ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 672/2020

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Σπυριδούλα Μακρή, Πρόεδρο Εφετών, Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη και Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη-Εισηγήτρια   και από τη Γραμματέα Ε.Τ..

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα συνεχίζει  την δίκη η δεύτερη των καθ΄ων (……….)  ως κληρονόμος της πρώτης των καθ΄ων (………), η οποία απεβίωσε στις 3-4-2017, ήτοι προ της ασκήσεως της κρινόμενης αναψηλαφήσεως,  ως προς την οποία οι αιτούντες παραιτήθηκαν  του δικογράφου της αναψηλαφήσεως και ως εκ τούτου, ενόψει του ότι  θεωρείται  ότι η αναψηλάφηση δεν ασκήθηκε,   πρέπει   και να καταργηθεί η δίκη ως προς αυτήν  (άρθρα 548, 294 επ ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ` αυτό λόγους (ΑΠ 1845/2005). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 538 επ. Κ.Πολ.Δ. το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (ΑΠ 245/2017, ΑΠ 870/2013). Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλαφήσεως διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλαφήσεως, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλαφήσεως, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα τους. Μετά ταύτα, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, επακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το τελευταίο στάδιο, κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υποθέσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση (ΑΠ 846/2019, ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 538 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο  του ν 4335/2015 το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω καθώς η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης ασκήθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο  παρ 2 του ν 4335/2015)« Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ` ουσίαν.». Στην προκειμένη περίπτωση  με την κρινόμενη αίτηση αναψηλαφήσεως  που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 11-1-2019 οι ενάγοντες – εκκαλούντες  ζητούν  την  αναψηλάφηση της υπ΄αριθμόν 21/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς για τους αναφερόμενους σ΄αυτήν λόγους και συγκεκριμένα αφενός μεν  για το λόγο ότι το εκδόσαν την απόφαση αυτή Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και συγκεκριμένα στην ψευδή κατάθεση της μάρτυρος ……., αφετέρου δε, για το λόγο ότι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης,  στις 27-12-2018, έλαβαν στην κατοχή τους   νέο κρίσιμο έγγραφο το οποίο δεν μπορούσαν να προσκομίσουν εγκαίρως καθώς αγνοούσαν την ύπαρξή του. Συγκεκριμένα έλαβαν στην κατοχή τους ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του πωλητηρίου συμβολαίου το οποίο επικαλούνται ως αρχικό  τίτλο  οι εναγόμενοι – εφεσίβλητοι καθ΄ων η αναψηλάφηση, από το περιεχόμενο του οποίου συνάγεται ότι ουδέποτε πωλήθηκε και ουδέποτε μεταβιβάστηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο αυτών  το επίδικο τμήμα  καθώς έχουν διαγραφεί οι φράσεις που αναφέρονται στην πώληση του συγκεκριμένου τμήματος, ενώ το από μέρους των εναγομένων – εφεσιβλήτων – καθ΄ων η αναψηλάφηση προσκομισθέν αντίγραφο κατά την συζήτηση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν έφερε διαγραφή των συγκεκριμένων φράσεων. Αν δε  οι ενάγοντες – εκκαλούντες – αιτούντες  γνώριζαν την ύπαρξη του εγγράφου αυτού θα το  είχαν προσκομίσει εγκαίρως  και το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο  θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η αίτηση αναψηλάφησης  είναι παραδεκτή καθόσον ασκείται κατά αποφάσεως εφετείου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκηθεί από τους ήδη αιτούντες κατά της υπ΄αριθμόν 5900/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η αγωγή που είχαν ασκήσει ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητας τους επί τμήματος 218 τμ κειμένου εντός της ενορίας  του Ιερού Ναού ….. της πόλης της Ύδρας  και πλησίον του ναΐσκου Αγίου ….. και την απόδοση του σ΄αυτούς. Επιπρόσθετα, ασκείται από τους ενάγοντες  – εκκαλούντες οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον να ευδοκιμήσει η απορριφθείσα αγωγή τους και  ασκείται για λόγους από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ  προ της παρόδου της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών από το αμετάκλητο της απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου  και από της ημέρας που έλαβαν οι  γνώση οι ενάγοντες  του νέου κρίσιμου εγγράφου(άρθρο 545 παρ 3 εδαφ δ και ε ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο των ως άνω προβαλλόμενων λόγων αναψηλαφήσεως δοθέντος ότι έχει κατατεθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης αναψηλάφησης (βλ. κωδικός πληρωμής ………..  e–παραβολο και υπ΄αριθμόν ……………. απόδειξη είσπραξης της ALPHABANK).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 544 παρ 6 ΚΠολΔ αναψηλάφηση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα εφόσον το ψεύδος αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Προϋπόθεση δηλαδή για την αναψηλάφηση είναι η  αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου και δεν αρκεί η άσκηση ποινικής δίωξης για ψευδορκία μάρτυρα, ούτε η  καταδίκη για ψευδορκία μάρτυρα  σε πρώτο βαθμό. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες –εκκαλούντες – αιτούντες την αναψηλάφηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε σε ψευδή κατάθεση και συγκεκριμένα στην ψευδή κατάθεση της μάρτυρα, ……….. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η οποία  περιέχεται στα υπ΄αριθμόν 653/1997 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος ερειδόμενος στην προαναφερόμενη διάταξη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ΄ουσίαν.

Από τα   έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι  προκύπτει ότι η ανωτέρω μάρτυρας (………..), η οποία κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η κατάθεση αυτής περιέχεται στα υπ΄αριθμόν 653/1997 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κατηγορούμενη  για άμεση συνέργεια  σε απάτη επί δικαστηρίω κατ΄εξακολούθηση καθώς φερόταν ότι ψευδώς  είχε καταθέσει ενόρκως κατά την συζήτηση της  αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση   ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι « … μαζί με το εκκλησάκι του Αγίου ….. ο ……… έδωσε στην οικογένεια …. και την επίμαχη εδαφική έκταση 300 τμ, ότι οι εγκαλούντες (δηλ οι ενάγοντες-εκκαλούντες – αιτούντες την αναψηλάφηση)  ποτέ δεν περιέφραξαν τον χώρο και ποτέ δεν τον καλλιέργησαν, ότι το εν λόγω  εκκλησάκι το λειτουργούσαν κάθε χρόνο οι κατηγορούμενοι (δηλαδή οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι – καθ΄ων η αίτηση αναψηλάφησης) , ότι τα κλειδιά αυτού τα είχαν δώσει σε γειτόνισσα, ότι πήγαινε σε αυτό όποιος ήθελε κι έκανε λειτουργία, ότι ποτέ δεν είχαν τοποθετήσει στον χώρο του επιδίκου κοτέτσια, ότι ποτέ δεν είχαν οι μηνυόμενοι περιφράξει το επίδικο και ποτέ δεν μπήκαν εντός αυτού, ότι κάποιος ονόματι ….. πήρε κι έριξε μπάζα κι έφτιαξε εκεί την μάνδρα κι ότι έτσι μεγάλωσε η επίμαχη έκταση από 100 τμ σε 300 τμ » . Ως αυτουργοί της απάτης επί δικαστηρίω κατ΄εξακολούθηση παραπέμφθηκαν οι  α)  ……., β) …….. γ) ……  και δ) ……….. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 18-5-2004 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με  την υπ΄αριθμόν 3199/18-5-2004 απόφαση, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο και ως εκ τούτου κατέστη αμετάκλητη, άπαντες οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι   καθώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα ανωτέρω ήταν αληθή και  ορθώς πείστηκε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και  οι Εφέτες του Εφετείου Πειραιά ότι το επίδικο τμήμα ανήκει κατά κυριότητα στους εναγόμενους – εφεσίβλητους. Συνεπώς, εφόσον το ψεύδος της κατάθεσης της ανωτέρω μάρτυρα δεν αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενα αναφερόμενη μείζονα σκέψη, ν΄απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναψηλαφήσεως περί ψευδορκία μάρτυρα ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, «αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία, ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος, που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικό ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου λόγου αναψηλάφησης πρέπει, μεταξύ των άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, υπό την έννοια ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, εις τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να είναι διαφορετική υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και ο αιτών να αγνοούσε την ύπαρξή του ή την κατοχή του από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ως κρίσιμο έγγραφο κατά την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, δεν θεωρείται το έγγραφο εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή εγγράφου απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1169/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣΑΠ 170/2015 ΕφΑΔ 2015.253ΑΠ 447/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (πρβλ. ΑΠ 170/2015 όπ.π.). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει, πλην άλλων να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης ανωτέρα βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, κάθε εξωτερικό γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1169/2017, ΑΠ 447/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, όπως στην περίπτωση κατοχής αυτών από ιδιώτη, χωρίς καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο, η οποία (άγνοια) έχει ως αναγκαία συνέπεια και την αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη, αλλά και όταν υπάρχει αδυναμία προσκόμισης τούτων, επειδή τη δυνατότητα αυτή έχουν βάσει νόμου που προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα, τρίτα μόνο πρόσωπα (ΑΠ 1169/2017, 1774/2011, ΑΠ 721/2014, ΑΠ 474/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν αποτελεί δε ανωτέρα βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (ΑΠ 830/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες – εκκαλούντες – αιτούντες ισχυρίζονται ότι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και συγκεκριμένα στις 27-12-2018 έλαβαν στην κατοχή τους κρίσιμο έγγραφο την ύπαρξη του οποίου δεν γνώριζαν και για το λόγο αυτό δεν το προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου  και συγκεκριμένα έλαβαν στην κατοχή τους ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του υπ΄αριθμόν ……/1902 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ΄Υδρας …. .,  το οποίο έχει μεταγραφεί στον τόμο …. και με αριθμό …..  στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ΄Υδρας, με το οποίο πώλησε και μεταβίβασε ο ………….. στον αρχικό δικαιοπάροχο των εναγομένων,  ένα  ακίνητο τμήμα του οποίου  αναγνωρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποτελεί το επίδικο τμήμα των 218 τμ. Εκ του περιεχομένου του συμβολαίου αυτού προκύπτει ότι ουδέποτε πωλήθηκε και ουδέποτε μεταβιβάστηκε  στους εναγόμενους – εφεσίβλητους – καθ΄ων η αναψηλάφηση το επίδικο τμήμα των 218 τμ  καθώς έχει διαγραφεί σε τέσσερα σημεία του συμβολαίου η φράση που αφορά το τμήμα αυτό και ως εκ τούτου το τμήμα αυτό δεν περιλαμβάνεται στην πωληθείσα και μεταβιβασθείσα έκταση. Ωστόσο, οι εναγόμενοι – εφεσίβλητοι – καθ΄ων η αναψηλάφηση προσκόμισαν στα δικαστήρια  που εκδίκασαν την υπόθεση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό αντίγραφο του συμβολαίου αυτού  χωρίς τις  διαγραφές αυτές  με συνέπεια να προκαλείται η εντύπωση ότι στην πωληθείσα και μεταβιβασθείσα έκταση περιλαμβάνεται και το ανωτέρω τμήμα και κατ΄ακολουθίαν να παραπλανηθούν τα Δικαστήρια και να απορρίψουν την αγωγή τους ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος και στηρίζεται στην αμέσως προηγούμενα αναφερόμενη διάταξη πρέπει να απορριφθεί καθόσον από   τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα αυτού. Ειδικότερα, εκ του υπ΄αριθμόν …./16-1-1902 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ύδρας ………….. που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας στον τόμο … και με αριθμό ….. προκύπτει ότι ο …………. πώλησε και μεταβίβασε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων – εφεσιβλήτων – καθ΄ων η αναψηλάφηση, ……… έκταση ευρισκόμενη στην περιοχή της ενορίας … στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο ερειπωμένος οικίσκος καθώς η φράση «οικίσκος ερειπωμένος», η οποία είχε περιληφθεί εξ αρχής στο συμβόλαιο αυτό δηλώνοντας την αρχική πρόθεση του πωλητή να πωλήσει και να μεταβιβάσει   όχι μόνο  το «εκκλησίδιον τιμώμενον επ΄ονόματι του Αγίου ………» αλλά και τον «οικίσκο ερειπωμένον», διαγράφηκε από τον συμβολαιογράφο και ως εκ τούτου πωληθηκε και μεταβιβάστηκε μόνο το εκκλησίδιον μετά του οικοπέδου του. Ωστόσο, για την  διαγραφή αυτή κάνει μνεία  ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας ………, πολιτικός μηχανικός στην με αριθμό ………/1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε και ειδικότερα στη σελίδα 3 της εκθέσεώς του αναφέροντας επί λέξει: « Υπάρχει διαγραφή λέξεων από τον συμβολαιογράφον που περιλαμβάνει και «ένα οικίσκον ηρειπωμένον». Εκ της επισημάνσεως αυτής σαφώς προκύπτει ότι το επικαλούμενο ως νέο κρίσιμο έγγραφο από τους ενάγοντες – εκκαλούντες – αιτούντες την αναψηλάφηση είχε προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε τεθεί υπόψη του ανωτέρω πραγματογνώμονα και ως εκ τούτου είχε ληφθεί υπόψη και από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση καθώς στο σκεπτικό αυτής αναφέρεται ειδικά ότι ελήφθη  υπόψη  η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Συνεπώς, το υπ΄αριθμόν …../16-1-1902 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ύδρας ………. με τις προαναφερόμενες διαγραφές είχε προσκομισθεί εγκαίρως από τους εναγόμενους – εφεσίβλητους – καθ΄ων η αναψηλάφηση τόσο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά όσο και στο Εφετείο Πειραιά και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνακόλουθα, το έγγραφο αυτό δεν δύναται να χαρακτηρισθεί  ως νέο έγγραφο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 544 παρ 7 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι ενάγοντες – εκκαλούντες – αιτούντες αγνοούσαν την ύπαρξή του οφείλεται σε υπαίτια άγνοια αυτών αφού, ενώ είχαν δικαίωμα να λάβουν γνώση των εγγράφων που προσκόμισαν οι αντίδικοί τους, εκείνοι δεν το έπραξαν, ούτε και μελέτησαν την συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκ της οποίας προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι είχε προσκομισθεί το έγγραφο αυτό και ελήφθη υπόψη. Συνεπώς, ούτε ανωτέρα βία συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και επομένως ο σχετικός λόγος αναψηλάφησης περί νέου κρισίμου εγγράφου που δεν προσκομίστηκε από ανωτέρα βία  πρέπει ν΄απορριφθεί ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν. Συνακόλουθα πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναψηλάφησης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ 4 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα των καθ΄ων λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι – καθ΄ων η αναψηλάφηση με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα υπέβαλαν αίτημα επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος των εναγόντων – εκκαλούντων – αιτούντων την αναψηλάφηση  ή του  πληρεξούσιου δικηγόρου  αυτών  για το λόγο ότι άσκησαν  προδήλως αβάσιμη αναψηλάφηση και δεν τήρησαν τους κανόνες  των χρηστών ηθών, της καλής πίστης, ούτε  το καθήκον αληθείας.

Το αίτημα αυτό το οποίο είναι νόμιμο (άρθρο 205 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει δεκτό καθόσον εκ των προσκομιζομένων μετ΄ επικλήσεως εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγοντες  – εκκαλούντες άσκησαν την κρινόμενη αναψηλάφηση μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και ως εκ τούτου γνώριζαν το αποτέλεσμα της δίκης αφού ο τέταρτος και η πέμπτη εξ αυτών εξετάστηκαν και ως μάρτυρες κατά την εκδίκαση της κατηγορίας. Επομένως, γνώριζαν ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω η απαιτούμενη προϋπόθεση της αμετάκλητης  αναγνώρισης από το ποινικό Δικαστήριο του ψεύδους της κατάθεσης μάρτυρα  και συνακόλουθα (γνώριζαν)  και το προφανώς  αβάσιμο του προβληθέντος λόγου αναψηλάφησης περί ψευδούς καταθέσεως του μάρτυρα. Συνεπώς, πρέπει να επιβληθεί στους αιτούντες την αναψηλάφηση χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ η οποία περιέρχεται στο Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο (άρθρο 205 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, ως προς τον δεύτερο λόγο αναψηλάφησης περί προσκόμισης νέου κρίσιμου  εγγράφου δεν πρέπει να επιβληθεί   χρηματική ποινή καθόσον η απόρριψη του λόγου αυτού δεν ήταν προφανής για τους αιτούντες  αφού   απαιτούσε μελέτη της  σχηματισθείσας δικογραφίας και ειδικές γνώσεις των οποίων στερούνταν οι τελευταίοι.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΑΤΑΡΓΕΙ τη δίκη ως προς την πρώτη των καθών ………..

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ΄ ουσίαν  την από 7-1-2019 και με γενικό αριθμό καταθ. …/2019 και ειδικό αριθμό καταθ. …/2019  αίτηση αναψηλαφήσεως   κατά της   υπ΄αριθμόν 21/2001  αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης, παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ  τους αιτούντες  στα δικαστικά έξοδα των καθ΄ων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ  σε βάρος των αιτούντων την αναψηλάφηση  και υπέρ του Δημοσίου χρηματική   ποινή χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 22α Οκτωβρίου 2020  και δημοσιεύθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2020 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους όσων εξ αυτών παραστάθηκαν.

 

Η   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ