ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 76/2020

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Σπυριδούλα Μακρή,  Πρόεδρο Εφετών, Ιωάννη Αποστολόπουλο,  Εφέτη, Ελένη Τοπούζη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα,  E.T..

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

   Η  κρινόμενη έφεση της  πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας  κατά του εφεσιβλήτου-εναγόμενου  και κατά της υπ` αριθμό 4889/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική  δικαιοδοσία,  ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα,   γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495,  511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, αφού για το παραδεκτό της έχει  προκατατεθεί από την εκκαλούσα   το νόμιμο παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150)  ευρώ, όπως προβλέπεται από το άρθρο  495 του ΚΠολΔ,   πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Με την ένδικη  από 29.5.2015  και με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/8.6.2015 αγωγή της που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, κατ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, εξέθετε ότι  είναι η πρώτη ελληνική επιχείρηση που δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της επεξεργασίας ύδατος, έχει δε την αποκλειστική αντιπροσωπεία της διεθνούς ……………. Ότι  σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων,  η ανάληψη μελετών και εκτέλεσης εγκαταστάσεων πάσης φύσεως σχετικών με την επεξεργασία, τον καθαρισμό, το φιλτράρισμα, τον απιονισμό και εν γένει τον εξευγενισμό του ύδατος, η βιομηχανική παραγωγή πάσης φύσεως μηχανημάτων και συσκευών επεξεργασίας ως και εξαρτημάτων αυτών, σχετικών με τον ανωτέρω εξευγενισμό του ύδατος, η άσκηση εμπορίας για την καθ’ οποιοδήποτε τρόπο εκμετάλλευση των προϊόντων παραγωγής της εταιρείας καθώς και γενικά κάθε άλλων συναφών ειδών προς την παραπάνω δραστηριότητα που εμπορεύεται η εταιρία περιλαμβανομένης της μίσθωσης αυτών καθώς και της εκμετάλλευσης και εμπορίας του εν γένει εξευγενισμένου ύδατος, η ενέργεια εισαγωγών εκ του εξωτερικού και εξαγωγών στο εσωτερικό τέτοιων ειδών, η παροχή υπηρεσιών εν γένει επεξεργασίας και  εξευγενισμού του νερού περιλαμβανομένων και υπηρεσιών συντήρησης μετά την πώληση και αντιπροσώπευση ημεδαπών και αλλοδαπών οίκων για ίδιο λογαριασμό ή δια λογαριασμό τρίτων, η αποθήκευση και διακίνηση ειδών για λογαριασμό τρίτων (Παροχή Υπηρεσιών, Logistics). Ότι  με τον  εναγόμενο,  που  είναι χημικός μηχανικός,  πριν την άσκηση της  αγωγής για πολλά χρόνια συνεργαζόταν, έχοντάς τον ως εξωτερικό συνεργάτη της, αναθέτοντάς του την εποπτεία και επίβλεψη διάφορων τεχνικών έργων που αναλάμβανε,  από δε το έτος 2008 και μέχρι το έτος 2009 ο εναγόμενος υπήρξε μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, ενώ την 25-1-2011 εκλέχθηκε στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, στην οποία παρέμεινε μέχρι την 26-5-2011, οπότε παραιτήθηκε, παραμένοντας όμως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου μέχρι την 31-1-2013, οπότε ανακλήθηκε από τη θέση αυτή με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Ότι καθ όλη τη διάρκεια της θητείας του στο διοικητικό της συμβούλιο είχε πλήρη γνώση της πορείας των εργασιών της εταιρίας, ασκούσε εκτελεστικές αρμοδιότητες λαμβάνοντας αποφάσεις σχετικές με την οργάνωση και λειτουργία της, έλεγχε την παραγωγικότητα των εργαζόμενων της και επόπτευε την ορθή λειτουργία των τμημάτων της, έδινε εντολές στους υπαλλήλους της για τη διευθέτηση των διαφόρων θεμάτων που ανέκυπταν και εκπροσωπούσε την εταιρία έναντι πελατών και προμηθευτών. Ότι περαιτέρω, ως εκ του αξιώματός του στο διοικητικό της συμβούλιο, έλαβε πλήρη γνώση των στρατηγικών επιχειρηματικής οργάνωσης και διοίκησής της  αλλά και απέκτησε πρόσβαση σε όλες τις ευαίσθητες πληροφορίες αυτής (πληροφορίες – τακτικές πωλήσεων, καταστάσεις πελατών – προμηθευτών, ειδικές εκπτώσεις πελατών – προμηθευτών, σχεδίασμα τιμολογιακής πολιτικής, καταλόγους προϊόντων, στόχους, μελλοντικά προγράμματα, πληροφορίες που αφορούν την αγορά δράσης της εταιρίας κλπ.), απέκτησε δηλαδή εσωτερική πληροφόρηση όλων των απόρρητων στοιχείων που συνιστούν τα βασικά δεδομένα πάνω στα οποία στηρίζονταν οι πάσης φύσεως επιχειρηματικές της αποφάσεις, ενώ λόγω και της επιστημονικής του κατάρτισης έλαβε πλήρη γνώση των μεθόδων και των τρόπων κατασκευής – ανάπτυξης των μηχανημάτων – τεχνικών έργων που κατασκεύαζε – εμπορευόταν η ίδια (ενάγουσα). Ότι ενόψει της ανάκλησής του (εναγομένου) από τη θέση στο διοικητικό της συμβούλιο του ζήτησε να υπογράψει «Δήλωση Τήρησης Απορρήτου», αποστέλλοντάς του την από 22-2-2013 εξώδικη όχληση – πρόσκληση, προκειμένου να προστατευθούν συμβατικά τα προαναφερόμενα εμπορικά μυστικά (ευαίσθητες πληροφορίες) της, στις οποίες, κατά τα προαναφερόμενα αυτός είχε πρόσβαση και θα μπορούσε να αξιοποιήσει για  ανταγωνιστικό προς αυτήν (εταιρία) σκοπό. Ότι ο εναγόμενος σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης όχλησης απέστειλε την από 15-3-2013 εξώδικη πρόσκληση – διαμαρτυρία, όπου διαμαρτυρόταν ότι έχει εργατικές αξιώσεις εναντίον της (ενάγουσας) από την παροχή σχέσης εξαρτημένης εργασίας σ’ αυτήν και ότι, εφόσον διευθετηθούν οι αναφερόμενες σ’ αυτήν (εξώδικη πρόσκληση) εργατικές αξιώσεις του θα προέβαινε στην υπογραφή συμφωνητικού απορρήτου. Ότι, ωστόσο, ο πραγματικός, λόγος της αρνητικής συμπεριφοράς του εναγομένου στο ζήτημα της υπογραφής της προαναφερόμενης δήλωσης εμπιστευτικότητας ήταν η αξιοποίηση με παράνομα και αθέμιτα μέσα, προς ίδιον όφελος και των συνεργαζόμενων με αυτόν ανταγωνιστριών εταιριών της (ενάγουσας) «………………..», του συνόλου των εμπορικών μυστικών της και όλων των εν γένει ως άνω απόρρητων στοιχείων της, που του είχε εμπιστευθεί, προς βλάβη της ίδιας, με σκοπό να αποσπάσει – προσελκύσει πελάτες της. Ότι πιο συγκεκριμένα, μέχρι την άσκηση της αγωγής περιήλθαν σε  γνώση της (ενάγουσας) δύο (2) ανταγωνιστικές πράξεις του εναγομένου,  που αφορούν απόσπαση πελατείας απ αυτήν και δη  τους πελάτες της,  …………… και την εταιρία με την επωνυμία «…………». Συγκεκριμένα,  την 2-5-2014 ο πελάτης της ………., ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών τις μελέτες, επιβλέψεις και κατασκευές, καθώς και το εμπόριο υλικών και προμηθεύεται από το έτος 2009, κατ’ αποκλειστικότητα από την ίδια (ενάγουσα), διάφορα υλικά και προϊόντα επεξεργασίας ύδατος, διαμαρτυρήθηκε τηλεφωνικά ότι οι τιμές των προϊόντων που προμηθεύεται από αυτήν είναι ιδιαιτέρως υψηλές και ότι έχει ήδη στα χέρια του έγγραφη προσφορά προϊόντων, ίδιων με αυτά που προμηθεύεται από αυτήν, και δη της εταιρίας  «…………..» και πως αν δε μειώσει τις τιμές της θα αναγκαστεί να συνάψει συνεργασία με την τελευταία εταιρία. Ότι, όπως διαπίστωσε η ίδια (ενάγουσα), επρόκειτο για πρόταση για την προμήθεια υλικών στην οποία μνημονεύονταν συγκεκριμένα (προς προμήθεια) υλικά, με εξατομικευμένα χαρακτηριστικά ως προς την ποσότητα, τιμή μονάδας και όρους παράδοσης αυτών (υλικών), την οποία υπέγραφε, για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας («……………»), ο εναγόμενος. Ότι δεδομένου ότι αυτή (ενάγουσα) δεν επιθυμούσε να χάσει τον ως άνω πελάτη της αναγκάστηκε να του αποστείλει νέο τιμοκατάλογο με μειωμένες τις τιμές των υλικών, με τις οποίες τον προμήθευε μέχρι τότε. Ότι  έτσι αυτή (ενάγουσα) «έπεσε στα μάτια» του ανωτέρω πελάτη της, αφού του δόθηκε η εντύπωση πως δεν τον αντιμετωπίζει ως «καλό πελάτη», αλλά ως τον εύκολο στόχο για να πολλαπλασιάζει το κέρδος της, με αποτέλεσμα να χαθεί η σχέση εμπιστοσύνης που είχαν και να την αντιμετωπίζει με μία μόνιμη καχυποψία, που αντικατοπτρίζεται πλέον και στο εύρος της οικονομικής συνεργασίας τους, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή. Ότι μερικούς μήνες μετά από το προαναφερόμενο περιστατικό με τον ανωτέρω πελάτη της ο εναγόμενος προκάλεσε τη διάλυση μιας σημαντικής μακροχρόνιας συνεργασίας έντεκα συναπτών ετών με την εταιρία «………….», που δραστηριοποιείται κατά βάση στην παραγωγή προϊόντων έλασης αλουμινίου, στην οποία αυτή (ενάγουσα) είχε εγκαταστήσει συνολικά πέντε (5) μονάδες επεξεργασίας ύδατος και από το έτος 2006 είχε αναλάβει τη συντήρηση των εν λόγω μονάδων επεξεργασίας ύδατος, ενώ παράλληλα την προμήθευε και με αναλώσιμα υλικά, όπως ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή. Ειδικότερα,  στις  30-6-2014, λίγες ημέρες, δηλαδή, πριν από τη λήξη της σύμβασης με την «……..», με πρόθεση, ωστόσο, παράτασης της συνεργασίας τους, έλαβε αυτή (ενάγουσα) το  από 24-6-2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) από τον υπεύθυνο προμηθειών της εν λόγω εταιρίας, με το οποίο την καλούσε να επαναδιαπραγματευτούν το υφιστάμενο πλαίσιο συνεργασίας τους και συγκεκριμένα της δήλωνε με το ανωτέρω e-mail ότι πρόθεσή της («………..») ήταν να ανανεωθεί η συνεργασία τους για τουλάχιστον δύο έτη αλλά μόνο ως προς τις εργασίες συντήρησης και όχι και ως προς την προμήθεια αναλώσιμων υλικών. Ότι, προκειμένου να μη χάσει από πελάτη της την «………….», πραγματοποιήθηκε την 28-7-2014 συνάντηση των εκπροσώπων των δύο εταιριών, στην οποία προτάθηκαν νέοι, προνομιακοί όροι ως προς το ύψος της τιμής των αναλώσιμων υλικών, και στην οποία (συνάντηση) όλα έδειχναν ότι θα προέκυπτε νέα συμφωνία παράτασης συνεργασίας τους. Ότι προς επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων στην πιο πάνω συνάντηση απηύθυνε (η ενάγουσα) στην πιο πάνω εταιρία την επόμενη ημέρα (29-7-2014) τελική βελτιωμένη προσφορά, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην αγωγή, η οποία, όμως δεν έγινε δεκτή, διότι, όπως της γνωστοποιήθηκε με το από 11-8-2014 e-mail, που της απέστειλε ο υπεύθυνος προμηθειών της πιο πάνω εταιρίας, η «………….»  αποφάσισε να  μην προχωρήσει σε ανανέωση της συνεργασίας τους λόγω εύρεσης οικονομικά πιο συμφέρουσας προσφοράς.. Ότι από έρευνα που πραγματοποίησε κατέληξε στο ότι ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της συνεργασίας της με την «…………», ενεργώντας για λογαριασμό της ανταγωνίστριας εταιρίας «………..», προσέγγισε την «…………» προσφέροντας χαμηλότερες τιμές από εκείνες που γνώριζε ότι παρείχε η ίδια (ενάγουσα), εγγυώμενος παράλληλα την τεχνική επάρκεια για την υλοποίηση του έργου συντήρησης των μονάδων επεξεργασίας ύδατος «….,» τις οποίες είχε κατασκευάσει και εγκαταστήσει στην «…………» αυτή (ενάγουσα), εκμεταλλευόμενος παράνομα απόρρητα στοιχεία της, αφού χωρίς τη χρησιμοποίηση αυτών (επιχειρηματικών απόρρητων) θα ήταν πολύ δύσκολο και οικονομικά ασύμφορο να αναλάβει μία άλλη εταιρία τη συντήρηση μηχανημάτων που δεν είχαν κατασκευαστεί από την ίδια. Ότι αποτέλεσμα της προαναφερόμενης ενέργειας του εναγομένου ήταν αφενός η πρόκληση περιουσιακής ζημίας σ’ αυτήν (ενάγουσα) από την οριστική διακοπή της συνεργασίας της με την ανωτέρω εταιρία, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή, αφετέρου  δόθηκε στην αγορά η εντύπωση ότι η εταιρία στερείται οργάνωσης και σοβαρότητας, αφού είναι αδύναμη να προστατεύσει τα απόρρητά της. Ότι ο εναγόμενος με όλες τις ανωτέρω ενέργειές του, που συνιστούν πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού, έβλαψε με πρόθεση την εμπορική της πίστη και επαγγελματική της υπόληψη, συνεπεία της οποίας υπέστη αυτή ηθική βλάβη, δικαιούμενη, για το λόγο αυτό χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζητούσε με την αγωγή, μετά την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ : α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει, το ποσό των 499.960 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως χρηματική  ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη,  κατά τα ως άνω αναφερόμενα, εξαιτίας της σε βάρος της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου  β) να παύσει και να παραλείπει ο εναγόμενος στο μέλλον να ανακοινώνει τα απόρρητα στοιχεία της στην ανώνυμη εταιρία «………» και στην ανώνυμη εταιρία «………….» και σε οποιονδήποτε τρίτο, γ) να παύσει και να παραλείπει ο εναγόμενος στο μέλλον να κάνει χρήση των απόρρητων στοιχείων της και να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη προς αυτήν, δ) να απειληθεί κατά του εναγομένου χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, καθώς και να επιβληθεί υπέρ αυτής και σε βάρος του (εναγομένου) παροχή εγγυοδοσίας για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφασης που θα εκδοθεί, ε) να διαταχθεί η δημοσίευση της απόφασης σε δύο ημερήσιες πολιτικές εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας, επιλογής της ενάγουσας, ε) να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, στ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς όλες τις διατάξεις της, πλην της απειλής και απαγγελίας προσωπικής κράτησης και καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 4889/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή καθ όλα ορισμένη και νόμιμη, πλην των αναφερομένων σ αυτήν παρεπομένων αιτημάτων της, απέρριψε αυτήν στην ουσία της και καταδίκασε την ενάγουσα, λόγω της ήττας της, στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εναγόμενου. Κατά της απόφασης αυτής  παραπονείται με την παρούσα έφεσή της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων  από το πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριο και ζητά την εξαφάνισή της  ώστε να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η  ένδικη αγωγή της.

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς τον σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου ν` αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο γίνεται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 1123/2002 ΕλλΔνη 45. 95, ΑΠ 79/2001 ΕλλΔνη 42. 904, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 41. 973, ΕφΘεσ 2174/2006 Αρμ 2007. 73, ΕφΑθ 6012/2005 ΔΕΕ 2006. 278) Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ειδικό αστικό αδίκημα με βασικό σκοπό την προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές (Λιακόπουλος, Βιομηχανική ιδιοκτησία τ. 1, 1995, σελ. 105 και τ. II, 1995, σελ. 195 επ.). Υπό διαφορετική διατύπωση, ο ν.146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού (Ν. Ρόκας, Αθέμιτος ανταγωνισμός, έκδ. 1981, παρ. 4 σελ. 23). Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ` ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση (με άλλα λόγια η συστηματική ταξινόμηση) των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές: 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης, 4) πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής, 5) παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και 6) διακινδύνευσης της αγοράς (Κοτσίρης, Δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού, έκδ. 1986, Μέρος πρώτο, Κεφ. 20 σελ. 68 επ., Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 6 III, σελ. 34· βλ. διαφορετική κατηγοριοποίηση στον Λιακόπουλο, ό.π., τ. Ι, Μέρος πρώτο, σελ. 123 και τ. II, Μέρος δεύτερο, σελ. 200). Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο «παρασιτικό ανταγωνισμό», Κοτσίρης, ό.π., σελ. 97, Λιακόπουλος, ό.π., τ. 1 Ι, σελ. 267-8), υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας (ΕφΑθ 4530/2002 ΔΕΕ 2002. 1248, Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 10 III σελ. 67, Σουφλερός, στο συλλογικό έργο «Αθέμιτος ανταγωνισμός», έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 1996, υπό το άρθρο 1 αριθ. 204).  Και αυτό διότι  ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, μόνον, όμως,  αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα (ΕφΘεσ 7910/2002 ΔΕΕ 2003. 630), όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (ΕφΑθ 3545/2005 ΔΕΕ 2006. 57), ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 299 επόμ., Δ. Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού, έκδ. 2000, σελ. 112 επόμ.). Η απόσπαση πελατείας από πρώην στελέχη (εργαζόμενους, εμπορικούς αντιπροσώπους, διανομείς) μιας επιχείρησης, τα οποία μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους-παραγωγού, είναι καταρχήν νόμιμη. Εφόσον ο πρώην εργαζόμενος δεν υπόκειται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη, με την οποία ο πρώην εργοδότης «εξαγοράζει» για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα την αποχή του από τον ανταγωνισμό στην ίδια σχετική αγορά, μπορεί να διεισδύσει στην πελατεία του πρώην εργοδότη του, να ανακοινώσει σ` αυτήν ότι έχει ιδρύσει δική του επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα, αρκεί να μη χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή ισχυρισμοί υποτιμητικοί για τον πρώην εργοδότη, ή δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση στο πελατολόγιο του πρώην εργοδότη με αθέμιτο τρόπο. Η υποχρέωση πίστης που υπέχει ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη του (ΑΚ 288) μόνον σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αναπτύξει μετενέργεια (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 301-305). Στην περίπτωση που έχει συνομολογηθεί ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία θεωρείται καταρχήν έγκυρη, η προσβολή της δεν είναι eo ipso και αθέμιτος ανταγωνισμός. Αλλά και η εκμετάλλευση ξένης φήμης μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτη, όταν επιχειρείται κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, όπως συμβαίνει όταν ο ανταγωνιστής εκμεταλλεύεται τη φήμη ξένης επιχείρησης και τους θετικούς συνειρμούς και παραστάσεις που συνδέουν οι σχετικοί συναλλακτικοί κύκλοι με την επιχείρηση αυτή και τα προϊόντα ή υπηρεσίες της, μεταφέροντας τους θετικούς αυτούς συνειρμούς (image transfer) στη δική του επιχείρηση (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 247 επόμ.). Περαιτέρω,  η υποτίμηση, δηλαδή η μείωση της τιμής πώ­λησης προϊόντων ή υπηρεσιών είναι ελεύθερη και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη όταν η νέα τιμή είναι ίση προς την αγοραία αξία. Τέτοια αντίθεση υπάρχει όταν συ­ντρέχουν και άλλες περιστάσεις, όπως όταν γίνεται συστηματική υποτίμηση, με πρόθεση εξόντωσης του ανταγωνιστή και με τη δημιουργία κινδύνου εκτοπισμού του από την αγορά ή όταν γίνεται πώληση σε τιμές κάτω του κόστους (ΕφΑΘ 969/2011, ΕφΘεσ 1465/2009, Νόμος).  Επιπρόσθετα,  κατ` άρθρο 16 του  ίδιου ως άνω νόμου (146/1914) “Με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών και με χρηματικήν ποινήν (μέχρι τριών χιλιάδων δραχμών) ή με μίαν των ποινών τούτων τιμωρείται όστις, ως υπάλληλος, εργάτης ή μαθητευόμενος παρά τινι εμπορικώ ή βιομηχανικώ καταστήματι ή επιχειρήσει, ανακοινώνει άνευ δικαιώματος εις τρίτους, κατά το χρονικόν διάστημα της υπηρεσίας του, απόρρητα του καταστήματος ή της επιχειρήσεως εμπεπιστευμένα αυτώ ως εκ της υπηρεσίας του, ή άλλως περιελθόντα εις την αντίληψίν του, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού ή επί τη προθέσει βλάβης του κυρίου του καταστήματος ή της επιχειρήσεως. Με την αυτήν ποινήν τιμωρείται και ο χρησιμοποιών ή ανακοινών εις τρίτους άνευ δικαιώματος, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού, τα τοιαύτα απόρρητα, ων έλαβε γνώσιν διά τινός των εν τω προηγουμένω εδαφίω ανακοινώσεων ή δι` ιδίας αυτού πράξεως αντικειμένης εις τους νόμους ή τα χρηστά ήθη”. Η διάταξη της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου συντρέχει, (εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις), και στην περίπτωση λήξης ή λύσης της εργασιακής σχέσης ιδίως εάν έχει συμφωνηθεί και η μετά την λύση της σχέσεως υποχρέωση μη αποκάλυψης απορρήτου. Ως εμπορικά απόρρητα κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων νοούνται τα απόρρητα εμπορικής και οργανωτικής φύσης της επιχείρησης, όπως κατάλογοι πελατών, κατάλογοι πηγών προμήθειας, κοστολόγια και υπολογισμοί τιμών κλπ ( ΑΠ 1717/2013, δημοσιευμένη στη Νόμος).Τέλος,  από τη διάταξη του αρ. 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι “όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει” προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του αρ. 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έν­νοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την α­ντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, κατά τα προαναφερόμενα (βλ.και ΕφΠειρ 12/2017, όπ.α)   ΙΙ.   Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002). Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες όπως ήδη ρητά ορίζεται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει στην απόφαση να γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθεμίας από αυτές. Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ`αρθρο 339 ΚΠολΔ και τα προς έμμεση απόδειξη χρησιμεύοντα δικαστικά τεκμήρια δηλαδή, τα, κατά τη διάταξη του άρθρου 336 αρ.3 ΚΠολΔ, συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων (ΑΠ 221/2005, ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 1342/2010) τα οποία μπορεί να συναχθούν [από τα δικαστήρια της ουσίας] και από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί, ακόμη και χωρίς κλήτευση, όχι στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται αλλά άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων   (ΑΠ 627/2018, ΑΠ 800/2015, ΑΠ 621/2014, δημοσιευμένες στη Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις  ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο  του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, οι οποίες (καταθέσεις) εκτιμώνται καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και φωτογραφίες (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 ΚΠολΔ), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τον αντίδικο εκείνου που τις προσκομίζει, τα οποία (έγγραφα)  λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη (άρθρο 395 ΚΠολΔ),  και δη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ` αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), μεταξύ δε των τελευταίων  (τεκμηρίων), περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου υπ’ αριθ. ……………. ένορκες βεβαιώσεις των αναφερόμενων σ’ αυτές μαρτύρων του, που δόθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενης  μεταξύ τους δίκης και όχι για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη, που  νομίμως λήφθηκαν υπόψη τόσο πρωτόδικα και λαμβάνονται υπόψη  και από το παρόν Δικαστήριο, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  κατά την προηγηθείσα υπό στοιχ.ΙΙ νομική σκέψη, έστω και αν δεν υπήρξε νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας να παραστεί σ αυτές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων στην κρινόμενη έφεσή της,  από τις υπ’ αριθ. ………. ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……… και ………….. αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας δίκης,  κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του-ενάγουσας να παραστεί σ αυτές  (βλ. την υπ’ αριθ. …../25-1-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….) λαμβανομένων  υπόψη αυτεπαγγέλτως και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής (336 αρ. 4 ΚΠολΔ)   αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται από το έτος 1963 στον τομέα επεξεργασίας νερού και  έχει ηγετική θέση στην αγορά αφαλατώσεων και φίλτρανσης νερού, είναι δε αντιπρόσωπος της εδρεύουσας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εταιρίας με την επωνυμία «………….”, που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα. Σκοπός της είναι η ανάληψη μελετών και εκτέλεσης εγκαταστάσεων πάσης φύσεως σχετικών με την επεξεργασία, τον καθαρισμό, το φιλτράρισμα, τον απιονισμό και εν γένει τον εξευγενισμό του ύδατος, τη βιομηχανική παραγωγή πάσης φύσεως μηχανημάτων και συσκευών επεξεργασίας ως και εξαρτημάτων αυτών, σχετικών με τον ανωτέρω εξευγενισμό του ύδατος, την άσκηση εμπορίας για την καθ’ οποιοδήποτε τρόπο εκμετάλλευση των προϊόντων παραγωγής της καθώς και γενικά κάθε συναφών προς την παραπάνω δραστηριότητα ειδών που εμπορεύεται αυτή περιλαμβανομένης της μίσθωσης αυτών καθώς και της εκμετάλλευσης και εμπορίας του εν γένει εξευγενισμένου ύδατος, την ενέργεια εισαγωγών εκ του εξωτερικού και εξαγωγών στο εσωτερικό τέτοιων ειδών, την παροχή υπηρεσιών εν γένει επεξεργασίας και εξευγενισμού του νερού περιλαμβανομένων και υπηρεσιών συντήρησης μετά την πώληση και αντιπροσώπευση ημεδαπών και αλλοδαπών οίκων  για δικό της  λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, την αποθήκευση και διακίνηση ειδών για λογαριασμό τρίτων (παροχή υπηρεσιών, logistics). Για την επιδίωξη του ανωτέρω σκοπού της η  ενάγουσα συνεργάζεται με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την προώθηση του εταιρικού σκοπού. Ο εναγόμενος, χημικός μηχανικός, από τις  22-6-1992 άρχισε να συνεργάζεται με την ενάγουσα, η οποία του ανέθεσε  με την ειδικότητα του μηχανικού τεχνικού τμήματος, την εκπόνηση μελετών, την οργάνωση, επίβλεψη και παράδοση έργων, την κατάρτιση και επεξεργασία τεχνικών εκθέσεων και οικονομικών προσφορών για την εκτέλεση των εργασιών της. Σταδιακά και λόγω των ικανοτήτων, των γνώσεων και της εργατικότητάς του  ανατέθηκε σ αυτόν  η θέση του διευθυντή του τεχνικού τμήματος και ακολούθως του διευθυντή πωλήσεων και του γενικού διευθυντή.  Από το έτος 2008 μέχρι το έτος 2009 εκλέχθηκε δύο φορές μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, ενώ την 25-1-2011 εκλέχθηκε στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, όπου και  παρέμεινε μέχρι την 2-5-2011, οπότε παραιτήθηκε από τη θέση αυτή για προσωπικούς λόγους, παραμένοντας όμως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Η συνεργασία του εναγόμενου με την ενάγουσα μέχρι το έτος 2011 ήταν καλή, όμως στη συνέχεια άρχισε να διαταράσσεται, καθόσον η ενάγουσα καθυστερούσε την καταβολή των αμοιβών του, ευρισκόμενη σε οικονομική δυσχέρεια, συνεπεία και της γενικότερης οικονομικής κρίσης στην οποία περιήλθε και η χώρα. Ο εναγόμενος άρχισε να διαμαρτύρεται με αποτέλεσμα η ενάγουσα δυσαρεστημένη από τη συμπεριφορά του να ανακαλέσει την τοποθέτησή του ως μέλους του Δ.Σ, στις 30.1.2013,  και να ενημερώσει με εσωτερικό σημείωμα το προσωπικό της περί της διακοπής της συνεργασίας της  με αυτόν, ο δε εναγόμενος, επικαλούμενος ότι η σχέση που τους συνέδεε όλα αυτά τα χρόνια ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση εργασίας για επίλυση της διαφοράς του με την ενάγουσα, ζητώντας δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα κλπ. Την 22-2-2013 η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο εξώδικη όχληση – πρόκληση, που του επιδόθηκε νόμιμα (βλ. την υπ’ αριθ. ……./26-2-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………..), καλώντας τον να υπογράψει «Δήλωση Τήρησης Απορρήτου» για τα εμπορικά μυστικά της,  στα οποία, κατά τα επί λέξει αναφερόμενα απ αυτήν στην ως άνω εξώδικη όχλησή της « συγκαταλέγονται απόρρητες πληροφορίες επί των τεχνικών – βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων της, της επιχειρηματικής οργάνωσης και τεχνογνωσίας «know how» της, των άυλων αγαθών της κλπ», και να της επιστραφεί «κάθε σχετικό ηλεκτρονικό αρχείο ή/και έγγραφο το οποίο άπτεται των εμπορικών μυστικών της». Ο εναγόμενος, σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης όχλησης – πρόσκλησης, απέστειλε στην ενάγουσα την από 15-3-2013 εξώδικη του απάντηση – πρόσκληση – διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 21-5-2015 (βλ. την υπ’ αριθ. …./21-3-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………..), με την οποία διαμαρτυρόταν για την ως άνω εξώδικη όχληση της ενάγουσας και ζητούσε να ανακληθεί, διότι προσβάλει την επαγγελματική τιμή και προσωπική του υπόληψη, καθόσον δεν έχει προβεί σε ουδεμία πράξη ανταγωνισμού, όπως υπονοεί η ενάγουσα, καλώντας την ταυτόχρονα να του καταβάλει λόγω της επικαλούμενης απ αυτόν σχέση εργασίας του αορίστου χρόνου, δεδουλευμένες αποδοχές του,  την αποζημίωση απόλυσης, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2012, την αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013, την αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας 2013 και το επίδομα άδειας 2013, υπογράφοντας ταυτόχρονα, μόνο τότε,  ο ίδιος την ως άνω δήλωση απορρήτου, την οποία ποτέ δεν αρνήθηκε να υπογράψει. Για τις ως άνω αξιώσεις του μάλιστα  ο εναγόμενος  άσκησε  σε βάρος της ενάγουσας την από 23-6-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. ………/2013) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών)  επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3863/2014 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, αφού δέχθηκε ότι η σχέση των υπηρεσιών που παρείχε ο εναγόμενος προς την ενάγουσα είναι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και δεν είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ως επικαλούνταν αυτός στην αγωγή του και επομένως δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Η εν λόγω δε απόφαση «επικυρώθηκε» με την με αριθμό 5153/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε στην ουσία της την ασκηθείσα κατ αυτής από τον εναγόμενο από 8-2-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. …../2015) έφεσή του. Ηδη  ο τελευταίος άσκησε σε βάρος της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την από 21.12.2018 και με αριθμ.εκθ.καταθ  …………/2018 αγωγή του, με την οποία ζητά από  αυτήν  να του καταβάλει, ως συνολική αμοιβή του για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του  κατά το ως άνω χρονικό διάστημα απασχόλησής του σ αυτήν, δυνάμει της κριθείσας τελεσίδικα σύμβασης παροχής  ανεξαρτήτων υπηρεσιών που τον συνέδεε με την ενάγουσα το ποσό των 18.872,52 ευρώ,  άλλως  το εν λόγω ποσό ζητά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία ( αγωγή) εκκρεμεί ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την ως άνω αποχώρησή του από την ενάγουσα ο εναγόμενος προσπάθησε να ανεύρει νέα εργασία.  Την 8-7-2013 εντόπισε στο διαδίκτυο αγγελία για πρόσληψη υπαλλήλου με επαρκή εμπειρία για διάθεση και τεχνική υποστήριξη επώνυμων χημικών προϊόντων που αφορούν στην επεξεργασία νερού της εταιρίας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………» (βλ. προσκομ. από 8-7-2013 αγγελία της εν λόγω εταιρίας), που ανήκει στον πολυεθνικό όμιλο ….., ο οποίος έχει πολυετή συνεργασία με μερικούς από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές ειδών επεξεργασίας νερού στον κόσμο, όπως ο οίκος ….. Λόγω της εμπειρίας του και των ικανοτήτων του προσλήφθηκε στην ως άνω εταιρία την 10-1-2014 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ την 15-10-2014 μεταφέρθηκε ως εργαζόμενος με  σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σε άλλη εταιρία του πιο πάνω ομίλου, την εταιρία «…………». Αντικείμενο της εργασίας του στην τελευταία αυτή εταιρία συμφωνήθηκε να είναι η διάθεση στην ελληνική αγορά των στοιχείων RO, (αντίστροφης όσμωσης), UF (υπερδιήθισης) και EDI (ηλεκτροαπιονισμού) του οίκου Dow και άλλων σχετικών αναλώσιμων υλικών, που χρησιμοποιούνται σε συστήματα επεξεργασίας νερού, δηλαδή κατά κύριο λόγο, μεμβρανών αντίστροφης όσμωσης υψηλής ποιότητας, χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία του οίκου …. Πελάτες των εταιριών «. …» και «………» είναι μεγάλες κατασκευάστριες εταιρίες συστημάτων επεξεργασίας νερού, όπως η «…….», η «………», η «……….», η  «….» και η «……….», οι οποίες προμηθεύονται μεμβράνες του οίκου ….. Στα πλαίσια της ανωτέρω εργασιακής του σχέσης ο εναγόμενος επικοινώνησε με εταιρίες που κατασκευάζουν ή μεταπωλούν συστήματα αντίστροφης όσμωσης για την αγορά και προμήθεια των προϊόντων της εταιρίας «……..» και με μεγάλους μεταπωλητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο γνωστός στην αγορά συστημάτων αντίστροφης όσμωσης,  …….., πελάτης της ενάγουσας, που ο εναγόμενος γνώριζε, ενόψει της πολυετούς συνεργασίας του μαζί της, που διατηρεί ατομική επιχείρηση στην περιοχή του …. Ν. Αργολίδος, με αντικείμενο εργασιών τις μελέτες, επιβλέψεις και κατασκευές και το εμπόριο υλικών, στον οποίο υπέβαλε, για λογαριασμό της εργοδότριάς του εταιρίας «……….», και στο πλαίσιο της εργασιακής του σχέσης με αυτή, έγγραφη προσφορά προϊόντων της τελευταίας. Ειδικότερα αυτή (προσφορά)  αφορούσε την προμήθεια συγκεκριμένων αναλώσιμων υλικών (μεμβράνες …., αντικαθαλωτικό …. κλπ) κατά ποσότητα και  με τιμή μονάδος, την ειθισμένη από τη διοίκηση της εργοδότριάς του εταιρίας, για την πώληση τέτοιων προϊόντων, την οποία (έγγραφη προσφορά) αυτός βρήκε πιο συμφέρουσα οικονομικά σε σχέση με τις τιμές των αναλώσιμων υλικών και προϊόντων επεξεργασίας ύδατος που τον προμήθευε από το έτος 2009 η ενάγουσα.  Για το λόγο αυτό, στις  25-2014 ο ……….. διαμαρτυρήθηκε τηλεφωνικά στην ενάγουσα ότι οι τιμές στις οποίες του προσφέρει τα προϊόντα που προμηθεύεται από αυτήν είναι ιδιαιτέρως υψηλές και πως αν δεν τις μειώσει θα συνάψει συνεργασία με την «……….», αποστέλλοντάς της αυθημερόν με τηλεμοιοτυπία την έγγραφη προσφορά της τελευταίας. Η ενάγουσα, προκειμένου να μην τον χάσει από πελάτη της του απέστειλε νέο τιμοκατάλογο με μειωμένες τις τιμές των υλικών, με τις οποίες τον προμήθευε έως τότε, η συνεργασία τους  δε έκτοτε με αυτόν εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ ο προαναφερόμενος δε συνεργάστηκε με την εργοδότρια του εναγόμενου.   Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, στα πλαίσια, επίσης της  εργασιακής του σχέσης με την ως άνω εργοδότριά του εταιρία, επικοινώνησε για λογαριασμό της τελευταίας,  με την εταιρία «………..», επίσης πελάτη της ενάγουσας, γνωστή σ αυτόν λόγω της συνεργασίας του μαζί της, η οποία δραστηριοποιείται κατά βάση στην παραγωγή προϊόντων έλασης αλουμινίου για την προμήθεια σ’ αυτήν αναλώσιμων υλικών. Η τελευταία, όμως, τον ενημέρωσε ότι δεν ενδιαφέρεται μόνο για την προμήθεια μεμβρανών αλλά για την υποβολή συνολικής πρότασης για τη συντήρηση συστήματος επεξεργασίας νερού αντίστροφης όσμωσης. Την πρόταση αυτή διαβίβασε ο εναγόμενος στην εταιρία «………» και το διακριτικό τίτλο «……….», που ανήκει και αυτή (όπως και οι ως άνω εργοδότριές του εταιρίες,  … και ….) στον όμιλο …,  δραστηριοποιούμενη στον κλάδο εκπόνησης μεγάλων τεχνικών έργων, ένα μέρος του οποίου είναι και η εγκατάσταση και συντήρηση ηλεκτρομηχανολογικών έργων και δικτύων διάθεσης για συστήματα επεξεργασίας νερού και λυμάτων και η οποία προμηθεύεται από τη «……..», στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, εργάζεται πλέον ο εναγόμενος, μεμβράνες του οίκου … , η οποία υπέβαλε σχετική προσφορά στην «…………». Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις  30-62014, λίγες ημέρες, δηλαδή, πριν από τη λήξη της σύμβασης   της  «…………» με την ενάγουσα, η τελευταία έλαβε το  από 24-6-2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) από τον υπεύθυνο προμηθειών της εν λόγω εταιρίας, με το οποίο την καλούσε να επαναδιαπραγματευτούν το υφιστάμενο πλαίσιο συνεργασίας τους και συγκεκριμένα της δήλωνε με το ανωτέρω e-mail ότι πρόθεσή της ήταν να ανανεωθεί η συνεργασία τους για τουλάχιστον δύο έτη αλλά μόνο ως προς τις εργασίες συντήρησης και όχι και την προμήθεια από αυτήν αναλώσιμων υλικών. Η ενάγουσα, σε απάντηση του ως άνω e-mail, δήλωσε ότι η αλλαγή που ζήτησε η …… δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή απ αυτήν, καθώς, ως επί λέξει αναφέρει στο από 27.6.2014 mail  «για την διασφάλιση από μέρους της, με την ανάληψη της μηνιαίας συντήρησης της καλής λειτουργίας των συστημάτων, καθώς και την επίτευξη ποσοτικών και ποιοτικών αποτελεσμάτων εντός των αντιστοίχων προδιαγραφών, απαιτείται η αποκλειστική προμήθεια των αναλώσιμων υλικών από την ……….»,  με αποτέλεσμα, στις 11-8-2014 η «……….» απέστειλε, μέσω του υπεύθυνου προμηθειών της, στην ενάγουσα e-mail, γνωστοποιώντας της ότι τελικά αποφάσισε να μην προχωρήσει σε ανανέωση της συνεργασίας τους μαζί της, λόγω εύρεσης οικονομικά πιο συμφέρουσας προσφοράς, εννοώντας την προσφορά της ……., με την οποία πράγματι και συνεργάστηκε το Σεπτέμβριο του 2014. Συγκεκριμένα η ….. ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών προληπτικής συντήρησης και αποκατάστασης βλαβών στις μονάδες αντίστροφης όσμωσης που βρίσκονται στο εργοστάσιο της …… Σημειωτέον ότι εντός του έτους 2015 η ….. ζήτησε προσφορές για την προμήθεια ενός νέου συστήματος επεξεργασίας νερού (Μονάδα Νο 6), απευθυνόμενη, μεταξύ άλλων και στην ….., η οποία, όμως, δεν υπέβαλε προσφορά με αποτέλεσμα η ανάθεση αυτού να γίνει στην ενάγουσα, η οποία και πραγματοποίησε την εγκατάσταση του, τον Ιούνιο του 2015, ανέλαβε δε και την αντικατάσταση της οθόνης στον αυτοματισμό της μονάδας Νο3. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ως αυτά προέκυψαν από τη συνεκτίμηση του ως άνω εισφερόμενου στο Δικαστήριο αποδεικτικού υλικού,   δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επέδειξε σε βάρος της ενάγουσας οιαδήποτε αθέμιτη ανταγωνιστική  συμπεριφορά, αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 16-18 του Ν.146/1914 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 914 και  919 ΑΚ, κατά την προηγηθείσα υπό στοιχ.Ι νομική σκέψη και δη την ιστορούμενη στην ένδικη αγωγή της. Αποδείχθηκε, βέβαια,  κατά τα προαναφερόμενα, ότι αυτός στα πλαίσια της εργασιακής του σχέσης με την εργοδότριά του εταιρία, που αρχικά ήταν η  ….,  προσπαθώντας να προσελκύσει πελάτες γι αυτή και προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα που αυτή εμπορεύονταν, ήλθε σε επαφή με τους προαναφερόμενους, ……….. και ….., με τους οποίους συνεργάζονταν χρόνια η ενάγουσα.. Πελατολόγιο όμως, ως οργανωμένος και καταγεγραμμένος κατάλογος πελατών ο οποίος αποτελεί οικονομικό αγαθό της επιχείρησης της ενάγουσας και τον οποίο εκμεταλλεύτηκε ο εναγόμενος  δεν υπήρξε. Οι ως άνω πελάτες,  ως πελάτες της ενάγουσας εταιρίας, με την οποία ο εναγόμενος είχε χρόνια συνεργασία, ήταν  βεβαίως γνωστοί σ αυτόν. Η με τον τρόπο, όμως,  αυτό επιχειρούμενη  διείσδυση του εναγόμενου στον κύκλο αυτών των πελατών, με σκοπό να τους αποσπάσει στην  ανταγωνιστική επιχείρησή της ως άνω εργοδότριάς του εταιρίας  δεν είναι αθέμιτη εφόσον η διείσδυση στη γνωστή σε αυτόν αγορά από την προηγούμενη ενασχόληση του στην ενάγουσα είναι συμβατή, κατά την προηγηθείσα υπό στοιχ.Ι νομική σκέψη,  με τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, ενώ δεν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να καθιστούν τη συμπεριφορά του  αυτή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Τούτο δεδομένου ότι η απόσπαση πελατείας επιχειρήθηκε χωρίς την χρήση δόλιων μέσων αλλά με την υποβολή οικονομικών προτάσεων (έγγραφων προσφορών) που απέστειλε ο εναγόμενους στους εν λόγω πελάτες της ενάγουσας, σύμφωνα με τις τιμές και την πολιτική της εργοδότριάς του εταιρίας,  προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα της,  χωρίς με αυτές  να γίνεται παραπλάνηση των πελατών ή να προκαλείται σε αυτούς σύγχυση, χωρίς να επιχειρείται η μείωση της ενάγουσας και χωρίς να υπάρχει για τον εναγόμενο συμβατική ή μετασυμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού, ούτε προκύπτει ότι έγινε προσχεδιασμένα ή συστηματικά με συνεχείς αποστολές επιστολών, με σκοπό την εκτόπιση της ενάγουσας από την τοπική αγορά. Ουδόλως, επίσης, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, προτού αποχωρήσει από την ενάγουσα ανέλαβε (αντέγραψε) παράνομα, ως αυτή αβασίμως ισχυρίζεται επιχειρηματικά απόρρητά της,   που  αναφέρονται στον εμπορικό – οργανωτικό τομέα αυτής (κατάλογοι πελατών της, τιμοκατάλογοι και προσφορές της), καθώς και βιομηχανικά σχέδιά της και τη βιομηχανική τεχνολογική τεχνογνωσία της (know  how), που του είχε γνωστοποιηθεί, ως εκ της προαναφερόμενης θέσης του, τα οποία χρησιμοποίησε προκειμένου να προσελκύσει τους ως άνω πελάτες της.  Οσον αφορά δε την «………….», η οποία είναι από τις μεγαλύτερες εταιρίες στην Ελλάδα και διαθέτει άρτια οργάνωση και υψηλά εξειδικευμένο προσωπικό, αυτή διαθέτει αρχείο με τις μελέτες και πλήρη τεχνικά στοιχεία των συστημάτων που βρίσκονται εγκατεστημένα στο εργοστάσιό της, στοιχεία που είναι διαθέσιμα τόσο στο προσωπικό της όσο και σε εξωτερικούς συνεργάτες της, στους οποίους και χορηγούνται για τις ανάγκες συντήρησης και λειτουργία των μονάδων της,  και ως τούτου δε χρειαζόταν ο εναγόμενος να εκμεταλλευθεί οποιαδήποτε απόρρητη τεχνογνωσία της ενάγουσας, ως προς τις κατασκευαστικές ιδιαιτερότητες αυτών, την οποία, κατ αυτήν ( που ουδόλως αποδείχτηκε) γνωστοποίησε στην εταιρία «……..», ώστε η τελευταία να αναλάβει  τη συντήρησή τους. Το γεγονός δε ότι η ως άνω εταιρία «..» για κάποιο χρονικό διάστημα συνεργάστηκε με την εταιρία .. και όχι με την ενάγουσα εταιρία ουδόλως σχετίζεται με οιαδήποτε αθέμιτη ανταγωνιστική δραστηριότητα του τελευταίου. Η …., κατά τα προαναφερόμενα, πρώτα στην ενάγουσα απευθύνθηκε και επειδή η ενάγουσα  «απαίτησε» απ αυτήν εκτός από τη συντήρηση των μονάδων της  και την προμήθεια αναλώσιμων υλικών, η  τελευταία (…), για δικούς της λόγους, ως είχε δικαίωμα, εξάλλου, επέλεξε την προσφορά της ….., εκείνη τη χρονική στιγμή, που τη βρήκε πιο συμφέρουσα. Ετσι λειτουργεί ο ανταγωνισμός και η αγορά, ο δε πελάτης δεν είναι πότε κτήμα κανενός , το δε γεγονός ότι   η ενάγουσα έως τότε και δη επί έντεκα συνεχή έτη συνεργάζονταν μ αυτή δε σημαίνει ότι της «ανήκει» και ότι η …… δε μπορεί να συνεργαστεί και με άλλες, ανταγωνιστικές  αυτής εταιρίες, ως έπραξε εν προκειμένω. Σημειωτέον, ότι ο  εναγόμενος, ενάμιση χρόνο περίπου μετά την αποχώρησή του από την ενάγουσα, οπότε και υπέβαλε γραπτές προσφορές στους πελάτες της ……. και «………»,  όσον αφορά την προμήθεια των αναλώσιμων που η τότε εργοδότριά του εταιρία ….. εμπορεύονταν, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την τιμολογιακή πολιτική της (ενάγουσας) και τα αναλώσιμα υλικά που αυτή χρησιμοποιούσε, σε κάθε, δε περίπτωση, προωθούσε, για λογαριασμό της ως άνω εργοδότριάς του εταιρίας «………..» μόνο μεμβράνες του οίκου …., επίσημος διανομέας των οποίων (μεμβρανών του οίκου ….) ήταν η εν λόγω εταιρία για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2014 (βλ. προσκομ. από τον εναγόμενο από 17-3-2014 e-mail από το διευθυντή πωλήσεων της «………..») και τις οποίες η ενάγουσα είχε σταματήσει να χρησιμοποιεί από το έτος 2013. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με παρόμοιες με την παρούσα αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας, ως ουσία αβάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε τα περί του αντιθέτου δε  υποστηριζόμενα από την ενάγουσα στην κρινόμενη έφεση και τους σχετικούς λόγους αυτής (1ο και 2ο ) κατ ορθή εκτίμησή   τους, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα.     Περαιτέρω, κατά το άρθρο 176 ΚΠολΔ « ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα…..» ενώ κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2002 και ισχύει κατ’ άρθρο 15 του ν. 2943/2001 από 01.01.2002, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίζει όλα τα δικαστικά έξοδα ή ένα μέρος τους, όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.  Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός, κατά τα προαναφερόμενα  (βλ. ΑΠ 99/2019, ΑΠ 1437/2012, ΕφΒορΑιγ 47/2018,  ΕφΛαρ 466/2017, δημοσιευμένες στη Νόμος). Ενόψει των ανωτέρω, ο 3ος και τελευταίος  λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα προσβάλει τη διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενη ότι αφ ενός μεν έπρεπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αγωγή να καταδικάσει τον εναγόμενο στην δικαστική της δαπάνη άλλως επικουρικά συνέτρεχε νόμιμος λόγος συμψηφισμού των εξόδων μεταξύ τους λόγω δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, εν τούτοις η εκκαλουμένη παρά το νόμο την υποχρέωσε στην καταβολή τους, είναι μεν παραδεκτός, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 193 του ΚΠολΔ), όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφ ενός μεν καθώς, λόγω της απόρριψης της αγωγής και της ήττας της ενάγουσας ορθώς αυτή, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη  καταδικάστηκε και στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ άρθρο 176 ΚΠολΔ (σημειουμένου ότι για το ύψος αυτών δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη με λόγο έφεσης, ήτοι ότι αυτά υπερβαίνουν τα νόμιμα και ως εκ τούτου δε τίθεται θέμα εξέτασης, ενόψει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης από το παρόν Δικαστήριο)  ενώ  δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση λόγος συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων κατά το άρθρο 179 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, γιατί η υπόθεση στον πρώτο βαθμό συζητήθηκε στις 22.2.2017, δεδομένου ότι οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη δυσχέρεια, η δε νομολογιακή εφαρμογή τους δεν εμφανίζει καμία ταλάντευση ή αντιφατικότητα (βλ. και ΕφΒορΑιγ 47/2018, όπ.α).

Μετά από όλα αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη,  να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου,  για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα της, σύμφωνα με το διατακτικό της παρούσας (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2  ΚΠολΔ) ενώ, λόγω της ήττας της εκκαλούσας  θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος  απ αυτήν παραβόλου της  έφεσής της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495  παρ.3  ΚΠολΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την έφεση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου,   για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια   (600) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, συνολικού  ποσού εκατόν  (150,00) ευρώ, που καταβλήθηκε εκ μέρους της εκκαλούσας κατά την άσκηση της εφέσεώς της με το με αριθμό . ……….. e-παράβολο .

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 16 Ιανουαρίου 2020 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 23 Ιανουαρίου 2020 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ