ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 778/2018

 

Πρόεδρος: Β. Μπάστα (Πρόεδρος Πρωτοδικών)

Εισηγήτρια: Χρ. Αυγέρη (Πρωτοδίκης)

Δικηγόρος: Ι. Ξυνογιαννακόπουλος

Δικηγόρος: Μ. Μπαλαούτη

 

[…Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο με εμβαδό 20.079,64 τετραγωνικών μέτρων κείται στο νοτιοανατολικό μέρος της οικοδομικής ενότητας – της έξω από τις ζώνες Α και Β της, εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, περιοχής του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Γαλατσίου / Περιφερειακής Ενότητας Κεντρικού Τομέα Αθήνας / Περιφέρειας Αττικής, στη θέση Εύμορφη Εκκλησία, που περικλείεται από τις οδούς (ανατολικά) λεωφόρο Βεΐκου, στην οποία φέρει αριθμό […], (μεσημβρινά) Αγίας Ειρήνης (πριν Πανουριά), (δυτικά) Ωρωπού και (βόρεια) Αναγέννησης και ειδικότερα στην περιοχή Β, όπως αυτή, για τα όρια και τους όρους δόμησής της προσδιορίζεται με το π.δ. της 6.8.1980 […] και το δημόσιο τοπογραφικό διάγραμμα, που το συνοδεύει. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί ξεχωριστό γεωτεμάχιο/γήπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο με μοναδικό αριθμό ακινήτου […]. Συνορεύει, βορειοανατολικά, μερικά, σε πλευρά […], συνολικού μήκους 144,01 μέτρων, με ακίνητο συγκυριότητας κληρονόμων Γ. Π. Β., και μερικά, σε πλευρά […], συνολικού μήκους 76,90 μέτρων, με ακίνητο κυριότητας Ε. Μ. (πρώτης ενάγουσας), νοτιοανατολικά, μερικά, σε πλευρά […] μήκους 60,38 μέτρων, με ακίνητο κυριότητας Ε. Μ. (πρώτης ενάγουσας), και, μερικά, σε πρόσωπο […], συνολικού μήκους μέτρων 50,09 με τη λεωφόρο Βεΐκου, στην οποία φέρει αριθμό […], νοτιοδυτικά, μερικά, σε πλευρά […], συνολικού μήκους μέτρων (190,57) με έτερο ακίνητο συγκυριότητας κληρονόμων Γ. Π. Β. και, μερικά, σε πλευρά […], συνολικού μήκους μέτρων (32,01) με ακίνητο κυριότητας Ο. Σ. Κ., σε χρήση των 11ου Νηπιαγωγείο και 15ου Δημοτικού Σχολείου Γαλατσίου, και, βορειοδυτικά, σε πλευρά […], συνολικού μήκους μέτρων 113,96 με ακίνητο κυριότητας ΕΥΔΑΠ. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση δημιουργήθηκε από την πραγματική συνένωση μερικότερων ομόρων εκτάσεων (αγροτικών/γεωργικών γηπέδων) που εμφαίνονται και χωριστά το καθένα από τα παραπάνω στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα που ανήκαν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της πρώτης ενάγουσας, τα οποία είχαν περιέλθει σε αυτή: Ι. κατά ένα (πρώτο) τμήμα, με αγορά πέντε (5) γηπέδων, συνολικού εμβαδού 14.764,50 τετραγωνικών μέτρων από τις (μητέρα της) Ι. Α. χήρα Χ. και (θεία της – αδελφή της μητέρας της) Ε. Π. χήρα Γ., και των δύο το γένος Γ. και Μ. Β. και θετών θυγατέρων του Λ. Γ. ... στις οποίες ανήκαν, με δικαιώματα συγκυριότητας, συννομής και συγκατοχής σε ποσοστό 50% σε καθεμιά τους, από κληρονομιά του παραπάνω (θετού) πατέρα τους για τα οποία συντάχθηκαν τα παρακάτω πέντε αγοραπωλητήρια συμβόλαια και ένα άλλο (δεύτερο) τμήμα, εμβαδού 5.315,44 τετραγωνικών μέτρων από κληρονομιά της (μητέρας της) Ι. χας Χ. Α., για το οποίο συντάχθηκε η παρακάτω πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Το υπό στοιχείο ΙΙ δεύτερο τμήμα με εμβαδό 5.315,44 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και προσδιορίζεται περιμετρικά σ’ αυτό με τα στοιχεία κορυφών […], και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό […], περιήλθε στην πρώτη ενάγουσα από κληρονομιά της (μητέρας της) Ι. χας Χ. Α., που αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς […] του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών […]. Ακολούθως, με το με αριθμό […] συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών […], η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα ποσοστό 1% της επίδικης έκτασης με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί συγκύριες, συννομείς και συγκάτοχες αυτής η πρώτη, πλέον, με ποσοστό 99% και η δεύτερη με 1%. Το εν λόγω ακίνητο εμπίπτει σε μεγαλύτερη εδαφική έκταση, εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, γνωστή ως «Κτήμα Βεΐκου» ή «Όμορφη Εκκλησιά». Επί της εκτάσεως αυτής δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα του πολέμου, όπως αβασίμως αυτό ισχυρίζεται, και τούτο διότι η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους στις 31.3.1833, κατ’ εφαρμογή της από 27.6./9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και μετά τις σχετικές συμφωνίες των ελληνικών και τουρκικών αρχών. Εξάλλου, μετά από την έκδοση από τον σουλτάνο Μαχμούντ Β΄ του δωρητήριου θεσπίσματος, το έτος 1839, όπως αναφέρεται στην υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη, με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όλα τα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν στην Αττική και κατέχονταν νόμιμα από Έλληνες και Οθωμανούς, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (δηλαδή με τίτλους «ταπί», «χοτζέτ», «βουγιουρδί»), κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκοκρατίας της Αθήνας, από 25-27.5.1827 έως 31.3.1833, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμακα πωλήσεις ακινήτων της Αττικής από τούρκους και έλληνες σε άλλους έλληνες, αλλά και στους ιδιώτες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων […]. Στα πλαίσια των πωλήσεων αυτών, δημιουργήθηκε το «Κτήμα Βεΐκου» ή «Εύμορφη Εκκλησιά», το οποίο αρχικώς τελούσε υπό την κατοχή με διάνοια κυρίου των μελών της ελληνικής οικογένειας Κοτζιά και στη συνέχεια, περιήλθε στην κατοχή του Α., που την ασκούσε με διάνοια κυρίου, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων, με τα ακόλουθα πωλητήρια έγγραφα (ιδιωτικά και δημόσια), διακεκριμένων τμημάτων και ιδανικών μεριδίων της έκτασης αυτής από τα μέλη της ως άνω οικογένειας και τους δικαιοδόχους τους, οι οποίοι, ωστόσο, δεν διέθεταν έστω και άκυρους τίτλους κατά το οθωμανικό δίκαιο. […] Κατόπιν των ανωτέρω αλλεπάλληλων μεταβιβαστικών πράξεων, οι περιελθούσες στον Α. επί μέρους εδαφικές εκτάσεις διαμορφώθηκαν από αυτόν σε ενιαία έκταση, συνολικού εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, περίπου, η οποία περιελάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους (λειβάδια), χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινο και βουνά εντός της οποίας, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογεί το Ελληνικό Δημόσιο, βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιλαμβανόταν σε ευρύτερη πεδινή καλλιεργήσιμη έκταση του ανωτέρω κτήματος. Στην πραγματικότητα η ευρύτερη αυτή έκταση, που μεταβιβάστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο στον Α., αποτελείται από δύο μεγάλα όμορα εδαφικά τμήματα το κτήμα «Εύμορφη Εκκλησιά» και το κτήμα «Σκουμπουργιάννη», εκ των οποίων το δεύτερο έχει βόρειο όριο το πρώτο και διαμορφώθηκε από τον πιο πάνω αγοραστή της σε ενιαία περιοχή, η οποία προσδιορίζεται με ανατολικό-νοτιοανατολικό όριο την κορυφογραμμή των Τουρκοβουνίων και το Ψυχικό και με βόρειο-βορειοανατολικό όριο το ρέμα Καλογρέζας, όρια που θεωρούνται φυσικά και σταθερά, έτσι ώστε να δικαιολογείται η αναφορά στα προαναφερόμενα έγγραφα ότι το ευρύτερο κτήμα «Εύμορφη Εκκλησιά» εκτείνεται δυτικά της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και νότια του ρέματος Καλογρέζας και περιλαμβάνει και το συνεχόμενο κτήμα του «Σκουμπουργιάννη». Επομένως, από ανατολικά και βόρεια, το ευρύτερο κτήμα οριοθετείται από σταθερά και φυσικά όρια που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης σε αντίθεση με τα δυτικά και νότια όρια, που εμφανίζουν ελαστικότητα, αφού φέρεται να συνορεύει δυτικά, εν μέρει, με τη Λ. Ηρακλείου και νότια με το κτήμα Γαλατσίου και το συντροφικό καμίνι του Πασσαλή, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσεως του επίδικου ακινήτου, αφού τούτο κείται μακρά των ορίων αυτών. Είναι γεγονός ότι οι μεταβιβαζόμενες εκτάσεις στα προαναφερόμενα συμβόλαια δεν προσδιορίζονται επακριβώς με τα εμβαδά τους, τις πλευρικές τους διαστάσεις και τα όμορα ακίνητα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού της θέσης κάθε μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας. Ωστόσο, τούτο δικαιολογείται, καθώς στην εποχή των πιο πάνω μεταβιβάσεων ήταν δύσκολη και δαπανηρή, αν όχι αδύνατη, η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων, που είχαν τότε μικρή οικονομική αξία […]. Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των «περί της ανεξαρτησίας της Ελλάδος τριών πρωτοκόλλων» (δηλαδή στις 3.2.1830, στις 16.6.1830 και στις 1.7.1833) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 9.7.1832 αλλά και στις 31.3.1833 οπότε και ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος), η πιο πάνω περιγραφόμενη ευρύτερη έκταση του κτήματος των 4.500 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο δεν ανήκε κατά κυριότητα στο τουρκικό κράτος, ούτε σε τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής αλλά ήταν στην κατοχή του Α. και των δικαιοπαρόχων του (οικογένεια Κοτζιά), ελλήνων, οι οποίοι συμπεριφέρονταν ως κύριοι με την πεποίθηση ότι τους ανήκει, με βάση τους προαναφερόμενους, ανίσχυρους κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλους (ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα), έχοντες και την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου. Αντίθετα, το εξουσίαζαν με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω τίτλους (ΑΠ 1049/2013 προσκομιζόμενη) και περιήλθε ως ανήκον σ’ αυτούς τους ιθαγενείς έλληνες σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχείο III μείζονα σκέψη αναφέρονται. Μετά την έκδοση του β.δ. της 17.11/29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», οι προαναφερόμενοι δεν τήρησαν την επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του, για να προσκομίσουν στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας του ή νόμιμης εξουσιάσεως στα τμήματα του ευρύτερου κτήματος, που αποτελούσαν δάση, εφόσον δεν διέθεταν τέτοιους. Όμως, ο Α. και οι ως άνω δικαιοπάροχοι του, καθώς και οι πιο κάτω διάδοχοί του, ουδέποτε έπαυσαν από τις 31.3.1833, οπότε ενσωματώθηκε η Αττική στο ελληνικό κράτος, και στη συνέχεια αρχικά μέχρι και τις 30.11.1837 και ακολούθως, μέχρι και τις 11.09.1915, να κατέχουν και να νέμονται ανεπίληπτα ολόκληρη την έκταση του κτήματος, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτής και ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους. Ο Α. απεβίωσε στις 10.10.1864. Με την από 11.1.1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το […] πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, μη έχοντας άλλους πλησιέστερους συγγενείς εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του στο πιο πάνω κτήμα την Αικατερίνη χήρα Λάμπρου ..., σύζυγο πρωτοξαδέλφου του. Η παράδοση του κτήματος από τους εκτελεστές της διαθήκης στην πιο πάνω κληρονόμο, η οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά με διάνοια κληρονόμου, πιστοποιείται με την […] πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Τ. […] Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη, το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακά στρέμματα, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από το μηχανικό Δ. Ζ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Αικατερίνη χήρα Λάμπρου .... απεβίωσε στις 21.1.1899, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Γεώργιο Λάμπρου ..., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα των 4.500 στρεμμάτων, επομένως και το επίδικο ακίνητο και αναμείχθηκε σε αυτή. Ο Γεώργιος Λάμπρου ... απεβίωσε στις 15.2.1911, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την επιζώσα σύζυγο του Ε. […] και από τα τέσσερα τέκνα του, Α. συζ. Ε. Τ., Λ. Β., Α. συζ. Α. Ε. και Μ. συζ. Κ. Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά με την […] πράξη του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων κληρονόμων. Από τους υπόλοιπους, που όλοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σ’ αυτή, ο Λ. Β. του Γ. με την από 31.8.1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την διανομή όλου του ως άνω ακινήτου, που είχε περιέλθει σε αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ο Λ. Β. του Γ. αγόρασε από τη μητέρα του Ε., χήρα Γ. Β. και την αδελφή του Α., χήρα Α. Ε., δυνάμει του […] συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων […] τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία). Ακολούθως, αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το […] συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρ., συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για την διαμονή του κτήματος και να προβούν σε εξώδικη διανομή. Επακολούθησε ο διορισμός πραγματογνώμονα, διαιτητών και επιδιαιτητή, οι οποίοι ενήργησαν τη διανομή του κτήματος, με την από […] απόφασή τους, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την […] απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και με τα με αριθμό […] πρακτικά διαιτησίας, τα οποία επίσης κηρύχθηκαν εκτελεστά, με την […] απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Όλα τα έγγραφα αυτά, συνυποσχετικά, διαιτητική απόφαση και πρακτικά των διαιτητών μετεγράφησαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων […]. Με την παραπάνω διανομή στον Λ. Β. του Γ. περιήλθαν, με αναφορά στο από […] τοπογραφικό σχεδιάγραμμα των παραπάνω διαιτητών που συνοδεύει την από […] διαιτητική απόφαση των (διαιτητών) Α. Χ., Θ. Σ. και (επιδιαιτητή) Κ. Δ., οι εδαφικοί τομείς Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Κ, Μ, Ν και Ο, επιφανείας, καθένας τους, αντίστοιχα, (93.025) + (66.700) + (75.150) + (70.225) + (23.325) + (144,375) + (247.950) + (532.850) + (234.650) + (315.550) + (43.875) και τμήματα των εδαφικών τομέων Θ, Λ, και Π, αντίστοιχα, επιφανείας (142.000) + (24.200) + (20.550) τετραγωνικών μέτρων και συνολικά 2.034.425, περίπου τετραγωνικών μέτρων που καταλαμβάνουν το βόρειο τμήμα του Κτήματος Εύμορφη Εκκλησιά. Η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται, μερικά, στον τομέα Η και, μερικά, στον τομέα Μ της ευρύτερης έκτασης που απαρτίζουν οι παραπάνω εδαφικοί τομείς που περιήλθαν στον Λ. Β. του Γ. […]. Ακολούθως στις θετές θυγατέρες του Λ. Β. του Γ., Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π. τα επιμέρους ακίνητα (οικόπεδα και αγροτικές εκτάσεις), μεταξύ των οποίων και η επίδικη έκταση, περιήλθαν σε συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή, εξ αδιαιρέτου σε ποσοστό 50% σε καθεμιά τους από κληρονομιά με το θάνατο του πατέρα τους Λ. Β. του Γεωργίου στις 14.2.1934 δυνάμει των […] ιδιόγραφων διαθηκών που δημοσιεύθηκαν […] και κηρύχθηκαν κύριες με την απόφαση […] του Πρωτοδικείου Αθήνας. Έκτοτε δε η επίδικη έκταση περιήλθε στις ενάγουσες με τις αναφερόμενες ανωτέρω πράξεις. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι προαναφερόμενοι, αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Α. και όλοι οι αναφερόμενοι διάδοχοί του, κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο και ακολούθως, κατά τα τμήματα, που περιήλθαν στον καθένα από αυτούς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομικές διαδοχές, σύμφωνα με το β.ρ.δ. που ίσχυε στην Αττική, από 23.2.1835 και μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23.2.1946, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, από τότε που ο Α.αγόρασε και το τελευταίο τμήμα του (1853) και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) την πεποίθηση ότι, νεμόμενοι το κτήμα δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο. Η ύπαρξη δε τίτλων του τουρκικού κράτους, όπως ταπία και χοτζέτια, αφορούν τα ακίνητα εκείνα τα οποία δεν αποτελούσαν κατά την τουρκοκρατία ιδιωτικά κτήματα, ενώ στο συγκεκριμένο κτήμα ήταν εγκατεστημένοι ιδιώτες Έλληνες, δηλαδή οι πωλητές των επιμέρους εδαφικών τμημάτων προς τον Α. ... […]. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από καλλιεργήσιμους πεδινούς αγρούς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο), οπωροφόρα δένδρα, δασοκτήματα, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινους και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου. Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς την εκμίσθωσαν σε τρίτους κατά τμήματα, προκειμένου ανάλογα με τη μορφολογία κάθε τμήματος να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή και εξόρυξη λίθων κ.λ.π. Επίσης, επισκέπτονταν το κτήμα, το επέβλεπαν ως δικό τους και προέβαιναν σε οριοθέτησή του. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 έως το έτος 1909, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη, για τα τμήματα της ευρύτερης έκτασης, που δεν ήταν δεκτικά καλλιέργειας πλήρωναν δημοτικό φόρο ιδιωτικών βοσκήσιμων γαιών, που βάρυνε τον ιδιοκτήτη, κάτοχο ή διαχειριστή βοσκήσιμων γαιών και έχουν εκδοθεί τα σχετικά διπλότυπα του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 177 ν. ΣΙΒ (1852) περί δημοσίου λογιστικού, ενώ με την πιο πάνω ιδιότητα του ιδιοκτήτη υπέβαλλαν κατ’ έτος στο δήμο Αθηναίων τις προβλεπόμενες από το άρθρο 52 του ν. ΒΠ/1892, δηλώσεις βοσκής. Περαιτέρω μεριμνούσαν για τη φύλαξη του όλου κτήματος, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προέβαιναν σε απόκρουση πράξεων τρίτων, διαταρακτικών της νομής τους. Μεταξύ δε των εδαφικών τμημάτων, τα οποία ήταν δεκτικά καλλιέργειας και τα καλλιεργούσαν, συγκαταλέγεται και το επίδικο ακίνητο, που ήταν καλλιεργήσιμος αγρός μέχρι αυτό να καταστεί αστικό ακίνητο (οικόπεδο) και έπαυσαν να το καλλιεργούν, αλλά το επέβλεπαν το οριοθετούσαν και το προστάτευαν από ενέργειες τρίτων. […] Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως, οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και ακολούθως οι ίδιοι ασκούσαν στο επίδικο πράξεις νομής, που προσιδιάζουν σε αστικής φύσης ακίνητα και συγκεκριμένα, οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις. Συνεπώς, οι διάδοχοι του Α. έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ., αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων. Η κυριότητα αυτή των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους δεν ανατράπηκε μετά τις 11.9.1915, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του όλου επίμαχου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ., ή μεταγενέστερα από 23.2.1946, με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ. Το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο μείζον Κτήμα Βεΐκου (και επομένως και στο επίδικο ακίνητο). Αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση τόσο το επίδικο ακίνητο, που δεν ήταν ποτέ δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση (αγρός) αρχικά και στη συνέχεια, μετά την ένταξή του ως αστικό ακίνητο, όσο και την ευρύτερη έκταση, τμήματα της οποίας κατά το παρελθόν καλύπτονταν από δασική βλάστηση, η άποψη δε αυτή εκφράστηκε με πλήθος δημοσίων εγγράφων και πράξεων των οργάνων του (άδειες δασαρχείου, γνωμοδότηση, πράξεις απαλλοτρίωσης κ.λπ.) από το έτος 1912 έως το έτος 1957. Επίσης, ουδέποτε κατέστη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αδέσποτο το επίδικο ακίνητο και αδέσποτη η ευρύτερη έκταση, ώστε να περιέλθουν, εν συνεχεία, στο Δημόσιο. Η κυριότητα του επίδικου μεταβιβάστηκε, στη συνέχεια, νομότυπα στις ενάγουσες βάσει των πιο πάνω τίτλων τους και λοιπών νομίμων προσόντων (νομή, διάνοια κυρίου, καλή πίστη κατά τις άνω διακρίσεις), οι οποίες συνέχισαν την νομή των δικαιοπαρόχων τους με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής […]. Ειδικότερα, και ειδικά για την έκταση που το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε στο ΤΑΙΠΕΔ η πρώτη ενάγουσα (Ε. Μ.) εκμίσθωσε αυτή, ήδη, από το έτος 1985 στις εταιρείες με τις επωνυμίες «[…] ΟΕ» και «[…]» Ε.Λ.Π.Α., για το σύνολο δε της επίδικης έκτασης έχουν συνταχθεί πλήθος τοπογραφικών διαγραμμάτων, υπάρχει συνεχής επίβλεψη, φύλαξη, επιτήρηση και ήδη από τις 1.5.2011 από τις ενάγουσες μία φορά κάθε εβδομάδα και με συνοδεία του ειδικού φύλακα Π. Δ. Τ. Περαιτέρω, οι ενάγουσες φροντίζουν κάθε χρόνο για τον καθαρισμό/αποψίλωση της επίδικης έκτασης από την ετήσια ποώδη βλάστηση από ειδικό συνεργείο καθαρισμού (βλ. ενδεικτικά προσκομιζόμενα τιμολόγια για τα έτη 2006, 2007, 2009, 2010, 2011, 2013 και 2014). Τέλος, για την περίφραξη της επίδικης έκτασης ως ξεχωριστού τμήματος του Κτήματος Εύμορφη Εκκλησιά εκδόθηκε η με στοιχεία […]/24.03.2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Γ. Α. Α., χωρίς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να έχει ουδέποτε δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση. Το τελευταίο άρχισε να αμφισβητεί τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης, χωρίς ωστόσο να ασκήσει συγκεκριμένες πράξεις νομής επ’ αυτής, μόλις το έτος 1987, με αφορμή δημοσίευμα σε ημερήσια εφημερίδα και το με αριθμό […]/12.10.1982 έγγραφο του Δήμου Νέας Ιωνίας. […] Επακολούθησε η […]/28.05.1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, με την οποία το συμβούλιο αυτό εκτιμώντας ως αόριστους, ιδίως ως προς την περιγραφή των ορίων, τους τίτλους που είχαν προσκομίσει οι κληρονόμοι Γ. ... και θεωρώντας ως κρίσιμο στοιχείο, το γεγονός ότι το έτος 1972 είχε κριθεί ως πλαστό, κατά την υπογραφή του, το αντίγραφο της […]/30.5.1853 πράξης οριοθεσίας του ειρηνοδίκη βόρειας πλευρά Αθηνών Σ. (γεγονός, όμως, που δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ύπαρξη και γνησιότητα του περιεχομένου του πρωτοτύπου, αφού, μάλιστα, το πρωτότυπο φέρεται να λήφθηκε υπόψη από το ίδιο το συμβούλιο, για τη σύνταξη της πιο πάνω γνωμοδότησης, ούτε στην καλή πίστη των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, αφού δεν την αναιρεί […]), ώστε να μην μπορούν να συνεχίσουν τη χρησικτησία, που είχε αρχίσει ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Α.., οι προαναφερόμενοι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Κρίνοντας, μάλιστα, το πιο πάνω συμβούλιο ότι οι κληρονόμοι Γ... ούτε χρησικτησία μπορούσαν να επικαλεστούν, διότι, κατά την κρίση του, δεν είχαν καλή πίστη, εισηγήθηκε να καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα το κτήμα Βεΐκου, όπως αυτό απεικονίζεται στο από Ιουλίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α. Π. Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχθηκε ο Υπουργός Οικονομικών με την […]/20.7.1987 απόφασή του, με την οποία ζητήθηκε να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα τα ακάλυπτα τμήματα (άκτιστα οικόπεδα) της έκτασης των 4.500 στρεμμάτων του Κτήματος Βεΐκου, που βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Βεΐκου. Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την […] απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ζητήθηκε και η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων και όλων των ακαλύπτων χώρων, που βρίσκονται μέσα στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμμάτων, ανεξάρτητα από το αν αυτοί βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ. ... ή έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτους. Με την πρώτη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών το επίδικο, καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα την 1.3.1989, με αύξοντα αριθμό βιβλίου καταγραφής […] (αναφορικά όμως μόνο με την έκταση 8903 τ.μ.) στο Γενικό Βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων, ενώ εν συνεχεία τμήμα αυτού έκτασης 11.112,00 τετραγωνικά μέτρα το πρώτο εναγόμενο μεταβίβασε με το ν. 3989/01.07.2011 σε συνδυασμό με την απόφαση 234/24.043.2013 της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων στη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «[…] ΑΕ» που συνέστησε με αυτό. Συνεπώς, και εφόσον αποδείχθηκε ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως τις 11.9.1915, δηλαδή συνεχώς και για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη, με βάση τους πιο πάνω τίτλους τους, οι προμνημονευόμενοι έμμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, ενώ ποτέ δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αντιθέτως θεωρούσε τους κληρονόμους ... ως κυρίους της ευρύτερης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία της (αν δηλαδή αυτή ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λειβάδι το 1833-1834, ή όπως το επίδικο τμήμα της καλλιεργήσιμος αγρός) έγιναν κύριοι του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ. (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ). Η κυριότητα των εναγουσών και των εμμέσων δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, θεμελιώθηκε κατά τα άνω στην έκτακτη χρησικτησία η οποία συμπληρώθηκε στις 11.9.1915, στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικώς στους ίδιους με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί, κατά σειρά, αναφέρθηκαν. Εξάλλου, αποδείχθηκε ο χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου ως αστικού ακινήτου (οικοπέδου) με τη μεταγενέστερη ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως, ενώ μέχρι τότε αποτελούσε καλλιεργήσιμο αγρό και ανήκε σε ευρύτερο πεδινό καλλιεργήσιμο τμήμα του Κτήματος Βεΐκου, όπως άλλωστε κρίθηκε με τις 2088/2014 και 1359/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που επικύρωσαν τις σχετικές 3181/2013 και 9632/2000 αποφάσεις του δικαστηρίου τούτου, οι οποίες εκδόθηκαν σε προηγούμενες δίκες μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου και αφορούσε άλλο ακίνητο διάφορο μεν του επιδίκου, αλλά από την ίδια ευρύτερη πεδινής καλλιεργήσιμη έκταση περιεχόμενο. Ακόμη, για διάφορα άλλα τμήματα της όλης έκτασης έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αλλά και αμετάκλητες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιωτών έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 52/2014, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, αποδεικνύεται τόσο η φύση του επίδικου ακινήτου όσο και οι πράξεις νομής που προσιδιάζουν σ’ αυτή και που οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοι τους ενήργησαν επ’ αυτού. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως ή λειβαδίου και βοσκοτόπου, κατά την έννοια των Β.Δ. της 17/29.11.1836 και 3/15.12.1833, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτό είχε τη μορφή αγρού. Ανεξάρτητα όμως από τη μορφή, που είχε το επίδικο, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 και μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, νεμήθηκαν τη μείζονα έκταση του όλου κτήματος, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους τους, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ’ αυτό διακατοχικές πράξεις το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αυτοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη υπό στοιχείο VII μείζονα σκέψη, απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915 και ότι η κυριότητα αυτή στη συνέχεια δεν καταλύθηκε. Ενόψει των γεγονότων που αποδείχτηκαν, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο του επίδικου ακινήτου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του: α) ως διάδοχο του Τουρκικού-Οθωμανικού Δημοσίου, ούτε ως διαδόχου της Βαληδέ Σουλτάνας […] δυνάμει του Πρωτοκόλλου του 1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και των δύο ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων του ίδιου έτους, καθώς και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος», αφού σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρεται ότι αποδείχθηκαν αυτό δεν ανήκε κατά κυριότητα στο τουρκικό κράτος ούτε σε τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής αλλά κατεχόταν από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. .. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι συμπεριφέρονταν ως κύριοι και έχοντες την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν δυνάμει των τίτλων που αναφέρονται παραπάνω και το ενέμοντο έκτοτε με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Δεν περιήλθε δε στο Ελληνικό Δημόσιο ούτε «δικαιώματι πολέμου», αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με την από 27.6/9.7.1833 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών. Τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως δυνάμει του πρωτοκόλλου της 21.1/3.2.1830 «Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 8 του τουρκικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχείο III μείζονα σκέψη αναφέρονται, β) άλλως, διότι η μείζων έκταση ήταν δάσος κατά το έτος 1836 και δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας της στη Γραμματεία των Οικονομικών μέσα στην προβλεπόμενη από το β.δ. της 16.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, ενόψει ειδικότερα του ότι πέραν των όσων αναφέρονται παραπάνω, το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση, στην οποία αυτό ευρίσκετο, δεν ήταν ούτε επί τουρκοκρατίας δασική έκταση, γ) άλλως, διότι κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο κατά την διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και, πάντως πριν από την 2.2.1830, αφού δεν εγκαταλείφθηκε από Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, ενόψει του ότι αυτό κατεχόταν κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω από Έλληνες ιδιώτες, δ) άλλως ως αδέσποτο, δυνάμει του άρθρου 16 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» του 1837, ε) άλλως το Ελληνικό Δημόσιο έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος της ευρύτερης έκτασης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15.12.1833 β.δ/τος, σύμφωνα, επίσης, με όσα παραπάνω αναλυτικά αναφέρονται…]