ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 15ο - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 7484/2019


Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με δικαστές τις : Βασιλική Παπαλαΐου Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Αναστασία Δημούλη, Ελένη-Αντιγόνη Πετροπούλου (εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα την Ανθούλα Γεωργακοπούλου, δικαστική υπάλληλο,

Γ ι α να δικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 20.05.2014

τ η ς τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένη δια του ειδικού εκκαθαριστή αυτής «… Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών», παρασταθείσα δια του δικηγόρου Ηλία Διαμαντή,

κ α τ ά

 του Δήμου Μαρκόπουλου-Μεσογαίας Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο αλλά παραστάθηκε δυνάμει της από 18.10.2018 κατατεθείσας δήλωσης παράστασης κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 εδ. ε΄ Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του πληρεξουσίου του δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και η κρίση του είναι η εξής:

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας δεν καταβλήθηκε τέλος δικαστικού ενσήμου, ζητείται, αφενός μεν να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα δεν οφείλει να καταβάλει στον εναγόμενο Δήμο το μη νομίμως, κατά τους ισχυρισμούς της, καταλογισθέν σε βάρος της ποσό των 1.400.036,65 ευρώ, επικουρικώς, δε, το ποσό των 669.888,98 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δημοτικά τέλη και τέλη ακίνητης περιουσίας επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της στο Μαρκόπουλο-Μεσογαίας Αττικής (Νέος Ιππόδρομος Αθηνών), αφετέρου, δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ισόποσο των αχρεωστήτως καταβληθέντων δημοτικών τελών και τελών ακίνητης περιουσίας ύψους 1.178.936,58 ευρώ άλλως 1.029.429,30 ευρώ νομιμοτόκως από 22.01.2014 (επίδοση έγγραφης όχλησης) άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, που μη νομίμως, κατά τους ισχυρισμούς της, καταλογίσθηκαν σε βάρος της (άρθρο 105 και 106 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 914 Α.Κ.), άλλως επικουρικώς σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. Α.Κ.).

2. Επειδή, o Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζει στο άρθρο 63 ότι: «1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή. 2. …», στο άρθρο 71 ότι: «1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημόσιου δικαίου. 2. … 4. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου» και στην παρ. 2 του άρθρου 80 ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής». Περαιτέρω, στο άρθρο 285 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι «1. Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν. 2. Κατ’ εξαίρεση διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις: α) ως προς τις οποίες γίνεται ρητή επιφύλαξη στις επί μέρους διατάξεις του Κώδικα β) της δημοτικής-κοινοτικής φορολογίας, οι οποίες αφορούν την είσπραξη φόρου ή τέλους μέσω της Δ.Ε.Η. γ) [...]».

3. Επειδή, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, Α΄116) και του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων» (Α΄ 131) οι οποίες, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 285 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον ο Κ.Δ.Δ. δεν περιέχει διάταξη περί προσδιορισμού της έννοιας της «φορολογικής διαφοράς» (ΣτΕ Ολομ 834/2010, 4603/2012), για την επίλυση των «φορολογικών διαφορών», όπως αυτές προσδιορίζονται με τις πιο πάνω προγενέστερες του Κ.Δ.Δ. διατάξεις, ενόψει και των οριζόμενων στο άρθρο 1 του Οργανισμού Φορολογικών Δικαστηρίων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3845/1958 (Α΄ 149), όπως είναι μεταξύ άλλων και εκείνες που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων καθώς και οι παρεπόμενου χαρακτήρα αξιώσεις καταβολής τόκων (βλ. ΣτΕ 2190/2014 Ολομ., 248/2008 Ολομ.), ο φορολογούμενος δύναται να ασκήσει ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου αποκλειστικώς και μόνο το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, όχι δε και το ένδικο βοήθημα της αγωγής (ΣτΕ 1574/2017, 2123/2015, 3363/2013, πρβλ. ΣτΕ 1062/2006, 2950/2003, 1794/1994 επταμ.), ενώ η φύση της διαφοράς και ο δικονομικός τρόπος επίλυσής της δεν μεταβάλλεται συνεπεία της τυχόν κατάθεσης αίτησης επιστροφής φόρου και απόρριψής της από τη Διοίκηση (πρβλ. ΣτΕ 2131/2016 7μ.). Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2, 126 παρ.1 και 277 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύουν σήμερα, αναφερόμενες σε «φορολογικές διαφορές εν γένει», [ήτοι διαφορές συναφείς με αυτές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 71 παρ.4 του ιδίου Κώδικα («αξιώσεις φορολογικού εν γένει περιεχομένου»)], καταλαμβάνουν και υποθέσεις περί επιβολής δημοτικών τελών, τις οποίες ο νομοθέτης έχει χαρακτηρίσει ως φορολογικές διαφορές (βλ. το ν. 505/1976, Α΄ 353, “περί υπαγωγής εις τα τακτικά Φορολογικά Δικαστήρια των φορολογικών διαφορών δήμων και κοινοτήτων […]” και, ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού), τούτο δε ανεξαρτήτως του κατά πόσο το τέλος το οποίο αφορούν συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος ή οικονομικό βάρος με χαρακτήρα ανταλλάγματος ή αποζημίωσης (ΣτΕ 761/2014). Τέλος, δε, με το άρθρο 80 παρ. 2 Κ.Δ.Δ. διευκρινίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτή ούτε η παρεμπίπτουσα κρίση επί των εν λόγω ζητημάτων στο πλαίσιο εξέτασης αγωγικού αιτήματος (πρβλ. ΔΠρΑθ 7183/2017, ΔΠρΘεσσ 9/2017, ΔΕφΠειρ 2009/2011).

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : Δυνάμει της υπ’ αριθμόν 185/06.09.2011 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιάρθρωσης και Αποκρατικοποιήσεων (ΦΕΚ Β΄ 2061/16.09.2011) μεταβιβάστηκαν και περιήλθαν στην ανώνυμη εταιρεία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα και χωρίς αντάλλαγμα 4.592.422 μετοχές της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας που αντιστοιχούν στο σύνολο (100%) του Μετοχικού της Κεφαλαίου. Οι μετοχές αυτές, που ανήκαν έως τότε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, περιλήφθησαν πλέον στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του «Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» που διέπει το καθεστώς των αποκρατικοποιήσεων των δημοσίων επιχειρήσεων και της αξιοποίησης των εν γένει περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Δημοσίου. Από τη μεταβίβαση αυτή, της ενάγουσας εταιρείας στο «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου», αυτή πλέον υπάγεται, κατά τα ιστορούμενα, στο ρυθμιστικό πλαίσιο του νόμου 3986/2011 « Επείγοντα μέτρα εφαρμογής μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015», στο άρθρο 2 παρ. 13 του οποίου ορίζεται ότι : « Το Ταμείο και οι εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου άμεσα ή έμμεσα στο Ταμείο, απολαμβάνουν όλων των διοικητικών, οικονομικών, φορολογικών, δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου προνομίων και ατελειών του Δημοσίου…», ενώ η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 7 του ν. 2130/1993 προβλέπει ρητά την απαλλαγή από τα τέλη ακίνητης περιουσίας για τα ακίνητα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας από το μήνα Σεπτέμβριο 2011 και εφεξής οιαδήποτε χρέωση σε βάρος της που αφορά δημοτικά τέλη (καθαριότητας, φωτισμού, ηλεκτροδοτούμενων χώρων και αποκομιδής απορριμάτων), καθώς και τέλη επί των ακινήτων της, που της επιβλήθηκαν μέσω των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. είναι μη νόμιμη. Ομοίως, μη νόμιμη είναι, κατά τα επικαλούμενα στην κρινόμενη αγωγή, και η επιβολή σε βάρος της ενάγουσας του ειδικού, υπέρ του εναγομένου, φόρου σε ποσοστό 2% και ήδη 0,5% επί των εισπράξεων των καταστημάτων υγιειονομικού ενδιαφέροντος και των λοιπών εμπορικών χρήσεων που λειτουργούν στα Ολυμπιακά συγκροτήματα, στα οποία υπάγεται και το Ολυμπιακό Ιππικό Κέντρο Μαρκόπουλου που ανήκε κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ενάγουσα, προεχόντως διότι η τελευταία είναι δημόσια επιχείρηση με αντικείμενο τη διεξαγωγή του ιπποδρομικού στοιχήματος στην Ελλάδα και με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη πλέον, το Ταμείο Αξιοποίησης Δημόσιας Περιουσίας του Δημοσίου, μετά την προς αυτό μεταβίβαση του συνόλου του μετοχικού της κεφαλαίου (ποσοστό 100%), ενόψει της αποκρατικοποίησής της. Κατά τα ιστορούμενα, δε, στο κρινόμενο δικόγραφο η ενάγουσα είχε αποστείλει στον εναγόμενο Δήμο την από 21.01.2014 ειδική αίτηση-δήλωση-αναγγελία εκχώρησης, με την οποία ζητούσε την ανάκληση άλλως ακύρωση των εγγραφών για δημοτικά τέλη και κάθε τέλους ακινήτου από τους λογαριασμούς της Δ.Ε.Η. για τις εγκαταστάσεις της στο Μαρκόπουλο Αττικής και τη διαγραφή των αντίστοιχων σε βάρος της μη νόμιμων χρεώσεων, καλώντας τον ταυτόχρονα να της επιστρέψει τα έως τότε, αχρεωστήτως, κατά τους ισχυρισμούς της, καταβληθέντα βάσει μη νόμιμων χρεώσεων (394.717,60 ευρώ για δημοτικά τέλη και 9.043,82 ευρώ για τέλη ακινήτου, ήτοι συνολικά 403.761,52 ευρώ), επί της οποίας δεν έλαβε οιαδήποτε απάντηση. Κατά της σιωπηρής αυτής απόρριψης της αιτήσεώς της η ενάγουσα δεν προβάλλει με το κρινόμενο δικόγραφο ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση, ενώ με το δικόγραφο αυτό που σύμφωνα με την κεφαλίδα ,το ιστορικό και το αιτητικό του συνιστά αγωγή, ζητά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας, ήτοι αφενός μεν να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα δεν οφείλει να καταβάλει στον εναγόμενο το μη νομίμως, κατά τους ισχυρισμούς της, καταλογισθέν σε βάρος της ποσό των 1.400.036,65 ευρώ, επικουρικώς, δε, το ποσό των 669.888,98 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δημοτικά τέλη (καθαριότητας και φωτισμού) και τέλη ακίνητης περιουσίας επί του ακινήτου της στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας Αττικής (Νέος Ιππόδρομος Αθηνών), αφετέρου, δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ισόποσο των αχρεωστήτως καταβληθέντων δημοτικών τελών (καθαριότητας και φωτισμού) και τελών ακίνητης περιουσίας ύψους 1.178.936,58 ευρώ άλλως 1.029.429,30 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, λόγω των μη νομίμων κατά τα ανωτέρω καταλογισμών (άρθρο 105 και 106 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 914 Α.Κ. ), άλλως επικουρικώς σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιοληγήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. Α.Κ.).

5. Επειδή, δεδομένου ότι στην κατηγορία των φορολογικών διαφορών υπάγονται και εκείνες που έχουν ως αντικείμενο την επιβολή δημοτικών τελών [βλ. τον ν. 505/1976 (Α΄ 353) «περί υπαγωγής εις τα τακτικά Φορολογικά Δικαστήρια των φορολογικών διαφορών δήμων και κοινοτήτων …» και, ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού], τούτο δε αδιαφόρως του κατά πόσο το τέλος το οποίο αφορούν συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος ή οικονομικό βάρος με χαρακτήρα ανταλλάγματος ή αποζημίωσης (ΣτΕ 761/2014 7μ.), η κρινόμενη αγωγή, με την οποία ζητείται η επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων δημοτικών τελών και ειδικών φόρων έχει ως αντικείμενο αξίωση «φορολογικού περιεχομένου εν γένει», για την οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη δεύτερη και τρίτη σκέψη της παρούσας, μόνο το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ήταν επιτρεπτό να ασκηθεί, κατ’ αποδοχή ως βασίμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου που περιλαμβάνεται στο από 18.10.2018 νομίμως κατατεθειμένο υπομνήμά του, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων από την ενάγουσα. Το ίδιο, άλλωστε, ισχύει και για την επικουρική βάση της αγωγής, καθώς και αυτή αφορά την αποκατάσταση ζημίας που προήλθε από την αχρεώστητη –κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας– καταβολή δημοτικών τελών (πρβλ. ΣτΕ 2131/2016 7μ., 2950/2003), εν πάση δε περιπτώσει η εξέτασή της, θα προϋπέθετε τη διαμόρφωση ανεπίτρεπτης, κατ’ άρθρο 80 παρ. 2 του ΚΔΔ, παρεμπίπτουσας κρίσης ως προς τη νομιμότητα της καταβολής των επίδικων τελών ή της παράλειψης της Διοίκησης να προβεί στην επιστροφή τους. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, ενώ κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων το Δικαστήριο απαλλάσσει την ενάγουσα από τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου Δήμου (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την αγωγή.

Απαλλάσσει την ενάγουσα από τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου Δήμου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα κατά τη διάσκεψη της 10.05.2019 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 31.05.2019.


     Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                           Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑΛΑΪΟΥ       ΕΛΕΝΗ-ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

 

        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

[ ΠΗΓΗ : ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ‘’ΑΠ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – Ν.-Κ. ΧΛΕΠΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ’’ ]