ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 759/2018

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και των αρχαιοτέρων του Αντιπροέδρων, που είχαν κώλυμα, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ευθ. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Κ. Νικολάου, Β. Πλαπούτα, Δ. Εμμανουηλίδης, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Π. Τσούκας, Κ. Κονιδιτσιώτου, Ι. Σπερελάκης, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Γ. Ζιάμος, Ν. Μαρκόπουλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ο. Παπαδοπούλου και Π. Τσούκας, καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Βανδώρος μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.2τουν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 29ης Ιουνίου 2016 ανακοπή:

της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Αιόλου 86), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Φουφόπουλο (Α.Μ. ….), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους: 1) …., Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2) …., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η κρινόμενη ανακοπή εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 11/20.10.2016 πράξης της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και της από 5 Δεκεμβρίου 2016 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Με την ανακοπή αυτή η ανακόπτουσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η από 13.6.2016 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης ποσού 25.140,46 ευρώ, η οποία εκδόθηκε σε βάρος της, και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της έκθεσης της εισηγήτριας, Συμβούλου Κ. Κονιδιτσιώτου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της ανακόπτουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ανακοπής και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, με την υπό κρίση ανακοπή, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (…./2016 ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται η ακύρωση της από 13.6.2016 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης ποσού 25.140,46 ευρώ, η οποία εκδόθηκε σε βάρος της αιτούσας Τράπεζας ως τρίτης για χρέη του καταθέτη της Κ. ... προς το Δημόσιο από Φ.Π.Α., τέλη κυκλοφορίας κ.λπ. ποσού 2.120.212,54 ευρώ. Το ως άνω ποσό, για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, αντιστοιχεί σε αναδρομικώς καταβληθείσες συντάξεις του ανωτέρω καταθέτη αναγόμενες στην τετραετία 2012 έως 2016.

2. Επειδή, η κρινόμενη ανακοπή, η οποία κατατέθηκε, αρχικώς, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Κοζάνης, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) κατόπιν της 11/5.12.2016 πράξης της οικείας Επιτροπής του Δικαστηρίου. Με την πράξη αυτή έγινε δεκτό το από 14.7.2016 αίτημα της ανακόπτουσας Τράπεζας για την εκδίκαση της υπόθεσης σε πιλοτική δίκη. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω πράξη στην υπό κρίση ανακοπή τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, το οποίο έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, της ερμηνείας των άρθρων 31 και 33 του Κ.Ε.Δ.Ε. αναφορικά με τις προϋποθέσεις επιβολής κατάσχεσης από το Δημόσιο εις χείρας Τράπεζας ως τρίτης επί τραπεζικού λογαριασμού περιέχοντος καταθέσεις από μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης του Δημοσίου δεν έχει προηγουμένως δηλώσει τον λογαριασμό του ως ακατάσχετο και στην, συνεπεία τούτου, βεβαίωση της οφειλής κατά της Τράπεζας. Εξάλλου, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου δυνάμει της από 5.12.2016 πράξης του Προέδρου του λόγω σπουδαιότητας των τιθέμενων σ’ αυτήν ζητημάτων, έχουν διενεργηθεί οι κατά νόμο δημοσιεύσεις (άρθρο 1 παρ. 1 εδάφιο τρίτο του ν. 3900/2010, όπως ισχύει) καθώς και οι νόμιμες κοινοποιήσεις.

3. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 ορίζεται: «1. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 4055/2012, Α΄ 51) Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων ... Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα (εδ. γ΄). ... Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιον του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό ... 2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. ... Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του».

4. Επειδή, με το θεσμό της πιλοτικής δίκης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, παρέχεται η δυνατότητα σε διάδικο, ο οποίος έχει ασκήσει ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, να λάβει άδεια από τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από τον Πρόεδρο και δύο Αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε η υπόθεσή του να εκδικαστεί απευθείας από το Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον σ’ αυτή τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στο διάδικο δικονομικό δικαίωμα, το οποίο προϋποθέτει τη χορήγηση άδειας από την ως άνω Επιτροπή, έχει δε ως αποτέλεσμα να μεταβληθούν ειδικώς για την υπόθεσή του οι πάγιοι κανόνες της αρμοδιότητας με εκδίκασή της απευθείας από το Συμβούλιο της Επικρατείας χάριν του δημοσίου συμφέροντος της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου σε υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος που αφορούν ευρύ κύκλο προσώπων και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (βλ. Σ.τ.Ε. 734/2016 Ολομ., 601/2012 Ολομ. κ.ά.). Εν όψει των ανωτέρω, κατά την έννοια των κρίσιμων διατάξεων, μετά την έκδοση της πράξης της ως άνω Επιτροπής, με την οποία γίνεται δεκτό το σχετικό αίτημα του διαδίκου και αποφασίζεται η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν χωρεί παραίτηση από το αίτημα αυτό, δεδομένου ότι η αποδοχή του εν λόγω αιτήματος χωρεί, προεχόντως, για τους προεκτεθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος και όχι κυρίως χάριν του διαδίκου που το υπέβαλε, η αναγνώριση δε τέτοιας δυνατότητας παραίτησης θα συνεπαγόταν κατάργηση της πράξης της Επιτροπής και επάνοδο της υπόθεσης στο αρχικώς και κατά τις πάγιες διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο με μόνη τη (μεταβληθείσα) βούληση του διαδίκου. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, κατά τη γνώμη του οποίου, με το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος «Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος». Η αρχή δε του νόμιμου δικαστή δεν αποτελεί μόνο ατομικό δικαίωμα αλλά και θεσμική εγγύηση λειτουργίας των Δικαστηρίων (βλ. Σ.τ.Ε. 2152/1993 Ολομ.). Ενώ, στο άρθρο 8 του Κώδικα Διοικητικής Δικαιοσύνης ορίζεται ότι «το δικαστήριο που είναι αρμόδιο όταν ασκείται το ένδικο βοήθημα ή μέσο διατηρεί την αρμοδιότητά του ως την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν στο μεταξύ μεταβληθεί η αρμοδιότητά του». Τέλος, στο άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «η παραίτηση από το δικόγραφο ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης, επιτρέπεται έως τη συζήτηση της υπόθεσης...». Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας περιέρχεται με τη διαδικαστική πράξη της Τριμελούς Επιτροπής, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, η κρίση μόνο ως προς το ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, ενώ κατά τα λοιπά νόμιμος δικαστής της διαφοράς παραμένει το διοικητικό δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Δεν προκύπτει δε από το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 ότι η διαδικαστική πράξη της Τριμελούς Επιτροπής, ως πράξη της προδικασίας, είναι οριστική και αμετάκλητη και ότι δεν δύναται η Τριμελής Επιτροπή να επανέλθει μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο Συμβουλίου της Επικρατείας και εάν, εξαιτίας επιγενομένου γεγονότος ή λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως εξέλιπε το τιθέμενο ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, να ανακαλέσει την πρώτη διαδικαστική της πράξη. Στην περίπτωση όμως που ο διάδικος, με πρωτοβουλία του οποίου εκδόθηκε η διαδικαστική πράξη της Τριμελούς Επιτροπής περί εισαγωγής του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου στο Συμβουλίου της Επικρατείας, υποβάλει παραίτηση από το δικονομικό δικαίωμα η υπόθεσή του να κριθεί από το Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το τιθέμενο γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, τότε το ένδικο βοήθημα ή μέσο επανέρχεται καθ’ ολοκληρίαν στο νόμιμο δικαστή, δηλαδή στο διοικητικό δικαστήριο, στο οποίο ασκήθηκε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Αντίθετη εκδοχή, ότι παρά την παραίτηση του διαδίκου παραμένει αμετακλήτως ισχυρά η πρώτη διαδικαστική πράξη της Τριμελούς Επιτροπής αντίκειται στην αρχή του νόμιμου δικαστή, που κατά τα ανωτέρω, δεν αποτελεί μόνο ατομικό δικαίωμα αλλά και θεσμική εγγύηση λειτουργίας των Δικαστηρίων. Η επίκληση δε του δημοσίου συμφέροντος δεν δύναται να κατισχύσει ρητής συνταγματικής διατάξεως ούτε να καταστούν ανενεργές οι δεσμεύσεις που απορρέουν κατά τα ανωτέρω για το νομοθέτη και τον δικαστή.

5. Επειδή, το αίτημα της ανακόπτουσας Τράπεζας για εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό, κατά τα προεκτεθέντα, με την 11/20.10.2016 πράξη της Επιτροπής. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 7.3.2017, η Τράπεζα υπέβαλε παραίτηση από το εν λόγω αίτημα. Σύμφωνα, όμως, με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η παραίτηση αυτή δεν είναι ληπτέα υπ’ όψιν. Κατά τη γνώμη, όμως, που μειοψήφησε, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η παραίτηση, ακολούθως, δε, η υπόθεση θα έπρεπε να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο.

6. Επειδή, στο άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως ισχύει, ορίζεται: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4. ...». Στο δε άρθρο 95 του Συντάγματος, όπως ισχύει, ορίζεται: «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. β) ... γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών που υποβάλλονται σ’ αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) ... 2. ... 3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια... 4. ...». Όπως γίνεται παγίως δεκτό, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι διαφορές που είναι από τη φύση τους ιδιωτικές, εκτός αν κατ’ εξαίρεση υπαχθούν με νόμο στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 94. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 94 και των παρ. 1 και 3 του άρθρου 95 του Συντάγματος στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ανατίθενται διοικητικές διαφορές ουσίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις (βλ. Σ.τ.Ε. 3919/2010 Ολομ., 48/2014 επταμ. κ.ά., βλ. και Α.Ε.Δ. 10/1989, 39/1989, 1/1991 κ.ά.).

7. Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 (Α΄ 182) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των διαφορών αυτών περιλαμβάνονται κατά την παρ. 2 περ. ια΄ του ίδιου άρθρου και εκείνες που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, ν.δ. 356/74, Α΄ 90). Ως διοικητικές δε διαφορές αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων νοούνται εκείνες που δημιουργούνται από μονομερείς πράξεις ή ενέργειες διοικητικού οργάνου και η υποκείμενη σχέση είναι σχέση δημοσίου δικαίου (βλ. Σ.τ.Ε. 3841/2009 Ολομ., 48/2014 επταμ., βλ. και Α.Ε.Δ. 5/1989, 10/1989 κ.ά.). Εξάλλου, στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίστηκαν τα εξής: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. Ανακοπή, επίσης, χωρεί κατά: α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ, εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, β) .... 3.........». Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων, οι εν λόγω διαφορές, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, άγονται ως διαφορές ουσίας με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εκτός από αυτές, οι οποίες δημιουργούνται από μονομερείς πράξεις οργάνων της Διοίκησης που συνιστούν νόμιμο τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 περ. α΄ του Κ.Ε.Δ.Ε., κατά των οποίων, μετά, την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ., ειδικώς δε της διάταξης του άρθρου 217 αυτού, ασκείται αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο η άσκηση άλλου ενδίκου βοηθήματος, από το οποίο θα αναφυόταν διοικητική διαφορά ουσίας (βλ. Σ.τ.Ε. 48/2014 επταμ., 3841/2009 Ολομ. κ.ά.).

8. Επειδή, εξάλλου, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) ορίζει στο άρθρο 30 ότι: «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου ... 2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα ... υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον ...», στο άρθρο 32 ότι: «1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ... οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου ... Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι’ αναφοράς επιδιδομένης διά δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου ...», στο άρθρο 33, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010, Α΄ 58, ορίζεται ότι: «Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ’ ου ή ότι η οφειλή είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι το ύψος της οφειλής του, κατά περίπτωση» και στο άρθρο 34 ότι: «Ανακοπήν κατά της δηλώσεως ασκεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή από της περιελεύσεως αυτώ της εκθέσεως της ενώπιον του Ειρηνοδίκου γενομένης δηλώσεως. ...».

9. Επειδή, στις ανωτέρω διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. προβλέπεται ότι το Δημόσιο για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του κατά οφειλέτη του μπορεί να κατάσχει εις χείρας τρίτου χρηματική απαίτηση του οφειλέτη του έναντι του τρίτου. Εξάλλου, η ανακοπή του τρίτου, η οποία στρέφεται κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης εκδοθείσης σε βάρος του στα πλαίσια της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης, εκδικάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον η κατασχεθείσα αξίωση διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τούτο δε διότι κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας στην προκειμένη περίπτωση είναι η φύση της απαίτησης του οφειλέτη του Δημοσίου κατά του τρίτου που κατάσχεται, ενώ δεν ασκεί επιρροή η φύση της αποτελούσας το θεμέλιο της εκτέλεσης έννομης σχέσης που συνδέει το Δημόσιο με τον οφειλέτη του (βλ. Σ.τ.Ε. 48/2014 επταμ., 3778/2015, πρβ. Σ.τ.Ε. 743/1993 επταμ., 1490/1993 επταμ., βλ. Α.Π. 1182/2009 κ.ά., πρβ. Α.Π. 325/2008 κ.ά., πρβ. Α.Ε.Δ. 1/1991).

10. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης με το …15.4.2016 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της ανακόπτουσας Τράπεζας ως τρίτης για απαιτήσεις ποσού 2.120.312,54 ευρώ του Δημοσίου σε βάρος του καταθέτη της Κων. ..., οι οποίες προέρχονταν από Φ.Π.Α., τέλη κυκλοφορίας κ.λπ. Η Τράπεζα υπέβαλε την από 20.4.2016 αρνητική δήλωση του άρθρου 32 του Κ.Ε.Δ.Ε., σύμφωνα με την οποία η κατάσχεση επιβλήθηκε σε συνταξιοδοτικό λογαριασμό, στον οποίο, εκτός από τα ακατάσχετα ποσά -τα οποία ανέρχονται σε 25.140,46 ευρώ- δεν υπάρχει υπόλοιπο. Στη συνέχεια, ο οφειλέτης του Δημοσίου υπέβαλε στην αρμόδια φορολογική αρχή την από 26.4.2016 ηλεκτρονική δήλωση του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε, με την οποία της γνωστοποίησε ότι επιλέγει το συγκεκριμένο λογαριασμό για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ακατασχέτου των καταθέσεων. Ακολούθως, η Δ.Ο.Υ. Κοζάνης απέστειλε προς το Κατάστημα Γιαννιτσών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος το 17505/13.5.2016 έγγραφο, με το οποίο ζήτησε την άμεση απόδοση των 25.140,46 ευρώ. Η Τράπεζα με το από 24.5.2016 έγγραφό της απάντησε ότι το ποσό αυτό αφορά αναδρομικές συντάξεις των ετών 2012 έως 2016 και, επομένως, δεν κατάσχεται. Κατόπιν τούτου, η ανωτέρω Δ.Ο.Υ. εξέδωσε τον 64/10.6.2016 χρηματικό κατάλογο και την από 13.6.2016 ταμειακή βεβαίωση για το ως άνω ποσό των 25.140,46 ευρώ. Κατά της ταμειακής βεβαίωσης αυτής η Τράπεζα άσκησε την επίδικη ανακοπή.

11. Επειδή, η χρηματική απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου έναντι της ανακόπτουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που κατασχέθηκε, έχει το χαρακτήρα αξίωσης ιδιωτικού δικαίου, διότι προέρχεται από τραπεζική κατάθεση, η οποία συνιστά σύμβαση διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο (σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, άρθρο 830 του Αστικού Κώδικα, βλ. Σ.τ.Ε. 48/2014 επταμ., Α.Π. 854/2017 κ.ά.). Επομένως, εφόσον η κατασχεθείσα απαίτηση διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην ένατη σκέψη, η υπό κρίση ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση της ως άνω πράξης ταμειακής βεβαίωσης εκδοθείσης στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ανεξαρτήτως της φύσης της σχέσης βάσει της οποίας εκδόθηκε ο νόμιμος τίτλος, με τον οποίο επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση. Συνεπώς, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη ανακοπή.

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου και

Επιβάλλει στην αιτούσα Τράπεζα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2018

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ής Μαρτίου 2018.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Νικ. Σακελλαρίου Ελ. Γκίκα