ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 696/2018

 

Δικαστής : Κωνσταντίνος Αλεξίου, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι : Σοφία Καζάκου, πρόσθ. παρέμβ.: Γεωργία Φιλιπποπούλου - Θεοφάνης Αρχιμανδρίτης

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ. με αριθμό 6/28.2.2012 «Ρύθμιση θε­μάτων για την εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 1 ν. 4046/2012»:

«1. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη. 2. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας που βρί­σκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 24η.2.2012 ή και περισσότερο λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές συμβάσεις ερ­γασίας που την 14η.2.2012 βρίσκονται σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με την συμπλήρωση τρι­ών ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 ν. 1876/1990. 4. Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφό­σον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα συλλογική σύμβαση εργασίας, εξακολου­θούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους αποκλειστικά εκείνοι που αφορούν τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο, τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπου­δών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις συλ­λογικές συμβάσεις εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται εξα­κολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικα­τασταθούν από εκείνους της νέας συλλο­γικής σύμβασης εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 ν. 1876/1990 παύουν να ισχύ­ουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις διαιτητικές αποφάσεις».

Στόχος των προαναφερόμενων ρυθμί­σεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και μη μισθολογι­κών όρων της σ.σ.ε. στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγω­νιστικότητα των επιχειρήσεων και να μει­ωθεί η ανεργία. Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η κατά νόμον λήξη την 14η.2.2013 των σ.σ.ε. που βρίσκονται σε ισχύ ήδη 24 μήνες μέχρι την 1412.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της κα­ταγγελίας μιας σ.σ.ε.

Σύμφωνα με το ισχύον μέχρι το έτος 2012 δίκαιο, οι κανονιστικοί όροι μίας σ.σ.ε. που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθού­σαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρο 9 παρ. 4 ν. 1876/1990). Με την πάροδο του εξαμήνου άρχιζε μία δεύτερη περίο­δος πλασματικής επιβίωσης των όρων της σ.σ.ε., η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σ.σ.ε. απέβαλλαν την αναγκαστική ισχύ τους, εξακολουθούσαν όμως να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρις ότου αυτή τροποποιηθεί. Επομένως κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργο­δότης δεν ήταν δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σ.σ.ε. που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορούσε να γίνει μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου.

Με τη νέα διάταξη της προαναφερό­μενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σ.σ.ε. που έληξε ή κα­ταγγέλθηκε περιορίζεται από έξι σε τρεις μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σ.σ.ε. κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε μετά τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε και ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνο τον βασικό μισθό και τέσσερα επιδόματα, ωρίμανσης, τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σ.σ.ε. Αντι­θέτως ο εργοδότης δεν οφείλει να συνε­χίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σ.σ.ε., όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς, επιμίσθια, πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, κ.ο.κ.

Επομένως με τη νέα ρύθμιση τροποποι­ούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σ.σ.ε. εντοπίζεται στον βασικό μι­σθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφε­ρόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σ.σ.ε. Οι λοιπές αυτές μισθολογικές παροχές της σ.σ.ε. δεν μετενεργούν, παύουν συνεπώς να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση ερ­γασίας, με συνέπεια να έχει ο εργοδότης την ευχέρεια να τις περικόψει μονομερώς. Πρόκειται για εκ του νόμου εξάλειψη όρου σ.σ.ε., συνεπώς δεν στοιχειοθετείται περίπτωση παράνομης βλαπτικής μεταβολής.

Η ρύθμιση περί μετενέργειας είναι αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου. Στη φάση της μετενέργειας η σ.σ.ε. δεν ανήκει στην εξου­σία διαθέσεως των συλλογικώς συμβαλ­λομένων. Αν θέλουν οι κοινωνικοί εταίροι να διατηρήσουν ή γενικά να ρυθμίσουν εκ νέου τους όρους που εξαλείφονται, πρέπει να ανανεώσουν την κανονιστική δέσμευση με σύναψη νέας σ.σ.ε. Τούτο όμως πρέπει να το ορίσουν ρητά και εγγράφως οι κοινωνικοί εταίροι.

Ωστόσο, οι ρυθμίσεις περί περιορισμέ­νης μετενέργειας αφορούν σε όρους σ.σ.ε. Ατομικοί συμβατικοί όροι δεν καταργού­νται δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 Π.Υ.Σ. 6/2012, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν. Στη σχέση των όρων της ατομικής σύμβα­σης με τη σ.σ.ε. ισχύει η αρχή της εύνοιας (άρθρο 7 παρ. 2 ν. 1876/1990), η οποία επιτρέπει στις ευνοϊκότερες ατομικές ρυθ­μίσεις να κατισχύουν των δυσμενέστερων κανονιστικών, ανεξάρτητα από το αν είναι προγενέστερες ή μεταγενέστερες. Αποκτά συνεπώς ιδιαίτερη σημασία ο χαρακτηρι­σμός ενός όρου ως ατομικού ή συλλογικού. Θεωρητικά το κριτήριο της διάκρισης είναι σαφές: συλλογικοί όροι είναι εκείνοι που προβλέπονται ρητά σε σ.σ.ε. και εδράζο­νται στην κανονιστική βούληση των κοι­νωνικών εταίρων. Οι ατομικοί όροι, αντι­θέτως, έχουν ως αιτία προέλευσης τη συμ­βατική βούληση των μερών της εργασιακής σχέσης.

Ως ατομικός όρος θα πρέπει να θεω­ρηθεί και αυτός που έχει ως πηγή προέ­λευσης εγκύκλιο του εργοδότη. Εγκύκλιος ή γενική ανακοίνωση ή εντολή είναι η μο­νομερής ρύθμιση των όρων εργασίας από τον εργοδότη η οποία πραγματοποιείται με την υπόσχεση μίας γενικής και αφηρη­μένης ρύθμισης. Η υπόσχεση απευθύνεται στο σύνολο του προσωπικού της εκμετάλλευσης ή σε κατηγορίες προσωπικού, περιέχει κατά κανόνα βελτίωση των ισχυ­όντων όρων εργασίας και γνωστοποιείται στο προσωπικό με τη διανομή εντύπων, ανάρτηση ανακοίνωσης κ.ο.κ. Η εγκύκλιος μετά τη γνωστοποίησή της δεσμεύει τον εργοδότη. Ως προς τη νομική φύση και τη θεμελίωση του δεσμευτικού χαρακτήρα της εγκυκλίου επικρατούσα είναι η συμβατική θεωρία, η οποία εξηγεί τη δεσμευτικότητα της εγκυκλίου με τη σύναψη σύμβασης. Η εγκύκλιος αποτελεί πρόταση του εργοδότη προς σύναψη σύμβασης, την οποία οι ερ­γαζόμενοι αποδέχονται σιωπηρά.

Οι ενάγοντες όλοι πρώην εργαζόμενοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Μ.», η οποία συγχω­νεύθηκε διά απορροφήσεως από την νυν εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εκθέτουν με την υπό κρίση αγωγή τους ότι προσλήφθηκαν από την δικαιοπάροχο της νυν εναγόμενης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά το έτος με την ειδικότητα και τα υπηρεσιακά καθή­κοντα που ειδικά αναφέρονται στην αγω­γή για έκαστο αυτών. Ότι τον Ιούλιο του έτους 2013 η εναγόμενη προέβη σε μονομε­ρή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους που συνίσταται αφενός στην αυθαίρε­τη μείωση των αποδοχών τους αφετέρου στην αυθαίρετη μεταβολή του χαρακτηρι­σμού των αναφερόμενων στην αγωγή τους μισθολογικών παροχών, που αποτελούν μέρος των τακτικών τους αποδοχών, σε «οικειοθελείς παροχές ελευθέρως ανακλη­τές», ώστε η συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών να εξαρτάται απολύτως από τη βούληση της εναγόμενης. Ότι οι ίδιοι από την αρχή των ενεργειών της ενα­γόμενης αρνήθηκαν να αποδεχθούν την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και διαμαρτυρήθηκαν κατ’ επανάληψη στην εναγόμενη. Ότι ακό­μη και στην περίπτωση που θεωρηθούν οι αναφερόμενες στην αγωγή τους μισθολογι­κές παροχές ως οικειοθελείς παροχές ελεύ­θερα ανακλητές ως αποτέλεσμα ενάσκησης δικαιώματος της εναγόμενης εργοδότριας η ενάσκησή του πάσχει καταχρηστικότητα, καθόσον διαψεύδει τη δικαιολογημένη πεποίθηση που είχαν επί έτη οι ενάγοντες ότι δεν υπάρχουν μισθολογικές παροχές που μπορούν να περικοπούν μονομερώς και κατά ελεύθερη βούληση της εναγόμενης εργοδότριας.

Κατόπιν αυτών ζητούν, αφού αναγνω­ρισθεί ότι η μείωση των αποδοχών τους ως προς τα ποσά που ειδικά και λεπτομε­ρώς αναφέρονται στην αγωγή για κάθε ενάγοντα, κατά παράβαση των αναφερό­μενων στην αγωγή τους συμβατικών και κανονιστικών όρων εργασίας, καθώς και η μετατροπή μισθολογικών παροχών, που ειδικά αναφέρονται στην αγωγή τους για κάθε ενάγοντα και αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών τους σε οικειοθελείς παροχές ελευθέρως ανακλητές, συνιστούν απαγορευμένη μονομερή βλαπτική μετα­βολή των όρων εργασίας τους ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη εργοδότρια να τους καταβάλει τα λεπτομερώς αναφερό­μενα για τον καθένα τους ποσά με το νό­μιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής τους άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους μέχρι την πλήρη εξόφλη­ση, καθώς και να επιβληθούν τα δικαστικά τους έξοδα σε βάρος της εναγόμενης.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αί­τημα η αγωγή αρμόδια καθ ύλη και κατά τόπο εισάγεται για να δικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφο­ρών (614, 615, 621 Κ.Πολ.Δ.) και είναι πλή­ρως ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, και σε εκείνες των άρθρων 7 ν. 2112/1920, 341, 345, 346, 648 επ. Α.Κ, 70, 74, 219, 907, 908, 176, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δε­δομένου ότι για τα υπερβαίνοντα το ποσό των 20.000 ευρώ ποσά έχει καταβληθεί το ανάλογο για το αντικείμενο της διαφοράς τους τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νό­μιμες αυτού προσαυξήσεις υπέρ Τ.Ν. και Τ.Α.Χ.Δι.Κ.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρ­θρου 281 Α.Κ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιού­χου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντί­θεση προς την ευθύτητα και την εντιμότη­τα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλα­κτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικο­νομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 33/2005 ΝοΒ 53, 1361). Για την εφαρμογή της διά­ταξης αυτής, δεν αρκεί μόνο η μακροχρό­νια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά απαιτείται να συν­τρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφο­ρά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαι­ούχου να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου, που τείνει ως ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατη­ρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αρ­χές διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (Α.Π. 259/2011 ΝΟΜΟΣ).

Η εναγόμενη με συνοπτική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου και αναπτύχθηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή ισχυριζόμενη (επιγραμματικά αναφερόμενα ως ακολούθως) ότι οι εν λόγω επίδικες παροχές έληξαν με την έκδο­ση και τη θέση σε ισχύ της προαναφερόμε­νης Π.Υ.Σ. 2012, ότι αποκλειστική πηγή των παροχών ήταν η επιχειρησιακή σ.σ.ε. από 18.12.1992, οπότε οι παροχές έχουν κανο­νιστική και όχι ατομική ισχύ και συνεπώς έχουν καταργηθεί δίχως να τίθεται θέμα είτε ιεράρχησης είτε ρήτρας ευνοϊκότητας ότι σε κάθε περίπτωση οι εγκύκλιοι με την οποία εισάγονταν οι συγκεκριμένες μισθο­λογικές παροχές περιείχαν κανονιστικούς όρους και όχι ατομικούς ότι σε περίπτωση που θεωρηθούν ως ατομικής ισχύος η σύγ­κριση των όρων κατόπιν επίκλησης της ρήτρας ευνοϊκότητας θα πρέπει να γίνει σε βάση του συνόλου των συγκρινόμενων πηγών προέλευσης και όχι με επιλεκτικό δανεισμό εκατέρωθεν διατάξεων, και ότι σε κάθε περίπτωση στις 14.5.2013 έλη­ξε και η περίοδος τρίμηνης μετενέργειας της επιχειρησιακής σ.σ.ε. 1992, οπότε και αυτή απέβαλε την ισχύ της και ορθώς κατ εφαρμογή της Π.Υ.Σ. 6/2012 εισήχθησαν οι ένδικες αξιώσεις με τη μορφή της ελεύ­θερα ανακλητής παροχής, για την οποία τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της παρα­γράφου 1 της διάταξης του άρθρου 8 της σ.σ.ε. 2013 και όχι αυτή της παραγράφου 2, εφόσον πρόκειται για καταργηθέντες κανονιστικούς όρους.

Επιπλέον, επικουρικά ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή ασκείται κατά κατάχρηση του σχετι­κού δικαιώματος των εναγόντων, οι οποίοι τυγχάνουν ολίγοι σε αριθμό συγκρινόμενοι με το λοιπό προσωπικό της εναγόμενης που συνεχίζει να εργάζεται αδιαμαρτύρη­τα και που αίφνης και δίχως προγενέστερη όχληση άσκησε μετά πέντε έτη από τις πε­ρικοπές την υπό κρίση αγωγή, η οποία σε περίπτωση ευδοκίμησής της θα προκαλέσει ντόμινο ασκήσεως παρόμοιων αγωγών σε βάρος της με δυσμενή για αυτήν οικονομι­κά αποτελέσματα.

Ο ως άνω ισχυρισμός παραδεκτά μεν προτείνεται (262 Κ.Πολ.Δ.) και μολονότι επιχειρείται κατά την ιστορική της βάση να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστι­κής άσκησης του δικαιώματος ωστόσο σε πλήρη αρμονία με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης θα πρέπει να απορρι­φθεί ως μη νόμιμη, διότι η διεκδίκηση των νομίμων αξιώσεων των εναγόντων λόγω επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής με­ταβολής των (μισθολογικών) συνθηκών εργασίας τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά καταχρηστική ενάσκηση του σχετικού ουσιαστικού δικαιώματος τους, ακόμη και δίχως την επικαλούμενη από την εναγόμενη προηγούμενη όχληση της εργοδότριας που δεν δικαιολογείται να επαναπαυθεί ή νομίμως να συνάγει το συ­μπέρασμα ότι οι ενάγοντες εργαζόμενοι δεν θα διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους, έστω και εάν συνεχίζουν να εργάζονται και να λαμβάνουν τις μειωμένες αποδοχές τους, περιστατικό από το οποίο δεν μπο­ρεί να συναχθεί είτε παραίτηση από την ενδεχόμενη δικαστική επιδίωξη των νομί­μων, σε πρώτο επίπεδο, αξιώσεών τους, είτε διάψευση της (όχι δικαιολογημένης εν προκειμένω) εμπιστοσύνης της εναγόμενης εργοδότριας, η δε επίκληση του ενδεχόμε­νου άσκησης μεταγενέστερων αγωγών σε βάρος της δεν αρκεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. τον σχετικό ισχυρισμό, καθόσον δεν αντέχει στην κοι­νή λογική η αποστέρηση των εναγόντων από τα νόμιμα δικαιώματά τους για την υπό αίρεση περίπτωση της προβολής και δικαστικής επιδίωξης αντίστοιχων δικαι­ωμάτων από έτερους εργαζόμενους της εναγόμενης.

[Α]ποδεικνύονται:

Η πρώην Τράπεζα Μ. (αρχική εργοδό­τρια) συγχωνεύτηκε με την «Τράπεζα Π. Α.Ε.» με απορρόφηση στις 16.6.2000. Η Τρά­πεζα Π. απορρόφησε την Τράπεζα Μ. και από το χρόνο της απορρόφησης υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυ­τής της Τράπεζας σύμφωνα και με τις δια­τάξεις του τότε ισχύοντος π.δ. 572/1988, καθεστώς που δεν μετέβαλε το διάδοχο του προηγουμένου π.δ. 178/2002. Έτσι, η τραπεζική επιχείρηση της «Τράπεζας Μ. Α.Ε.» ενσωματώθηκε και συνεχίζεται στο πλαίσιο της ενιαίας τραπεζικής επιχείρησης που λειτουργεί η «Τράπεζα Π. Α.Ε.». Σε ό,τι αφορά την τύχη των νομικών προσώπων, από το χρονικό σημείο της απορρόφησης η απορροφηθείσα εταιρία έπαυσε να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και ενσω­ματώθηκε στην απορροφήσασα εταιρία («Τράπεζα Π. Α.Ε.»), Επομένως η τελευταία αποτελεί τη συνέχεια των εταιριών που εν­σωμάτωσε με απορρόφηση σε μια σχέση οιονεί καθολικής διαδοχής (κατά κυριο­λεξία συγχώνευση ανωνύμων εταιριών με απορρόφηση - άρθρα 68 παρ. 1 και 2, 69 επ. κωδ. ν. 2190/1920). Η απορροφήσασα εναγόμενη εταιρία αποτελεί συνεπώς διά­δοχο της αρχικής εργοδότριας εταιρίας των εναγόντων με την έννοια του άρθρου 2 π.δ. 572/1988, αφού σε αυτήν περιήλθε-μεταβιβάστηκε η επιχείρηση της απορροφηθείσας εταιρίας.

Επομένως, με βάση τις ρυθμίσεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του τότε ισχύοντος π.δ. 572/1988 «1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής τον διάδοχο. Ο μετα­βιβάζων, παράλληλα προς τον διάδοχο πα­ραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προ­έκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβα­ση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας», υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση υπεισέλευση της εναγόμενης εταιρίας εκ του νόμου στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσε­ων της απορροφηθείσας από τις εργασια­κές σχέσεις του προσωπικού της, ατομικές και συλλογικές, ανεξάρτητα από το αν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις πηγάζουν από συλλογική σύμβαση εργασίας (σ.σ.ε.), διαιτητική απόφαση (δ.α.), κανονισμό εργασίας κάθε είδους, είτε έχει θεσπιστεί με νόμο, με σ.σ.ε. ή δ.α., με βάση το ν.δ. 3789/1957 ή συναπόφαση του συμβουλίου εργαζομένων και του εργοδότη (άρθρο 12 παρ. 4 ν. 1767/1988), επιχειρησιακές συνή­θειες, ατομική σύμβαση εργασίας.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις σ.σ.ε., τις δ.α., τους κανονισμούς εργασίας, τις επιχει­ρησιακές συνήθειες και τις ατομικές συμβά­σεις εργασίας, το διάδοχο φυσικό ή νομι­κό πρόσωπο δεσμεύεται ακριβώς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις με τις οποί­ες δεσμευόταν και ο παλαιός εργοδότης, τόσο σε σχέση με τη διάρκεια ισχύος όσο και σε σχέση με την έκταση της δέσμευσης, τυχόν δικαιώματα καταγγελίας κλπ.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις πράξεις μονομερούς βλαπτικής μεταβολής πρέπει να ειπωθούν τα εξής:

Το επίδομα ευθύνης των: τρίτου, έκτου, όγδοου, ένατου, δέκατου, ενδέκατου, δέ­κατου τρίτου, δέκατου έκτου και εικοστού πρώτου των εναγόντων χορηγείται εδώ και πάνω από 30 έτη και υπολογίζεται αναλόγως της θέσης ευθύνης αλλά και της κατηγορίας του καταστήματος στο οποίο υπηρετεί ο εργαζόμενος. Το επίδομα αυτό χορηγήθηκε για πρώτη φορά λίγο μετά την ίδρυση της Τράπεζας Μ. (η οποία συγχω­νεύθηκε με την Τράπεζα Π. στις 16.6.2000) με την εγκύκλιο σειράς ... και με ημερομηνία υλοποίησης την 1.7.1981. Το επίδομα αυτό έχει επομένως συμβατική νομική φύση, όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, αποτελούσα σύμβα­ση της Τράπεζας με το προσωπικό της.

Για τη σύναψη της σύμβασης αυτής η εγκύκλιος αποτελεί την πρόταση της Τρά­πεζας, την οποία όλο το προσωπικό της, συμπεριλαμβανομένων και των εναγό­ντων, αποδέχθηκε σιωπηρά, με την είσ­πραξη της σχετικής παροχής. Έκτοτε το επίδομα αυτό αναπροσαρμόστηκε πολλές φορές λόγω της υποχρέωσης της Τράπεζας Μ. για εξομοίωση με τις παροχές της Εθνι­κής Τράπεζας της Ελλάδος και ποσοστοποιήθηκε στο 16° μισθολογικό κλιμάκιο του Ενιαίου Μισθολογίου της Ο.Τ.Ο.Ε. (με valeur την 1.9.1984), ώστε να παρακολουθεί άνευ ετέρας διαδικασίας τις ετήσιες αυξήσεις αυ­τού (συν. ...). Ενδεικτικές για αυτήν τη διαδικασία, καθώς η ποσοστοποίηση των επιδομάτων αυτών έγινε υποχρεωτική και από την συλλογική σύμβαση Ο.Τ.Ο.Ε.-Τραπεζών του 1989, είναι η Εγκύκλιος σειράς ... αλλά και η σειράς Β... Μεσολά­βησε βέβαια και η επιχειρησιακή σ.σ.ε. του 1992, μέσω της οποίας η Διοίκηση της Τρά­πεζας δεσμεύτηκε για την εσαεί διατήρηση του επιδόματος αυτού, επενδύοντας και με κανονιστική ισχύ τη συμβατικού χαρακτή­ρα παροχή. Τελευταία δε αναπροσαρμογή του επιδόματος και επαναποσοστοποίησή του έγινε με την Εγκύκλιο Διοίκησης αριθ. 250 και 251 της 28.1.1998 και με valeur την 1.11.1997. Έκτοτε ακολουθεί τις αυξήσεις που χορηγούνται μέσω της κλαδικής σ.σ.ε. Ο.Τ.Ο.Ε.-Τραπεζών λόγω της προαναφερ­θείσας ποσοστοποίησης στο 16° κλιμάκιο του Ενιαίου Μισθολογίου. Όπως αναφέρ­θηκε ήδη, το επίδομα αυτό χορηγούνταν ανελλιπώς μέχρι και τον Ιούνιο του 2013.

Σε ό,τι αφορά τη φύση της πηγής ρύθ­μισης της καταβολής του επιδόματος είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχει συμβατική ισχύ ως αναπόσπαστο τμήμα των ατομικών συλλογικών συμβάσεων των εργαζομένων- εναγόντων, στο μέτρο που το επίδομα ευ­θύνης δόθηκε για πρώτη φορά με την από 5.11.1981 Εγκύκλιο της πρώην Τράπεζας Μ. Σειρά Α αρ. 9, χορηγήθηκε επομένως πριν καν συναφθεί η ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας με την οποία θεσπίστηκε ο Ορ­γανισμός της Τράπεζας Μ. (= κανονισμός εργασίας: έναρξη ισχύος 1.6.1982).

Η παραπάνω Εγκύκλιος της πρώην Τράπεζας Μ. είναι το μέσο που επέλεξε η Τράπεζα για να χορηγήσει το εν λόγω επί­δομα. Ακολούθησε η θέσπιση του Οργανι­σμού, με το άρθρο 5 του οποίου η Τράπεζα δεσμεύθηκε να εξομοιώσει το μισθολόγιο των υπαλλήλων της με αυτό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε.). Το άρθρο 5 του Οργανισμού δεν θέσπισε για πρώτη φορά το επίδομα ευθύνης, αλλά μόνο την υποχρέωση της Τράπεζας για εξομοίωση του μισθολογίου των εργαζομένων της με αυτούς της Ε.Τ.Ε., οπότε και δεν αποτελεί πηγή προέλευσης του εν λόγω επιδόματος. Οι επιμέρους πράξεις συμμόρφωσης της Τράπεζας με τη δέσμευση αυτή έχουν τη νομική φύση του μέσου που χρησιμοποί­ησε σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα για τη συμμόρφωσή της. Έτσι, η αρχική εγκύκλιος για τη χορήγηση του επιδόματος ευθύνης αποτελεί, όπως αναφέρθηκε ήδη, την πρό­ταση της Τράπεζας προς το προσωπικό για τη θέσπιση γενικού όρου εργασίας ισοδυ­ναμεί δηλαδή με πρόταση της Τράπεζας προς το προσωπικό της για τη χορήγηση του επιδόματος την οποία αποδέχθηκαν, τουλάχιστον σιωπηρά αλλά και εμπράκτως με τη λήψη του, οι εργαζόμενοι-ενάγοντες με την είσπραξη της παροχής.

Ωστόσο η ως άνω συμβατική νομική φύση της παροχής δεν άλλαξε μεν, αλλά ενισχύθηκε με τη ρητή αναφορά που έκανε σε αυτήν η επιχειρησιακή σ.σ.ε. του 1992, με την οποία καταργήθηκε η δέσμευση για εξομοίωση του μισθολογίου των εναγό­ντων με το μισθολόγιο της Ε.Τ.Ε., περιλήφθηκε όμως ρητά στο σχετικό παράρτημα το σχετικό επίδομα ως δραχμικό κατ αποκοπήν οριζόμενο επίδομα.

Τούτη η επιχειρησιακή σύμβαση του 1992, που συνήφθη νόμιμα από τη συν­δικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στην Τράπεζα Μ. και την αρχική εργο­δότρια των εναγόντων και αφορούσε σε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης, αποτέλεσε όχι απλά μία διαπιστωτικού χα­ρακτήρα πράξη, όπως αβάσιμα διατείνο­νται οι ενάγοντες, αλλά μία πρόσθετη πηγή της συγκεκριμένης μισθολογικής παροχής η οποία έτσι και απέκτησε διπλή νομική ισχύ, επιτρεπτά και δίχως να καταργηθεί όπως ορίζεται ρητά στο άρθρο 3 της ως άνω επιχειρησιακής σ.σ.ε. και στο προσαρ­τώμενο σε αυτήν ονομαστικό παράρτημα (συρροή ρυθμίσεων που ανήκουν σε δια­φορετικές ιεραρχικές βαθμίδες της έννομης τάξης, για τις οποίες κάθε μία απαιτεί τη δική της ιδιαίτερη κατάργηση).

Το εν λόγω επίδομα, κατά την άποψη που υιοθετεί το παρόν δικαστήριο, αφενός δεν μπορεί να καταργηθεί ως αποτελούν ατομικό όρο της σύμβασης εργασίας των εναγόντων (συμβατική ισχύ - pacta sunt servanda), σε πλήρη αρμονία με όσα ανα­φέρθηκαν σχετικά στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης ωστόσο εξακολουθεί να ισχύει και ως κανονιστικός όρος της επιχειρησιακής σ.σ.ε., καθόσον κατά την σ.σ.ε. 2013-2015 που συνήφθη νόμιμα στις 14.5.2013 κατά την τρίμηνη πλέον περίοδο της μετενέργειας μετά την έκδοση της Π.Υ.Σ. 6/2012, με την οποία έληξε αναγκαστικά η ισχύς της αορίστου χρόνου επιχειρησιακής σ.σ.ε. 1992 στις 14.2.2013, ορίσθηκε ρητά με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 ότι όλες οι προηγούμενες σ.σ.ε., με οποιονδήποτε τρόπο και εάν θεσπίσθηκαν, ακόμη και εάν τυχόν έληξαν, επαναφέρονται σε ισχύ και εφόσον δεν τροποποιούνται ρητά με τις διατάξεις της παρούσας (σημ.: σ.σ.ε. 2013) αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο και εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα με αυτές. Τούτο ακριβώς σημαίνει ότι η ήδη αναγκαστικά λήξασα στις 14.2.2013 επιχει­ρησιακή σ.σ.ε. με την σ.σ.ε. 2013, η οποία επαναλήφθηκε ως προς το περιεχόμενο του σχετικού όρου και με τη σ.σ.ε. 2016 και ισχύει, επανέφερε νομίμως κατά την περίοδο της μετενέργειας την ισχύ των όρων της προηγούμενης επιχειρησιακής σ.σ.ε. 1992, στο μέτρο που δεν υπάρχει ρητή τροποποιητική αναφορά των όρων αυτής, και ισχύουν παράλληλα οι όροι της με της σ.σ.ε. 2013, στο μέτρο που, όπως αμέσως ανωτέρω προαναφέρθηκε, δεν τροποποιούνται ρητά, χωρίς να χρειάζε­ται να ανατρέξει κάποιος στη ρύθμιση της ρήτρας ευνοϊκότητας του δεύτερου εδα­φίου της διάταξης του άρθρου 8, που σε κάθε περίπτωση θα εφαρμοζόταν κατόπιν συνολικής επισκόπησης των μισθολογικών όρων των δύο πηγών ως σαφώς ευνοϊκό­τερη, καθόσον η από 14.5.2013 σ.σ.ε. εναρ­μονίσθηκε ως προς το ύψος των βασικών μισθών με τις επιταγές μείωσής τους λόγω της δημοσιονομικής κρίσης.

Επιπρόσθετα, αναφορικά με τις παρο­χές δυνάμει της επιχειρησιακής σ.σ.ε. του 2006 του τρίτου, πέμπτου, έκτου, δέκατου, ενδέκατου, δωδέκατου, δέκατου πέμπτου, δέκατου έκτου, δέκατου όγδοου και εικοστού πρώτου των εναγόντων, προκύπτει ότι με την ε.σ.σ.ε. του 2006 μεταξύ Τράπε­ζας Π. και Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Π. είχε δοθεί αύξηση επί του συνόλου του μισθού, καθώς η κλαδική σ.σ.ε. καθυστερούσε να συναφθεί, ύψους 5% με ρήτρα μελλοντικού συμψηφισμού με τις όποιες αυξήσεις προέκυπταν από την κλαδική σ.σ.ε. Μετά την υπογραφή της κλαδικής συλλογικής σύμβασης απέμεινε στον κάθε εργαζόμενο κάποιο υπόλοιπο μερικών ευρώ, το οποίο και τον ακολουθούσε μέ­χρι σήμερα σε ειδική θέση στην μισθοδοσία και με τον τίτλο επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006. Η παροχή αυτή προέρχεται επομένως από τη διαφορά της (ευνοϊκότε­ρης) επιχειρησιακής σ.σ.ε. έναντι της κλαδι­κής σ.σ.ε. της Ο.Τ.Ο.Ε. του 2006 (κατ εφαρ­μογή της ρήτρας ευνοϊκότητας). Η σχετική παροχή επομένως αποτελεί μισθολογική αύξηση που προσαυξάνει τις αποδοχές των εναγόντων είτε με την ενσωμάτωσή της στους βασικούς τους μισθούς (= στο οικείο για κάθε υπάλληλο μισθολογικό κλι­μάκιο), όπως έπρεπε κανονικά να έχει γί­νει, είτε ως αυτοτελής μισθολογική παροχή που συνδέεται με τον βασικό μισθό (= το οικείο για τον κάθε υπάλληλο μισθολογικό κλιμάκιο). Για αυτό και η παροχή αυτή δεν αποτελεί επίδομα και άρα δεν υπάγεται σε καταργητικές ή τροποποιητικές ρυθμίσεις, όπως είναι αυτές του άρθρου 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/2012. Αντίθετα, υπάγεται στη ρητή ρύθμιση για διατήρηση μισθολογικών όρων εργασίας με το άρθρο 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/2013, αφού πρόκειται, ουσιαστι­κά, για τον βασικό μισθό, ο οποίος στην εναγόμενη αποτελείται από το μισθολογι­κό κλιμάκιο, στο οποίο υπάγονται οι ερ­γαζόμενοι, όπως oι μισθοί των κλιμακίων αυξάνονται με τις επιπλέον αυξήσεις των επιχειρησιακών σ.σ.ε.

Κατ ακολουθίαν, τόσο ο μονομερής συμψηφισμός που επιβάλλει η εναγόμενη όσο και ο χαρακτηρισμός των σχετικών ποσών ως «οικειοθελών παροχών ελεύθε­ρα ανακλητών» είναι εντελώς αυθαίρετος και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των ως άνω εργαζομέ­νων. Ακόμη, η παροχή «Συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη» που περιέκοψε η εναγόμενη Τράπεζα ενσωματώνει δια­φορές που προέκυψαν από αυξήσεις που δόθηκαν: α) το 2000 ύψους 10% (δυνάμει της από 10.1.2000 γραπτής συμφωνίας της Ο.Τ.Ο.Ε. με την Τράπεζα Π. με ενέργεια υπέρ τρίτων, δηλαδή του προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας - συμβατική ισχύς), χωρίς ρήτρα συμψηφισμού με τις αυξήσεις της κλαδικής σ.σ.ε. της Ο.Τ.Ο.Ε. του 1999- 2000, που συμφωνήθηκε στις 28 Μαΐου 1999, β) με τις επιχειρησιακές σ.σ.ε. των ετών 2001, 2002, 2003 με ρήτρα συμψηφι­σμού με τις αυξήσεις των κλαδικών σ.σ.ε. της Ο.Τ.Ο.Ε. των ετών 2001 και 2002-2003.

Τις διαφορές αυτές που προέκυψαν μετά τον συμψηφισμό των αυξήσεων δυνάμει των επιχειρησιακών και των κλαδι­κών σ.σ.ε., αυθαιρέτως η εναγόμενη ήδη από τον Ιανουάριο του 2011 άρχισε να τις συμψηφίζει και με τις «ωριμάνσεις» που προέκυπταν για κάθε εργαζόμενο λόγω του Ενιαίου Μισθολογίου, για το οποίο δια­μαρτυρήθηκαν αρμοδίως οι ενάγοντες, όπως και όλοι οι εργαζόμενοι στην εναγό­μενη, και ενδεικτικά, μετά από προσωπική διαμαρτυρία του Προέδρου του «Ενωτι­κού Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Π.», η εναγόμενη επέστρεψε το ποσό που του είχε παρακρατήσει ύψους 9,25 ευρώ, η πα­ροχή αυτή έχει δε πλέον καταργηθεί από την εναγόμενη Τράπεζα. Πρόκειται ωστόσο για παροχές από τις οποίες η πρώτη (για αύξηση 10% από 1.1.2000) έχει, όπως αναφέρθηκε ήδη σχετικά ανωτέρω, συμβατική νομική φύση (πηγή η από 10.1.2000 γραπτή συμφωνία της Ο.Τ.Ο.Ε. με την Τράπεζα Π. με ενέργεια υπέρ τρίτων, δηλαδή του προ­σωπικού της Τράπεζας, συμφωνία η οποία υλοποιείται κανονικά έκτοτε), αποτελούσα αναπόσπαστο τμήμα των ατομικών συμ­βάσεων εργασίας των εναγόντων.

Ως εκ τούτου οι σχετικές παροχές επο­μένως αποτελούν μισθολογικές αυξήσεις που προσαυξάνουν τις αποδοχές των εναγόντων (= ενσωματώνονται στους βασικούς τους μισθούς, δηλαδή στα μι­σθολογικά κλιμάκια του μισθολογίου των τραπεζοϋπαλλήλων) και δεν αποτελούν επιδόματα, γι αυτό και δεν υπάγονται καν σε καταργητικές ή τροποποιητικές ρυθμί­σεις όπως είναι αυτές του άρθρου 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/2012. Αντίθετα υπάγονται στη ρητή διατήρησή τους με το άρθρο 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/2013, αφού πρόκειται για τον βασικό μισθό, ο οποίος στην εναγόμενη αποτελείται από το μισθολογικό κλιμάκιο, στο οποίο υπάγονται οι εργαζόμενοι, όπως οι μισθοί των κλιμακίων αυξάνονται με τις επιπλέον των κλαδικών σ.σ.ε. αυξήσεις των επιχειρησιακών σ.σ.ε.

[Σσ.: Ακολουθούν οι όμοιες σκέψεις του δικαστηρίου για τα επιδόματα α) βαθμού, β) ξένης γλώσσας, γ) Αναλυτή-Προγραμματιστή, δ) ανθυγιεινής εργασίας, ε) Χειρι­στών Η/Υ, στ) επίδομα διπλής συγκοινωνί­ας και ζ) εξόδων περιποίησης πελατείας, οι οποίες παραλείπονται για λόγους οικονο­μίας χώρου].

Με βάση τα ανωτέρω αναφορικά με έκαστο των εναγόντων λεκτέα τα εξής:

Ο πρώτος ενάγων συνήψε στις 29.4.1986 με την Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρία «Τράπεζα Μ. Α.Ε.» σύμβαση εξαρτημέ­νης εργασίας ορισμένου χρόνου. Τυγχάνει απόφοιτος λυκείου, έγγαμος με δύο παιδιά. Στην εναγόμενη προσλήφθηκε ως υπάλλη­λος του λογιστικού κλάδου. Η εναγόμενη Τράπεζα Π. Α.Ε. στις 16.6.2000 απορρόφη­σε διά συγχωνεύσεως την έως τότε εργοδότριά του Τράπεζα Μ. Α.Ε. και έκτοτε, ως καθολική διάδοχος της, υποκαθιστάμενη πλήρως στις υποχρεώσεις, τα δικαιώματα και όλες γενικά τις έννομες σχέσεις της τε­λευταίας, συνέχισε και τη δική του σύμβαση εργασίας, αναλαμβάνοντας όλες τις υπο­χρεώσεις που η απορροφηθείσα Τράπεζα είχε απέναντι του. Κατά τη μέχρι σήμερα υπηρεσιακή του διαδρομή ως υπαλλήλου (αρχικά της Τράπεζας Μ. και τελικά της Τράπεζας Π.) έχει συμπληρώσει 31 χρόνια εργασίας σε 4 καταστήματα και 3 Διευθύν­σεις στη Διοίκηση. Σήμερα εργάζεται στην Υπηρεσία Εξωτερικού Εμπορίου στη Διοί­κηση και ο βαθμός του είναι Τμηματάρχης Β με valeur 1.1.2003.

[Σα: Παραλείπονται οι υπολογισμοί για τους δεύτερο έως και εικοστό ενάγοντες], Ο εικοστός πρώτος ενάγων, συνήψε στις 28.2.1983 με την Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρία «Τράπεζα Μ. Α.Ε.» σύμβαση εξαρ­τημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Προ­σλήφθηκε ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου έχοντας προαχθεί στη θέση υπο­διευθυντή καταστήματος. Η εναγόμενη Τράπεζα Π. Α.Ε. στις 16.6.2000 απορρόφη­σε διά συγχωνεύσεως την έως τότε εργοδότριά του Τράπεζα Μ. Α.Ε. και έκτοτε, ως καθολική διάδοχος της, υποκαθιστάμενη πλήρως στις υποχρεώσεις, τα δικαιώματα και όλες γενικά τις έννομες σχέσεις της τε­λευταίας, συνέχισε και τη δική του σύμβαση εργασίας, αναλαμβάνοντας όλες τις υπο­χρεώσεις που η απορροφηθείσα Τράπεζα είχε απέναντι του. Τον Ιούλιο του 2013 η εναγόμενη προχώρησε αυθαιρέτως στην αφαίρεση ποσών και επιδομάτων από την μισθοδοσία του συνολικού ύψους 404,91 ευρώ. Συγκεκριμένα αφαίρεσε:

1. Το επίδομα ευθύνης το οποίο θα έπρεπε μετά και την μείωση 6% λόγω σ.σ.ε. Ο.Τ.Ο.Ε.-Τραπεζών του 2013 να είναι 229,25 ευρώ.

2. Την Συμβατική Διαφορά Αποδοχών Συμψηφιζόμενη 145,67 ευρώ.

3. Την διαφορά από επιχειρησιακή σ.σ.ε. 2006 1,82 ευρώ.

4. Το ειδικό επίδομα (συγκοινωνίας) 35,22 ευρώ.

Ταυτόχρονα στην εν λόγω μισθοδοσία του, του Ιουλίου του 2013 εμφανίστηκε ποσό 212,25 ευρώ με την ένδειξη Οικειο­θελής παροχή και χωρίς καμιά περαιτέρω αιτιολόγηση. Έτσι, ακόμη και με συνυπο­λογισμό του παραπάνω ποσού η Τράπε­ζα αφαίρεσε από τη μισθοδοσία του αυθαιρέτως συνολικά ποσό 404,91 - 212,25 = 192,66 ευρώ μηνιαίως. Αντιδρώντας άμεσα απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμι­κού της Τράπεζας με την οποία απέρριπτε κατηγορηματικά τη μείωση των αποδοχών του. Τον αμέσως επόμενο μήνα (Αύγουστος 2013) προχώρησε αυθαιρέτως στο χαρα­κτηρισμό του επιδόματος βαθμού του, το οποίο ελάμβανε βάσει εγκυκλίων οδηγιών σ όλη τη διάρκεια της υπηρεσιακής του θητείας αλλά και του νέου πεδίου με την ονομασία οικειοθελής παροχή, σε «οικει­οθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή», με συνέπεια να θέσει ευθέως σε αμφισβήτηση την καταβολή τους. Θα πρέπει, λοιπόν, να του επιδικαστούν με βάση όσα αναλυτικά προαναφέρονται στην παρούσα αποδοχές για το διάστημα από τον Ιούλιο του 2013 έως και τον Δεκέμβριο του 2017, συνολικού ύψους 12.233,91 ευρώ. Ειδικότερα:

1. Λόγω της αυθαίρετης αφαίρεσης του επιδόματος ευθύνης ύψους 229,25 ευρώ του οφείλονται για τις περιόδους:

Από 1.7.2013 έως 31.12.2013 7,5 μισθοί χ 229,25 = 1.719,37 ευρώ

Από 1.1.2014 έως 31.12.2014 14 μισθοί χ 229,25 = 3.209,50 ευρώ

Από 1.1.2015 έως 31.12.2015 14 μισθοί χ 229,25 = 3.209,50 ευρώ

Συνολικό οφειλόμενο ποσό από την αφαίρεση του επιδόματος ευθύνης 14.557,37 ευρώ.

2. Λόγω της αυθαίρετης αφαίρεσης της Συμβατικής Διαφοράς Αποδοχών Συμψηφιζόμενης ύψους 145,67 ευρώ του οφεί­λονται για τις περιόδους:

Από 1.7.2013 έως 31.12.2013 7,5 μισθοί χ 145,67 = 1.092,52 ευρώ

Από 1.1.2014 έως 31.12.2014 14 μισθοί χ 145,67 = 2.039,38 ευρώ

Από 1.1.2015 έως 31.12.2015 14 μισθοί χ 145,67 = 2.039,38 ευρώ

Από 1.1.2016 έως 31.12.2016 14 μισθοί χ 10,56 = 2.039,38 ευρώ

Από 1.1.2017 έως 31.12.2017 14 μισθοί χ 10,56 = 2.039,38 ευρώ

Συνολικό οφειλόμενο ποσό από την αφαίρεση της Συμβατικής Διαφοράς Απο­δοχών Συμψηφιζόμενης 9.250,04 ευρώ.

3. Λόγω της αυθαίρετης αφαίρεσης της διαφοράς από επιχειρησιακή σ.σ.ε. 2006 ύψους 1,82 ευρώ του οφείλονται για τις περιόδους:

Από 1.7.2013 έως 31.12.2013 7,5 μισθοί χ 1,82 = 13,65 ευρώ

Από 1.1.2014 έως 31.12.2014 14 μισθοί χ 1,82 = 25,48 ευρώ

Από 1.1.2015 έως 31.12.2015 14 μισθοί χ 1,82 = 25,48 ευρώ

Από 1.1.2016 έως 31.12.2016 14 μισθοί χ 1,82 = 25,48 ευρώ

Από 1.1.2017 έως 31.12.2017 14 μισθοί χ 1,82 = 25,48 ευρώ

Συνολικό οφειλόμενο ποσό από την αφαίρεση της διαφοράς από επιχειρησιακή σ.σ.ε. 115,57 ευρώ.

4. Λόγω της αυθαίρετης αφαίρεσης του Ειδικού Επιδόματος (ή επιδόματος συγκοι­νωνίας) ύψους 28,17 ευρώ του οφείλονται για τις περιόδους

Από 1.7.2013 έως 31.12.2013 7,5 μισθοί χ 28,17 = 211,27 ευρώ

Από 1.1.2014 έως 31.12.2014 14 μισθοί χ 28,17 = 394,38 ευρώ

Από 1.1.2015 έως 31.12.2015 14 μισθοί χ 28,17 = 394,38 ευρώ

Από 1.1.2016 έως 31.12.2016 14 μισθοί χ 28,17 = 394,38 ευρώ

Από 1.1.2017 έως 31.12.2017 14 μισθοί χ 28,17 = 394,38 ευρώ

Συνολικό οφειλόμενο ποσό από την αφαίρεση του Ειδικού Επιδόματος (Συγκοι­νωνίας) 1.788,79 ευρώ.

Συνολικά δε 14.557,37 + 9.250,04 + 115,57 + 1.788,79 = 25.711,77 ευρώ για το διάστημα από 1.7.2013 έως 31.12.2017. Λόγω όμως της ταυτόχρονης εμφάνισης τον 7ο του 2013 του πεδίου «οικειοθελής παροχή» 212,25 ευρώ, η απώλεια αποδο­χών γίνεται 404,91 - 212,25 = 192,66 ευρώ μηνιαίως. Έτσι, συνολικά από 1.7.2013 έως 31.12.2017 και συνολικά για 7,5 μισθούς το 2013, 14 μισθούς το 2014, 14 μισθούς το 2015, 14 μισθούς το 2016 και 14 μισθούς το 2017, δηλαδή για 63,5 μισθούς η τελική συνολική απώλεια την οποία υφίσταται ανέρχεται σε ποσό ύψους 63,5 χ 192,66 = 12.233,91 ευρώ (μεικτά).

Με βάση λοιπόν τα προδιαληφθέντα, θα πρέπει η αγωγή και οι πρόσθετες υπέρ των εναγόντων παρεμβάσεις να γίνουν δεκτές και ως ουσιαστικά βάσιμες, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, τα δε δικαστικά έξοδα των εναγόντων και των προσθέτως υπέρ των εναγόντων παρεμβαινόντων θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενα­γόμενης, λόγω της ήττας της στη μεταξύ τους δίκη (176, 182 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατα­κτικό της παρούσας απόφασης.