ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΕΛΑΣΣΟΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

ΑΠΟΦΑΣΗ 671/2018

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2017, με την ακόλουθη σύνθεση : Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Πρόεδρος, Σωτηρία Ντούνη, Μαρία Βλαχάκη, Γεωργία Μαραγκού και Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αντιπρόεδροι, Ελένη Λυκεσά, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης (εισηγητής), Δημήτριος Τσακανίκας, Βασιλική Προβίδη, Ασημίνα Σακελλαρίου, Ευαγγελία Σεραφή, Ειρήνη Κατσικέρη και Νεκταρία Δουλιανάκη, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνος Παραθύρας, Αργυρώ Μαυρομμάτη και Γεωργία Παπαναγοπούλου, ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας : Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, ο οποίος ασκεί καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Για να δικάσει την από 19.5.2015 (Α.Β.Δ. .../2015), για αναίρεση της 643/2015 οριστικής απόφασης του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση του ...., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χαράλαμπου Χρυσανθάκη (Α.Μ./Δ.Σ.Α. ...),

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ..., ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την 2784/28.6.2010 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .... βεβαιώθηκε οφειλή του αναιρεσείοντος έναντι του Δημοσίου, ποσού 43.798,34 ευρώ, προερχόμενη από συντάξεις, που φέρεται ο αναιρεσείων να εισέπραξε αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 24.12.2007 έως 30.6.2010 και έχουν καταλογισθεί σε βάρος του, με την .../.../...2010 πράξη του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Κατά μερική παραδοχή της από 15.7.2010 (Α.Β.Δ. .../1...2010) ανακοπής του αναιρεσείοντος, με την 643/2015 οριστική απόφαση του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το ταμειακώς βεβαιωθέν σε βάρος του ποσό περιορίσθηκε σε 20.000 ευρώ.

Με την υπό κρίση αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Τμήματος, κατά το μέρος που με την τελευταία επικυρώθηκε η ..../....2010 ταμειακή βεβαίωση.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, που ζήτησε την απόρριψή της. Και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Γεωργία Μαραγκού και τις Συμβούλους Ελένη Λυκεσά και Θεολογία Γναρδέλλη, που είχαν κώλυμα (άρθρα 11 παρ. 2 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981).

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής:

 

Ι. Για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων έχει καταβάλει παράβολο 437,99 ευρώ (βλ. το Θ1138331/25.10.2017 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Βύρωνα), ήτοι επιπλέον του πράγματι καταβλητέου εν προκειμένω, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και ισχύει από 1.1.2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 117 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α΄ 304), παραβόλου των 100 ευρώ (βλ. 2935/2015, 1035/2017 κ.ά. Ολομ. Ελ. Συν.). Κατ’ ακολουθίαν, το πέραν του ποσού αυτού κατατεθέν παράβολο των 337,99 ευρώ έχει καταβληθεί αχρεωστήτως και πρέπει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως της έκβασης της αναιρετικής δίκης.

II. Με την ένδικη αίτηση, διώκεται η αναίρεση της 643/2015 απόφασης του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το μέρος που απορρίφθηκε ανακοπή του αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η .../.....2010 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., το δε βεβαιωθέν σε βάρος του ποσό, για οφειλή του έναντι του Δημοσίου, προερχόμενη από συντάξεις, που φέρεται να εισέπραξε αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 24.12.2007 έως 30.6.2010 και έχουν καταλογισθεί σε βάρος του, με την .../....9/...2010 πράξη του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, περιορίσθηκε από 43.798,34 ευρώ σε 20.000 ευρώ. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει, επομένως, να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.

III. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με την ..../.../...2010 πράξη του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καταλογίστηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος το ποσό των 43.798,36 ευρώ, το οποίο φέρεται αυτός να εισέπραξε αχρεωστήτως, ως συντάξεις, κατά το χρονικό διάστημα από 24.12.2007 μέχρι 30.6.2010. Το ποσό δε αυτό βεβαιώθηκε ταμειακώς, με την .../...2010 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., και, με την .../....2010 ατομική ειδοποίηση, ο αναιρεσείων κλήθηκε να προβεί στην καταβολή του. Κατά της προαναφερόμενης καταλογιστικής πράξης αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την από 21.6.2010 (Α.Β.Δ. .../...2010) έφεση, ενώ, παράλληλα, με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία (Α.Β.Δ. .../.....2010) αίτηση, ζήτησε την αναστολή εκτέλεσης της 149160/2009/11.6.2010 πράξης, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της εν λόγω έφεσής του. Καθόσον, όμως, στη συνέχεια, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ανωτέρω έφεσης, με την 812/2011 απόφαση του Τμήματος, η σχετική αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης της ...0/..../....2010 πράξης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει εκκρεμούς έφεσης στρεφόμενης κατά της πράξης αυτής, επακολούθησε δε η 3226/2011 απόφαση, με την οποία το Τμήμα αποφάνθηκε ότι η δίκη που ανοίχθηκε με τη συγκεκριμένη έφεση του αναιρεσείοντος είχε καταργηθεί. Περαιτέρω, κατά της .../.../....2010 πράξης ο αναιρεσείων άσκησε και την με αριθ. πρωτ. Γ.Λ.Κ. .../.....2010 ένσταση, κατά μερική παραδοχή της οποίας, με την 5013/2012 Πράξη του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το καταλογισθέν σε βάρος αυτού ποσό περιορίστηκε σε 20.000 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το I Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιληφθέν της από 15.7.2010 (Α.Β.Δ. .../....2010) ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της .../...2010 ταμειακής βεβαίωσης, έκρινε, με την ήδη προσβαλλόμενη 643/2015 απόφασή του, ότι, ως εκ της μεταρρύθμισης της ....0/.../....2010 καταλογιστικής πράξης, που αποτέλεσε το νόμιμο τίτλο επί του οποίου στηρίχθηκε η ως άνω ταμειακή βεβαίωση, έπρεπε και η τελευταία να τροποποιηθεί και το ταμειακώς βεβαιωθέν σε βάρος του αναιρεσείοντος ποσό των 43.798,36 ευρώ να περιορισθεί ομοίως σε 20.000 ευρώ. Απέρριψε δε, ως αβάσιμο, το λόγο ανακοπής ότι, αφού το 41/23.6.2010 σημείωμα του Προέδρου του ιδίου Τμήματος, με το οποίο είχε χορηγηθεί προσωρινή διαταγή εκτέλεσης της ....0/.../11.6.2010 πράξης, είχε κοινοποιηθεί στη Δ.Ο.Υ. Βύρωνα, με την από 30.6.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...., η .../...2010 ταμειακή βεβαίωση έπασχε ως «προώρως» ενεργηθείσα, διότι ούτε το προαναφερόμενο σημείωμα, ούτε η οικεία έκθεση επίδοσής του προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα στην επί της ανακοπής δίκη.

IV. Με την κρινόμενη αίτηση, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου αυτής, προβάλλεται ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε ο λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον μη νομίμως βεβαιώθηκε ταμειακώς το καταλογισθέν ποσό, ενόσω ήταν σε ισχύ η χορηγηθείσα με το 41/23.6.2010 σημείωμα προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης της ..../..../....2010 καταλογιστικής πράξης, την έκδοση δε του εν λόγω σημειώματος, ως γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική ενέργειά του, έπρεπε, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 95 του π.δ/τος 1225/1981, αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη του το δικάσαν την ανακοπή Τμήμα.

V. Στο άρθρο 51 του π.δ/τος 1225/1981 ορίζεται ότι: «1. Η ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως ή αποφάσεως εκτός εάν άλλως ειδικώς ορίζεται υπό του νόμου. Επί τη αιτήσει του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου δύναται να διαταχθή η αναστολή δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν ή τούτο αποφανθή επί της εφέσεως. Η αίτησις δέον να διαλαμβάνη τους κατά την συγκεκριμένην περίπτωσιν δυναμένους να δικαιολογήσουν την αναστολήν ειδικούς λόγους. 2. (…)». Περαιτέρω, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως και στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες, σύμφωνα με το άρθρο 123 του ως άνω π.δ/τος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3472/2006 (Α΄ 135), όριζε ότι: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής» (άρθρο 200, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3659/2008, Α΄ 77). Ότι: «Αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το (…) δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, εφόσον αυτό είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης (…)» (άρθρο 201). Ότι: «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. (…) 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 4. (…)» (άρθρο 202). Και ότι: «Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά την κατάθεση της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση (…) Η προσωρινή διαταγή ισχύει έως την έκδοση της απόφασης για την αίτηση αναστολής, μπορεί δε να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον πρόεδρο ή τον δικαστή που ορίσθηκε, καθώς και από το αρμόδιο για την αναστολή δικαστήριο (…)» (παρ. 3 του άρθρου 204, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3659/2008). Κατά την έννοια δε των παρατεθεισών διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η χορηγούμενη προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία ισχύει έως την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής, παράγει έννομα αποτελέσματα από του χρόνου έκδοσής της και η Διοίκηση οφείλει, ευθύς μόλις λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της εκδοθείσας προσωρινής διαταγής, να απέχει από κάθε ενέργεια εκτέλεσης της ανασταλείσας πράξης ή και να προβεί στην ανάκληση όσων πράξεων εκτέλεσης έχουν τυχόν εκδοθεί, χωρίς, για τη γένεση της εν λόγω υποχρέωσης των αρμοδίων διοικητικών οργάνων προς συμμόρφωση, να απαιτείται η προηγούμενη νομότυπη κοινοποίηση της προσωρινής διαταγής σε αυτά (πρβλ. ΣτΕ 2243/2016).

Εξ άλλου, το ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε., A΄ 90), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 5 ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. (…)» και στο άρθρο 6, όπως η παρ. 6 αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58/23.4.2010), ότι: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής (…) 2. (…) 6. Αναστολαί καταβολής χρεών προς το Δημόσιον και των μετά τούτων συνεισπραττομένων, αναστολαί λήψεως αναγκαστικών μέτρων, ως και διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής παρεχόμεναι υπό των αρμοδίων κατά νόμον οργάνων ή δικαστηρίων, δεν απαλλάσσουν τα χρέη εκ των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής καθ’ ον χρόνον διαρκεί η παρασχεθείσα αναστολή ή η διευκόλυνσις. Το ίδιο ισχύει και για τις αναστολές είτε του νόμιμου τίτλου είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, που χορηγούνται στα πλαίσια δικαστικής αμφισβήτησης, για το ποσό που οφείλεται τελικά με βάση τη δικαστική απόφαση (…). 7. (…)». Από το συνδυασμό δε των προμνησθεισών διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε. προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, οι οποίες συνιστούν κύρωση λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής βεβαιωμένου χρέους προς το Δημόσιο, είναι να έχει καταστεί το χρέος ληξιπρόθεσμο, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα αυτού, δηλαδή, όχι μόνο να είναι απαιτητό κατά το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά, επιπροσθέτως, να έχει περιέλθει στο αρμόδιο για την είσπραξή του δημόσιο ταμείο και έχει βεβαιωθεί ταμειακώς σε αυτό.

VI. Επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω διατάξεων και της σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 719/2010, 1538/2015, 311/2016, 2279/2017 κ.ά.), διατυπώθηκαν κατά τη διάσκεψη πλείονες γνώμες, αναφορικά με το εάν, κατά το χρονικό διάστημα που είναι σε ισχύ προσωρινή διαταγή, με την οποία έχει ανασταλεί η εκτέλεση καταλογιστικής πράξης, νομίμως χωρεί η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος ποσού και η εντεύθεν επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής σε βάρος του οφειλέτη, η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στη μείζονα Ολομέλεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν. 4129/2013, Α΄ 52).

 

Για τους λόγους αυτούς

Παραπέμπει στη μείζονα Ολομέλεια.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου των 337,99 ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΦΕΝΤΑΚΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στις 18 Απριλίου 2018.