ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 6042/2020

 

Πρόεδρος: Β. Καραναστάσης, Πρωτόδικης

Δικηγόροι: Ε. Ευστρατιάδης, Ρ. Γιοβαννόπουλος, Ι. Καραβαργιώτη, Α. Ταρπινίδης

 

[...] Κατά την διάταξη του άρθρου 165 Ν 4548/2018, το οποίο από 1.1.2019 έχει αντικαταστήσει τη διάταξη του άρθρου 48 Ν 2190/1920 (θεσμικός νόμος περί ΑΕ): «1. Η εταιρία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον αν: α) κατά τη σύσταση της εταιρίας δεν καταβλήθηκε το κεφάλαιο που ήταν καταβλητέο, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, και εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης, ή β) η εταιρία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο, ή γ) η εταιρία δεν έχει υποβάλλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο (2) τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση. 2. Η αίτηση κοινοποιείται στην εταιρία, εκδικάζεται δε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας. 3. Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρία εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι δύο (2) έως τέσσερις (4) μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων. 4. Η αίτηση για λύση της εταιρίας και η απόφαση που διατάσσει τη λύση της υποβάλλονται στη δημοσιότητα του άρθρου 13». Η ως άνω διάταξη εισήχθη στο θεσμικό νόμο περί ΑΕ 2190/1920 ως άρθρο 48α το πρώτον το έτος 1949 με το Ν 1227/1949, ως τρόπος προαιρετικής διοικητικής ανάκλησης της άδειας σύστασης της εταιρίας («δι’ αποφάσεως του Υπουργού του Εμπορίου»), αποσκοπούσε δε στην εκκαθάριση του μητρώου των ανωνύμων εταιριών από αδρανείς και εγκαταλελειμμένες εταιρίες (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν 1227/1949 δημ. σε Κώδικα Θέμιδος 1949, σελ. 614: «είναι σκόπιμο να εκκαθαρισθή η κατάστασις η αφορώσα τάς ανωνύμους εταιρίας, αι οποίαι κατά τύπον μόνον υφίστάνται, χωρίς να δίδωσιν ουδέν σημείον ζωής και χωρίς ούτε την βασική των υποχρέωσιν την αφορώσαν την κατάρτισιν και την υποβολήν των ισολογισμών των να δύνανται να επιτελέσωσιν»). Εν συνεχεία, κατά τη βασική τροποποίηση του δικαίου της ΑΕ με τον Ν 3604/2007, η εν λόγω περίπτωση λύσης της ΑΕ ενσωματώθηκε στο άρθρο 48, ώστε να λαμβάνει χώρα με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με πιο δε πρόσφατη τροποποίηση του δικαίου αυτού, με τον Ν 4548/2018 το άρθρο αυτό έλαβε νέα αρίθμηση και οι τρεις χρήσεις περιορίστηκαν σε δύο, γεγονός που μαρτυρεί της σπουδαιότητα που αποδίδει ο νομοθέτης στην εταιρική λογοδοσία.

Περαιτέρω, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις, η σύνταξη των οποίων αποτελεί καθήκον του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ (άρθρο 96 παρ. 2 Ν 4548/2018) περιλαμβάνουν σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 Ν 4308/2014 το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 42ο Ν 2190/1920, α) Τον Ισολογισμό ή Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης (Πίνακας), β) Την Κατάσταση Αποτελεσμάτων (Πίνακας), γ) Την Κατάσταση Μεταβολών Καθαρής Θέσης (Πίνακας), δ) Την Κατάσταση Χρηματορρών (Πίνακας) και ε) Το Προσάρτημα (Σημειώσεις). Παρουσιάζουν δε, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εύλογα (εύλογη παρουσίαση), τα αναγνωριζόμενα περιουσιακά στοιχεία (στοιχεία του ενεργητικού), τις υποχρεώσεις, την καθαρή θέση, τα στοιχεία εσόδων, εξόδων, κερδών και ζημιών, καθώς και τις χρηματοροές της εκάστοτε περιόδου. Επομένως, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις απεικονίζουν και αποτυπώνουν την ακριβή χρηματοοικονομική εικόνα της ανώνυμης εταιρίας με σαφήνεια και πληρότητα. Η έγκρισή τους αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1 περ. δ Ν 4548/2018, και συνδέεται με την επιδοκιμασία εκ μέρους της πλειοψηφίας των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας της ορθής αποτύπωσης εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου της οικονομικής κατάστασης και πορείας της εταιρίας και διακρίνεται από την έγκριση της γενικής διαχείρισης της ανώνυμης εταιρίας από το διοικητικό της συμβούλιο, η οποία αφορά στο εάν η εταιρία μπορούσε να επιτύχει καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα, Εξάλλου, με τον Ν 3604/2007 ο εν λόγω έλεγχος έπαψε να είναι διοικητικός και η τήρησή του ανατέθηκε στη δικαστική εξουσία, διότι με τον ανωτέρω νόμο η ανώνυμη εταιρία μπορεί να συσταθεί χωρίς διοικητική σύμπραξη, ώστε δεν ήταν δυνατόν η λύση της να εξακολουθεί να γίνεται με ανάκληση διοικητικής πράξης, όπως γινόταν στο πλαίσιο του ως τότε ισχύοντος δικαίου. Έννομο συμφέρον, για την υποβολή της εν λόγω αίτησης διατηρούν και οι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας. Μάλιστα το δικαίωμά τους αυτό εντάσσεται σε σειρά διατάξεων, που διασφαλίζουν και τα συμφέροντά τους έναντι της ανώνυμης εταιρίας, όπως α) δικαιώματα που αποσκοπούν στην ενημέρωση του μετόχου, όπως το δικαίωμα δέκα μέρες πριν από τη γενική συνέλευση να λάβει κάθε μέτοχος τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της, καθώς και τις σχετικές εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των ελεγκτών κατ’ άρθρο 27 παρ. 1 Ν 2190/1920, το οποίο έχει ήδη μετατραπεί σε υποχρέωση της εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 123 παρ. 1 Ν 4548/2018, το δικαίωμα με αίτηση οποιουδήποτε μετόχου, που υποβάλλεται στην εταιρία πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση να παρέχει το διοικητικό συμβούλιο στη γενική συνέλευση τις αιτούμενες συγκεκριμένες πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρίας, καθώς και τα ποσά που, κατά την τελευταία διετία, καταβλήθηκαν σε κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή τους διευθυντές της εταιρίας, καθώς και κάθε παροχή προς τα πρόσωπα αυτά από οποιαδήποτε αιτία ή σύμβαση της εταιρίας με αυτούς (άρθρο 39 παρ. 4 Ν 2190/1920 και ήδη 141 παρ. 6 Ν 4548/2018), το δικαίωμα των μετόχων να ζητήσουν από το διοικητικό συμβούλιο να παρέχει στη γενική συνέλευση πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας (άρθρο 39 παρ. 5 Ν 2190/1920 και ήδη 141 παρ. 7 Ν 4548/2018) και σε περίπτωση άρνησης η δικαστική επιδίωξη αυτού κατ’ άρθρο 39 παρ. 6 Ν 2190/1920 και ήδη 141 παρ. 8 Ν 4548/2018, β) δικαιώματα που αποσκοπούν στον έλεγχο της διαχείρισης, όπως το δικαίωμα για άσκηση έκτακτου ελέγχου από το μονομελές πρωτοδικείο της εταιρίας κατ’ άρθρο 40 Ν 2190/1920 και ήδη 143 Ν 4548/2018, γ) δικαιώματα που αποσκοπούν στην επιβουλή της βούλησης της μειοψηφίας, όπως το δικαίωμα σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης ή προσθήκης θέματος στην ημερήσια διάταξη (άρθρα 39 παρ. 1 και 2 Ν 2190/1920 και ήδη 141 παρ. 1 και 2 Ν 4548/2018). Ασφαλώς τα δικαιώματα αυτά συναρτώνται και με την υποχρέωση πίστης που υπέχουν οι μέτοχοι προς την ανώνυμη εταιρία και προς τους υπόλοιπους μετόχους, ώστε μοναδικό όριο στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών είναι η μη κατάχρηση δικαιώματος κατά τους γενικούς ορισμούς και προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα (Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες σελ. 407, Λ. Γεωργακόπουλου, Το δίκαιο των εταιριών τ. ΙΙΙ, σελ. 363).

Συνεπώς και το δικαίωμα εκ του άρθρου 48 Ν 2190/1920 και ήδη άρθρου 165 Ν 4548/2018 υπόκειται στον εν λόγω περιορισμό της μη καταχρηστικής του άσκησης από τον έχοντα έννομο συμφέρον. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκησή του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε, η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ Ολ 17/95, 19/98). Η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις (ΑΠ Ολ 34/2005 Nomos). Ακόμη, συνεπώς και ενώ με το Ν 3604/2007 ο έλεγχος δημοσίευσης εγκεκριμένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων της ανώνυμης εταιρίας και η ένεκα της παράλειψης αυτής λύση της έπαψε να είναι διοικητικός και η τήρησή του ανατέθηκε στη δικαστική εξουσία και δη με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μοναδικό, όριο στην άσκηση του δικαιώματος αυτού εξακολουθεί να είναι η μη κατάχρηση δικαιώματος κατά τους γενικούς ορισμούς και προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα (Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες σελ. 407, Α. Γεωργακόπουλου, Το δίκαιο των εταιριών τ. Ill, σελ. 363), όταν ασκείται ως δικαίωμα των μετόχων της ανώνυμης, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν ακόμη και τρίτοι που έχουν έννομο συμφέρον δύνανται να ασκήσουν κύρια παρέμβαση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ώστε ακόμη και στη διαδικασία αυτή ανακύπτει στο στοιχείο της αντιδικίας και στην περίπτωση, συνεπώς, αυτή δύνανται να ασκηθεί κατά της εν λόγω αξίωσης η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αιτούντος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, αφού κατά μείζονα λόγο, μάλιστα, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και κατά δικαιωμάτων που απορρέουν ακόμη και από δημοσίας τάξεως διατάξεις, σημειωτέον μάλιστα ότι, εν προκειμένω, κατά ρητή διάταξη νόμου (άρθρο 165 παρ. 2 Ν 4548/2018) η αίτηση αυτή κοινοποιείται στην εταιρία, ώστε να λάβει γνώση και να ασκήσει τυχόν δικαίωμα παρέμβαση στην δίκη αυτή. Συνεπώς, δεν είναι ορθή η υποστηριζόμενη στη νομολογία (βλ. ΣτΕ 2767/2003 Nomos, ΕφΘεσ 250/2018 Νόμος, ΕφΔυτΜακ 49/2014 Nomos) και σε μερίδα της θεωρίας (I. Βενιέρης σε Ε. Περάκη, Το Δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας (συλλογικό), Τόμος 11, άρθρο 48, σελ. αρ. 34 επ.), άποψη ότι υπάρχει υποχρέωση και όχι δικαίωμα του Δικαστηρίου να διατάξει τη λύση, με την αιτιολογία ότι με την άνω διάταξη τάσσονται κριτήρια αντικειμενικά, των οποίων η συνδρομή αρκεί για τη λύση, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία συνδέεται με την προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συνεπώς δεν επηρεάζεται από τις συντρέχουσες κατά περίπτωση υποκειμενικές συνθήκες, λόγω του σκοπού και της σημασίας για την τήρηση από τις ανώνυμες εταιρίες των περί ισολογισμών αυτών διατάξεων του νόμου, που αποβλέπουν στην κατοχύρωση τόσο των συμφερόντων των μετόχων και του συναλλασσόμενου κοινού, όσο και γενικότερα του όλου θεσμού των εταιριών αυτών και ότι η υποχρέωση αυτή προκύπτει: α) από το γεγονός ότι παρέχεται, εύλογη προθεσμία για την άρση των λόγων λύσης, ώστε το Δικαστήριο που θέλει να αποφύγει τη λύση, ως ύστατο τρόπο αποφυγής της μπορεί μόνο να θέσει την προθεσμία για άρση του λόγου λύσης και β) από το γεγονός ότι η υπόθεση εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή δεν υπάρχει αντιδικία, μόνο επικύρωση μιας κατάστασης μέσω δικαστικής απόφασης. Σημειωτέον δε ότι οι ίδιες οι αποφάσεις της γενικές συνέλευσης της ανώνυμης εταιρίας, όπως η απόφαση περί έγκρισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η παράλειψη λήψης απόφασης (Κιντής, Ακυρότης, σελ. 33 επ.) κατά ρητή επιταγή του νόμου σύμφωνα με το άρθρο 35 α παρ. 2β Ν 2190/1920, όπως εισήχθη με το Ν 3604/2007 για πρώτη φορά και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 2 β Ν 4548/2018 είναι ακυρώσιμες όταν ελήφθησαν κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, όπου καταχρηστική είναι η απόφαση όταν αυτή αντιβαίνει στο εταιρικό συμφέρον, δηλαδή στο συμφέρον του νομικού προσώπου, το οποίο διακρίνεται τόσο από το ατομικό συμφέρον έκαστου μετόχου όσο και από το ομαδικό συμφέρον πλειοψηφίας ή μειοψηφίας (Ν. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρίες, άρθρο 6 παρ. 30, αριθμ. 46, σελ. 273).

Περαιτέρω, ως προς τις ειδικότερες προϋποθέσεις, που το εν λόγω δικαίωμα λύσης της ανώνυμης εταιρίας κατ’ άρθρο 165 Ν 4548/2018 μπορεί να ασκηθεί καταχρηστικά από μέτοχο αυτής, λεκτέο ότι, όπως προαναφέρθηκε, ratio του δικαιώματος λύσης της εταιρίας λόγω μη δημοσίευσης εγκεκριμένων οικονομικών καταστάσεων, ήταν ιστορικά με βάση την αιτιολογική έκθεση Ν 1227/1949, με τον οποίο αυτό θεσπίστηκε, η ανάγκη εκκαθάρισης του μητρώου των ανωνύμων εταιριών από αδρανείς και εγκαταλελειμμένες εταιρίες, ενώ με την πάροδο των ετών επιδιωκόμενος σκοπός κατέστη και η σημασία της τήρησης από τις ανώνυμες εταιρίες των περί ισολογισμών διατάξεων του νόμου, που αποβλέπουν στην κατοχύρωση τόσο των συμφερόντων των μετόχων και του συναλλασσόμενου κοινού, όσο και, γενικότερα, του όλου θεσμού των εταιριών αυτών (βλ. ΣτΕ 2767/2003 Nomos, ΣτΕ 2988/1984 Nomos, ΣτΕ 597/1993 Nomos). Συνεπώς ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος συνίσταται στη διατήρηση μόνο οικονομικά ενεργών εταιριών, τα οικονομικά στοιχεία των οποίων είναι προσβάσιμα και στους μετόχους τους αλλά και στους τρίτους, που επιθυμούν να συναλλαγούν μαζί τους. Ειδικά δε ως προς το δικαίωμα αυτό η μη έγκριση ισολογισμών της ανώνυμης εταιρίας δεν συνιστά από μόνη της κατάχρηση δικαιώματος, όπως επί παραδείγματι όταν οι ισολογισμοί αυτοί έχουν παράνομα καταρτισθεί (Μαστροκώστας, Λύση και εκκαθάριση ΑΕ, σελ. 110), όταν όμως δεν συντρέχει περίπτωση παρανομίας των ετήσιων καταστάσεων και η εταιρία αυτή είναι ενεργή, με υπαρκτή οικονομική δραστηριότητα, την οποία αποτυπώνει ανά έτος σε Ισολογισμούς, τους οποίους φέρει προς έγκριση στη γενική της συνέλευση και δημοσίευση, ώστε να λάβουν γνώση οι τρίτοι, τότε ο μέτοχος που αρνείται να εγκρίνει τους ισολογισμούς αυτούς, είτε για λόγους άσχετους με τους σκοπούς που η έγκριση αφορά και οι οποίοι συνδέονται με διαφορετικές εκτιμήσεις του ιδίου ως προς τις οικονομικές δυνατότητες της εταιρίας, τότε έχει δημιουργήσει ο ίδιος χωρίς, λόγο την αιτία λύσης της εταιρίας, οπότε συντρέχει περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος (Μαστροκώστας, ό.π., σελ. 76), είτε για λόγους τους οποίους μάλιστα, μπορούσε να επιτύχει μέσω της άσκησης άλλων δικαιωμάτων, που προαναφέρθηκαν, όπως πληροφόρησης - ακόμη και δικαστικά επιδιώξιμης - ή διαχειριστικού ελέγχου, οι οποίοι δεν οδηγούν αναπόδραστα σε λύση της εταιρίας, τότε και πάλι συντρέχει περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος, καθώς κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί εκδήλωσή της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει δε την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ τού, εκάστοτε, χρησιμοποιούμενου μέσου και του, αντιστοίχους, επιδίωκομένου σκοπού (ΑΠ 897/2012 Nomos).

Ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του εκθέτει ότι τυγχάνει κάτοχος ποσοστού 50% των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο 24ο χλμ. Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Ν. Μουδανίων. Ότι κάτοχος του έτερου 50% των μετοχών τυγχάνει ο αδερφός του, .... Ότι ο ίδιος δεν μετέχει στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, το οποίο απαρτίζεται από τον αδερφό του και από φίλα προς αυτόν προσκείμενα άτομα. Ότι ο ίδιος διακατέχεται από διαμετρικά αντίθετη επιχειρηματική αντίληψη σε σχέση με τον αδερφό του, όπως η αντίληψη του τελευταίου υλοποιείται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας και η οποία οδηγεί σε συρρίκνωση του δικτύου καταστημάτων ζαχαροπλαστικής, που αυτή εκμεταλλεύεται και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος, ο αιτών αντιτίθεται σε αυτήν. Ότι αποτέλεσμα αυτών των ριζικών διαφωνιών ήταν να μην υπερψηφίσει ο αιτών τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας στις αντίστοιχες τακτικές γενικές συνελεύσεις τριών συνεχών διαχειριστικών χρήσεων και συγκεκριμένα, της 23ης (από 1.7.2014 έως 30.6.2015), της 24ης (από 1.7.2015 έως 30.6.2016) και της 25ης χρήσης (από 1.7.2016 έως 30.6.2017).

Ότι κατά συνέπεια δεν υφίστανται προς καταχώρηση για τρεις, συνεχόμενες χρήσεις εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρίας Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και επικαλούμενος έννομο συμφέρον ως μέτοχος σε ποσοστό 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας, η διατήρηση της οποίας στη συναλλακτική ζωή δεν εξυπηρετεί κανέναν αποδεκτό σκοπό, ζητεί να επικυρωθεί το γεγονός της μη υποβολής των ανωτέρω ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, να διαταχθεί η λύση της εταιρίας και η θέση της σε εκκαθάριση, να κριθεί αιτιολογημένα πως το προβλεπόμενο στο νόμο μέτρο παροχής προθεσμίας προς άρση του ως άνω λόγου λύσης είναι άσκοπο και να οριστούν εκκαθαριστές της εταιρίας οι μοναδικοί της μέτοχοι, ήτοι ο ίδιος ο αιτών και ο αδελφός του .... Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως (άρθρο 48 παρ. 2 του Ν 2190/1920, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν 3604/2007 και 741 επ. του ΚΠολΔ και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. [...]

Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης η αίτηση ανώνυμη εταιρία δεν έχει υποβάλλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις τριών συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση και συγκεκριμένα, της 23ης (από 1.7.2014 έως 30.6.2015), της 24ος (από 1.7.2015 έως 30.6.2016) και της 25ης χρήσης (από 1.7.2016 έως 30.6.2017). Ωστόσο η ένδική αίτηση πρέπει να απορριφθεί, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 165 παρ. 1 Ν 4548/2018 εκ μέρους του αιτούντος, μετόχου της ανώνυμης εταιρίας αναφορικά και με τις τρεις ως άνω χρήσεις, την οποία νομότυπα πρόβαλε με τις προτάσεις της και με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων της δικηγόρων, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης η καθ’ ης η αίτηση και η οποία είναι νόμιμη σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά παρατέθηκαν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας απόφασης, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και σε όσες αναφέρονται σε αυτή.

Ειδικότερα, από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αιτών, προτού ασκήσει το ως άνω δικαίωμα, αναφορικά με τις τρεις προπεριγραφόμενες χρήσεις, α) αναφορικά με την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της 23ης διαχειριστικής χρήσης (από 1.7.2014 έως 30.6.2015), ναι μεν στις 25.06.2015 επέδωσε στα μέλη του Δ.Σ. της καθ’ ης η αίτηση και σε αυτήν την από ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση - αίτηση, με την οποία ζήτησε ως μέτοχος που εκπροσωπεί το 50% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, τη σύγκληση αυτόκλητης έκτακτης γενικής συνέλευσης κατ’ άρθρο 39 παρ. 1 Ν 2190/1920, ως ίσχυε, προκειμένου να παρασχεθούν πληροφορίες για σειρά οικονομικών θεμάτων, μεταξύ των οποίων - κατ’ άρθρο 39 παρ. 5 Ν 2190/1920, ως ίσχυε - και πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 30.6.2015, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα πρόκλησης σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης, ωστόσο κατά το πέρας του ως άνω ημερολογιακού έτους κατά τη γενική συνέλευση της 30.12.2015, όταν και συνεκλήθη η ετήσια τακτική γενική συνέλευση δεν έλαβε χώρα συζήτηση για την έγκριση οικονομικών καταστάσεων 1.7.2014 - 30.6.2015 λόγω αδυναμίας επίτευξης πλειοψηφίας ως προς το προκαταρκτικό διαδικαστικό γεγονός της εκλογής Προεδρείου της γενικής συνέλευσης (σημειωτέον ότι με την αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιριών με το Ν 4548/2018 στο άρθρο 129 παρ. 3 ορίζεται ότι η μη εκλογή ή η μη σύννομη εκλογή προέδρου της γενικής συνέλευσής, δεν επηρεάζουν το κύρος των αποφάσεων της γενικής συνέλευσής, αν δεν συντρέχουν άλλα ελαττώματα Τούτων), καθώς ο αιτών δεν δέχθηκε να εκλεγεί Πρόεδρος ο πληρεξούσιος του ..., μολονότι σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. .../18.12.1991 Πράξης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, ..., που αποτελεί τη σύσταση και καταστατικό της καθ’ ης οι μέτοχοι που έχουν δικαίωμα συμμετοχής στη γενική συνέλευση, μπορούν να αντιπροσωπευθούν σε αυτήν και με πληρεξουσίους. Επιπλέον β) αναφορικά με την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της 23ης διαχειριστικής χρήσης (από 1.7.2014 έως 30.6.2015) και της 24ης διαχειριστικής χρήσης (από 1.7.2015 έως 30.6.2016), ο αιτών ήδη πριν τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης στις 13.12.2016 είχε αποστείλει εξώδικη δήλωση - αίτηση προς το ΔΣ της εταιρίας, ασκώντας το δικαίωμα πληροφόρησης σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4 και 5 Ν 2190/1920. Εν τέλει δε, παρά τις παρασχεθείσες σε αυτόν πληροφορίες από το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας, κατά την από διακοπή τακτική γενική συνέλευση της 14.01.2017 ως προς την έγκριση χρηματοοικονομικών καταστάσεων και ιδίως κατάστασης αποτελεσμάτων της περιόδου 1.7.2014 - 30.6.2015 και κατά την από διακοπή τακτική γενική συνέλευση της 21.2.2017 ως προς την έγκριση χρηματοοικονομικών καταστάσεων και ιδίως κατάστασης, αποτελεσμάτων της περιόδου 1.7.2015 - 30.6.2016, ο αιτών και οι λοιποί παριστάμενοι στη Γ.Σ. για 100 από τις μετοχές του έκαστος, δήλωσαν ότι δεν προσκομίζουν παρατηρήσεις επί των ως άνω πληροφοριών αυτών, δεν εγκρίνουν τις οικονομικές καταστάσεις 1ης χρήσης-αυτής και επιφυλάσσονται να προσκομίσουν εγγράφως την αιτιολογία της ψήφου του στην επόμενη συνεδρίαση, σημειωτέον δε - ότι η έγγραφη αυτή αιτιολογία κατατέθηκε, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί, μετά δεκατρείς μήνες, ήτοι κατά την εκ νέου γενόμενη συνεδρίαση της Γ.Σ. των μετόχων της ως άνω ανώνυμης εταιρίας στις 20.02.2018. Σημειωτέον ότι και στο ανωτέρω στάδιο και πριν την καταψήφιση αυτή, ήταν εφικτή από τον αιτούντα, σε περίπτωση που έκρινε τις παρασχεθείσες πληροφορίες ανεπαρκείς τόσο η δικαστική επιδίωξη αυτών κατ’ άρθρο 39 παρ. 6 Ν 2190/1920 και ήδη 141 παρ. 8 Ν 4548/2018 ή ακόμα σε περίπτωση που έκρινε αυτές και ανακριβείς η άσκηση εκ μέρους του δικαιώματος για άσκηση έκτακτου ελέγχου από το μονομελές πρωτοδικείο τής εταιρίας κατ’ άρθρο 40 Ν 21902190/1920 και ήδη 143 Ν 4548/2018, δικαιώματα τα οποία δεν προκαλούν ως συνέπεια τη λύση της εταιρίας. Τέλος γ) αναφορικά με την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της 23ας διαχειριστικής χρήσης (από 1.7.2014 έως 30.6.2015), της 24ης διαχειριστικής χρήσης (από 1.7.2015 έως 30.06.20.16) και της 25ης διαχειριστικής χρήσης (από 1.7.2016 έως 30.6.2017) κατά τη συνεδρίαση της Γ.Σ. των μετόχων της ως άνω ανώνυμης εταιρίας της 12.01.2018 ο αιτών, δήλωσε ότι δεν προτίθεται να εγκρίνει τις ως άνω χρηματοοικονομικές καταστάσεις, διότι, α) δεν έχει την επαρκή πληροφόρηση που αναλογεί σε έναν μέτοχο, ο οποίος κατέχει το 50% των μετοχών της εταιρίας, αντίθετα η πληροφόρησή του περιορίζεται στα στοιχεία που μπορεί να έχει οποιοσδήποτε τρίτος μέσω των απαιτούμενων κατά νόμο δημοσιεύσεων και ότι το γεγονός αυτό, δυσχεραίνει το σχηματισμό άποψης επί της ορθότητας των οικονομικών καταστάσεων και β) διότι διαφωνεί με την ακολουθούμενη επιχειρηματική στρατηγική της εταιρίας, η οποία μπορεί βραχυπρόθεσμα να αποφέρει κάποια κερδοφορία, η οποία, πάντως, δεν είναι αρκετά για να αποφέρει εισόδημα στους μετόχους, μακροπρόθεσμα, όμως, οδηγεί στη συρρίκνωση της εταιρίας με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να βρεθεί εκτός ανταγωνισμού. Σημειωτέον ότι κατά την εκ νέου γενόμενη συνεδρίαση της Γ.Σ. των μετόχων της ως άνω ανώνυμης εταιρίας στις 08.02.2018 ο αιτών δήλωσε ότι καταψηφίζει τις οικονομικές καταστάσεις για όλες τις υπό κρίση χρήσεις - πέραν των λόγων που παρέθεσε υπό στοιχεία α) και β) κατά τη συνεδρίαση της Γ.Σ. στις 12.01.2018 και επιπλέον διότι γ) υπάρχει συνεχής μείωση του ενεργητικού της επιχείρησης, η οποία από 30.6.2014 έως 30.6.2017 ανέρχεται σε ποσοστό 26%, επομένως η εταιρία έχασε περίπου το 1/4 του ενεργητικού της σε μία τριετία, γεγονός που συνιστά λόγο λήψης έκτακτων μέτρων, τα οποία, λόγω έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης δεν είναι σε θέση να προτείνει δ) σε ότι αφορά τον κύκλο εργασιών της εταιρίας κατά το ίδιο διάστημα μειώθηκε κατά 29% και ε) οι δαπάνες ανάπτυξης είναι μηδενικές στις χρήσεις από 1.7.2015 έως 30,06.2017, ενώ κατά την εκ νέου γενόμενη συνεδρίαση της Γ.Σ. των μετόχων τής ως άνω ανώνυμης εταιρίας στις 20.02.2018 ο αιτών εγχείρισε έγγραφη αιτιολογία της αρνητικής ψήφου του, ή οποία ενσωματώθηκε αυτούσια στο πρακτικό συνέχισης της Γ.Σ. των μετόχων της καθ’ ης η αίτηση, η οποία με βάση λογιστικούς πίνακες αναφορικά με τον κύκλο εργασιών, το σύνολο του ενεργητικού και το επενδυτικό πρόγραμμα, συνηγορεί - κατ’ αυτόν - για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την αδυναμία συνέχισης δραστηριότητας.

Από την επισκόπηση όλων των ανωτέρω αιτιολογιών καταψήφισης της έγκρισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων των προαναφερομένων διαχειριστικών χρήσεων από τον αιτούντα αποδείχθηκε ότι αναφορικά με την αιτιολογία έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης, αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ήταν εφικτό να επιδιωχθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 39 παρ. 6 Ν 2190/1920 και ήδη 141 παρ. 8 Ν 4548/2018 ή ακόμα σε περίπτωση που έκρινε τις παρασχεθείσες πληροφορίες και ανακριβείς να ζητήσει έκτακτο έλεγχο, από το μονομελές πρωτοδικείο της εταιρίας κατ’ άρθρο 40 Ν 2190/1920 και ήδη 143 Ν. 4548/2018, δικαιώματα τα οποία δεν προκαλούν ως συνέπεια τη λύση της εταιρίας, συνεπώς συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του κρινόμενου δικαιώματος από τον αιτούντα για το λόγο αυτό, καθώς κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει δε την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ τού, εκάστοτε, χρησιμοποιούμενου μέσου, και του, αντιστοίχως, επιδιωκόμενου σκοπού (ΑΠ 897/2012 Nomos).

Εν προκειμένω η ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της πληροφόρησης του αιτούντος, ήταν δυνατή με την άσκηση άλλων δικαιωμάτων, το δε μέσο, με το οποίο αυτό ασκήθηκε, ήτοι η καταψήφιση χρηματοοικονομικών καταστάσεων και εν συνεχεία η αίτηση για λύση της εταιρίας λόγω αυτής της καταψήφισης τελούν σε νομική και πραγματική δυσαναλογία με το δικαίωμα πληροφόρησης.

Εξάλλου και οι λοιπές αιτιολογίες για την εν λόγω καταψήφιση, ήτοι η διαφωνία με την ακολουθούμενη επιχειρηματική στρατηγική της εταιρίας η συνεχής μείωση του ενεργητικού και του κύκλου εργασιών της εταιρίας: και οι μηδενικές δαπάνες ανάπτυξης είναι πλήρως αποσυνδεδεμένες νομικά με την έννοια των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 Ν 4308/2014, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 42α Ν 2190/1920, α) Τον Ισολογισμό ή Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης (Πίνακας), β) Την Κατάσταση Αποτελεσμάτων (Πίνακας), γ) Την Κατάσταση Μεταβολών Καθαρής Θέσης (Πίνακας), δ) Την Κατάσταση Χρηματοροών (Πίνακας) και ε) Το Προσάρτημα (Σημειώσεις) και παρουσιάζουν σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, εύλογα (εύλογη παρουσίαση), τα αναγνωριζόμενα περιουσιακά στοιχεία (στοιχεία του ενεργητικού), τις υποχρεώσεις, την καθαρή θέση, τα στοιχεία εσόδων, εξόδων, κερδών και ζημιών, καθώς και τις χρηματοροές της εκάστοτε περιόδου. Επομένως, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις απεικονίζουν και αποτυπώνουν την ακριβή χρηματοοικονομική εικόνα τής ανώνυμης εταιρίας με σαφήνεια και πληρότητα και συνεπώς η ως άνω διαδικασία συνδέεται με την επιδοκιμασία εκ μέρους της πλειοψηφίας των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας της ορθής αποτύπωσης εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου της οικονομικής κατάστασης και πορείας της εταιρίας και δεν συνδέεται με την έγκριση της γενικής διαχείρισης της ανώνυμης εταιρίας από το διοικητικό της συμβούλιο, η οποία αφορά στο εάν η εταιρία μπορούσε να επιτύχει καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα. Σημειωτέον, τέλος, ότι και η τελευταία αιτιολογία της αρνητικής ψήφου του αιτούντος, η οποία με βάση λογιστικούς πίνακες, αναφορικά με τον κύκλο εργασιών, το σύνολο του ενεργητικού και το επενδυτικό πρόγραμμα, συνηγορεί - κατ’ αυτόν για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την αδυναμία συνέχισης δραστηριότητας, αποτελεί μεν παράμετρο, η οποία ενσωματώνεται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις των ανωνύμων εταιριών (λήψη έκτακτων μέτρων), σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, που εφαρμόζονται και στην Ελλάδα σύμφωνα με τον Κανονισμό 1126/2008 Ε.Ε. (υιοθέτηση διεθνών λογιστικών προτύπων), ωστόσο και αυτή συνδέεται με μελλοντική πρόβλεψη λήψης μέτρων με βάση αποτυπωμένα οικονομικά αποτελέσματα και όχι με αμφισβήτηση του υπόλοιπου περιεχομένου των χρηματοοικονομικών καταστάσεων. Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο αιτών εκθέτει στην αίτησή του ότι η αιτία της μη ψήφισης των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων είναι ότι ο ίδιος διακατέχεται από διαμετρικά αντίθετη επιχειρηματική αντίληψη σε σχέση με τον αδερφό του, όπως η αντίληψη του τελευταίου υλοποιείται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας και η οποία - κατά τον αιτούντα - οδηγεί σε συρρίκνωσή του δικτύου καταστημάτων ζαχαροπλαστικής, που αυτή εκμεταλλεύεται και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο αιτών αντιτίθεται σε αυτήν.

Συνεπώς οι ανωτέρω (μετά το δικαίωμα πληροφόρησης) λόγοι δεν συνδέονται με το αντικείμενο των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και, ειδικότερα, με την ορθή αποτύπωση των πεπραγμένων της καθ’ ης η αίτηση. Καθόσον, μάλιστα, ratio του δικαιώματος λύσης της εταιρίας λόγω μη δημοσίευσης εγκεκριμένων οικονομικών καταστάσεων, ήταν ιστορικά με βάση την αιτιολογική έκθεση Ν 1227/1949, με τον οποίο αυτό θεσπίστηκε, η ανάγκη εκκαθάρισης του μητρώου των ανωνύμων εταιριών από αδρανείς και εγκαταλελειμμένες εταιρίες, ενώ με την πάροδο των ετών επιδιωκόμενος σκοπός κατέστη και η σημασία της τήρησης από τις ανώνυμες εταιρίες των περί ισολογισμών διατάξεων του νόμου, που αποβλέπουν στην κατοχύρωση τόσο των συμφερόντων των μετόχων και του συναλλασσομέναυ κοινού, όσο και, γενικότερα, του όλου θεσμού των εταιριών αυτών (βλ. ΣτΕ 2767/2003 Nomos, ΣτΕ 2988/1984 Nomos, ΣτΕ 597/1993 Nomos), ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος λύσης της εταιρίας για το λόγο αυτό συνίσταται στη διατήρηση μόνο οικονομικά ενεργών εταιριών, τα οικονομικά στοιχεία των οποίων είναι προσβάσιμα και στους μετόχους τους αλλά και στους τρίτους, που επιθυμούν να συναλλαγούν μαζί τους, σημειωτέον ότι οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις (μη εγκεκριμένες) της καθ’ ης η αίτηση της περιόδου 01,07.20.14 - 30.6.2015 καταχωρήθηκαν στο ΓΕΜΗ (βλ. υπ’ αριθμ. 1975/15.04.2016 ανακοίνωση ΓΕΜΗ), ομοίως και οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της περιόδου 1.7.2015 - 30.6.2016 τόσο αυτές όσο και ορθή επανάληψη αυτών (βλ. υπ’ αριθμ. ........./01.12.2016 και ............/16.06.2017 ανακοινώσεις ΓΕΜΗ), ενώ οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της περιόδου 1.7.2015 - 30.6.2017 αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα της καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρίας (βλ. σχετικό υπ’ αριθμ. 48 καθ’ ης η αίτηση). Επίσης αυτή είναι μία ιδιαίτερα ενεργή οικονομικό εταιρία, η οποία απασχολεί μέχρι και τη συζήτηση της αίτησης σαράντα έξι εργαζομένους και η οποία κατά την τελευταία εγκεκριμένη διαχειριστική χρήση (10.07.2013 -30.6.2014) είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) 2.742.365,99 ευρώ (βλ. υπ’ αριθμ. ......./06.02.2015 ανακοίνωση ΓΕΜΗ), συνεπώς δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αδρανή εταιρία.

Συνεπώς, ως προς το δικαίωμα του αιτούντος να μην εγκρίνει τους ισολογισμούς τριών διαχειριστικών χρήσεων της καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρίας και με την ένδικη αίτηση να ζητά τη λύση της εταιρίας για το λόγο αυτό συνιστά, ενόψει των ανωτέρω, κατάχρηση δικαιώματος, καθώς μάλιστα δεν συντρέχει και περίπτωση παρανομίας των ετήσιων καταστάσεων και η εταιρία αυτή είναι ενεργή, με υπαρκτή οικονομική δραστηριότητα, την οποία αποτυπώνει ανά έτος σε ισολογισμούς, τους οποίους φέρει προς έγκριση στη γενική της συνέλευση και δημοσίευση, ώστε να λάβουν γνώση οι τρίτοι, συνεπώς ο αιτών, αρνούμενος να εγκρίνει τους ισολογισμούς αυτούς, αφενός για λόγους τους οποίους μπορούσε να επιτύχει μέσω της άσκησης άλλων δικαιωμάτων, που προαναφέρθηκαν, όπως πληροφόρησης δικαστικά επιδιώξιμης ακόμη και δικαστικού διαχειριστικού ελέγχου, οι οποίοι δεν οδηγούν αναπόδραστα σε λύση της εταιρίας, αφετέρου για λόγους άσχετους με τους σκοπούς που η έγκριση αφορά και οι οποίοι συνδέονται με διαφορετικές εκτιμήσεις του ιδίου ως προς τις οικονομικές δυνατότητες της εταιρίας, έχει δημιουργήσει ο ίδιος χωρίς λόγο την αιτία λύσης της εταιρίας, οπότε συντρέχει περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος. Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση, ο δε αιτών πρέπει να καταδικασθεί (άρθρα 176 και 182 παρ. 1 ΚΠολΔ) στα έξοδα των προσθέτως παρεμβαινόντων.

 

(Απορρίπτει την αίτηση.)