ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 706/2018

 

Πρόεδρος: Ουρανία Φλεριανού

Δικηγόροι: Χαρ. Φιλιππούσης, Κυρ. Μπάλτα

 

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 938 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν τη θέσπιση των διατάξεων του ν. 4335/2015, παρεχόταν το δικαίωμα στον ασκούντα ανακοπή κατά της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθρ. 933 επ. Κ.Πολ.Δ.) να ζητήσει με αίτησή του, εκδικαζόμενη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. Κ.Πολ.Δ.) ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμούσε η ανακοπή, την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή χωρίς αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι θα πιθανολογούταν ευδοκίμηση της ανακοπής και ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα από τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρ. 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ 87 Α), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016 (άρθρ. ένατο παρ. 3 του άρθρ. 1 ν. 4335/2015). Σκοπός του νομοθέτη για την ανωτέρω κατάργηση ήταν να οριοθετήσει το χρόνο διάρκειας της εκτελεστικής διαδικασίας η οποία, λόγω των πλείστων δυνατοτήτων του οφειλέτη για την καθυστέρηση αυτής μέσω της άσκησης ανακοπών και αιτήσεων αναστολής της, ήταν συχνά ισοδύναμη με εκείνη της διαγνωστικής δίκης (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015). Ήδη, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρ. 937 Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015), περιορίζεται ρητά η δυνατότητα για την άσκηση αίτησης αναστολής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία υφίσταται πλέον μόνο α) στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, οπότε είναι δυνατή η αναστολή της με παροχή εγγύησης ή και χωρίς αυτήν κατόπιν αίτησης του ανακόπτοντος, που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή (άρθρ. 937 παρ. 1 περ. γ Κ.Πολ.Δ.) και β) στην περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου κατά απόφασης, που εκδίδεται επί της ανακοπής, οπότε είναι δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας με παροχή εγγύησης ή και χωρίς αυτήν κατόπιν αίτησης του ασκούντος το ένδικο μέσο, που υποβάλλεται και αυτοτελώς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Δικαστηρίου του ενδίκου μέσου, εφόσον πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου και η ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος από την πρόοδο της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθρ. 937 παρ. 1 περ. β Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με την άποψη, την οποία το παρόν Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρ. 937 Κ.Πολ.Δ. ρυθμίζουν αποκλειστικά τη δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, χωρίς να επιδέχονται διαφορετική ερμηνεία και χωρίς να παρέχεται κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας άλλη δυνατότητα αναστολής (βλ. μεταξύ άλλων ΜΠρΑθ 5801/2017 και ΜΠΛαμ 223/2016 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠΘεσ 7431/2016 και ΜΠΠειρ 229/2016 αδημ., Ευ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη σε Αρμ 2016.5 επ., Σ. Μούζουρα σε ΕλλΔνη 2016. 987 επ., Α. Πλεύρη σε ΕλλΔνη 2016.158). Η άποψη, με την οποία υποστηρίζεται ότι είναι δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας βάσει των διατάξεων των άρθρ. 731 και 732 Κ.Πολ.Δ. περί προσωρινής ρύθμισης κατάστασης (ΑΠ 11/2017 και 142/2016 σε συμβούλιο), έστω και υπό τη μορφή της απαγόρευσης της ενέργειας συγκεκριμένης πράξης, δεν ευσταθεί, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν δύνανται να αντικαταστήσουν τις αποκλειστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 937 Κ.Πολ.Δ. (βλ. Κράνη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚ.Πολ.Δ. I 2000, άρθρ. 731- 732 αριθ. 5, ΜΠρΑθ 3977/2002 ΝοΒ 2002. 2035, ΜΠΘεσ 3335/1989 ΤΝΠ-Νόμος), οι οποίες κατισχύουν ως ειδικότερες. Αντίθετη ερμηνεία θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα του νόμου (βλ. σχόλιο Κωνσταντίνου Καλαβρού, ΕλλΔνη 2017. 415), θα ήταν αντίθετη στο σκοπό του νομοθέτη και θα καθιστούσε τις προβλέψεις του άρθρ. 937 Κ.Πολ.Δ. άνευ αντικειμένου, αφού, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας μέσω της προσφυγής του αιτούντος αυτήν στις διατάξεις των άρθρ. 731 και 732 Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, η αναστολή δεν είναι ασφαλιστικό μέτρο, αλλά ρυθμιστικό μέτρο της εκκρεμούσας διαδικασίας (βλ. Εφ.Θεσ. 64/1991 ΕλλΔνη 34.1362 και Εφ.Θεσ. 2333/1989 Αρμ 1989.900), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται ως προς αυτήν το σύνολο των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. περί ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρ. 731 και 732 Κ.Πολ.Δ.