ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 751/2020

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Πηνελόπη Σεραφείμη, Εφέτη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και τη Γραμματέα Χριστίνα Παραστατίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 22 Νοεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση με τους εξής διαδίκους:

ΕΚΚΑΛΩΝ - ΑΣΚΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ:

................. του ..................., κάτοικος δημοτικής κοινότητας και ενότητας ..............., Δήμου ................., Π.Ε. ..............., οδός ................, με ΑΦΜ..................., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ............... με Α.Μ. ................... του Δ.Σ. ..............., βάσει ΔΗΛΩΣΕΩΣ του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗ - ΚΑΘΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ- ΕΝΑΓΟΥΣΑ:

................. του ..................., κάτοικος .................... (οδός .................., αριθμός ................), ΑΦΜ ................., που παραστάθηκε ΔΙΑ του πληρεξουσίου δικηγόρου ............. με Α,Μ. ................. του Δ.Σ. ...................

Η ενάγουσα με την με αριθμό κατάθεσης .................../8-10-2014 αγωγή της, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφόμενη κατά του εναγόμενου, ζήτησε ό,τι ανέφερε σ’ αυτήν. Το παραπάνω Δικαστήριο με την με αριθμ. 343/2017 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ηττηθείς εκκαλών με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ............../2-2-2017 έφεσή του καθώς και με το με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ............./3-8-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. Αντίθετα , ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος-ασκών πρόσθετους λόγους έφεσης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, και προκατέθεσε προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 1-2-2017 (με αριθμ. Καταθ. ................./2- 2-2017) έφεση και Β) το από 3-8-2018 (με αριθμ καταθ. ................../3-8-2018) δικόγραφο προσθέτων λόγων του εκκαλούντος-εναγομένου κατά της με αριθμ. 343/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε την με αριθ. Κατ. ...................../8-10-2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, που πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω πρόδηλης συνάφειάς τους, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ δεν παρήλθε διετία από την έκδοσή της (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν στις 3-8-2018, ήτοι τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συζήτηση της έφεσης (άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ), αρμόδια δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως βεβαιώνεται από τον γραμματέα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στην έκθεση κατάθεσης με το με αριθμ. ...................../2017 e-παράβολο Δημοσίου ). Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτά τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής (άρθρα 532, 533 ΚΠολΔ) και να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους κατά την ίδια διαδικασία, ως προς τη βασιμότητα των λόγων τους.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη- καθής οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης με την με αριθμ κατ. ............../8-10-2014 αγωγή της, εξέθετε ότι με τον εναγόμενο πρώην σύζυγό της, το χρονικό διάστημα πριν το γάμο τους, που τελέστηκε στις 3-5-2008, αλλά και μετά από αυτόν, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2007 μέχρι τον Νοέμβριο του 2009, κατήρτισε άτυπα διαδοχικές συμβάσεις άτοκων δανείων, δυνάμει των οποίων μεταβίβασε κατά κυριότητα χρήματα στον εναγόμενο και ειδικότερα κατέβαλε για λογαριασμό του σε τρίτους το συνολικό ποσό των 136.809,32 €, προκειμένου να εξοφλήσει τεχνίτες για την ανακαίνιση της κατοικίας, στην οποίαν επρόκειτο να κατοικήσουν μετά το γάμο τους, αλλά και για την αγορά των αναφερομένων οικοδομικών υλικών, και των κινητών πραγμάτων, καθώς και για την εκδοθείσα οικοδομική άδειά των εργασιών αυτών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή ως προς την ημεροχρονολογία και το ποσό της κάθε σύμβασης. Ότι ο εναγόμενος, κατά παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αρνείται την αποπληρωμή των δανείων αυτών και για τον λόγο αυτό καταγγέλλει με την αγωγή τις επίδικες συμβάσεις δανείων. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιό δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, την δέχθηκε μερικά ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγοντα το ποσό των 133.737,32 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 50.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεσή του ο εναγόμενος διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και ζητά να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Περαιτέρω, ο εκκαλών, ισχυριζόμενος ότι κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ, με τα προσκομιζόμενα τραπεζικά καταθετήρια, σε συμμόρφωση διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης, περί κήρυξης αυτής προσωρινά εκτελεστής κατά το πιο πάνω ποσό, ζητά παραδεκτά με τις προτάσεις του (αρθ. 914 Κ.Πολ,Δ.), την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ειδικότερα να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της επιστρέφει το πιο πάνω ποσό, σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσής του.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο και, επομένως, απορριπτέο ως απαράδεκτο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 Α.Κ. και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων. Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου. Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία. Περαιτέρω, η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι όμως πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή είτε του οφειλέτη. Η αγωγή η οποία δεν προσδιορίζει αν η αντίστοιχη δόση του δανείσματος έγινε προς τον εναγόμενο αυτοπροσώπως από το δανειστή ή μέσω άμεσου αντιπροσώπου, δεν στερείται αναγκαίου για την πληρότητά της στοιχείου, αφού σε καθεμία αντίστοιχη περίπτωση τα αποτελέσματα της σύμβασης επέρχονται αμέσως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου εναγομένου (ΑΠ 1802/2007 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής περί απόδοσής του για το ορισμένο αυτής, είναι: α) μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό: την χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τον δεύτερο και β) συμφωνία των ανωτέρω περί απόδοσης άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη (ΕφΘεσ 2253/2014 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ η επίδοση της αγωγής για απόδοση του δανείου αποτελεί καταγγελία του δανείου, η οποία (καταγγελία) δεν υπόκειται σε τύπο, από την επίδοση δε αυτή, ως καταγγελία, το δάνειο γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, οφείλονται δε και τόκοι υπερημερίας (ΑΠ 629/2012 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης ο εκκαλών-εναγόμένος επαναφέρει τον πρωτοδίκως απορριφθέντα ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι δεν αναγράφονται σ' αυτήν οι διαδοχικές συμβάσεις δανείου, τα ποσά της κάθε σύμβασης, και τα χρονικά σημεία απόδοσης κάθε δανείου καθώς και τα επί μέρους κονδύλια του κάθε δανείου. Ο λόγος αυτός της έφεσης περί αοριστίας, πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αναγράφονται όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, δηλαδή η συμφωνία για την μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων από την ενάγουσα στον εναγόμενο, οι ακριβείς ημερομηνίες και το ακριβές ποσό της κάθε σύμβασης δανείου, που συνήψε ξεχωριστά η ενάγουσα με την παράδοση των χρημάτων στα αναφερόμενα στην αγωγή τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό του εναγομένου (παρά το ότι δεν απαιτείτο η αναφορά αυτή), ενώ αναφορικά με την ημερομηνία απόδοσης των δανείων, όταν δεν έχει συμφωνηθεί δήλη ημέρα απόδοσης, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψή έχει εφαρμογή το άρθρο 807 ΑΚ, δηλαδή το δάνειο γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όταν περάσει ένας μήνας από την καταγγελία, που συνιστά η επίδοση της αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένσταση αυτή, δεν έσφαλε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν.

Από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα της ενάγουσας, ................ του ................. και της μάρτυρος του εναγομένου, .................. του ...................., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο με αριθμ. ..................... και ............./9-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων .................... συζ. ...................., αρχιτέκτονος μηχανικού και ........................., ελεύθερου επαγγελματία αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου ........................., που δόθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (άρθρ. 270 § 2 εδ. γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρ. 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015, καθόσον πρόκειται για αγωγή κατατεθείσα πριν την 1-1-2016, αλλά και των άρθρ. 421 και 422 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκαν με το άρθρ. 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 Ν. 4335/2015, καθόσον πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις συνταχθείσες μετά την 1-1-2016- άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015) (βλ. την από 4-11-2016 εξώδικη πρόσκληση με τη συνημμένη με αρ. .....................4-11-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης .......................), εκτός από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεων της, με αριθμ. ............., ............... και ................../10-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ........................, ................. και .................... αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι η γενόμενη κλήση του εναγομένου με δήλωση (περί του χρόνου και του τόπου εξέτασης των μαρτύρων) του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 9-11-2016, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε την προηγούμενη ημέρα των ενόρκων βεβαιώσεων και όχι δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές ( σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα 270 § 2 εδ. γ ΚΠολΔ και 422 § 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του επικαλούμενου τις ένορκες βεβαιώσεις αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, κρυ-ζεν μπορούν να ,ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη, η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 424 ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 1681/2014, ΑΠ 1201/2012, ΑΠ 205/2008 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων και οι ταμειακές αλλά και or χειρόγραφες αποδείξεις, τις οποίες εκτιμά ελεύθερα το Δικαστήριο, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 270 § 2 εδ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρ. 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015, καθόσον πρόκειται για αγωγή κατατεθείσα πριν την 1-1-2016), δεδομένου ότι δεν προσβάλλονται ως πλαστές και δεν αμφισβητείται η γνησιότητά τους (ΟλΑΠ 13/1998, ΑΠ 1402/2015, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1/2011, ΑΠ 1155/2011, ΑΠ2034/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και, δοθέντος ότι επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη, διότι η μη σύναψη των επικληθέντων συμβάσεων δανείου εγγράφως δικαιολογείται από τη συζυγική σχέση των διαδίκων, τη μεταξύ τους αναπτυχθείσα σχέση εμπιστοσύνης και τη συνακόλουθη ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα αποδείκνυε τις επικληθείσες συμβάσεις δανείου και το περιεχόμενό τους (άρθρο 394 § 1 στοιχ, β' ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγόμενου, που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν (άρθρα 444 § 1 περ. γ, 448 § 2, 449 § 2, 453 § 1, 457 § 4, 458 ΚΠολΔ), από τις ομολογίες, που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι, γνωρίστηκαν το 2006 και διακατεχόμενοι από αισθήματα αγάπης και εμπιστοσύνης αποφάσισαν να παντρευτούν. Πριν την τέλεση του γάμου τους, που έγινε στις 3-5-2008, θέλησαν να καταστήσουν οικογενειακή τους στέγη την ευρισκόμενη στο ................ Θεσσαλονίκης, επί της οδού .................. αρ. ....., ανήκουσα κατά ψιλή κυριότητα στον εναγόμενο, μεζονέτα, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και όροφο, εμβαδού 260 τ.μ., την επικαρπία της οποίας είχαν παρακρατήσει εφόρου ζωής τους οι γονείς του. Το ακίνητο αυτό έχρηζε ανακαίνισης και οι διάδικοι συμφώνησαν η ενάγουσα, η οποία σπούδασε αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου και διακόσμηση, να επιβλέπει τις εργασίες της ανακαίνισης και διακόσμησης της οικίας, επικουρούμενη από τον πατέρα της και ως άνω μάρτυρα, ..........................., ο οποίος είναι ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.......................Ο.E.», με αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την κατασκευή και ανέγερση κτιρίων. Οι διάδικοι τον Νοέμβριο του 2007 συμφώνησαν, για την κάλυψη των δαπανών των επισκευών και για την πραγματοποίησή τους, να παρέχει η ενάγουσα στον εναγόμενο, ο οποίος είναι οδοντίατρος διατηρώντας ιδιόκτητο ιατρείο στη .........................., άτοκα χρηματικά δάνεια με χρήματά τα οποία θα της παρείχε ο πατέρας της. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι στην αγωγή απόδοσης δανείου δεν ενδιαφέρει ο τρόπος κτήσης των χρημάτων εκ μέρους του δανειστή, αλλά το εάν αυτός παρέδωσε πράγματι τα χρήματα στον εναγόμενο ή σε τρίτους για λογαριασμό του εναγόμενου. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο μάρτυρας απόδειξης και πατέρας της ενάγουσας ............................, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και ότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη η κατάθεσή του διότι ο τελευταίος εξαρτά έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ισχυρισμό, που προβάλλει με τον έκτο λόγο της έφεσης, καθόσον, αφενός μεν τέτοιες συμβάσεις δανείων δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθησαν μεταξύ του ως άνω μάρτυρα και του εναγομένου και αφετέρου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον βαθμό της γνώσης και αξιοπιστίας του καθενός. Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα σε συνδυασμό με όλες τις λοιπές καταθέσεις και όλα τα αποδεικτικά μέσα, για τον σχηματισμό της κρίσης του και για τον λόγο αυτόν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης. Εξάλλου ο εκκαλών με τον πέμπτο λόγο της έφεσης παραπονείται διότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε πρωτίστως ως απαράδεκτο και σε κάθε περίπτωση ως νόμω αβάσιμο το αίτημά του για επίδειξη των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας για τα έτη 2007, 2008 και 2009. Αναφορικά με το αίτημα αυτό του εναγόμενου, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο διότι αφενός μεν δε γίνεται επίκληση της κατοχής των αιτούμενων εγγράφων από την ενάγουσα, δοθέντος ότι το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσής της για επίδειξή τους (ΑΠ 546/2010, ΑΠ 1631/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και δεν μπορεί να συναχθεί η κατοχή από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η ενάγουσα μπορεί ή πρέπει να το κατέχει (ΑΠ 1071/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφετέρου δε διότι δεν εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος εναγομένου, δηλαδή ότι τα έγγραφα αυτά είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της αντιδίκου του (ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 1070/2010, ΑΠ 1069/2010, ΑΠ 1068/2010, ΑΠ 681/2007, ΑΠ 575/2004, ΕφΛαμ 8/2013, ΕφΑΘ 673/2009 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεδομένου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι τα χρήματα αυτά της τα έδωσε ο πατέρας της, όπως ο ίδιος κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 3-4-2009 διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων και στη συνέχεια λύθηκε ο γάμος τους λόγω διετούς διάστασης με την με αριθμ. 18573/2012 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι διάδικοι ερίζουν σχετικά με την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, η μεν ενάγουσα διατείνεται ότι την εκδίωξε από τη συζυγική ως άνω οικία ο εναγόμενος, ενώ ο εναγόμενος ότι εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, παίρνοντας μαζί της και την μόλις 2,5 μηνών κόρη τους. Στη συνέχεια η ενάγουσα κατέθεσε την με αριθμ. κατ. 9-8-2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποίαν ζητούσε την ανάθεση αποκλειστικά στην ίδια της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης της. Τότε ο εναγόμενος αμφισβήτησε την πατρότητα της κόρης του καταθέτοντας την με αριθμ.κατ. .................../26-2-2013 αγωγή προσβολής πατρότητας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρθμ. 19950/2014 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης (DMA), ενώ υπέβαλε και έγκληση κατά της ενάγουσας για συκοφαντική δυσφήμιση. Και ενώ οι σχέσεις των διαδίκων ήταν διαταραγμένες η ενάγουσα: στις 8-10-2014 κατέθεσε την κρινόμενη αγωγή, ζητώντας την απόδοση των χρημάτων, που δαπάνησε για την ανακαίνιση της συζυγικής οικίας αλλά και για την αγορά επίπλων και άλλων κινητών πραγμάτων πριν αλλά και κατά την διάρκεια του γάμου τους.

Αναφορικά με τις δαπάνες αυτές , όπως αναφέρονται στην αγωγή με αριθμούς δαπανών από ένα (1) έως τριάντα τέσσερα (34) πρέπει να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες: Α) αυτές, που αφορούν επισκευές του συζυγικού οίκου και Β) αυτές που έγιναν κατά τη διάρκεια του γάμου και αφορούν αγορά κινητών πραγμάτων του συζυγικού οίκου ή άλλες. Ειδικότερα

Α) Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Η με αριθμό 1) δαπάνη της αγωγής συνολικού ύψους 12.110 ευρώ, που η ενάγουσα επικαλείται ότι κατέβαλε στον ..................... για καθαιρέσεις, σοβατίσματα και ελαιοχρωματισμούς και συγκεκριμένα, την 30-11-2007, το ποσό 800 ευρώ, την 10-12-2007, το ποσό των 500 ευρώ την 14-12-2007, το ποσό των 1.000 ευρώ την 22-12-2207, το ποσό των 1.000 ευρώ την 28-12-2007, το ποσό των 940 ευρώ την 18-1-2008, το ποσό των 50 ευρώ την 29-1-2008, το ποσό των 400 ευρώ, το ποσό των 600 ευρώ και το ποσό των 200 ευρώ την 16-2-2008, το ποσό των 600 ευρώ την 19-2-2008, το ποσό των 1.200 ευρώ την 23-2-2008, το ποσό των 900 ευρώ την 21-3-2008, το ποσό των 700 ευρώ την 28-3-2008, το ποσό των 1.500 ευρώ την 13-4-2008, το ποσό των 350 ευρώ την 30-4-2008 και το ποσό των 370 ευρώ την 6-11-2008, δεν αποδείχθηκε. Και τούτο διότι η ενάγουσα προς απόδειξη της καταβολής αυτής επικαλείται και προσκομίζει 17 απλές φωτοτυπίες πρόχειρων χειρόγραφων αποδείξεων με μη ευκρινή γράμματα, στις οποίες αναγράφεται η ημερομηνία, το ποσό, το όνομα του παραπάνω ....................., ως λαβόντος από την ενάγουσα (.......................) για γκρεμίσματα, σοβαντίσματα και υλικά, σπατουλαρίσμάτα, βαψίματα, και μία μονογραφή στη θέση του λαβόντος, χωρίς να προκύπτει από αυτές με έγκυρο και σαφές παραστατικό αφενός μεν ότι ο αναφερόμενος κατασκευαστής ασκεί πράγματι συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα και αφετέρου χωρίς να εξειδικεύονται οι ως άνω εργασίες ως προς τα τετραγωνικά μέτρα και την αμοιβή του κατασκευαστή ξεχωριστά για κάθε μέτρο, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει για το ποσό, που θα επιδικάσει, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και ο εναγόμενος να αμυνθεί. Και τούτο απαιτείται διότι στην αγωγή δεν επικαλείται η ενάγουσα ότι δάνεισε στον εναγόμενο συγκεκριμένα ποσά τις ως άνω ημερομηνίες, αλλά επικαλείται μόνο ότι κατέβαλε τα ως άνω ποσά σε τρίτους κατασκευαστές, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου, που προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της έφεσης.

2) Με την με αριθμό 2 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για αγορά υλικών οικοδομών στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «............................... Ο.Ε» συνολικά το ποσό των 1.550,50 ευρώ, από το οποίο ζητά να της επιδικαστεί το ποσό των 1.550 ευρώ. Συγκεκριμένα προς απόδειξη της καταβολής αυτής επικαλείται και προσκομίζει 15 σε φωτοτυπία ταμειακές αποδείξεις της ως άνω εταιρίας, στις οποίες αναγράφεται ότι κατεβλήθησαν τα παρακάτω ποσά τις αντίστοιχες ημερομηνίες και δη το ποσό των 272 ευρώ την 13-12-2007, το ποσό των 187 ευρώ και το ποσό των 12,50 ευρώ την 18-12-2007, το ποσό των 225 ευρώ την 20-12-2007, το ποσό των 125 ευρώ την 5-1-2008, το ποσό 35 ευρώ και το ποσό 14 ευρώ την 12-1-2008, το ποσό των 85 ευρώ την 23-1-2008, το ποσό των 265 ευρώ και το ποσό των 5 ευρώ την 29-1-2008, το ποσό 26 ευρώ την 11-2-2008, το ποσό των 140 ευρώ την 13-2-2008, το ποσό των 67 ευρώ την 3-3-2008, το ποσό των 56 ευρώ την 26-3-2008 και το ποσό των 36 ευρώ την 11-4-2008. Πλην όμως οι αγορές των οικοδομικών υλικών, που γενικά και αόριστα αναφέρονται σ' αυτές δεν απέδειξε η ενάγουσα ότι έγιναν για την ανακαίνιση της συγκεκριμένης οικίας, ενόψει καί της άρνησης του εναγομένου, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτές το είδος των υλικών, η ποσότητά τους και δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως τιμολόγιο αγοράς ή ένορκη κατάθεση του πωλητή, ενώ η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης αναφέρει γενικά ότι δαπανήθηκε το συνολικό ποσό των 165.000 ευρώ, μεγαλύτερο δηλαδή του αιτηθέντος με την αγωγή. Συνεπώς και η καταβολή χρημάτων για το κονδύλιο αυτό των υλικών πρέπει να άπορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

3) Με την με αριθμό 3 δαπάνη της αγωγής, η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε την 16-2-2008 για λογαριασμό του εναγομένου στον ................... για ηλεκτρολογικές εργασίες και για ηλεκτρολογικό υλικό το συνολικό ποσό των 750 ευρώ. Προς απόδειξη της καταβολής αυτής προσκομίζει το με αριθμ. ................./16-2-2008 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής της εταιρίας «.................. Ε.Ε» ποσού 356,1 ευρώ, ποσό, που πρέπει να της επιδικαστεί. Η χειρόγραφη απλή απόδειξη σε φωτοτυπία του ...................... συνολικού ποσού 750 ευρώ, που ζητά η ενάγουσα για ηλεκτρολογίες εργασίες και υλικά, δεν αποδεικνύει την καταβολή του ποσού, κατά το υπερβάλλον αυτού ού των 356,1 ευρώ του τιμολογίου, για τον ίδιο λόγο που αναλύεται στην με αριθμό 1) δαπάνη και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτη για το πέραν των 356,1 ευρώ ποσό.

4)Με την με αριθμ. 4 της αγωγής δαπάνη, η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε για λογαριασμό του εναγομένου στον .......................... το συνολικό ποσό των 5.243 ευρώ για ηλεκτρολογικό υλικό και ηλεκτρολογικές εργασίες. Συγκεκριμένα ότι κατέβαλε το ποσό των 1.500 ευρώ την 27-2-2008 (βλ. την με αριθμ. .............../27-2-2008 απόδειξη του ως άνω ηλεκτρολόγου, που φέρει σφραγίδα και υπογραφή, το ποσό των 1.800 ευρώ την 13-3-2008 (βλ. την με αριθμ. ....13-3-2008 απόδειξη του ως άνω ηλεκτρολόγου, που φέρει σφραγίδα και υπογραφή και το ποσό των 243 ευρώ την 25-11-2008 (βλ. όμοια με τις παραπάνω απόδειξη). Αντίθετα το ποσό των 1200: ευρώ, που διατείνεται ότι κατέβαλε την 17-4-2008 δεν αποδεικνύεται, αφού δεν προσκομίζει καμία απόδειξη, ενώ τα ποσά των 450 ευρώ και των 50 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ίδιο ως άνω ηλεκτρολόγο την 19-12-2008 και την 16-1-2009, δεν αποδεικνύονται ότι καταβλήθηκαν, καθώς οι απλές χειρόγραφες και σε φωτοτυπία αποδείξεις δεν αποδεικνύουν τις καταβολές αυτές για τους ίδιους λόγους, που αναφέρονται στην με αριθμό 1 δαπάνη και επιπροσθέτως διότι ο ως άνω ηλεκτρολόγος θα μπορούσε να παράσχει όμοιες με τις παραπάνω νόμιμες αποδείξεις, τις οποίες όμως δεν παρείχε στην ενάγουσα.

Συνεπώς για το κονδύλιο με αριθμό 4) της αγωγής πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.543 (1.500 + 1.800+ 243= 3.543) ευρώ.

5) Με την με αριθμό 5 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε την 15-10-2008 στο ....................... το ποσό των 300 ευρώ για συντήρηση κλιματιστικών, δεν αποδεικνύεται για τους ίδιους με την με αριθμό 1 δαπάνη λόγους (πρόχειρη χειρόγραφη απόδειξη).

6) Με την με αριθμό 6 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 5.900 ευρώ στην ................ για εργασίες γύψινων και συγκεκριμένα, το ποσό των 1.400 ευρώ την 9-1-2008, το ποσό των 3.000 ευρώ την 2-4-2008 και το ποσό των 1.500 ευρώ την 22-2- 2008. Η ενάγουσα προς απόδειξη της καταβολής αυτής προσκομίζει αντίστοιχες με τις ως άνω ημερομηνίες και ποσά αποδείξεις πληρωμής της ως άνω κατασκευάστριας γύψινων διακοσμήσεων-ψευδοροφών, συνολικού ποσού 5.900 ευρώ, σε μία από τις οποίες αναφέρεται η εργασία γύψινων στην επί της οδού ...................... στο .................... συζυγική κατοικία. Άλλωστε τις εργασίες αυτές και το ποσό των 6.000 περίπου ευρώ, που η ενάγουσα κατέβαλε για λογαριασμό του εναγομένου στην ως άνω κατασκευάστρια, ομολογεί με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο εναγόμενος (άρθρο 261 ΚΠολΔ), παραδέχθηκε δε και στην κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η μάρτυρας και μητέρα του εναγομένου. Συνεπώς το ποσό αυτό πρέπει να της επιδικαστεί.

7) Με την με αριθμό 7 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των 220 ευρώ, την 9-7-2008, στο Δημήτριο Καλαφάτη για είδη υγιεινής, δαπάνη, που πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με την ως άνω ημερομηνία ταμειακή απόδειξη, όπως προαναφέρθηκε ούτε το είδος των προϊόντων, που αγοράστηκε ούτε εάν η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό αυτό, αφού η απόδειξη αυτή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο τιμολόγιο ή ένορκη κατάθεση του πωλητή.

8) Με την με αριθμό 8 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των 1200 ευρώ συνολικά, στον .............. για σκάλισμα επίπλων και δη το ποσό των 200 ευρώ την 5-4-2008 και το ποσό των 1.000 ευρώ την 18-10-2008, δεν αποδεικνύεται για τους ίδιους με την με αριθμό 1 δαπάνη λόγους (πρόχειρες χειρόγραφες αποδείξεις).

9) Με την με αριθμό 9 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 4.000 ευρώ, την 9-1-2008 καί 23-4-2008, στον ........................ για τρίψιμο και βερνίκωμα σανιδιών. Για τους ίδιους λόγους με την με αριθμό 1 δαπάνη, πρέπει να απορριφθεί και το κονδύλιο αυτό, ως αναπόδεικτο, αφού οι προσκομιζόμενες δύο αποδείξεις ποσού 1000 ευρώ και 3.000 ευρώ αντίστοιχα είναι πρόχειρες χειρόγραφες, χωρίς κανένα άλλο ενισχυτικό στοιχείο, που να αποδεικνύει την επαγγελματική δραστηριότητα του ως άνω τεχνίτη.

10) Με την με αριθμό 10 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.800 ευρώ στον .................... για κατασκευή επίπλου μπάνιου και ειδικότερα την 12-11-2008 το ποσό των 1.800 ευρώ και για ξύλινες κατασκευές τα ποσά των 500 ευρώ την 2-10-2008 και των 500 ευρώ την 30-12-2008. Η ενάγουσα και για την καταβολή αυτή προσκομίζει αντίστοιχες πρόχειρες χειρόγραφες αποδείξεις του ως άνω τεχνίτη, και για τους ίδιους αμέσως παραπάνω λόγους και το κονδύλιο αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αναπόδεικτο.

11) Με την με αριθμό 13 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 16.000 ευρώ στον ........................ για την κατασκευή κουζίνας και συγκεκριμένα το ποσό των 4.000 ευρώ την 1-3- 2008, το ποσό των 5.000 ευρώ την 15-10-2008 και το ποσό των 7.000 ευρώ την 29-1-2009. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού προσκομίζει τρεις χειρόγραφες χωρίς σφραγίδα και αριθμούς αποδείξεις είσπραξης του ως άνω κατασκευαστή, με τις αντίστοιχες ως άνω ημερομηνίες και ποσά, χωρίς όμως να ενισχύονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, με συνέπεια για τους ίδιους ως άνω αναφερόμενους λόγους οι αποδείξεις αυτές δεν αποδεικνύουν τις καταβολές της ενάγουσας και γι’ αυτό και η δαπάνη αυτή πρέπει να απορριφθεί. Να σημειωθεί ότι η από 29-1-2009 πρόχειρη απόδειξη είσπραξης ποσού 7.000 ευρώ αναγράφει άλλους συμβαλλομένους και συγκεκριμένα ότι ο ....................... και όχι ο ................... έλαβε το παραπάνω ποσό όχι από την ενάγουσα ή τον πατέρα της αλλά από τον .................... του ................... (προφανώς αδελφό της ενάγουσας), απόδειξη, που αποδεικνύει ότι υπήρχαν και άλλες συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων της οικογένειας της ενάγουσας με τους παραπάνω κατασκευαστές.

12) Με την με αριθμό 14 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 10.770,95 ευρώ στον .........................για την αγορά και τοποθέτηση κουφωμάτων και συγκεκριμένα την 19-1-2008 το ποσό των 1.200 ευρώ, την 17-4-2008 το ποσό των 2.740 ευρώ, την 8-7- 2008 το ποσό των 500 ευρώ, την 3-10-2008 το ποσό των 1.600 ευρώ, την 23-12-2008 τα ποσά των 2.226 ευρώ και των 2.504,95 ευρώ. Προς απόδειξη της καταβολής αυτής η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει μόνο το με αριθμ, ........../26-11-2008 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής στην συζυγική οικία στην οδό .................της εταιρίας «…………………...» του .................... συνολικού ποσού 2.504,95 ευρώ, με αγοραστή την ως άνω εταιρία του πατέρα της ενάγουσας σε συνδυασμό με την πρόχειρη χειρόγραφη απόδειξη με αριθμ. ......./23-12-2008 στο όνομα της ενάγουσας του ως άνω κατασκευαστή, στην οποίαν αναγράφεται η εξόφληση του ως άνω τιμολογίου. Οι λοιπές αποδείξεις, που προσκομίζει η ενάγουσα με τις ως άνω ημερομηνίες και ποσά αντίστοιχα, για να αποδείξει τις επικαλούμενες από αυτήν καταβολές, για τους ίδιους ως άνω λόγους δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, καθώς δεν φέρουν σφραγίδα της ως άνω εταιρίας, όπως η με αριθμ. ......../23-12-2008 απόδειξη του ίδιου κατασκευαστή ούτε αναφέρονται σε καταβολή έναντι κάποιου τιμολογίου και συνεπώς δεν αποδεικνύουν τις καταβολές αυτές, δεδομένου ότι δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως μόνο το ποσό των 2.504,95 ευρώ, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα,

1' 3) Με την με αριθμό 20 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ............................ για χρώματα και σιδηρικά την 11-4-2008 το ποσό των 26,20 ευρώ, την 1-11-2008 το ποσό των 66 ευρώ και την 13-11- 2008 το ποσό των 20 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 112,20 ευρώ, προσκομίζοντας αντίστοιχες ταμειακές αποδείξεις. Η ενάγουσα επικαλείται στο αγωγικό δικόγραφο ότι κατέβαλε στον ανωτέρω επιπλέον ποσό 80 ευρώ, χωρίς όμως να προσκομίζει καμία απόδειξη. Και το κονδύλιο αυτό της αγωγής πρέπει να απορριφθεί, με την ίδια αιτιολογία με την οποίαν απορρίφθηκαν οι ταμειακές αποδείξεις του με αριθμό 2 κονδυλίου της αγωγής (αγορά οικοδομικών υλικών). Πρέπει να σημειωθεί επιπροσθέτως ότι οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ταμειακές αποδείξεις δεν αποδεικνύουν ότι αγοράστηκαν οικοδομικά υλικά από την ενάγουσα, ούτε ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την ανακαίνιση της επίδικης κατοικίας, δεδομένου ότι ο πατέρας της ενάγουσας ασχολείται με την κατασκευή και ανέγερση κατοικιών και συνεπώς αγοράζει οικοδομικά υλικά για την κατασκευή αυτών.

14) Με την με αριθμό 21 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για σιδηρικά , την 14-11-2008, στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «......................... Ε.Ε.» για πομολάκια το ποσό των 37 ευρώ, προσκομίζοντας μία ταμειακή απόδειξη, που για τους ίδιους ως άνω λόγους δεν αποδεικνύει την καταβολή εκ μέρους της ενάγουσας και γι' αυτό και το κονδύλιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί.

15) Με την με αριθμό 22 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ........................... για μεταφορά αντικειμένων το ποσό των 1.800 ευρώ, την 9-4-2009, προσκομίζοντας την σχετική απόδειξη, στην οποίαν αναφέρεται ως αιτιολογία πληρωμής η μετακόμιση από την οδό ......................... στο ........................ Η δαπάνη αυτή σαφώς αφορά την μεταφορά των αντικειμένων της μετακόμισης της ενάγουσας σε άλλη κατοικία, αφού έγινε μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης (την 3-4-2009). Συνεπώς το ποσό αυτό πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν συνδέεται με τα επίδικα δάνεια.

16) Με την με αριθμό 24 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε την 28-12-2007 στον ................ το ποσό των 300 ευρώ για υδραυλικές εργασίες, εργασίες, που και η μάρτυρας του εναγομένου κατέθεσε ότι έγιναν, αφού υπήρξε αλλαγή της θέσης των καλοριφέρ στην οικία , σε συνδυασμό με την χειρόγραφη και μη πληρούσα τους όρους του νόμου απόδειξη του ως άνω τεχνίτη. Συνεπώς και το ποσό των 300 ευρώ πρέπει να αποδοθεί στην ενάγουσα.

17) Με την με αριθμό 26 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………………………. Α.Β.Ε.Ε.» για μάρμαρα την 10-9-2008 το ποσό των 750 ευρώ και την 28-11-2008 με την με αριθμ. ....................... απόδειξη το ποσό των 2.380 ευρώ και το ποσό των 2.500 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 5.630 ευρώ,

18) με την αριθμό 27 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στο Γιάννη Μαυρογιαννίδη για μάρμαρο μπάνιου (πάγκο) την 20- 12-2008 το ποσό των 650 ευρώ,

19) με την με αριθμό 28 δαπάνη της αγωγής στον .................. για τοποθέτηση μαρμάρου μπάνιου (πάγκου) την 20-12-2008 το ποσό των 150 ευρώ,

20) με την με αριθμό 29 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ................... για τοποθέτηση πλακιδίων κουζίνας, μικρού και μεγάλου μπάνιου την 8-2-2008 το ποσό των 1.000 ευρώ, την 23-2-2008 το ποσό των 300 ευρώ, την 27-2-2008 το ποσό των 1000 ευρώ και την 23-3- 2008 το ποσό των 1400 ευρώ

21) με την με αριθμό 31 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον .................. για γύψινα την 29-4-2008 το ποσό των 1.200 ευρώ,

22) με την με αριθμό 33 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον .................. για λουστράρισμα σε πόρτες και ξύλινα σπιτιού την 11-1-2008 το ποσό των 500 ευρώ, την 6-2-2008 το ποσό των 500 ευρώ, την 20-2-2008 το ποσό των 200 ευρώ, την 14-3-2008 το ποσό των 150 ευρώ, την 16-4-2008 το ποσό των 300 ευρώ, την 30-4-2008 το ποσό των 1.450 ευρώ και την 24-12-2008 το ποσό των 600 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό 3.700 ευρώ. Οι παραπάνω καταβολές (με αύξοντες αριθμούς 17, 18, 19, 20,21 και 22 δεν αποδείχθηκαν και γι' αυτό τα σχετικά ως άνω κονδύλια πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην με αριθμό δαπάνης 1 της αγωγής αιτιολογία, καθόσον η ενάγουσα για να αποδείξει τις καταβολές, που ισχυρίζεται, προσκομίζει χειρόγραφες σε φωτοτυπία και χωρίς αριθμούς αποδείξεις των ως άνω κατασκευαστών, από τις οποίες δεν προκύπτει η κάθε καταβολή ούτε η συγκεκριμένη εργασία. Πρέπει να σημειωθεί ως προς την με αριθμ. ................/28-11-2008 απόδειξη είσπραξης ποσού 2.380 ευρώ της εταιρίας «………………………….. Α.Β.Ε.Ε.» είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, καθώς φαίνεται να έχει καταβάλει το παραπάνω ποσό άσχετη με την ένδικη υπόθεση εταιρία και δη η εταιρία με την επωνυμία «.................................. O.Ε» και όχι αυτή του πατέρα της ενάγουσας ή η ίδια η ενάγουσα.

23) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό 19 δαπάνη της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 13.531,93 ευρώ για την έκδοση οικοδομικής άδειας και την αμοιβή των μηχανικών, με τις παρακάτω προσκομιζόμενες αποδείξεις: α) την με αριθμ. .............../20-6-2007 απόδειξη είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ................ ποσού 1471,99 ευρώ, β) το με αριθμ. ...................../23-10-2007 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ...................... ποσού των 1.171,02 ευρώ, γ) το με αριθμ. .............../26- 9-2008 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ............) ποσού 4.857,44 ευρώ, δ) το με αρ. ..................../26-9-2008 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης της .............. για αμοιβή μηχανικού ποσού 231,48 ευρώ και ε) το με αρ. 856942/26-9-2008 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης της .................. για λογαριασμό του ΤΣΜΕΔΕ, ποσού 5.800 ευρώ, αποδείξεις, που αναγράφουν ως καταθέτη το όνομα του εναγομένου. Οι ως άνω αποδείξεις η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκδόθηκαν στο όνομα του εναγόμενου, διότι αυτός είναι ψιλός κύριος του οικοπέδου. Τις ίδιες ως άνω αποδείξεις επικαλείται και τις προσκομίζει και ο εναγόμενος, ο οποίος προσκομίζει ακόμη σε πρωτότυπο και την με αριθμ. ..../10-7-2008 χειρόγραφη απόδειξη ποσού 1.600 ευρώ της ....................................., αρχιτέκτονας για μελέτη αρχιτεκτονικών, ισχυριζόμενος ότι ο; ίδιος κατέβαλε τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά. Η ενάγουσα συνεπώς, που έχει και το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών της, δεν απέδειξε ότι αυτή κατέβαλε τα παραπάνω ποσά, με την προσκόμιση πρόσθετων αποδεικτικών μέσων (όπως ανάληψη ποσών από τράπεζες ή καταθέσεις των μηχανικών που τα εισέπραξαν κλπ). Επιπροσθέτως τα παραπάνω ποσά καταβλήθηκαν για την έκδοση της με αριθμ. ............./17-10- 2008 άδειας προσθήκης κατ' επέκταση ισόγειας περίκλειστης θέσης στάθμευσης και κατοικίας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, ύστερα από την από 5-9-2007 αίτηση του εναγομένου και όχι για τις επικαλούμενες με την αγωγή εργασίες ανακαίνισης της ήδη υπάρχουσας διόροφης συζυγικής κατοικίας, που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έγιναν στην αγωγή. Εξάλλου και ο μάρτυρας και πατέρας της ενάγουσας επιβεβαίωσε ότι η άδεια εκδόθηκε για επέκταση της συζυγικής κατοικίας, με την ανέγερση ισόγειας κατοικίας, στην οποίαν θα κατοικούσαν οι γονείς του εναγομένου και όχι για τις εργασίες ανακαίνισης της συζυγικής κατοικίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι πέραν των παραπάνω λίγων εργασιών, η συζυγική κατοικία δεν ανακαινίστηκε πλήρως από την ενάγουσα, όπως η ίδια διατείνεται στην αγωγή της, αφού ήδη είχε ανακαινιστεί από το 2001, όταν τελέστηκε ο γάμος της αδελφής του εναγομένου ........................., όπως κατέθεσε η μάρτυρας του εναγομένου και μητέρα αυτού αλλά και ο μάρτυρας και φίλος του εναγομένου ......................, ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρίας στην ως άνω ένορκη κατάθεσή του, ο οποίος ήταν προσκεκλημένος το 2001 στο γάμο και κατέθεσε ότι η δεξίωση του γάμου έγινε στον κήπο της κατοικίας του εναγομένου το 2001, κατοικία, η οποία ήταν εντυπωσιακή και εξωτερικά θύμιζε παραδοσιακή Μακεδονίτικη κατοικία και το εσωτερικό της ήταν πολύ προσεγμένο και φαινόταν στα μάτια ενός έμπειρου κατασκευαστή, όπως ο ίδιος, ότι είχε πρόσφατα ανακαινιστεί, γεγονός, που του το επιβεβαίωσε αργότερα και ο εναγόμενος. Η ανακαινισμένη εξωτερικά κατοικία του εναγόμενου προκύπτει και από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης με αριθμό σχετ. 39 φωτογραφίας αυτής με τον κήπο και τα τραπεζοκαθίσματα της δεξίωσης της γαμήλιας τελετής σ' αυτόν. Άλλωστε ο εναγόμενος από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των τραπεζικών του λογαριασμών προκύπτει ότι διέθετε τα απαραίτητα κεφάλαια για να προβεί σε τέτοιου είδους ανακαίνιση της κατοικίας του. Επομένως και το κονδύλιο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Όλες οι παραπάνω αποδειχθείσες δαπάνες ήταν προϊόν δανείων της ενάγουσας προς τον εναγόμενο και για τον λόγο αυτόν πρέπει ο τελευταίος να υποχρεωθεί να της αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά, δηλαδή συνολικά το ποσό των 12.604,05 ( 356,1 + 1.500 + 1.800 + 243 + 5.900 + 2.504,95 + 300) ευρώ.

Β) Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία δαπανών, που έγιναν κατά τη διάρκεια του γάμου και αφορούν αγορά κινητών πραγμάτων του συζυγικού οίκου ή άλλες. Συγκεκριμένα η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε:

1) με την με αριθμό 11 δαπάνη της αγωγής: η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 29.000 ευρώ στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «......................... Α.Ε.Β.Ε.» για έπιπλα και ειδικότερα το ποσό των 5.000 ευρώ την 17-1-2008, το ποσό των 600 ευρώ την 22-4- 2008, το ποσό των 10.000 ευρώ την 5-6-2008 και τό ποσό των 600 ευρώ την 20-2-2009. Από τις παραπάνω δαπάνες αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατέβαλε, σύμφωνα με την με αριθμ. ................/25-2-2008 παραγγελία: της ως άνω εταιρίας για κρεβάτι, κομοδίνα με συρταριέρα αξίας 10.000 ευρώ, το ποσό αυτό την 5-6-2008 σε εξόφληση λογαριασμού (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμ. ................/5-6-2008 απόδειξη της ως άνω πωλήτριας εταιρίας ποσού 10.000 ευρώ. Επίσης κατέβαλε και το ποσό των 19.600 ευρώ για ντουλάπες (2 παιδικές εξάφυλλες, μία οκτάφυλλη, δύο τετράφυλλες και μία δίφυλλη) με την με αριθμ. ........./17-1-2008 απόδειξη ποσού 5.000 ευρώ, την με αριθμ. 3054/22-4-2008 ποσού 14.000 ευρώ και την με αριθμ. ................/20-2-2009 ποσού 600 ευρώ, όλες της ως άνω εταιρίας επίπλων σε συνδυασμό με την με αριθμ. .........../24-10-2007 παραγγελία της ίδιας εταιρίας. Κατέβαλε δηλαδή συνολικά το ποσό των 29.600 ευρώ, από το οποίο ζητά να της επιδικαστεί το ποσό των 29.000 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά καταβλήθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πριν την τέλεση του γάμου των διαδίκων (στις 3-5- 2008), τα δε καταβληθέντα μετά από αυτόν αποτελούσαν εξόφληση της ήδη αναληφθείσας από την ενάγουσα πριν από το γάμο και κατά την κατάρτιση της πώλησης με την ως άνω εταιρία, υποχρέωσής της για εξόφληση του τιμήματος. Συνεπώς δεν αποτελούν κινητά, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, απορριπτομένου ως μη νόμιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου, που προβάλλει με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης, ότι δηλαδή τα παραπάνω κινητά, κατ' άρθρο 1398 εδ β' ΑΚ τεκμαίρεται ότι ανήκουν και στους δύο συζύγους κατ' ίσα μέρη, καθώς η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο κατά το στάδιο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και όχι μετά την λύση του γάμου και αφορά την κατανομή των κινητών, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, προϋποθέσεις, που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, αφού αφενός μεν ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί και αφετέρου τα κινητά αποκτήθηκαν πριν το γάμο των διαδίκων. Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2) Αντίθετα, με την με αριθμό 12 δαπάνη της αγωγής, που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 5.570 ευρώ για αγορά τραπεζαρίας και δη με την καταβολή του ποσού των 5.250 ευρώ την 3-10- 2008 και του ποσού των 320 ευρώ την 10-1-2009, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι η τραπεζαρία αυτή αγοράστηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, και εφόσον η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι την αγόρασε αποκλειστικά με δικά της χρήματα, ενόψει του ότι η αγωγή ασκείται μετά την λύση του γάμου των διαδίκων, θα εφαρμοστούν οι γενικές διατάξεις για προστασία της κυριότητας, νομής κ.λπ, επικουρούμενες από τα τεκμήρια των άρθρων 1398 παρ. 2 και 3 ΑΚ (ΜΕφΘεσ 1098/2018 αδημ., ΕφΘεσ 1464/2017 δημ στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2065/2012 Αρμ 2013,1084, ΕφΑθ 4806/1996 δημ στη ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή η ενάγουσα μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητας της επ' αυτής και την απόδοση της σ' αυτήν κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ επόμενα, εφόσον όμως ο εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητά της και δεν της την έχει αποδώσει, μετά την λύση του γάμου τους, στοιχεία, που δεν επικαλείται στην αγωγή.

3) Για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθεί και η δαπάνη με αριθμό 16 της αγωγής, ποσού 1.160 ευρώ, για την οποίαν η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε για είδη μπεμπέ στην εταιρία «............................ΑΒΕΕ» την 13-12-2008 το ποσό των 200 ευρώ και την 8-1-2009 τα ποσά των 50 ευρώ και 910 ευρώ. Επιπροσθέτως αλυσιτελώς ζητά η ενάγουσα να της επιδικαστεί η δαπάνη αυτή, αφού η ίδια ομολογεί ότι ήδη από τις 3-4-2009 έφυγε από την συζυγική οικία μαζί με το νεογέννητο τέκνο της και έκτοτε δεν είχε επικοινωνία ο εναγόμενος με αυτό, που σημαίνει ότι πήρε μαζί της τα είδη αυτά, ως απολύτως αναγκαία για το νεογέννητο τέκνο της.

4) Για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθεί και η δαπάνη με αριθμό 17 της αγωγής, ποσού 1.262,24 ευρώ, για. την οποίαν η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε την 17-12-2008 στην εταιρία «................................................» για είδη οικιακής χρήσης (κατσαρόλες, σετ φαγητού, σετ καφέ και σετ τσαγιού), αφού αποτελούν κινητά αποκτηθέντα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, δεκτού γενομένου του δεύτερου πρόσθετου λόγου της έφεσης ως βάσιμου κατά το μέρος, που αναφέρεται στα κινητά, δοθέντος ότι αυτά, εφόσον δεν παρελήφθησαν κατά την αποχώρηση της ενάγουσας από τη συζυγική οικία, όπως διατείνεται ο εναγόμενος, μπορούν να αναζητηθούν με τις διατάξεις περί προστασίας της κυριότητας, όπως προαναφέρθηκε.

5) Αναφορικά με την με αριθμό 18 δαπάνη της αγωγής, ποσού 2.800 ευρώ, που φέρεται να κατέβαλε η ενάγουσα την 26-11-2006, είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και συνεπώς δεν εφεσιβάλλεται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

6) Αναφορικά με την με αριθμό 23 δαπάνη της αγωγής, ποσού 690 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η ενάγουσα την 21-1-2009 στην εταιρία επίπλων «…………….» για έπιπλα, πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο ως άνω λόγο, καθώς αφορά κινητά, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων.

7) Αναφορικά με την με αριθμό 25 δαπάνη της αγωγής, ποσού 2.130 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η ενάγουσα την 15-11-2008 στην εταιρία: «……………………. Ο.Ε» για φωτιστικά, πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλ. διότι αφορά κινητά, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων.

8) Αναφορικά με την με αριθμό 30 δαπάνη της αγωγής, ποσού 280 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η ενάγουσα στον ................... για κλιματιστικά και δη ποσό 120 ευρώ την 21-12-2007 και ποσό 260 ευρώ την 18-1-2008, δηλ. πριν την τέλεση του γάμου των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με το αιτιολογικό, που αναφέρεται στην με αριθμό 1 δαπάνη της αγωγής, διότι οι αποδείξεις, που προσκομίζονται είναι σε φωτοτυπία χειρόγραφες χωρίς σφραγίδα και αριθμό και χωρίς να προκύπτει η επαγγελματική δραστηριότητα του ως άνω τεχνίτη.

9) Αναφορικά με την με αριθμό 32 δαπάνη της αγωγής, ποσού 500 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ή ενάγουσα την 30-4-2008 στην ....................... για ζωγραφική, πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτη για τον ίδιο αμέσως παραπάνω λόγο, αφού η ενάγουσα προσκομίζει ως αποδεικτικό της καταβολής πρόχειρη χειρόγραφη σε φωτοτυπία απόδειξη, χωρίς αιτιολογία του είδους της ζωγραφικής και της επαγγελματικής δραστηριότητας της ζωγράφου.

10) Αναφορικά με την με αριθμό 15 δαπάνη της αγωγής, ποσού 1.140 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η ενάγουσα στην εταιρία με την επωνυμία «………………………….. Α.Β.Ε.Ε.» και δη το ποσό των 300 ευρώ την 12-4-2008 και το ποσό των 840 ευρώ την 18-4-2008 , δηλ. πριν την τέλεση του γάμου των διαδίκων, προσκομίζοντας την με αριθμ.. ......../18-4-2008 απόδειξη πώλησης-δελτίο αποστολής στην συζυγική οικία της ως άνω εταιρίας, ποσού 1.140 ευρώ, αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκαν από την ενάγουσα για λογαριασμό του εναγομένου και πρέπει το ποσό αυτό να της αποδοθεί.

11) Τέλος, αναφορικά με την με αριθμό 34 δαπάνη της αγωγής, ποσού 350 ευρώ, πού ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η ενάγουσα την 22-2-2008 στην εταιρία «....................................» για αγορά πίνακα πριν την τέλεση του γάμου τους, προσκομίζοντας την με ημερομηνία 22-2-2008 ταμειακή απόδειξη της ως άνω εταιρίας ποσού 300 ευρώ σε συνδυασμό με το με αριθμ. ................../21-2-2008 δελτίο παραγγελίας της ίδιας εταιρίας με υπογραφή του εκδότη αυτού, οπότε και κατέβαλε, ως προκαταβολή το ποσό των 50 ευρώ, αποδεικνύεται και πρέπει να της αποδοθεί.

Συνεπώς για την αγορά των κινητών η ενάγουσα κατέβαλε συνολικά το ποσό των 30.490 (29.000 + 1.140 +350) ευρώ. Δηλαδή συνολικά η ενάγουσα κατέβαλε για επισκευές και αγορά κινητών πραγμάτων το ποσό των 43,094,05 ( 12.604,05 + 30.490) ευρώ.

Ο εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγής πρόβαλε επικουρικά την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ , την οποίαν επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ισχυριζόμενος την ανωτέρω αποδειχθείσα αντισυζυγική συμπεριφορά της ενάγουσας καθώς και το ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη χορήγηση των δανείων, δημιουργώντας στον ίδιο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα τα αναζητήσει. Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι νόμω αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρπττέος, διότι, και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα απ’ αυτόν πραγματικά περιστατικά, δε συγκροτούν νομικά την έννοια της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθόσον μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθησή ότι δεν υπήρχε τα δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί, για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 332/2014, ΑΠ 568/2014, ΑΠ 612/2012, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 17/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, που απέρριψε με την ως άνω αιτιολογία την ένσταση αυτή δεν έσφαλε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο εκκαλών με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης διατείνεται ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, λόγω ακυρότητας των συμβάσεων δανείων εξαιτίας αντίθεσής τους στο νόμο και τα χρηστά ήθη των άρθρων 174 και 178 ΑΚ, διότι οι επικαλούμενες από την ενάγουσα δαπάνες έγιναν στα πλαίσια της συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών σύμφωνα με τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ και δεν αποτελούν δάνειο, εάν δε η ενάγουσα θεωρούσε ότι υπερέβαινε η συνεισφορά της αυτή υπερέβαινε την υποχρέωση της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της έπρεπε να ασκήσει την αγωγή συμμετοχής της στα αποκτήματα (άρθρο 1400 ΑΚ), την οποίαν όμως δεν την άσκησε διότι έχει υποπέσει σε παραγραφή. Ο πρώτος ως άνω πρόσθετος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, το Δικαστήριο έκανε δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα, μόνο τα ποσά, που η ενάγουσα κατέβαλε σε τρίτους για λογαριασμό του εναγομένου πριν την τέλεση του γάμου των διαδίκων και εν μέρει και τα ποσά, που κατέβαλε μετά από αυτόν, κατά το μέρος όμως που αποτελούσαν εξόφληση καταρτισθέντων πωλήσεων πριν την τέλεση του γάμου, καθόσον αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στην αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμα τα υπόλοιπα ποσά των δανείων, δηλαδή αυτά, που δόθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου ή που δόθηκαν για να αγοραστούν κινητά πράγματα, σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιολογίες.

Κατ 'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, αφού γίνουν εν μέρει δεκτοί και οι έβδομος και ένατος λόγοι της έφεσης καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος της έφεσης, που αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως ουσιαστικά βάσιμοι, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το Δικαστήριο και στη συνέχεια , αφού δικαστεί η αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό των 43.094,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής (βλ. την με αριθμ. ................./23-1-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .................), ήτοι από 24-1-2015 μέχρι την εξόφληση.

Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ, σε συμμόρφωση με την εκκαλουμένη, η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό αυτό. Ήδη ο εκκαλών ζητά, με αίτημα που περιλήφθηκε στις προτάσεις του την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα της εκτέλεσης κατάσταση. Στη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι «αν το Δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστοί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται». Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ολικά ή μερικά και εκτελέστηκε, το Εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει, την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ’ έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επίδοσης στον υπόχρεο εφεσίβλητο της απόφασης του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους, καθώς πριν από την γνωστοποίηση της εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, που εκτελέστηκε εκουσίως ή αναγκαστικά, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο, καθίσταται δε υπερήμερος από τη γνώση της ανατροπής της απόφασης. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1175/2017, ΑΠ 1569/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑΘ 1900/2017, ΧρΙΔ 2017/659, ΜφΕφΔωδ 30/2019 δημ στη; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαργαρίτη - Ά. Μαργαρίτη, ό.π,, άρθρο 914, αρ. 5, 7, 8, Απαλαγάκη, Επαναφορά και Αποζημίωση μετά την αναγκαστική εκτέλεση [1994], σελ. 70 επόμ., 81, 83). Εν προκειμένω, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση, καθώς ο εκκαλών προαποδεικνύει με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα καταθετήρια της ETE στο όνομα του πληρεξουσίου' δικηγόρου της ενάγουσας, την καταβολή του ποσού των 50.000 ευρώ. Συνεπώς, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος, ενόψει δε του ότι το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό των 43.094,05 ευρώ υπολείπεται του ανωτέρω προαποδεικνυομένου καταβληθέντος από αυτόν ποσού, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον εκκαλούντα του ποσού της διαφοράς (μεταξύ του καταβληθέντος και του επιδικασθέντος, στο οποίο αυτονόητα, κατά τον υπολογισμό της διαφοράς, θα προστεθούν οι νόμιμοι τόκοι από την επίδοση της αγωγής), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας στην ενάγουσα. Η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των διαδίκων, ανάλογα με τον βαθμό της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών και να επιβληθεί ένα μέρος της σε βάρος του εκκαλούντος - εναγομένου (άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. Τέλος, το κατατεθέν από τον εκκαλούντα για το παραδεκτό της έφεσης παράβολο πρέπει να επιστραφεί στον τελευταίο λόγω της μερικής νίκης του, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 1-2-2017 και με αριθμ κατ. ................./2-2-2017 έφεση και Β) το από 3-8-2018 και με αριθμ. Κατ. ............./3-8-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων από τυπική και ουσιαστική άποψη.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθ. 343/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την ουσία της.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε ως απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και πέντε λεπτών του ευρώ (43.094,05 €), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 24-1-2015 μέχρι την εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ στον καταθέσαντα εκκαλούντα.

ΔΕΧΕΤΑΙ ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την ενάγουσα να αποδώσει στον εκκαλούντα τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και του ποσού που επιδικάζεται με την παρούσα απόφαση συν τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, το ποσό δε που θα προκόψει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στην ενάγουσα- εφεσίβλητη της παρούσας απόφασης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη στις 31 Μαρτίου 2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]