Γν. ΝΣΚ 68/2020

Τμήμα Ε’

Συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 2020

 

Το πρωτότυπο κείμενο είναι διαθέσιμο σε μορφή pdf, για την προβολή του οποίου μπορείτε να ανατρέξετε στην επιλογή “ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF”.

 

Σύνθεση:

Πρόεδρος: Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.

Μέλη: Κωνσταντίνος Γεωργάκης, Αφροδίτη Κουτούκη, Δήμητρα Κεφάλα, Αντώνιος Τατσόπουλος, Ελένη Σβολοπούλου, Δημήτριος Μακαρονίδης, Αθηνά Αλεφάντη, Γεώργιος Βαμβακίδης, Ιωάννης Χατζηνέκουρας, Ιωάννα Λεμπέση, Νομικοί Σύμβουλοι.

Εισηγητής: Σπυρίδων Μαυρογιάννης, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. (γνώμη χωρίς ψήφο)

Αριθμός Ερωτήματος: Το υπ’ αριθμ. πρωτ. 777/15-1-2020 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων/Γεν Δ/νση Διοίκησης Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Ερώτημα: Ερωτάται εάν είναι δυνατή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β’), η μετάταξη στη Βουλή, κατόπιν αίτησής της, δικαστικής υπαλλήλου, η οποία υπηρετούσε εκεί με απόσπαση κατά την 20-1-2019.

 

Στο πιο πάνω ερώτημα, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Ε’) γνωμοδότησε ως εξής:

Ιστορικό

Από το έγγραφο της ερωτώσης υπηρεσίας και τα στοιχεία του φακέλου που το συνοδεύουν προκύπτει το ακόλουθο πραγματικό:

1. Η δικαστική υπάλληλος A. Ν., του κλάδου Γραμματέων, της κατηγορίας ΠΕ που υπηρετεί στον Άρειο Πάγο, είχε αποσπαστεί στο Γραφείο του Προέδρου της Κ.Ο. «ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» στη Βουλή, με την 3633/8-3-2018 απόφαση του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, η οποία είχε εκδοθεί μετά την με αριθ. πρωτ. 61236οικ/2017/5-2-2018 Απόφαση-έγγραφη συγκατάθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

2. Με την από 15-2-2019 αίτησή της, η ως άνω υπάλληλος ζήτησε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β’), τη μετάταξή της στη Βουλή των Ελλήνων.

3. Εντωμεταξύ και μετά τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών, η ανωτέρω υπάλληλος επέστρεψε στην υπηρεσία της και ανέλαβε καθήκοντα, συνταγείσης της 74/19-7-2019 έκθεσης επανόδου.

4. Ενόψει των ανωτέρω και κατόπιν του 3712/25-2-2019 εγγράφου της Βουλής των Ελλήνων, με το οποίο ζητούνται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά στοιχεία προκειμένου το Υπηρεσιακό Συμβούλιο για τους υπαλλήλους της Βουλής να εξετάσει το εκκρεμές αίτημα, ανακύπτει προβληματισμός της υπηρεσίας, επικαιροποιηθείς με το 20586/13766/3782/12-5-2020 έγγραφό της, εάν είναι δυνατή η ικανοποίηση του ως άνω αιτήματος.

Νομοθετικό Πλαίσιο

5. Στις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 1-2 του Συντάγματος, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 92

«1. Οι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι μόνιμοι. ... 2. Νόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά. ...».

6. Στις διατάξεις των άρθρων 84, 157 παρ. 2 του ν. 2812/2000 «Κύρωση του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων» (Α’ 67) όπως τροποποιηθέντα ισχύουν, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 84

«1. Επιτρέπεται η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε υπηρεσίες αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από αυτό. Η μετάταξη γίνεται σε κενή θέση κλάδου της κατηγορίας, στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει τα Τυπικά προσόντα που απαιτούνται για τον κλάδο αυτόν. 2. Επιτρέπεται η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας των υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, καθώς και υπηρεσιών άλλων υπουργείων ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αν ο δικαστικός υπάλληλος έχει τίτλο σπουδών που δεν προβλέπεται ως τυπικό προσόν διορισμού σε κανένα κλάδο από όσους ορίζονται στο άρθρο 18 του παρόντος Κώδικα, με την Προϋπόθεση ότι απέκτησε τον τίτλο αυτό μετά το διορισμό του. 3. Η μετάταξη διενεργείται με αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου που υποβάλλεται στη γραμματεία ή την υπηρεσία του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, στην οποία αυτός ανήκει οργανικά. 4. Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 απαιτείται: α) συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας, β) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο δικαστικός υπάλληλος και γ) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας του υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για την οποία ζητείται η μετάταξη. Για τη διαμόρφωση της γνώμης των υπηρεσιακών συμβουλίων εφαρμόζονται ανάλογα οι εκάστοτε διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. 5. ... 6. Η μετάταξη διενεργείται με Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ή με κοινή Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου, κατά περίπτωση, Υπουργού, που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Άρθρο 157

«2. Κάθε διάταξη γενική ή ειδική που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν εφαρμόζεται στους δικαστικούς υπαλλήλους».

7. Στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 4, 18 παρ. 2 του ν. 4440/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας στη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, υποχρεώσεις των προσώπων που διορίζονται στις θέσεις των άρθρων 6 και 8 του Ν. 4369/2016, ασυμβίβαστα και πρόληψη των περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων και λοιπές διατάξεις» (Α’ 224) όπως τροποποιηθέντα ισχύουν, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 3

«4. Από τις διατάξεις του παρόντος εξαιρούνται οι υπάλληλοι της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (EAB Α.Ε.), οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι των Καταστημάτων Κράτησης και του Ιδρύματος Αγωγής Αρρένων Βόλου και οι υπάλληλοι όλων των κλάδων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, εκτός από τους διοικητικούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων, οι οποίοι μετά τη θέση τους σε διαθεσιμότητα μεταφέρθηκαν σε θέσεις Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού σε νοσοκομεία».

Άρθρο 18

«2. Τακτικοί υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ., ΟΤΑ α' και β' βαθμού και Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στη Γενική Κυβέρνηση, οι οποίοι κατά τις 2.12.2016 είναι αποσπασμένοι με γενικές ή ειδικές διατάξεις, σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ., ΟΤΑ α' και β' βαθμού και Ν.Π.Ι.Δ., επιτρέπεται να μεταταχθούν με αίτησή τους στην υπηρεσία που είναι αποσπασμένοι, μετά από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας υποδοχής, εφόσον αυτό υφίσταται. Η μετάταξη διενεργείται σε κενή Θέση κλάδου της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας και εάν δεν υπάρχει, με μεταφορά της Θέσης που κατέχει ο υπάλληλος, με την ίδια σχέση εργασίας και διατήρηση της τυχόν προσωπικής διαφοράς στις αποδοχές. Η αίτηση υποβάλλεται έως τις 15.3.2017 και η μετάταξη γίνεται με απόφαση των οικείων Υπουργών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4002/2011 (Α' 180). Σε περίπτωση που η απόσπαση του υπαλλήλου λήγει πριν από τη δημοσίευση της πράξης μετάταξης, η απόσπαση παρατείνεται μέχρι την έκδοση της πράξης μετάταξης. Όσοι υπάλληλοι δεν υποβάλλουν αίτηση ή δεν επιλεγούν προς μετάταξη επιστρέφουν στην υπηρεσία στην οποία ανήκει η οργανική τους θέση με τη λήξη της απόσπασής τους και σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 15.4.2018».

8. Στις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 5, 111 του Κανονισμού της Βουλής «Μέρος Β’ Κώδικας Οργανώσεως των Υπηρεσιών της Βουλής, Καταστάσεως του Προσωπικού της και άλλες διατάξεις» (Α’ 51/1997), όπως αντικατασταθέντα ισχύουν, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 111

«Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016 (ΦΕΚ 224/Α/2.12.2016), όπως ισχύει, εφαρμόζονται, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, για τους μόνιμους υπαλλήλους, υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής, του δημόσιου τομέα όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 81 του παρόντος Κανονισμού, οι οποίοι υπηρετούν στη Βουλή με απόσπαση κατά την 20.1.2019. Η αίτηση των υπαλλήλων υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η μετάταξη διενεργείται με κοινή απόφαση του Προέδρου της Βουλής και του οικείου Υπουργού, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου για τους υπαλλήλους της Βουλής. Το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει την καταλληλότητα ή μη των υπαλλήλων, σύμφωνα με τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, συνεκτιμώντας τις ανάγκες των υπηρεσιών της Βουλής. Η μετάταξη διενεργείται με την ίδια σχέση εργασίας, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας κατηγορίας και σε κλάδους / ειδικότητες ανάλογες με αυτές που κατέχουν και με διατήρηση της τυχόν προσωπικής διαφοράς στις αποδοχές. Ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στον φορέα, από τον οποίο μετατάσσονται, καθώς και ο χρόνος που έχει εκεί αναγνωριστεί για βαθμολογική μισθολογική εξέλιξη συνυπολογίζονται για τη βαθμολογική μισθολογική κατάταξη κατά τη μετάταξη στη Βουλή».

Άρθρο 81

«5. Επιτρέπεται, για τις ανάγκες των υπηρεσιών της Βουλής, η απόσπαση μέχρι δέκα (10) υπαλλήλων του Δημοσίου ή οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή Ν.Π.Δ.Δ. «ή Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α/3.3.1994)» ή Δημοσίων Επιχειρήσεων ή Τραπεζών ή Επιχειρήσεων που απολαμβάνουν ειδικά προνόμια ή κρατική επιχορήγηση ή που έχουν τύχει παραχωρήσεως. Η απόσπαση ενεργείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, μετά από συγκατάθεση του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, ή της Διοικήσεως των νομικών προσώπων του προηγούμενου εδαφίου, χωρίς χρονικό περιορισμό και αίρεται αυτοδικαίως από την έναρξη των εργασιών της νέας Περιόδου της Βουλής».

Ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες αυτοτελώς, αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ενόψει και όλου του νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται, του σκοπού που εξυπηρετούν και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών που τέθηκαν υπόψη του Τμήματος από την ερωτώσα υπηρεσία, συνάγονται τα ακόλουθα:

9. Οι δικαστικοί υπάλληλοι συμβάλλουν ενεργώς στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων (ΟλΣτΕ 3034/2008), αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων για την οποία προνοεί το Σύνταγμα (ΣτΕ 1482/2002, ΟλΣτΕ 08-116/1997), περιβάλλονται από εγγυήσεις ως προς την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, μεταξύ των οποίων και η μονιμότητα (ΟλΣτΕ 1540/2013, 195/2013, ΣτΕ 1482/2002, ΟλΣτΕ 08116/1997), δεν είναι διοικητικοί υπάλληλοι εκ των αναφερομένων στο άρθρο 103 του Σ και άρα δεν είναι "πολιτικοί υπάλληλοι" (ΟλΣτΕ 2908/1986).

10. Κατά τα οριζόμενα στο Σύνταγμα, για τον ορισμό των προσόντων τους και τη ρύθμιση της κατάστασής τους έχει θεσπισθεί αυτοτελής κώδικας που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2812/2000 (βλ. και εισηγητική έκθεση αυτού, κατά την οποία ο κώδικας περιέχει πλήρη ρύθμιση για το σύνολο των θεμάτων υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτών που συνιστούν ιδιαίτερη κατηγορία υπαλλήλων) (ΟλΣτΕ 1540/2013). Σύμφωνα με αυτόν, μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου επιτρέπεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε υπηρεσίες αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από αυτό, ή και σε υπηρεσίες άλλων υπουργείων ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με τη συνδρομή σχετικών, αναφερομένων στο νόμο, προϋποθέσεων. Η μετάταξη διενεργείται κατόπιν αίτησης του δικαστικού υπαλλήλου και απαιτείται, εκτός άλλων, σύμφωνη γνώμη, τόσο του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο δικαστικός υπάλληλος όσο και του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας του υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για την οποία ζητείται η μετάταξη.

11. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016, ρυθμίστηκαν ζητήματα που αφορούσαν την ολοκλήρωση των εκκρεμών μετατάξεων κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και τη δυνατότητα μετάταξης αποσπασμένων υπαλλήλων ή υπαλλήλων που είχε κινηθεί η διαδικασία απόσπασής τους με ανακοίνωση-πρόσκληση πριν τη δημοσίευση αυτού (νόμου), αποβλέποντας στο να δοθεί η δυνατότητα στους φορείς να προβούν σε μετατάξεις υπαλλήλων που ήταν ήδη αποσπασμένοι ή είχε κινηθεί η διαδικασία απόσπασής τους, κατόπιν ανακοίνωσης-πρόσκλησης, για την κάλυψη παγίων αναγκών τους (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου). Από τις ρυθμίσεις όμως αυτές, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι δικαστικοί υπάλληλοι.

12. Με το άρθρο 111 του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β’), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 της με αριθμ. 2397/1144/2019 αποφ.Ολομ.Βουλής, (Α’ 18/8-2-2019), προβλέφθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016, περί δυνατότητας μετάταξης, εφαρμόζονται για τους μόνιμους υπαλλήλους, υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής, του δημόσιου τομέα όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 81 του Κανονισμού, οι οποίοι υπηρετούσαν στη Βουλή με απόσπαση κατά την 20-1-2019, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση των υπαλλήλων υποβλήθηκε εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών από την έναρξη ισχύος αυτού. Η μετάταξη διενεργείται με κοινή απόφαση του Προέδρου της Βουλής και του οικείου Υπουργού, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου για τους υπαλλήλους της Βουλής. Η ρύθμιση αυτή έγινε για λόγους ισονομίας αλλά και βέλτιστης διαχείρισης και αξιοποίησης ανθρωπίνων πόρων και εφαρμογής της και για τους υπαλλήλους που υπηρετούν με απόσπαση στη Βουλή (βλ. άρθρα 9, 12 οικείας αιτιολογικής έκθεσης, ΝΣΚ 190/2019).

13. Όμως, η επέκταση εφαρμογής των ρυθμίσεων της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016 και στους υπηρετούντες με απόσπαση στη Βουλή μονίμους υπαλλήλους, υπαλλήλους ι.δ.α.χ. και δικηγόρους, δεν δύναται να καταλάβει και τους, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αποσπασμένους στη Βουλή δικαστικούς υπαλλήλους διότι, όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, άρα και τις ρυθμίσεις της παρ. 2 του άρθρου 18, η έκταση εφαρμογής των οποίων (ρυθμίσεων) προσδιορίζεται και οριοθετείται από την παρ. 3 του ιδίου νόμου, εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι δικαστικοί υπάλληλοι. Επιπροσθέτως των ανωτέρω, τοιαύτη μετάταξη δεν είναι επιτρεπτή και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 84 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, ειδικά εφαρμοζόμενου, ως εκ της ιδιότητας της υπαλλήλου Α.Ν., δεδομένου ότι η Βουλή, ως θεσμικό όργανο του Κράτους, δεν περιλαμβάνεται στις υπηρεσίες στις οποίες δύνανται να μετατάσσονται δικαστικοί υπάλληλοι.

14. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη των Νομικών Συμβούλων Αντωνίου Τατσόπουλου και Ιωάννας Λεμπέση, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 111 εδάφιο α’ και 81 παράγραφος 5 του Κανονισμού της Βουλής σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 92 παράγραφος 3, εδάφιο α’ και 103 παράγραφος 1 του Συντάγματος, στην έννοια «υπαλλήλων του Δημοσίου» της υπόψη διάταξης του άρθρου 81 του Κανονισμού, εμπίπτουν οι υπάλληλοι του άρθρου 103 παράγραφος 1 του Συντάγματος, όχι δε και οι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών για τους οποίους προνοεί, ειδικώς, το Σύνταγμα, με το άρθρο 92, ειδικότερα δε με η διάταξη της παραγράφου 3 εδάφιο α’ αυτού, ως προς το ζήτημα της μετάταξης.

Απάντηση

15. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, επί του τεθέντος ερωτήματος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Ε’), γνωμοδοτεί, ομοφώνως, ότι δεν είναι δυνατή η μετάταξη στη Βουλή, κατόπιν αίτησής της, της δικαστικής υπαλλήλου A. Ν., όπου και υπηρετούσε με απόσπαση κατά την 20-1-2019, αφενός μεν διότι από τις κρίσιμες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016, η εφαρμογή των οποίων επεκτάθηκε και στους υπηρετούντες με απόσπαση στη Βουλή, εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι δικαστικοί υπάλληλοι, αφετέρου δε διότι, σύμφωνα με τις ειδικές ρυθμίσεις του, εκδοθέντος κατ’ επιταγή του άρθρου 92 του Συντάγματος, Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, η Βουλή, ως θεσμικό όργανο του Κράτους, δεν περιλαμβάνεται στις υπηρεσίες στις οποίες δύνανται να μετατάσσονται δικαστικοί υπάλληλοι.

 

Θεωρήθηκε

Αθήνα, 17-6-2020