ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 72/2019

 

Πρόεδρος: Β. Γεωργιάδου, Πρωτόδικης

Δικηγόροι: Α. Τίγκας, Γ.-Α. Δημητριάδης

 

[...] Συνεπώς, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147, 148, 281, 288 και 919 ΑΚ συνάγεται ότι η απάτη του άρθρου 386 ΠΚ δεν συμπίπτει αναγκαίως με τη δικαιοπρακτική. Έτσι, αν η παραπλάνηση που δημιουργείται ή ενισχύεται ή διατηρείται σε κάποιο πρόσωπο από την απάτη αυτή, προκάλεσε ζημία, στην οποία υπάγεται και οποιαδήποτε μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, γεννιέται υπέρ του εν λόγω προσώπου αυτοτελής πρωτογενής από αδικοπραξία αξίωση αποζημίωσης από το πρόσωπο που μετήλθε την απάτη (ΑΠ 683/1995 ΝοΒ 45, 607, ΕφΠατρ 601/2009, ΕφΛαρ 137/2006 Nomos). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθμ. .../11.4.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β΄ 340/24.4.1997), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1.11.2007, με το άρθρο 85 Ν 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς» ... Τρίτη αρχή: «Οι εταιρίες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές». Τέταρτη αρχή: «Οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς». ... Έβδομη αρχή: «Οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς».

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της ένδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ’ αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά έγγραφος την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστώ παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1351/2018, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013, ΕφΛαμ 8/2018, ΕφΑθ 885/2017, ΜΕφΑθ 4254/2017, ΕφΘεσ 2495/2017, ΜΕφΛαμ 90/2017, ΕφΑθ 3253/2016, ΜΕφΛαρ 296/2016, ΠΠρΘεσ 10145/2016 Nomos). Επιπλέον, και ο Ν 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον «προμηθευτή» - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου «καταναλωτή» - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του «προμηθευτή» προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ - 9ε του νόμου, που αναφέρονται σε «απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών». Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται, μεν, ευθέως σε «εμπορία υπηρεσιών από απόσταση», αφορούν όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του «προμηθευτή)) συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του Ν 2251/1994, ΕφΑθ 662/2018 Nomos).

Επομένως, οι ανωτέρω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται η αστική ευθύνη σε αποζημίωση εξαιτίας αδικοπραξίας, δε διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επιφέρει την εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 8 Ν 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, που διέπει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις ευθύνης ένεκα παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 στοιχ. Α΄ (ΕφΑθ 1794/2013 Nomos), σύμφωνα με το οποίο καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασής τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε, να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης (ΑΠ Ολ 13/2015, ΠΠρΘεσ 10145/2010 Nomos). Περαιτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 8 Ν 2251/1994 περιέχει ειδικότερο κανόνα, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης αστικής ευθύνης, διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται απ’ αυτόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης μέσω της αντιστροφής του σχετικού βάρους απόδειξης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 Ν 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν 3587/2007, η αντιστροφή αυτή του αποδεικτικού βάρους επεκτείνεται αναγκαίως και στο μέγεθος της παρανομίας, διότι παραλλήλους των εννοιολογικών διακρίσεων μεταξύ αυτής και του πταίσματος, που δεν αμφισβητούνται και εξακολουθούν να υφίστανται, η προσέγγιση των σχετικών όρων θεμελίωσης της ευθύνης από την οπτική της αμέλειας επιδρά στη συγκρότηση του περιεχομένου της τελευταίας κατά τρόπο, ώστε μέσω της χρήσης της συγκεκριμένης έννοιας να αποτυπώνεται και η εκδήλωση μιας μορφής παράνομης συμπεριφοράς. Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην τελευταία και τη ζημία ή τη συνδρομή κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 1227/2007, ΕφΛαμ 8/2018, ΜΕφΛαμ 90/2017, ΕφΑθ 1794/2013, ΠΠρΘεσ 10145/2016 Nomos). [...]

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι συνταξιούχος ναυτικός, απόφοιτος της Σχολής Εμπορικού Ναυτικού της Ύδρας, χωρίς να έχει κάποια άλλη μόρφωση πέραν από αυτή [...]. Από την εργασία του ως ναυτικός ο ενάγων είχε σημαντικές απολαβές, εκ των οποίων εξοικονόμησε ένα σημαντικό ποσό, το οποίο λόγω και του συντηρητικού χαρακτήρα του, τοποθετούσε κατά σταθερό και πάγιο τρόπο σε απλούς καταθετικούς και κυρίως σε προθεσμιακούς λογαριασμούς της πρώτης εναγόμενης, ούτως ώστε αφενός να διατηρεί τα χρήματά του «κλειστά» και να απολαμβάνει σταθερής είσπραξης των τόκων που θα παρήγαγαν για τα επόμενα έτη, αφετέρου να έχει τη δυνατότητα ανάληψης - ρευστοποίησης του προϊόντος τους ανά πάσα στιγμή για την περίπτωση που παρουσιαζόταν κάποια έκτακτη ανάγκη στη ζωή του, γεγονός που αποτελούσε και προαπαιτούμενα για αυτόν. Την προτίμηση του ενάγοντος σε προθεσμιακούς κυρίως λογαριασμούς ομολογούν και οι εναγόμενες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2006 τον προσέγγισαν υπάλληλοι της πρώτης εναγόμενης στο ... και επικαλούμενοι ότι ανήκε στο «εκλεκτό πελατολόγιο» αυτής λόγω του σημαντικού ύψους των καταθέσεών του, του πρότειναν να μεταφερθεί στο πελατολόγιο του Τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής της (Private Banking), όπου και θα τύγχανε προνομιακής μεταχείρισης και προσοχής. [...]

Κατά τις συνομιλίες που είχε ο ενάγων τόσο με τον ανωτέρω υπάλληλο όσο και με υπαλλήλους της δεύτερης εναγόμενης κατέστησε σαφές ότι τον ενδιέφερε πρωτίστως η ασφάλεια του κεφαλαίου των χρημάτων του, το οποίο δεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει. Οι ως άνω υπάλληλοι τον διαβεβαίωναν ότι το Τμήμα Private Banking διέθετε τέτοιου είδους αποταμιευτικά προϊόντα, απολύτως μηδενικού ρίσκου τόσο ως προς την τύχη του κεφαλαίου όσο και ως προς την σταθερότητα των αποδόσεών τους, ενώ το προς τοποθέτηση κεφάλαιο θα ήταν απόλυτα εγγυημένο από την πρώτη εναγόμενη χωρίς την παραμικρή διακινδύνευση, οι ιδιότητες δε των εν λόγω προϊόντων προσιδίαζαν με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις. Ο ενάγων, πεισθείς από τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των ως άνω υπαλλήλων των εναγόμενων, στο ..., στις 30.3.2000, υπέγραψε τη με ... Βασική Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, [...].

Από όλα λοιπόν τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το επίδικο ομόλογο ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς μειωμένης εξασφάλισης, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μια θυγατρική της πρώτης εναγόμενης εταιρία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα που συστάθηκε με μοναδικό σκοπό την έκδοση ομολόγων και ενέπιπτε στην έννοια του σύνθετου τραπεζικού προϊόντος, εφόσον η απόδοσή του εξαρτιόταν από τη διακύμανση του δείκτη του διατραπεζικού επιτοκίου Euribor και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι το επίδικο ομόλογο ήταν ένα απλό επενδυτικό προϊόν που προσομοίαζε στις προθεσμιακές καταθέσεις και που ανταποκρινόταν στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η απόδοση της προθεσμιακής κατάθεσης ήταν πολύ κατώτερη του επίδικου ομολόγου, καθώς οι προθεσμιακές καταθέσεις είχαν παρόμοια επιτόκια με αυτό του επίμαχου ομολόγου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ... .

Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις αναλύσεις επενδυτικού λογαριασμού που αποστέλλονταν στην διεύθυνση που είχε δηλώσει ο εναγών, το ανωτέρω ομόλογο αναφερόταν με την ένδειξη «ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ» και με χρονική διάρκεια από 27.07.2007 μέχρι 29.07.2049, γεγονός που μπορούσε να δημιουργήσει στον ενάγοντα την εύλογη πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο ομόλογο δεν ήταν επενδυτικό προϊόν υψηλού ρίσκου αλλά είχε σταθερή απόδοση, όπως επιθυμούσε ο ίδιος. Το γεγονός δε ότι στις αναλύσεις των περιόδων από 30.11.2007 έως 31.12.2007, από 31.05.2008 έως 30.06.2008 και από 31.05.2009 έως 30.06.2009 το ανωτέρω ομόλογο χαρακτηριζόταν με την ένδειξη «ΟΜΟΛΟΓΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ» δεν μπορούσε να προβληματίσει τον ενάγοντα, αφού στις περισσότερες αναλύσεις υπήρχε η ένδειξη «ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ». Από τα ανωτέρω καθίσταται εμφανές ότι το ομόλογο αυτό ανήκε και στην κατηγορία των «perpetual bonds», δηλαδή στα «ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας», άλλως, «διηνεκή» ή «αιώνια» ή «αόριστης διάρκειας)), ομόλογα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ’ ελεύθερη αυτού βούλησή του. Συνεπώς, είναι προφανές ότι το επίμαχο ομόλογο αφενός ήταν υψηλού ρίσκου, αφετέρου δεν ήταν απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρίες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η χρήση και κυκλοφορία του εν λόγω ομολόγου αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του, στον οποίο (βαθύ γνώστη επενδυτή) σαφώς και δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων. Ο τελευταίος σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφερόταν για μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζε υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημά, αντίθετα, ενδιαφερόταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε σε αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, με σταθερό επιτόκιο και απλό στην επενδυτική πρακτική, το οποίο θα διασφάλιζε, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του και μακροπρόθεσμα θα του απέφερε κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές και εμπειρία του, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεων του σε προθεσμιακούς ή απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, ενώ η τοποθέτηση των χρημάτων του σε αγορά άλλων επενδυτικών προϊόντων αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες κατόπιν της σύναψης της επίδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι ο ενάγων είχε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία, καθώς είχε επενδύσει και σε άλλα ομόλογα, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δεδομένου ότι η προηγούμενη αγορά ομολόγων σε πολύ εγγύτατο του επιδίκου χρονικό διάστημα και στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση μακρόχρονη επενδυτική συμπεριφορά, ούτε καθιστά τον ενάγοντα έμπειρο επενδυτή διατεθειμένο να προβεί σε υψηλού κινδύνου επενδύσεις, προκειμένου να αποκομίσει τα υψηλότερα δυνατά οφέλη.

Σημειωτέον ότι στην περίπτωση του ενάγοντος προηγήθηκε της επένδυσής του η τήρηση επενδυτικού ερωτηματολογίου από τις εναγόμενες, προκειμένου να τον κατατάξουν σε αντίστοιχου προφίλ επενδυτή και να τηρήσουν το είδος του χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευε καλύτερα τους επενδυτικούς του στόχους, μετά δε την επεξεργασία των στοιχείων που παρείχε με το επενδυτικό ερωτηματολόγιο προέκυψε ότι το είδος του χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευε καλύτερα τους επενδυτικούς του στόχους ήταν η συντηρητική κατανομή επενδύσεων. Επιπλέον, ο ενάγων δεν διέθετε οποιασδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του, περαιτέρω δε λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσει, να συνδυάσει και να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν στα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, τούτο δε τον καθιστούσε ανίκανο να ταξινομήσει τα προϊόντα αυτά ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή του. Προκειμένου, λοιπόν να προβεί στην τελευταία (επιλογή), ο ενάγων είχε ανάγκη την αποφασιστική συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης Private Banking των εναγόμενων, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία επί των χρηματοπιστωτικών ζητημάτων, για το λόγο δε αυτό παραπέμφθηκε στην εν λόγω διεύθυνση από το υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης στην Λαμία, οι υπάλληλοι του οποίου ήταν αυτοί που είχαν επιδιώξει άλλωστε να προσελκύσουν τον ενάγοντα λόγω του υψηλού ποσού των αποταμιεύσεών του. Με δεδομένους τους όρους αυτούς, που προσδιορίζουν ποια ήταν η θέση κάθε μέρους στην υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση, είναι βέβαιο ότι η τελευταία δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους των προστηθέντων των εναγόμενων όσων επενδυτικών επιλογών απέδιδαν αντίστοιχες αποφάσεις του ενάγοντας, στις οποίες είχε καταλήξει ο ίδιος, αφού προηγουμένως είχε απλώς ενημερωθεί σχετικά από τις ως άνω αντισυμβαλλόμενές του. Αντιθέτως, αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι οι εναγόμενες, μέσω των εξειδικευμένων υπαλλήλων που απασχολούσαν στις επιχειρήσεις τους, ήταν σε θέση οι ίδιες να διαμορφώσουν το περιεχόμενο όσων επιλογών εμφανίζονταν να επιχειρούνται από τον ενάγοντα, χωρίς να παρέχουν στον τελευταίο, κατά τρόπο κατανοητό για τον ίδιο όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη σε αυτόν επένδυση του κεφαλαίου του. Επιπλέον, όσο έμπειρος και αν θεωρηθεί ο ενάγων, είναι σαφές ότι οι προστηθέντες των εναγόμενων εταιριών διέθεταν πολύ πιο εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τις σχετικά με αυτές συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές των τελευταίων να ήταν άκρως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος με τη σειρά του βασίστηκε στην υπεύθυνη πληροφόρηση εκ μέρους των εναγόμενων. Άλλωστε, ο ενάγων γι’ αυτό εμπιστεύθηκε τις εναγόμενες και δη τη διεύθυνση Private Banking, αφού οι υπάλληλοί της παρουσιάστηκαν σε αυτόν ως γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν ατόπημα ή λανθασμένη επιλογή. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης Private Ranking, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις, ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της επιλογής του ενάγοντος, δηλαδή της απόφασής του να διακρατήσει το επίδικο ομόλογο, το οποίο οι υπάλληλοι των εναγόμενων αγόρασαν στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Συνεπώς, οι εναγόμενες παρείχαν, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης και όπως ομολογούν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα, έχοντας (οι εναγόμενες) οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, καθώς λάμβαναν αμοιβή [...].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε λάβει ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος ούτε πριν λάβει χώρα η αγορά του ομολόγου, αφού αυτή πραγματοποιήθηκε εν αγνοία του, ούτε όταν έλαβε γνώση της συγκεκριμένης επένδυσης και αποφάσισε να το διακρατήσει, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κατανοήσει τους κινδύνους που η επιλογή του περίκλειε για το κεφάλαιό του, δεδομένου ότι από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων παρουσιάστηκε σε αυτόν μόνο το θετικό γεγονός της είσπραξης μεγαλύτερου τόκου από αυτόν που έδιναν εκείνη την εποχή οι προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς περαιτέρω ενημέρωσή του για τη φύση και λειτουργία του υποδεικνυόμενου επενδυτικού προϊόντος, την εκδότρια του ομολόγου, την επισφάλεια ως προς την απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου και εν γένει τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν. Εξάλλου, σημειωτέον ότι το συγκεκριμένο προϊόν δεν ήταν συμβατό με το επενδυτικό προφίλ του ενάγοντας, το οποίο, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ήταν συντηρητικό. Τούτο, όμως δεν περιλαμβανόταν στους στόχους του ενάγοντος, δεδομένου ότι το κεφάλαιό του αποτελούνταν από τις αποταμιεύσεις από την επίπονη εργασία του ως ναυτικού, οι οποίες προορίζονταν για τη μελλοντική εξασφάλισή του καθώς και για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους των εναγόμενων, ενώ, περαιτέρω ο ενάγων δεν είχε ενημερωθεί ότι το κεφάλαιό του θα κινδύνευε σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας ή της εγγυήτριας του ομολογιακού δανείου. [...]

Άλλωστε, ο λόγος που ο ενάγων εμπιστεύθηκε τις εναγόμενες ήταν το γεγονός ότι ήταν γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν λανθασμένη επιλογή, καθόσον άλλη πληροφόρηση για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσε να έχει ο εναγών, αφού για το επίδικο ομόλογο δεν είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο ούτε είχε διαβιβαστεί σε αυτήν κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο της Προϊστάμενης της Διεύθυνσης Εισηγμένων Εταιριών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στους όρους δε αναδοχής του ομολόγου που αφορούσαν και στην πρώτη εναγόμενη, ως κύρια ανάδοχο για την Ελλάδα, συμφωνήθηκε ότι δε θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και ότι δε θα πωλήσει ή προσφέρει δημοσίως κανέναν προνομιούχο τίτλο στην Ελληνική Επικράτεια ή σε κατοίκους αυτής και δε θα προβεί σε διαφημίσεις, γνωστοποιήσεις, δηλώσεις ή άλλες πράξεις στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό την προσέλκυση επενδυτών στην Ελλάδα, ώστε να αποκτήσουν προνομιακούς τίτλους. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι όλες οι σχετικές προβλέψεις του άρθρου 10 του Ν 876/1979 και του ΠΔ 52/1992 (ήτοι περί ενημερωτικού δελτίου) πρέπει να τηρούνται προς το σκοπό της δημόσιας προσφοράς των προνομιούχων τίτλων προς το Ελληνικό Δημόσιο και σε όποιον εμπλέκεται σε αυτό. Από τη συμφωνία αυτή, επομένως, προκύπτει ότι δεν επιτρεπόταν καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνου με όλες τις διατάξεις του Ν 876/1979 και του ΠΔ 52/1992. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι τα περί απαγόρευσης διάθεσης του ομολόγου στο επενδυτικό κοινό στην Ελλάδα και μη ύπαρξης ενημερωτικού δελτίου αφορούν την αρχική διάθεση αυτού στην πρωτογενή και όχι στη δευτερογενή αγορά, που απευθύνεται στο ευρύ επενδυτικό κοινό. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγών, του οποίου η μέχρι τότε επενδυτική εμπειρία περιοριζόταν στην τοποθέτηση των χρημάτων του σε προθεσμιακούς και απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, πράξεις που δεν περιέκλειαν κινδύνους για το κεφάλαιό του, ενώ η όποια αγορά εκ μέρους του έτερων επενδυτικών προϊόντων έλαβε χώρα, όπως προεκτέθηκε, στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες, αν είχε λάβει από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, το οποίο για αυτόν ήταν ένα άγνωστο επενδυτικό προϊόν και ειδικότερα για το πώς θα συμπεριφερόταν η επένδυσή του αυτή σε σχέση με τη διακύμανση των τιμών των αγορών και ποια θα ήταν η εξάρτηση του κεφαλαίου του από την εξέλιξη των οικονομικών ζητημάτων της εκδότριας του ομολόγου εταιρίας, στοιχεία με τα οποία αυτός ουδόλως ήταν εξοικειωμένος, καθόσον δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με τέτοιου είδους επενδύσεις, σε κάθε δε περίπτωση σαφή εικόνα μπορούν να έχουν μόνο οι γνώστες του αντικειμένου και μάλιστα εξειδικευμένοι οικονομολόγοι, δεν θα είχε προβεί στην επιλογή του αυτή. Επομένως, οι εναγόμενες μέσω των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων τους δεν προσέφεραν στον ενάγοντα, δεδομένου και του χαμηλού μορφωτικού του επιπέδου και της άγνοιας και απειρίας του στα θέματα των επενδύσεων, ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του, ούτε τους πιθανούς κινδύνους του. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι των εναγόμενων περιορίστηκαν στο να διαβεβαιώσουν τον ενάγοντα πως επρόκειτο για μια επένδυση ίσης ασφάλειας με την προθεσμιακή κατάθεση που ανταποκρινόταν στο συντηρητικό του επενδυτικό προφίλ και ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο από την πρώτη εναγόμενη και μάλιστα με υψηλή απόδοση. Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε ρητά εκφραστεί υπέρ μιας σίγουρης, άνευ οποιουδήποτε ρίσκου τοποθέτησης των χρημάτων του, η γνώση του κινδύνου αυτού θα έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην επιλογή του. Κατά μείζονα λόγο, ο ενάγων θα είχε απορρίψει την επένδυση αυτή, σε περίπτωση που είχε πληροφορηθεί ότι η διάθεση του εν λόγω ομολόγου απαγορευόταν στην Ελλάδα. Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, εκτός από ανεπαρκής, θα χαρακτηρίζονταν και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που αν ήταν γνωστές, θα είχαν οδηγήσει τον πελάτη σε διαφορετική απόφαση. Οι εναγόμενες δηλαδή οδήγησαν τον ενάγοντα στη λήψη μιας απόφασης, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσαν να καταλάβει ο τελευταίος (υψηλή απόδοση, ασφάλεια, εγγύηση) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (φύση, εκδότης τίτλων, εγγύηση, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα τον είχε αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ οι εναγόμενες δεν αποδεικνύουν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο ενάγων θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και αν δεν είχαν παραβεί την υποχρέωσή τους για παροχή των απαραίτητων συμβουλών.

Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εναγόμενες παρέλειψαν, όπως είχαν υποχρέωση, να τον ενημερώσουν σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία του υπέδειξαν να διατηρήσει, με συνέπεια ο συγκεκριμένος διάδικος να μην έχει κατανοήσει τουλάχιστον τους κινδύνους να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, βάσιμα συνδέονταν με μιας τέτοιας μορφής επιλογή εκ μέρους του. Η συμπεριφορά αυτή των εναγόμενων, η οποία εκδηλώθηκε έναντι του ενάγοντος, συνιστάμενη στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, παροχής ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του ενάγοντος - πελάτη των εναγόμενων, σχετικά με την ασφάλεια του κεφαλαίου του, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με το Ν 2396/1996, φέρνει τις εναγόμενες σε υπαίτια θέση έναντι των πελατών του, ακριβώς εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους από τη συναφθείσα σύμβαση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι σε κάθε περίπτωση αθέτησαν τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις τους, καθόσον προέβησαν στην εν λόγω επένδυση εν αγνοία του ενάγοντος, μολονότι δεν είχαν τη δυνατότητα της εν λευκώ διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του. Παράλληλα, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων, οι οποίοι εξυπηρέτησαν τον ενάγοντα, συνιστά ταυτόχρονα και παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως οι αρχές αυτού αναλύθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες (αρχές) δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, ενδεικτικά, αν δεν επιμελούνται της συμπλήρωσης σχετικού ερωτηματολογίου πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, αν δεν εφιστούν εγγράφως αλλά και προφορικά την προσοχή του επενδυτή στους κίνδυνους συγκεκριμένων επενδυτικών επίλογών του, ιδιαίτερα αν πρόκειται για ένα προϊόν πιο περίπλοκο ή πιο επικίνδυνο από αυτά που μέχρι τότε επέλεγε, αν δεν πραγματοποιούν με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων, το σύνολο δε των ανωτέρω αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν ορθά και προς το συμφέρον του επενδυτή η οικονομική του κατάσταση, οι στόχοι που επιδιώκει, η εμπειρία και οι γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. ΕΓ αριθμ. 4 περ. γ΄ της Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αρ. 2501/2002 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α΄ 277) «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσόμενων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (π.χ. συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων είτε αυτή προκύπτει από τις καταθέσεις είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα και επιπλέον από το γεγονός ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης Private Banking των εναγόμενων και ..., τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (30.3.2006), όσο και κατά τον χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου (26.7.2007), δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα κατά το άρθρο 4 του ισχύοντος τότε Ν 2836/2000 (ΦΕΚ Α΄ 168/24.7.2000), σε συνδυασμό με τη με αριθμό .../294/19.2.2004 Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β΄ 483/5.3.2004), αναφορικά με τα προσόντα για τους υπαλλήλους και τα στελέχη των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), ήτοι το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, [...].

Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, καθόσον δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ο οποίος δεν διαθέτει καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά, δεν παρουσιάζει συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αφού μέχρι να έρθει σε επαφή με τη διεύθυνση Private Banking, ο ενάγων διέθετε μόνο καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς προς διασφάλιση των οικονομιών του. Επομένως, η παραπάνω συμπεριφορά των εναγόμενων συνιστά και παράβαση του ανωτέρω νόμου περί απαγόρευσης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και συγκεκριμένα της υποχρέωσης παροχής της αναγκαίας και κατάλληλης πληροφόρησης, ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει τεκμηριωμένα την απόφασή του για την πραγματοποίηση ή όχι κάποιας συναλλαγής. Ως εκ τούτου, ο ενάγων τυγχάνει της προβλεπόμενης στο Ν 2251/1994 προστασίας ως το ασθενέστερο μέρος έναντι των παρεχουσών σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών εναγόμενων. Η αναλυτικά περιγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων, αποτελεί συγχρόνως και αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288, των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν 2251/1994 αλλά και του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), δεδομένου ότι η παραβίαση όσων προβλέπονται στον τελευταίο συνιστούν την απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, παρανομία, όπως έγινε δεκτό και στην ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού των εναγόμενων ότι δεν φέρουν ουδεμία ευθύνη εξαιτίας της απαλλαγής τους που προβλέπεται στους όρους της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την οποία συνήψαν με αντισυμβαλλόμενους τον ενάγοντα και τον αδερφό του. Ειδικότερα, οι προστηθέντες των εναγόμενων υπάλληλοι λόγω έλλειψης της ιδιαίτερης προσοχής και της επιμέλειας, που μπορούσαν και έπρεπε να επιδείξουν κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον ενάγοντα, και ενεργούντες αντίθετα προς όσα ανέμενε ο τελευταίος από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, αρχικά τοποθέτησαν εν αγνοία του τα χρήματά του στο επίδικο ομόλογο και στη συνέχεια τον προέτρεψαν να προβεί στη διακράτηση του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτόν και δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω, ενώ δεν τον πληροφόρησαν για τους κινδύνους που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιό του, την εξασφάλιση του οποίου επεδίωκε ο εναγών, γεγονός που είχε καταστήσει σαφές στους υπαλλήλους.

 

Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω υπάλληλοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά με το να μην εκτιμήσουν ορθά τα συμφέροντα του ενάγοντος πελάτη των εναγόμενων, να μην του παράσχουν διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβανε, τους οποίους αυτός δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε, αυτός να έχει στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαμορφώσει συνειδητά την απόφασή του για τη συγκεκριμένη επένδυση. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, οι εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτές υπαλλήλων (άρθρου 922 ΑΚ), δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από αυτές. Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς τους (προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων) και της ως άνω ζημίας του ενάγοντος, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε και διατηρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τον τελευταίο της ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής και να αποφασίσει ο ίδιος, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των στόχων του, αν θα επιλέξει την προτεινόμενη σε αυτόν τοποθέτηση του κεφαλαίου του και τη διακράτηση του επίδικου τίτλου (ομολόγου), αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής του όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία, καθώς τον διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιο που επένδυσε (ο ενάγων) ήταν εγγυημένο κατά ποσοστά 100% από την πρώτη εναγόμενη, ενώ υπαιτίως παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για τον κίνδυνο της ανωτέρω επένδυσης να παραμείνει το κεφάλαιό του δεσμευμένο επί πολλά έτη, χωρίς να αποδίδει τόκους, τον οποίο (κίνδυνο) αν γνώριζε ο ενάγων δεν θα διατηρούσε το εν λόγω ομόλογο. Ακολούθως των αμέσως ανωτέρω αποδειχθέντων, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι ο αντίδικός τους γνώριζε τον προαναφερόμενο κίνδυνο κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Να σημειωθεί ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπηκε ούτε από τις απροσδόκητες οικονομικές εξελίξεις και την παγκόσμια οικονομική κρίση ούτε από την αποδοχή από τον ενάγοντα της πρότασης της πρώτης εναγόμενης για την επαναγορά του ομολόγου, δεδομένου ότι και αυτή είναι απότοκος της παραπλάνησής του από τις εναγόμενες, έγινε δε προς σκοπό διάσωσης έστω μέρους του κεφαλαίου του, κατά προτροπή των υπαλλήλων τους, διαφορετικά θα βρισκόταν σε κατάσταση ομηρίας για το σύνολο του κεφαλαίου του. [...]. Συνεπώς, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες όχι μόνο δεν εκπλήρωσαν τις παραπάνω υποχρεώσεις τους αλλά εν αγνοία του ενάγοντος αγόρασαν το επίδικο ομόλογο αφού πώλησαν τα ομόλογα που κατείχε, όταν αυτός απουσίαζε σε υπεραντλαντικό ταξίδι, χωρίς να τον ενημερώσουν για τις συναλλαγές αυτές, και εν συνεχεία παραπλανώντας τον με αναληθείς και ανακριβείς πληροφορίες τον οδήγησαν στη διακράτησή του, ενώ γνώριζαν ότι επρόκειτο γα ζημιογόνα επένδυση υπερβαίνοντας τα όρια που τίθενται από το νόμο, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ενόψει των ανωτέρω, οι εναγόμενες εταιρίες δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή και παρέλειψαν να ενημερώσουν τον ενάγοντα για τους κινδύνους του επενδυτικού αυτού προϊόντος, μολονότι είχαν ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση πηγάζουσα εκ των ανωτέρω διατάξεων που προβλέπουν ότι η ενημέρωση του υποψήφιου επενδυτή πρέπει να είναι σαφής και λεπτομερής, ιδίως ως προς τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και υποχρεώσεις, ενεργώντας προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διάθεση του συγκεκριμένου προϊόντος και να επιτύχουν τους στόχους των ιδίων (των εναγόμενων), με αποτέλεσμα ο ενάγων παραπεισθείς ως προς τις ιδιότητες του επίδικου ομολόγου να αποφασίσει να το διατηρήσει. Από τα προαναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων παρασύρθηκε στη διατήρηση του ένδικου ομολόγου, λόγω της έναντι αυτού αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, συνισταμένης στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και στην αποσιώπηση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ’ αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης, που υπείχαν έναντι αυτού, προκειμένου ο ενάγων να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικά, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει αν θα την επιχειρήσει ή διατηρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. [...]

 

(Δέχεται εν μέρει την αγωγή.)