποίες δεν είναι ανεκτό να παραμείνουν ανεκπλήρωτες και επομένως πρόκειται για έσοδα ειδικού σκοπού, ο οποίος τους προσδίδει το χαρακτήρα «εκτός συναλλαγής», για το λόγο, δε, αυτό τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον ειδικό αυτό λογαριασμό, προοριζόμενα εν γένει για την εξυπηρέτηση των δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών, είναι ακατάσχετα. Η περιουσία των ΟΤΑ διακρίνεται 1) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα), που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και 2) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους παρέχουν στους ΟΤΑ οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Η «Ιδιωτική περιουσία» των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη «δημόσια περιουσία» είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριασθούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Στην «Ιδιωτική περιουσία» των ΟΤΑ περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησής τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές τους ανάγκες. Αυτή είναι και η βασική διαφορά από τη «δημόσια περιουσία» διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ' αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημοτικό ή κοινοτικό σκοπό με τη «χρήση» τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαυξήσεως. Τυχόν αποστέρηση των ΟΤΑ από τη δυνατότητα χρήσεως των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία τους θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, γι' αυτό δε το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά «εκτός συναλλαγής» με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητάς τους η αναγκαστική κατάσχεσή τους.

Στην κατηγορία των ακατάσχετων πόρων εντάσσονται και τα χρήματα που προορίζονται για την κάλυψη των υποχρεωτικών δαπανών του δήμου και έχουν συμπεριληφθεί στον προϋπολογισμό αυτού κατά τις διατάξεις των άρθρων 159 επ. του Ν 3463/2006 (αποδοχές προσωπικού, γραφική ύλη, δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, τέλη ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, δημόσιες επενδύσεις κ.λπ.). Τα χρήματα αυτά, μέρος των οποίων είναι κατατεθειμένα στην ταμειακή υπηρεσία των δήμων ενώ τα λοιπά τηρούνται σε λογαριασμούς εντόκων καταθέσεων σε τραπεζικά ιδρύματα (άρθρο 28 του Ν 3202/2003) είναι ακατάσχετα διότι είναι αφιερωμένα στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω αναγκών μη υποκείμενα σε επαύξηση, ενώ ενδεχόμενη κατάσχεση τους θα είχε βαρύτατες κοινωνικές επιπτώσεις, αφού στην ουσία θα οδηγούσε στην αναστολή της λειτουργίας του Δήμου, δεδομένου ότι τα έργα και οι υπηρεσίες που πρέπει να εκτελούνται (ακόμη και αυτές που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση της απλής καθημερινότητας των πολιτών) δεν θα μπορούν να εκτελεστούν ελλείψει της επερχόμενης ανικανότητας του δήμου να προμηθευτεί πρώτες ύλες και να υλοποιήσει τα απαραίτητα έργα και μελέτες (ενδεικτικά ΜΠρΘηβ 123/2012, ΜΠρΗρακλ 1574/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου η κατάσχεση «εις χείρας τρίτων» επιτρέπεται πλέον τόσο στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ου η εκτέλεση είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ όσο και όταν ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση είναι το Δημόσιο ή άλλο ΝΠΔΔ ενόψει των διατάξεων του άρθρου 94 § 4β του Συντάγματος, όπως συμπληρώθηκε με την αναθεώρηση του 2001, του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 2 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το Ν 2462/1997 (ΑΠ Ολ 21/2001 ΕλλΔνη 43, 83 και Γέσιου Φαλτσή Π., ΕλλΔνη 43, 1242 επ.).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 3 περ. β' του Ν 1337/1983 - in fin, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 1 του Ν 4315/2014 (ΦΕΚ Α’ 269/24.12.2014), ορίζεται ότι: “[...] Σε περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει την καταβολή του συνολικού ποσού εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την πράξη επιβολής της εισφοράς, παρέχεται έκπτωση ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) επί του συνολικού ποσού. (...) Το ποσό της εισφοράς αυτής διατίθεται από τους οικείους Ο.Τ.Α. για την κατασκευή, εντός της περιοχής μελέτης των βασικών κοινόχρηστων έργων υποδομής όπως οδικό δίκτυο και δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης είτε από τον ίδιο είτε από εξουσιοδοτημένο από αυτόν φορέα, καθώς και για την εκπόνηση μελετών πολεοδόμησης πράξεων εφαρμογής και ρυμοτομικών σχεδίων εφαρμογής. Κάθε διάθεση της εισφοράς αυτής για άλλο σκοπό είναι άκυρη και η παράβαση αυτής αποτελεί παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του ΠΚ για όλους τους εμπλεκομένους. Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου δεν απαλλάσσονται της εισφοράς σε χρήμα για τους προβλεπόμενους από την πολεοδομική μελέτη κοινωφελείς χώρους αρμοδιότητάς τους. Η καταβολή της εισφοράς αυτής γίνεται μετά την απόκτηση του χώρου από το φορέα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση μετατροπής σε χρηματική εισφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 8 εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 12 ως προς τον προσδιορισμό της αξίας και οι ανωτέρω διατάξεις ως προς τον τρόπο καταβολής των οφειλόμενων εισφορών σε χρήμα. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Οικονομικών, επικαιροποιούνται ο προσδιορισμός αξίας ακινήτων για την επιβολή εισφοράς σε χρήμα, ο τρόπος καταβολής αυτής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια».

Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Δήμος ..., επικαλούμενος ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητά με την υπό κρίση αίτησή του να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ' ης ανώνυμη εταιρία δυνάμει εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. 48/2008 (ήδη αμετάκλητης) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, επί της οποίας δόθηκαν έξι εντολές προς εκτέλεση, την 16η.02.2018 για ποσό 61.160,80 ευρώ, βάσει των οποίων εν συνεχεία η καθ' ης, με έξι κατασχετήρια από 16.02.2018, προέβη σε έξι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, μεταξύ των οποίων και εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.» στην οποία και αφορά η κρινόμενη αίτηση, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αντίστοιχης ανακοπής που έχει ασκήσει κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για τον λόγο που αναφέρει σε αυτήν.

Με αυτό το περιεχόμενο, η αίτηση παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νομικά βάσιμη. Ειδικότερα, ενόψει του χρόνου επίδοσης της εντολής προς εκτέλεση μετά την 01η.01.2016, βάσει των όσων διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας, η αρμοδιότητα και το νομικά βάσιμο στηρίζονται στο άρθρο 937 § 1 περ. γ' σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 933 §§ 1, 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν, απορριπτομένου του ισχυρισμού της καθ' ης ότι δεν προβλέπεται εν προκειμένω αίτηση αναστολής εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρθηκαν αναλυτικά στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη. Πρέπει, επομένως, η αίτηση να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (οι οποίοι δεν αιτήθηκαν την εξέταση μάρτυρα), καθώς και τα όσα ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο και στο σημείωμά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, σε συνδυασμό με όλη γενικά τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: δυνάμει της υπ' αριθ. 48/2008 Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και κατέστη τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) με την υπ' αριθ. 126/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ο αιτών Δήμος .... υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των 88.003,29 ευρώ ως οφειλόμενο κεφάλαιο, καθώς κατόπιν ανοιχτού δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού είχε προμηθευτεί από την τελευταία φορτηγό πυροσβεστικό αυτοκίνητο με πίστωση του συμφωνηθέντος τιμήματος, πλέον τόκων και εξόδων. Την 6η.12.2016 ο αιτών Δήμος κατέβαλε το ποσό που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο (88.003,29 ευρώ) για την ανωτέρω απαίτηση πλην, όμως, ουδέν ποσό κατέβαλε για τα λοιπά έξοδα και τόκους, τα οποία έως την 12η.02.2018 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 61.160,80 ευρώ. Η καθ' ης επέσπευσε σε βάρος του αιτούντος αναγκαστική εκτέλεση για το ανωτέρω ποσό δυνάμει της από 06.04.2017 επιταγής προς εκτέλεση σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση. Κατόπιν, τον Φεβρουάριο του έτους 2018, με το από 16.02.2018 κατασχετήριο το οποίο επιδόθηκε στον αιτούντα την 20ή.02.2018, προέβη σε κατάσχεση εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε. για το ποσό των 61.160,80 ευρώ, η δε τρίτη τραπεζική εταιρία υπέβαλε θετική δήλωση για το ανωτέρω ποσό και ομοίως συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../26.02.2018 δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Ειδικότερα, όπως πιθανολογείται και δεν αμφισβητείται, επιβλήθηκε κατάσχεση στον με αριθμό ΙΒΑΝ ... λογαριασμό όψεως που φέρει την ένδειξη «...» μέχρι του ποσού των 61.180,80 ευρώ, το οποίο (ποσό) δεσμεύτηκε υπέρ της επιβληθείσας κατάσχεσης υπό την επιφύλαξη εξυπηρέτησης ειδικού δημοσίου σκοπού (άρθρο 4 του Ν 3068/2002).

Περαιτέρω, ο αιτών Δήμος προέβη την 26η.02.2018 στην κατάθεση της από 26.02.2018 ανακοπής κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, η οποία επιδόθηκε στην αντίκλητο δικηγόρο της καθ' ης την 27η.02.2018, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../27.02.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, .... Στον ανωτέρω λογαριασμό, στον οποίο έγινε η κατάσχεση από την καθ' ης η αίτηση (και η ανακοπή) ήταν κατατεθειμένο το ποσό των 123.183,36 ευρώ, όπως προκύπτει από το από 21.02.2018 απλό φωτοαντίγραφο - εκτύπωση από την εφαρμογή ... της τράπεζας ..., που προσκομίζεται με επίκληση από τον αιτούντα ως σχετ. με τον αριθμό 12 σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. ... και με ημερομηνία 19.05.2017 τραπεζική επιταγή εις διαταγήν του Δήμου ... και το υπ' αριθ. .../2017 ΔΙΠΛΟΤΥΠΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ποσού 123.183,36 ευρώ, τα οποία ομοίως νόμιμα προσκομίζονται από τον αιτούντα ως σχετικά με τους αριθμούς 10 και 11 αντίστοιχα. Άλλωστε, το εν λόγω ποσό πιθανολογήθηκε ότι αφορά εισφορά γης σε χρήμα του πολεοδομικού σχεδίου ..., σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας, ρητά δε αναγράφεται αυτό στο υπ' αριθ. .../2017 ΔΙΠΛΟΤΥΠΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ και, ειδικότερα, προκύπτει ότι η εισφορά διαμορφώθηκε στο ποσό των 123.183,36 ευρώ «λόγω ολοσχερούς καταβολής συνολικού ποσού» κατόπιν έκπτωσης σε ποσοστό 20% δυνάμει του άρθρου 2 παρ. Β του Ν 4315/2014, το ανωτέρω δε χρηματικό ποσό καταβλήθηκε στον ανωτέρω (με αριθμό ΙΒΑΝ ...) λογαριασμό όψεως, ο οποίος ως αναφέρθηκε περιγράφεται ως Λογαριασμός όψεως ... στην υπ' αριθ. .../26.02.2018 δήλωση η οποία προσκομίζεται από την ίδια την καθ' ης, ενώ δεν προέκυψε να υπάρχουν άλλες καταβολές κατά τη χρονική στιγμή της κατάσχεσης και δη από άλλες αιτίες. Κατόπιν αυτών, πιθανολογείται ότι τα χρήματα που δεσμεύθηκαν αποτελούν ποσό από ειδικό λογαριασμό στον οποίο κατατίθενται αποκλειστικά χρηματικά ποσά που αφορούν εισφορά γης σε χρήμα στο πλαίσιο του Ν 4315/2014 (ΦΕΚ Α’ 269/24.12.2014) και των όσων αναφέρονται στην προηγηθείσα υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας (in fin), από τον οποίο λογαριασμό γίνονται καταβολές σε έργα υποδομής και σε εκπονήσεις μελετών πολεοδόμησης και αποτελούν εξειδικευμένα έσοδα μέρος της δημόσιας περιουσίας, ενώ -ως αναφέρθηκε- κάθε διάθεση της εισφοράς αυτής για άλλο σκοπό είναι άκυρη και η παράβαση αυτής αποτελεί παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του ΠΚ για όλους τους εμπλεκομένους.

Όλα τα παραπάνω ουδόλως αναιρούνται από την απλή άρνηση της καθ' ης ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν αφορά αποκλειστικά δημόσια περιουσία, ούτε από τον ισχυρισμό της ότι «δεν προκύπτει ότι τα χρήματα αυτό θα οδηγηθούν πράγματι σε κοινόχρηστο σκοπό». Συγκεκριμένα, πιθανολογήθηκε ότι τα έσοδα του Δήμου που αφορούν στην εν λόγω εισφορά, η οποία ρυθμίζεται από την ελληνική νομοθεσία με ιδιαίτερα αυστηρή προσέγγιση (βλ. υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας), διατίθενται από τον οικείο ΟΤΑ για την κατασκευή, εντός της περιοχής μελέτης, των βασικών κοινόχρηστων έργων υποδομής, όπως οδικό δίκτυο και δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και για την εκπόνηση μελετών πολεοδόμησης, πράξεων εφαρμογής και ρυμοτομικών σχεδίων εφαρμογής, άρα, αυτά τυγχάνουν ακατάσχετα, με αποτέλεσμα τυχόν αποστέρηση του αιτούντος ΟΤΑ από τη δυνατότητα χρήσεως των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία του θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοτικής υπηρεσίας. Εξάλλου, από όλα τα ανωτέρω και δη από τα σχετικά που προσκομίζει ο αιτών Δήμος (υπ' αριθ. 10, 11 και 12) πιθανολογείται η αντιστοιχία του συγκεκριμένου εσόδου προς τις ανωτέρω συγκεκριμένες δαπάνες, καθώς ο τελευταίος δεν επικαλείται γενικά και αόριστα την τήρηση του ανωτέρω λογαριασμού υπέρ των εν γένει σκοπών του ΝΠΔΔ αλλά συγκεκριμένα ότι διαχειρίζεται το ποσό του εν λόγω λογαριασμού για την εκτέλεση βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων στην περιοχή ένταξης του πολεοδομικού σχεδίου .... Επισημαίνεται ότι το αίτημα επίδειξης εγγράφων που υποβλήθηκε από την καθ' ης και αφορά στους προϋπολογισμούς του Δήμου ... (αιτούντος) ώστε «να προκύπτει εάν το υφιστάμενο χρηματικό ποσό που βρίσκεται στον ανωτέρω λογαριασμό, έχει προβλεφθεί όντως για τον μνημονευόμενο ειδικό σκοπό» πρέπει να απορριφθεί δοθέντος ότι κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αυτό πιθανολογείται από τα υπόλοιπα έγγραφα που προσάγει και επικαλείται ο αιτών.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πιθανολογείται η ευδοκίμηση του μοναδικού λόγου ανακοπής του αιτούντος στον οποίο η αναγκαστική εκτέλεση θα επιφέρει κατά τα ανωτέρω ανεπανόρθωτη βλάβη, συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να διαταχθεί ό,τι ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης (άρθρο 84 § 2 Ν 4194/2013- Κώδικας Δικηγόρων) κατόπιν παραδοχής του υποβληθέντος απ' αυτόν σχετικού αιτήματος (άρθρα 106, 189, 190 και 191 ΚΠολΔ).