ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 7216/2020

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Δήμητρα Κάββουρα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ευαγγελία Κοτρώτσου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1-112019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ………………. του ………………., κατοίκου Αθηνών, οδός …………………….. αριθ. …………….., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Φύκηρη.

Των εφεσίβλητων: 1) της εδρεύουσας στην Αθήνα (οδός ……….. αριθ. ……) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………….. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «………………… BANK», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλέξανδρου-Ιγνάτιου Βλάχου και 2) της εδρεύουσας στην Αθήνα (οδός ………. αρ. …………) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….. ΤΡΑΠΕΖΑ …………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Άρχου.

Η εκκαλούσα υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 20-5-2014 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……………./2014 αίτησή της ζητώντας να γίνει αυτή δεκτή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 350/2017 απόφασή του, εκδοθείσα κατά την εκούσια δικαιοδοσία, απέρριψε την αίτηση.

Ήδη η εκκαλούσα με την από 7-7-2017 έφεσή της, που έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών προσέβαλε την παραπάνω απόφαση. Η ως άνω έφεση προσδιορίστηκε (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ……………/……………./2017) για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης οι παριστάμενοι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό 350/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την αίτηση της αιτούσας κατά των εφεσίβλητων, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν παρήλθε από τη δημοσίευση της η διετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η υπό κρίση έφεση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 17 Α, 511, 513 αρ.1, 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν. 4335/2015) για να εκδικαστεί κατά την ίδια διαδικασία. Πρέπει, συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση της η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα εκθέτει ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τις πιστώτριες τράπεζες, που αναφέρονται στην υποβληθείσα κατάσταση και ζητεί να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει, με εξαίρεση την κύρια κατοικία της και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει σ' αυτή (αίτηση), με σκοπό τη μερική απαλλαγή της απ' αυτά. Επί της προαναφερόμενης αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 350/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αντιμωλία των διαδίκων, η οποία, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αίτηση, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα με την από 7-7-2017 έφεσή της στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επικαλούμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την αίτηση, ζητεί δε να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αίτησή της ώστε να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σαφώς προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ο αιτών οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του, και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμο. Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή, του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία. Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του. Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της εν λόγω αίτησης (ΜονΠρωτΝαυπλ 694/2016, ΜονΠρωτΛαμ 65/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2016, σελ. 115 επ.). Περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβαλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον' προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α’ του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 73/2017). Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262§ 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 286/2017).

Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης της αιτούσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η οποία περιέχεται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αντίγραφα πρακτικών συνεδρίασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία φέρουν τον αριθμό τον οποίο έχει και η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και αν δεν κατονομάζονται ένα προς ένα (ΑΠ 953/1991 ΕλλΔνη 1992 784), καθώς και τα έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ ( ΑΠ 570 /2003 Ελλ Δνη 45.1033, ΑΠ 586/2000 Ελλ Δνη 44. 430, ΑΠ 1238/2000 Ελλ Δνη 43.106), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα είναι 63 ετών σήμερα. Είναι άγαμη και χωρίς τέκνα. Από το έτος 1999 είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ και λαμβάνει ως βασική σύνταξη το ποσό των 828,12 ευρώ μηνιαίως και ως επικουρική το ποσό των 151,80 ευρώ μηνιαίως. Επιπλέον, της καταβάλλεται το ποσό των 490,80 ευρώ μηνιαίως από τη σύνταξη του πατέρα της ως ανάπηρου πολέμου, μετά το θάνατο του οποίου, συνέχισε να λαμβάνει μέρος αυτής ως άγαμη θυγατέρα και ως άτομο με ειδικές ανάγκες. Λόγω των προβλημάτων υγείας, που αντιμετωπίζει λαμβάνει επιπλέον προνοιακό επίδομα ύψους 350 ευρώ μηνιαίως. Επίσης, εισέπραττε το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως από την εκμίσθωση περιπτέρου, που διατηρούσε ο πατέρας της ως ανάπηρος πολέμου έως το έτος 2016, οπότε ο μισθωτής σταμάτησε να καταβάλει το ως άνω μίσθωμα. Επομένως, το συνολικό εισόδημα της εκκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 1.820,72 ευρώ μηνιαίως. Της έχει αναγνωριστεί αναπηρία σε ποσοστό 95% λόγω απώλειας της όρασής της από 1-3-2013 και εφ’ όρου ζωής, όπως προκύπτει από το από 24-3-2015 πιστοποιητικό γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ. Όσον αφορά τα εισόδημα της εκκαλούσας από τις συντάξιμες αποδοχές της και από την εκμετάλλευση ακινήτων ιδιοκτησίας της, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, προκύπτει ότι το οικονομικό έτος 2007 το συνολικό δηλωθέν εισόδημά της ανερχόταν στο ποσό των 38.354,58 ευρώ, το έτος οικονομικό έτος 2008 στο ποσό των 38.416,17 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 44.055,89 ευρώ, το φορολογικό έτος 2010 το εισόδημα της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 46.262,19 ευρώ, το φορολογικό έτος 2011 το εισόδημα της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 38.607,65 ευρώ και το φορολογικό έτος 2012 το εισόδημα της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 28.052,63 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 το εισόδημα της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 28.932,98 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 το εισόδημα της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 25.180,78 ευρώ και το φορολογικό έτος 2015 το εισόδημα της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 25.181,78 ευρώ. Σε χρόνο πριν την υποβολή της αίτησης μεταξύ της εκκαλούσας και των εφεσίβλητων τραπεζών καταρτίστηκαν οι εξής συμβάσεις, ήτοι: 1α) με την τράπεζα …………………………… καταρτίστηκε η υπ. αριθμ. ……………… σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως αυτοφειλέτρια και από την οποία οφείλει το ποσό των 19.381,25 ευρώ και 1β) η υπ’ αριθ. …………………. σύμβαση επαγγελματικού δανείου, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, από την οποία οφείλει το ποσό των 396.641,26 ευρώ και 1γ) η υπ’ αριθ. ………………… σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτρια και από την οποία οφείλει το ποσό των 57.629,49 ευρώ και συνολικά οφείλει στην ως άνω τράπεζα το ποσό των 473.652 ευρώ, 2) με την …………… ΤΡΑΠΕΖΑ καταρτίστηκε η υπ’ αριθ. ……………… σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτρια και από την οποία οφείλει το ποσό των 213,10 ευρώ και 2) καταρτίστηκε η υπ’ αριθ. ………………. σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτρια και από την οποία οφείλει το ποσό των 4.699,14 ευρώ και συνολικά οφείλει στην ως άνω τράπεζα το ποσό των 4.912,24 ευρώ. Επομένως, οι συνολικές οφειλές της αιτούσας από τις ανωτέρω συμβάσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 478.564,24 ευρώ. Η υπό στοιχεία 1γ) απαίτηση της πρώτης εφεσίβλητης είναι ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης στο κατωτέρω αναφερόμενο ακίνητο της εκκαλούσας, που αποτελεί την κύρια κατοικία της. Για την εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων, στις οποίες συμβλήθηκε η εκκαλούσα ως πρωτοφειλέτρια με την πρώτη εφεσίβλητη πρέπει να καταβάλλεται το ποσό των 1.379,20 ευρώ μηνιαίως, όπως προκύπτει από την από 19-2-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών της πρώτης εφεσίβλητης και για την εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων, που κατήρτισε με τη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 153,90 ευρώ και συνολικά το ποσό τω 1533,10 ευρώ μηνιαίως και για την εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης, που κατήρτισε ως εγγυήτρια το ποσό των 5.339,90 ευρώ μηνιαίως, όπως προκύπτει από την από 19-2-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών της πρώτης εφεσίβλητης. Περαιτέρω, στα περιουσιακά στοιχεία της εκκαλούσας περιλαμβάνονται η πλήρης κυριότητα επί ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού .......…..………. αριθ. ......, εμβαδού 147 τ.μ, έτους κατασκευής 1963, με την αποθήκη ισογείου εμβαδού 25 τ.μ αντικειμενικής αξίας 92.378,48 ευρώ (βλ. τη Δήλωση Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων του έτους 2016), η οποία χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία της εκκαλούσας. Περαιτέρω, η εκκαλούσα έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας : 1) επί ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 42 τ.μ, επί της οδού ................... αριθ. ........, έτους κατασκευής 1954, αντικειμενικής αξίας 33.516 ευρώ, 2) επί ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 26 τ.μ, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ……………. αριθ. …………., έτους κατασκευής 1954, αντικειμενικής αξίας 20.748 ευρώ και 3) επί ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 23 τ.μ, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ………. αριθ. ……………, έτους κατασκευής 1954, αντικειμενικής αξίας 19.228 ευρώ (βλ. τη Δήλωση Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων του έτους 2016). Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα λόγω της μείωσης των εισοδημάτων της, έχει περιέλθει, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών της, η οποία δεν προέκυψε ότι οφείλεται σε δόλο. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τον ατομικό εισόδημα της εκκαλούσας παρουσίασε σταδιακή πτώση από το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) και εντεύθεν. Συγκεκριμένα, έως και το οικονομικό έτος 2011 το εισόδημα της ανερχόταν στο ποσό των 3.200 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011), όταν η εκκαλούσα σταμάτησε να εξυπηρετεί τις οφειλές της, το εισόδημα της μειώθηκε στο ποσό των 2.337,72 ευρώ μηνιαίως, ήτοι κατά 1.000 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, η οικονομική κατάσταση της εκκαλούσας δε βελτιώθηκε τα επόμενα έτη, αφού, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2014 και 2015 το μηνιαίο εισόδημα της μειώθηκε έτι περαιτέρω και ανήλθε στο ποσό των 2.098,40 ευρώ, ενώ σήμερα το εισόδημα της ανέρχεται στο ποσό των 1.820,72 ευρώ, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ατομικών βιοτικών της αναγκών ενόψει της αναπηρίας της και του γεγονότος ότι έχει ανάγκη από τη βοήθεια τρίτου προσώπου για την εξυπηρέτηση των καθημερινών της αναγκών, ανέρχονται στο ποσό των 1.300 ευρώ και το ποσό των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση των οφειλών της από δάνεια, στα οποία συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτρια ανέρχεται στο ποσό των 1.533,10 ευρώ μηνιαίως. Επιπλέον, το έτος 2011 η εταιρεία «………………………… Α.Ε», που κατήρτισε ως πρωτοφειλέτρια τη δανειακή σύμβαση, στην οποία συμβλήθηκε η εκκαλούσα ως εγγυήτρια, σταμάτησε να αποπληρώνει το ως άνω δάνειο, με αποτέλεσμα η πρώτη εφεσίβλητη να στραφεί κατά τη εκκαλούσας, η οποία δε δύναται να αποπληρώσει τις μηνιαίες δόσεις για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων. Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει ότι η εκκαλούσα περιήλθε σε οικονομική αδυναμία, η οποία δεν είναι παροδική αλλά μόνιμη λόγω της οποίας, το εισόδημά της δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της ιδίας και δικαιούται να υπαχθεί στο ν. 3869/2010. Οι πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν την ένσταση της δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας σε αδυναμία πληρωμών. Η ως άνω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς, από το έτος 2006 έως και το έτος 2011, όταν η εκκαλούσα έλαβε τα ως άνω δάνεια, το εισόδημά της ανερχόταν στο ποσό των 3.200 ευρώ μηνιαίως, το ποσό που απαιτείτο για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων, στις οποίες είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτρια ανερχόταν στο ποσό των 1.533,10 ευρώ μηνιαίως και το ποσό, που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης της ανερχόταν στο ποσό των 1.300 ευρώ. Ως εκ τούτου, τα εισοδήματά της επαρκούσαν για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής της και για εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων, στις οποίες είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτρια. Εξάλλου, το έτος 2006, όταν καταρτίστηκε η δανειακή σύμβαση, στην οποία η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια και από την οποία η ίδια δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος, η πρωτοφειλέτρια εταιρεία είχε την οικονομική δυνατότητα να ανταποκρίνεται στην εξυπηρέτηση της ως άνω δανειακής σύμβασης, αφού από το έτος 2006 έως το 2011 εκπλήρωνε τις δανειακές της υποχρεώσεις. Όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί από κανένα, ούτε από την εκκαλούσα, η ως άνω πρωτοφειλέτρια εταιρεία περιήλθε σε οικονομική δυσπραγία, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εξυπηρετεί την ως άνω δανειακή της υποχρέωση. Επομένως, η εκκαλουμενη, η οποία δέχθηκε ότι η εκκαλούσα δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών της έσφαλε στο σημείο αυτό και πρέπει να εξαφανισθεί, γενομένων δεκτών των λόγων της κρινόμενης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμων και μετά την εξαφάνιση της απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η αίτηση, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη, ήτοι κατάσταση της εισοδημάτων και της περιουσίας της αιτούσας, κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και είναι νόμιμη. Περαιτέρω, το ποσό που μπορεί να καταβάλει η εκκαλούσα προς τις πιστώτριες τράπεζες λαμβανομένου υπόψη ότι για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών απαιτείται το ποσό των 1.300 ευρώ μηνιαίως, ανέρχεται σε 500 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, οι μηνιαίες καταβολές της εκκαλούσας προς τις τράπεζες πρέπει να προσδιοριστούν ως εξής: α) προς την ………………. Τράπεζα σε (500/478.564,24 ευρώ) X 473.652 = 494,87 ευρώ και β) προς την ………………… Τράπεζα σε (500/ 478.564,24 ευρώ) X 4.912,24) = 5,13 ευρώ. Οι ανωτέρω μηνιαίες καταβολές δεν θα υπερβαίνουν την πενταετία (άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010). Μετά την πενταετία οι συνολικές καταβολές που θα έχουν γίνει προς τις πιστώτριες τράπεζες θα ανέρχονται στο ποσό των 30.000 (500 X 60 δόσεις) ευρώ. Ακολούθως, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας για την οποία η αιτούσα θα καταβάλει στην πρώτη εφεσίβλητη, της οποίας η απαίτηση είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη, το 80% της αντικειμενικής αξίας της πρώτης κατοικίας της, δηλαδή το ποσό των (92.378,48 X 80%=) 73.902,78 ευρώ σε χρονικό διάστημα δέκα πέντε ετών. Η μηνιαία δόση ανέρχεται σε (73.902,78 ευρώ. 180 μήνες =) 410,57 ευρώ. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε δέκα πέντε χρόνια, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, πρέπει να γίνει ρύθμιση, εκτός από τις προαναφερθείσες μηνιαίες καταβολές επί πενταετία κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, την εξαίρεση της κύριας κατοικίας με την καταβολή μηνιαίων δόσεων κατ’ άρθρο 9 παρ.2 του ως άνω νόμου και με τη ρευστοποίηση της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας της εκκαλούσας, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία ρευστοποίηση πρέπει να γίνει με ελάχιστο τίμημα το ποσό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων. Προς τούτο, πρέπει να διοριστεί εκκαθαριστής, ο οποίος, πέραν των γενικών καθηκόντων του που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, θα πρέπει να προβεί στην ελεύθερη εκποίηση των παραπάνω αναφερόμενων ακινήτων, που αποτελούν την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της αιτούσας εντός χρονικού διαστήματος ενός (1J έτους από την ανάληψη των καθηκόντων του. Η ελεύθερη εκποίηση θα γίνει με ελάχιστο τίμημα το ποσό της αντικειμενικής αξίας των ως άνω ακινήτων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, το δε εισπραχθέν ποσό του τιμήματος θα το διανείμει στις απαιτήσεις των πιστωτών βάσει πίνακα διανομής που θα συντάξει ο ίδιος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1, τον οποίο θα συσχετίσει με το φάκελο της εκκαλούσας που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό.

Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα και το Δικαστήριο αυτό, κρατώντας την υπόθεση να δικάσει εξ υπαρχής την αίτηση, η οποία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να καθορισθούν επί μια πενταετία μηνιαίες καταβολές της εκκαλούσας αιτούσας προς τις πιστώτριες τράπεζες, να καθορισθεί η μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας της και να διαταχθεί η εκποίηση της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 350/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της από 20-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης 4679/2014 αίτηση.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ επί μια πενταετία μηνιαίες καταβολές της αιτούσας: α) προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….. ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε» τετρακόσια ενενήντα τέσσερα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτά (494,87), β) προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………………… ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε» πέντε ευρώ και δέκα τρία λεπτά (5,13), που θα καταβάλλεται το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα μετά από τη δημοσίευση της απόφασης.

ΕΞΑΙΡΕΙ την εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, δηλαδή του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού Βοσπόρου αριθ. 52, εμβαδού 147 τ.μ, έτους κατασκευής 1963 και της αποθήκης του ισογείου της ως άνω πολυκατοικίας, εμβαδού 25 τ.μ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 410,57 ευρώ στην πρώτη εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα ως μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας της. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε δεκαπέντε (15) χρόνια, αρχής γενομένης μετά την πάροδο της ανωτέρω πενταετίας.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την, εντός ενός (1) έτους από την ανάληψη των καθηκόντων του εκκαθαριστή, εκποίηση δια ελεύθερης πώλησης των κατωτέρω αναφερόμενων ακινήτων πλήρους κυριότητας της αιτούσας, ήτοι: 1) επί ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 42 τ.μ, επί της οδού …………….……… αριθ.……., έτους κατασκευής 1954, αντικειμενικής αξίας 33.516 ευρώ, 2) ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 26 τ.μ, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ……………………….. αριθ. ……, έτους κατασκευής 1954, αντικειμενικής αξίας 20.748 ευρώ και 3) επί ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 23 τ.μ, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού .............. αριθ. ......, έτους κατασκευής 1954, αντικειμενικής αξίας 19.228 ευρώ.

ΟΡΙΖΕΙ εκκαθαριστή για την εκποίηση του ως άνω ακινήτου του αιτούντος τη …………………… του ……………., δικηγόρο Αθηνών, τηλ: …………………., το ειδικότερο έργο του οποίου προσδιορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας, ο οποίος θα ενημερωθεί τηλεφωνικά για την ανάληψη των καθηκόντων του από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και ο οποίος θα προβεί σε ελεύθερη πώλησή τους με ελάχιστο τίμημα, που δεν υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας τους ενώπιον συμβολαιογράφου Αθηνών της επιλογής του, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη γνωστοποίηση της απόφασης σ’ αυτόν με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου, Ο ως άνω εκκαθαριστής θα προσκαλέσει κάθε ενδιαφερόμενο να υποβάλει έγγραφες προσφορές, εντός ορισθείσας από αυτόν προθεσμίας, που θα κατατεθούν στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με τοιχοκόλληση αποσπάσματος του διατακτικού της απόφασης για την εκποίηση των εν λόγω ακινήτων, της πρόσκλησης για την εκδήλωση ενδιαφέροντος και για την εκποίηση στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια θα προβεί στην πώλησή τους προς τον ενδιαφερόμενο, που θα υποβάλει την ανώτερη προσφορά και με ελάχιστο τίμημα το προαναφερόμενο (ή σε περίπτωση ίσων προσφορών, στον ενδιαφερόμενο που θα προκόψει μετά από κλήρωση), και θα διαθέσει το τίμημα της πώλησης, μετά την αφαίρεση των εξόδων, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, υποβάλλοντας σχετικό πίνακα διανομής στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί η πώληση, θα συντάξει σχετική έκθεση, την οποία θα υποβάλει στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών αμέσως μετά την παρέλευση του εν λόγω χρονικού διαστήματος.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εγγραφή από τον εκκαθαριστή της παρούσας απόφασης στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου ή Κτηματολογικού Γραφείου του τόπου των προς εκποίηση ακινήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 4/5/2020 χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

[ ΠΗΓΗ : Δικηγόρος Αθηνών κος Π. ΦΥΚΗΡΗΣ ]