ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 695/2019

 

Δικαστής : Αικατερίνη Χρυσικοπούλου

 

III. Ορίζεται από τη διάταξη του άρθρ. 928 ΑΚ ότι: «Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα κηδείας σ εκείνον που κατά νόμο βαρύνεται με αυτά. Έχει επίσης την υπο­χρέωση να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών». Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 1389, 1390, 1485, 1486, 1489 εδ. β του ΑΚ προκύπτει ότι η υποχρέωση των γονέων για την διατροφή του τέκνου τους δεν διαρκεί μόνο μέχρι την ενηλικίωσή του. Οι γονείς υποχρεούνται να διατρέφουν και το ενήλικο τέκνο τους, αν αυτό δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές συνθήκες εν όψει και των αναγκών εκπαιδεύσεώς του. Η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων δια­τροφής του ανηλίκου προς το ενήλικο τέκνο συνίσταται στην υποχρέωση του ενηλίκου τέκνου ν αναλώσει και την περιουσία του πριν στραφεί κατά των γονέων του [ή σε περίπτωση θανατώσεως του υπόχρεου γονέα από υπαιτιότητα τρίτου]. Ανίκανο να διαθρέψει τον εαυτό του δεν θεωρείται το ενήλικο τέκνο το οποίο έχει ικανό­τητα για εργασία και δεν θέλει να εργασθεί ή το τέκνο το οποίο δεν χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητές του για να κερδίσει περισσότερα. Ωστόσο δυσχέρεια παρου­σιάζει το ζήτημα της διατροφής των ενηλίκων τέκνων τα οποία επιθυμούν να συνεχίσουν στην τριτοβάθμια ή την επαγγελματική εκπαίδευση. Οι γονείς υποχρεούνται να διατρέφουν σε μια τέτοια περίπτωση το ενήλικο τέκνο τους, αν αυτό δεν έχει περιουσία ή έχει περιουσία, αλλά δεν μπορεί να την ρευστοποιήσει παρά μόνο με ευτε­λές αντάλλαγμα, αν δεν έχει άλλους πόρους ή εισοδή­ματα, ή αν εξ αιτίας των σπουδών του δεν είναι ικανό για κατάλληλη βιοποριστική εργασία [βλ. Ανδρουλιδάκη - Δημητριάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, 2η έκδ. 2007, άρθρ. 1486, παρ. 94 επ., 98 επ. με περαιτέρω παραπομπές στην νομολογία]. Επομένως, αν ο εναγό­μενος, προς αντίκρουση της αγωγής του ενηλίκου ενά­γοντος και αξιούντος διατροφή [εν προκειμένω αποζη­μίωση λόγω στερήσεως διατροφής] που σπουδάζει, προβάλλει την ένσταση του συνυπολογισμού στα εισοδήματά του και του ποσού των τόκων που αποκομίζει από συγκεκριμένο κεφάλαιο ή άλλη ωφέλεια, πρέπει η ένσταση αυτή να διατυπώνεται κατά τρόπο ορισμένο. Διαφορετικά είναι αόριστη μη δυναμένη να θεραπευθεί ούτε διά των προτάσεων κατά τη συζήτηση της αγωγής ούτε διά του δικογράφου της εφέσεως.

IV.... Με τον σχετικό λόγο της εφέσεως η εκκαλούσα επαναφέρει τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι έχει μηδαμινά εισοδήματα και ότι αυτός απέκρυψε την επιδικασθείσα και εισπραχθείσα από αυτόν στις 4.10.2012 χρηματική ικα­νοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσού 65.712 ευρώ από την θανάτωση στο ένδικο ατύχημα του πατρός του, η οποία αποτελεί ένα πολύ μεγάλο και υπερεπαρ­κές περιουσιακό στοιχείο, το οποίο όχι μόνο υπερκα­λύπτει τις διατροφικές του ανάγκες και τις δαπάνες των σπουδών του, αλλά αποτελεί και ένα σοβαρότατο κεφάλαιο για κάποιον που θέλει να στήσει μια νέα επι­χείρηση. Η ύπαρξη του ανωτέρω περιουσιακού στοι­χείου του ενάγοντος, κατά την εκκαλούσα, ανατρέπει την απορία του, η οποία κατά νόμον είναι προϋπόθεση για την θεμελίωση του δικαιώματος διατροφής έναντι του γονέως και μετά την θανάτωσή του κατά του υπεύ­θυνου για την τελευταία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η χρηματική ικανοποίηση είναι αυτοτελής αξίωση και δεν δύναται να προβληθεί εναντίον της ένστασης συμψηφισμού και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού. Στην προκειμένη περίπτωση πράγματι κατ ορθό χαρακτηρισμό δεν πρόκειται περί ενστάσεως συμψηφισμού αλλά περί αρνήσεως της προϋποθέσεως της απορίας του ενάγοντος λόγω του εισπραχθέντος κεφαλαίου της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχι­κής οδύνης. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός της εναγομέ­νης είναι αντίθετος προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη [ΑΚ 288]. Τούτο διότι η εισπραχθείσα από τον ενά­γοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω θανατώσεως του πατέρα του αποτελεί πράγματι περιουσιακό στοιχείο, το οποίο όμως αποκτήθηκε από τον ενάγοντα λόγω αδι­κοπραξίας για την οποία ευθύνεται η εναγομένη ασφα­λιστική εταιρεία, η οποία δεν επιτρέπεται να επικαλε­σθεί την ύπαρξη αυτής της περιουσίας για να αντλήσει ωφελήματα τα οποία οδηγούν σε ανατροπή την προϋ­ποθέσεως του ενάγοντος για αξίωση διατροφής. Τέτοια επίκληση αντίκειται σαφώς στην καλή πίστη αφού ο υπόχρεος για αποζημίωση δεν επιτρέπεται να επικα­λείται προς αντίκρουση της αγωγής του ενάγοντος δικαιούχου ως περιουσία του τελευταίου [καταλυτική του δικαιώματος διατροφής του] την αποζημίωση που του κατέβαλε ο υπόχρεος προηγουμένως για άλλη αιτία [ΑΚ 932: ψυχική οδύνη για τη θανάτωση του πατρός του] δυνάμει άλλης αποφάσεως. Πέραν των ανωτέρω ως περιουσία του ενηλίκου ενάγοντος καταλυτική του δικαιώματος του για αποζημίωση λόγω στερήσεως δια­τροφής συνεπεία θανατώσεως του πατρός του δεν επι­τρέπεται να θεωρηθεί το ποσό το οποίο ο ενήλικος ενά­γων εισέπραξε προηγουμένως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση από άλλη αιτία για το ίδιο ατύχημα. Ως περιουσία καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος για αποζημίωση νοείται εκείνη η οποία δεν συνδέεται με αυτή που αποκόμισε ο ενάγων από το ίδιο ατύχημα [πρβλ. ΕφΑνατΚρ 10/2012 και 11/2012 ΤΝΠ-Νόμος, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 5η έκδ. 2018 παρ. 9 παρ. 79 με περαιτέρω παραπομπές στην νομολογία, Λιτζερόπουλο, ΕρμΑΚ άρθρ. 298 παρ. 52α, Κρητικού, Αποζημίωση, 4η έκδ. 2008, παρ. 19 παρ. 106 με περαιτέρω παραπομπές στην νομολογία]. Επομένως επειδή το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι ορθό, αλλά το αιτιολογικό εσφαλμένο πρέπει να γίνει αντικατάσταση των άνω αιτιολογιών και να απορ­ριφθεί ο σχετικός λόγος εφέσεως [Κ.Πολ.Δ. 534].