ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 6/2020

 

Πρόεδρος: Χ. Λαγανάς, Πάρεδρος Πρωτοδικείου

Δικηγόροι: Α. Αποστολάκης, Α. Τζήκας

 

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 Συντ. και 8 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων εκείνων, που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο το ίδιο κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός της ερωτικής ζωής, των ζητημάτων υγείας και της οικογενειακής ζωής του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή (ΑΠ Ολ 1/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την πάγια νομολογία του, το ΕΔΔΑ, απορρίπτοντας τη σχηματική διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής και δεχόμενο ότι υπάρχει μια ζώνη αλληλεπίδρασης των ατόμων ακόμη και σε δημόσιο πλαίσιο, η οποία εμπίπτει στο πεδίο του ιδιωτικού βίου, έχει αποφανθεί ότι η έννοια της ιδιωτικής ζωής δεν είναι επιδεκτική ενός εξαντλητικού ορισμού, αλλ’ αντιθέτως δύναται να καλύπτει την ανάπτυξη του ατόμου τόσο από πλευράς ιδιωτικής αυτονομίας όσο και προσωπικότητας. Ειδικότερα, με την από 05-09-2017 απόφασή του επί της υπόθεσης ................. κατά Ρουμανίας, το ΕΔΔΑ, αναφερόμενο στο ήδη διαμορφωμένο από τη νομολογία του κριτήριο της «εύλογης προστασίας της ιδιωτικότητας» [ΕΔΔΑ 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας (Αριθμός Προσφυγής ................), δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], δέχεται ότι κρίσιμο νομικό ζήτημα σε υποθέσεις που αφορούν σε παρακολούθηση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας αποτελεί, καταρχάς, το κατά πόσο ο εργαζόμενος διαθέτει μια εύλογη προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής ζωής του, για την οποία κρίσιμη είναι η έγκαιρη ενημέρωσή του για τους εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας. ’λλωστε, θα ήταν υπερβολική μία συστολή του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σε έναν στενό κύκλο δραστηριοτήτων, αποκλείοντας οιαδήποτε εξωτερική συναναστροφή. Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι, δαπανώντας ένα σημαντικό τμήμα του χρόνου τους στο χώρο εργασίας, ευλόγως προσδοκούν την προστασία της ιδιωτικότητάς τους και στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας, πολύ δε περισσότερο υπό τις σύγχρονες συνθήκες εργασίας όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου, δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής (όρια συχνά δυσδιάκριτα και διαρκώς μεταβαλλόμενα), αντιστοιχούν, κάθε φορά, στη φύση και την ποιότητα των σχέσεων του ατόμου με τους άλλους, την κοινωνία και το Κράτος, καθώς και τη θέση και αξία του μέσα σε αυτά (Λ. Μήτρου, Ιδιωτικότητα, προσωπικά δεδομένα και εργασιακές σχέσεις, ΕΕργΔ 2017, σελ. 139-140). Πρόκριση αντίθετης εκδοχής θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα να θεωρείται ότι οι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν το δικαίωμά τους για προστασία της ιδιωτικής τους ζωής και προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων κάθε πρωί στην είσοδο του τόπου εργασίας τους. Η δε εύλογη αυτή προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής τους ζωής δεν αίρεται από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν εξοπλισμό, συσκευές επικοινωνιών ή οποιεσδήποτε άλλες επαγγελματικές εγκαταστάσεις του εργοδότη ή ότι ΅ία ηλεκτρονική επιστολή έχει αποσταλεί από εταιρική διεύθυνση αλληλογραφίας, καθώς το γεγονός αυτό δεν οδηγεί σε απε΅πόληση του δικαιώ΅ατος στον ιδιωτικό βίο [ΕΔΔΑ 14.5.2019, ...................... κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ....................), παρ. 25, ΕΔΔΑ 3.4.2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ..................), ΕΔΔΑ 25.6.1997, .................. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ......................), όλες δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], ούτε βεβαίως ΅πορεί να γίνει δεκτό ότι τα δεδο΅ένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζο΅ένων, που παράγονται ΅ε τη χρήση των εταιρικών ΅έσων επικοινωνιών συνιστούν «ιδιοκτησία» ή «περιουσία» του εργοδότη, επειδή αυτός τυγχάνει ο ιδιοκτήτης των ανωτέρω ΅έσων επικοινωνίας, προσέγγιση που δεν υιοθετείται, άλλωστε, από τη νο΅ολογία των Δικαστηρίων της Ε.Ε. (ΑΠΔΠΧ ................/2019, δημοσ. σε www.dpa.gr). Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικότητας των εργαζομένων δεν δύναται να οδηγήσει στην έλλειψη ελέγχου του τρόπου παροχής της εργασίας τους. Ο εργοδότης έχει εύλογα συμφέροντα, τα οποία επίσης χρήζουν διαφύλαξης, κατόπιν στάθμισης με τα δικαιώματα του εργαζομένου. Ως εκ τούτου, η ιδιωτικότητα στον χώρο εργασίας δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος μεταφέρει στον χώρο εργασίας του την «ησυχία» που ενδεχομένως απολαμβάνει στην οικία του, αλλ’ αντιθέτως, ότι καταλείπεται σ’ αυτόν κάποιος χώρος προσωπικής δράσης [Φ. ..................., Facebook εν ώρα εργασίας, ΕφημΔΔ 2011, 205 επ. (206)]. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 8 ΕΣΔΑ εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής ζωής εν ευρεία εννοία, η οποία -μεταξύ άλλων- περιλαμβάνει στο κανονιστικό της βεληνεκές και την έννοια της «ιδιωτικής κοινωνικής ζωής», τη δυνατότητα δηλαδή του ατόμου να αναπτύξει την κοινωνική του ταυτότητα μέσω της επαφής και επικοινωνίας με άλλα πρόσωπα [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ............... κατά Ρουμανίας (Αριθ. Προσφυγής .................), παρ. 70, ΕΔΔΑ 26.7.2007,................ κατά Βουλγαρίας (Αριθ. Προσφυγής ...............), ΕΔΔΑ 3.4.2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου ο.π., ΕΔΔΑ 25.6.1997, Halford κατά Ηνωμένου Βασιλείου ο.π., ΕΔΔΑ 16.12.1992 ............... κατά Γερμανίας (Αριθ. Προσφυγής ................., παρ. 29), όλες δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int]. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ, αντιλαμβανόμενο ότι μία άκαμπτη εξάρτηση της εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ από το εάν ο εργαζόμενος διαθέτει «εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας» συνοδεύεται από τον ελλοχεύοντα κίνδυνο να αποκλεισθεί η παρεχόμενη από την ΕΣΔΑ προστασία σε περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος έχει ρητώς και σαφώς ενημερωθεί για τα εισαχθέντα από τον εργοδότη μέτρα παρακολούθησης, ακόμη κι αν αυτά στερούνται οιασδήποτε δικαιολογητικής βάσης, νομιμότητας ή αναλογικότητας, με την προαναφερθείσα απόφασή του επί της υπόθεσης ...................... κατά Ρουμανίας υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία του ατόμου δεν μπορεί να συρρικνωθεί. Ως εκ τούτου, είναι δυνατή η in concreto εφαρμογή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και σε περιπτώσεις που δεν πληρούν το ως άνω κριτήριο [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ................... κατά Ρουμανίας, ο.π., παρ. 80, Ι. Κούβακας, Παρατηρήσεις στην απόφαση ΕΔΔΑ Bărbulescu κατά Ρουμανίας, ΕΕυρΔ 4/2017, σελ. 505 επ. (509-510)].

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 Α του Συντ., καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει. Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή το δικαίωμα του λεγόμενου «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» ή «αυτοδιάθεσης των πληροφοριών». Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνο εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες (ΑΠ Ολ 1/2017 ο.π., ΣτΕ 1616/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής, επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το Ν 2472/1997, προστατευτέα προσωπικά δεδομένα είναι μόνον όσα αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα. Τούτο συνάγεται από τις περ. α' και γ', αντιστοίχως, του άρθρου 2 του Ν 2472/1997, οι οποίες ορίζουν ως προσωπικά δεδομένα «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων» και ως «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ' του ως άνω Ν 2472/1997 ως «επεξεργασία» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή» (ΑΠ Ολ 1/2017 ο.π., ΑΠ 474/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πρόσβαση από τον εργοδότη σε αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα στον υπολογιστή του εργαζομένου συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. δ’ Ν 2472/1997 (ΑΠΔΠΧ ................, ΑΠΔΠΧ ........, αμφότερες δημοσ. σε www.dpa.gr). Εξάλλου, ως δικαίωμα αλλά και ως συνιστώσα της διαμόρφωσης της εργασιακής σχέσης και του αντίστοιχου περιβάλλοντος, η προστασία προσωπικών δεδομένων σχετίζεται -εκτός από την προστασία του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 Συντ.)- άρρηκτα με την προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.). Έτσι, η προστασία δεδομένων εκφράζεται ως αξίωση να μην καθίσταται το άτομο ένα σύνολο δεδομένων προς επεξεργασία ή προς συναλλαγή. Στην αξία του ανθρώπου ανήκει η ελευθερία της επικοινωνίας σε σχέση και με τις πληροφορίες που ανταλλάσσει. Η εσωτερική ολοκλήρωση ενός ανθρώπου προϋποθέτει μεταξύ άλλων την ελευθερία της επικοινωνίας, την ελευθερία στην παροχή και πρόσληψη πληροφοριών. Η καταγραφή προσωπικών πληροφοριών (με σκοπό τον έλεγχο και τη χειραγώγηση) προσβάλλει αυτήν καθεαυτή την αξία του (Λ. Μήτρου, ό.π., σελ. 143). Η προστασία προσωπικών δεδομένων τελεί επίσης σε στενή σχέση με την προστασία και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος καθίσταται προσωπικότητα μέσα σε μία διαδικασία αυτοπαρουσίασης και ανάπτυξης του εαυτού του, που ολοκληρώνεται εντός του πλαισίου της κοινωνικής επικοινωνίας, έχει την ανάγκη μίας σφαίρας δράσης που αποδίδεται σε αυτόν και την οποία χρειάζεται να ελέγχει, ώστε να εκδηλώνεται ο ίδιος ως προσωπικότητα, ως συνειδητή ατομικότητα. Το δικαίωμα στην αυτοκαθοριζόμενη ζωή και πληροφορία αποτελεί βασική συνιστώσα του γενικού δικαιώματος της ανάπτυξης της προσωπικότητας. Αναφορικά με την προσωπικότητα του εργαζομένου, αυτή περιλαμβάνει το σύνολο των καταστάσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιαιτερότητά του ως ελλόγου και συνειδητού όντος και κατοχυρώνουν την ευχέρειά του να ολοκληρώνει τη σωματική, ψυχική, πνευματική, ηθική και κοινωνική του υπόσταση με την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Η συνταγματική προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων συνάγεται εμμέσως από τον συνδυασμό των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 (αξία του ανθρώπου), 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), 22 παρ. 1 (δικαίωμα στην εργασία), 25 παρ. 1 (αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου), 106 παρ. 2 (αξιοπρέπεια ως όριο της οικονομικής πρωτοβουλίας) και καλύπτει όλα τα στάδια της εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, από τη σύσταση έως τη λύση αυτής. Το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του εργαζομένου εντοπίζεται στον πυρήνα του δικαιώματος και της προστασίας της προσωπικότητας στη σχέση εργασίας, αντικείμενο της οποίας είναι η εικόνα, η ομιλία (υπό την έννοια του λόγου), η ηθική υπόσταση (αξιοπρέπεια, τιμή, υπόληψη), η ελευθερία της επικοινωνίας, της συναναστροφής και της σύναψης σχέσεων με άλλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προσβολής της προσωπικότητας συνιστά η παρακολούθηση με τεχνικά μέσα με σκοπό την κατάργηση κάθε αυτονομίας του εργαζομένου και την εξαντλητική επιτήρηση και περιχαράκωση των κινήσεών του κατά τη διάρκεια της παροχής εργασίας. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει εναργώς τη σχέση της προστασίας της προσωπικότητας με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η «κατόπτευση» διαφόρων πτυχών της ζωής ενός ατόμου έχει ως άμεση συνέπεια ότι αυτός που συλλέγει και επεξεργάζεται πληροφορίες μπορεί μέσω αυτών (των πληροφοριών) να επεμβαίνει δραστικά στη ζωή των άλλων, επιστρατεύοντας τεχνολογικές εφαρμογές που προσδιορίζουν και περιορίζουν συμπεριφορές, με προφανή συνέπεια τον περιορισμό της αυτονομίας του προσώπου και, σε τελευταία ανάλυση, την προσβολή της αξίας του. Η προσωπικότητα καθίσταται έτσι προβλέψιμη, ένα μέρος της ατομικότητας (και όχι μόνο του ιδιωτικού βίου) και της ελευθερίας προγραμματισμού της ζωής και δράσης κάθε προσώπου αναιρείται και το πρόσωπο γίνεται «αντικείμενο» των συμφερόντων και επιδιώξεων των άλλων. Τα δε ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της Πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντ. τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ’ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου (ΑΠ Ολ 1/2017 ό.π.).

ΙII. Όπως είναι εύλογο, τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, δύνανται και αυτά να περιορισθούν εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και εάν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. κατοχυρώνει πλέον ρητά. Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από το νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Συνεπεία των ανωτέρω και το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι απορρέουν από την ανάγκη ικανοποίησης άλλων δικαιωμάτων ή εννόμων συμφερόντων ή το δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α΄, β΄ και γ΄ του Ν 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα «για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας». Έτσι ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων επιτρέπεται αποκλειστικά καταρχήν για τους σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και την οργάνωση της εργασίας. Η διαπίστωση της συμβατότητας μεταξύ της συλλεγόμενης πληροφορίας και της σχέσης απασχόλησης δεν μπορεί να γίνει σε αφηρημένη βάση αλλά θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά στάθμιση in concreto των συμφερόντων των εργαζομένων και των δικαιωμάτων των εργοδοτών, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως το είδος της εργασίας για την οποία γίνεται η συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ή το εάν η συλλογή και επεξεργασία γίνεται κατά το στάδιο της πρόσληψης ή το στάδιο της λειτουργίας της σχέσης εργασίας. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά χρειάζονται, ενόψει των σκοπών επεξεργασίας. Η συλλογή και επεξεργασία πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο στην προσωπική ζωή του εργαζόμενου με ηπιότερα μέσα επίτευξης του σκοπού για τον οποίο συγκεντρώνονται οι πληροφορίες. Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία θα πρέπει να διενεργείται για το σκοπό για τη θεραπεία του οποίου αποσκοπεί και όχι για άλλο σκοπό (ΑΠ Ολ 1/2017 ό.π.). Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2472/1997 ορίζει ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 2 περ. ια΄ του Ν 2472/1997, ως «συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων νοείται κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή, και εν πλήρει επιγνώσει, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, γυμνή επίκληση της συγκατάθεσης του εργαζομένου δεν μπορεί να νομιμοποιήσει a priori την επεξεργασία δεδομένων, καθώς θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το στοιχείο της εξάρτησης που -αναμφίβολα- απαντά στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας (Οδηγία ..../2001 ΑΔΠΧ). Η πραγματική βάση των εργασιακών σχέσεων και η -κατά κανόνα- εγγενής ανισότητα των μερών (με τη σημείωση εν προκειμένω ότι η υπεροπλία του ενός μέρους δεν αναφέρεται πάντοτε στην πλευρά του εργοδότη, αλλ’ αντιθέτως μπορεί αυτή να αφορά και στον ίδιο τον εργαζόμενο, ιδίως όταν αυτός τυγχάνει ένας περιζήτητος στην αγορά μισθωτός, ο οποίος διαθέτει πολύ ισχυρή εξειδίκευση και δύναται να διαθέτει τον πρώτο λόγο κατά το στάδιο της διαπραγμάτευσης και της διαμόρφωσης των όρων της οικείας σύμβασης εργασίας του) οδηγεί στην ανάγκη in concreto ελέγχου ως προς το εάν αναιρείται η συγκατάθεση ως κύρια έκφραση της αυτοδιάθεσης, του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού του προσώπου. Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων από τον εργοδότη δεν εκκινεί απλώς από τη σχέση εξάρτησης αλλά την ενισχύει, καθώς η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων διευρύνει τις δυνατότητες και ευκαιρίες του εργοδότη να τους ελέγξει, ενισχύει τη δυνατότητά του να επηρεάσει τη συμπεριφορά τους και κατ’ αποτέλεσμα αυξάνει την εξάρτηση των εργαζομένων από τον εργοδότη. Η διαπίστωση αυτή συμπροσδιορίζει την αντιμετώπιση των ζητημάτων που ανακύπτουν σε σχέση με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων και κατά συνέπεια αφορά όχι μόνο στη νομική βάση της επεξεργασίας αλλά και στην αξιολόγηση και στάθμιση των συμφερόντων και των δικαιωμάτων εργαζομένων και εργοδοτών. Η θεμελίωση στη συγκατάθεση θα πρέπει να περιοριστεί στις περιπτώσεις, όπου ο εργαζόμενος έχει μία γνήσια ελεύθερη επιλογή και μπορεί να ανακαλέσει την συγκατάθεσή του χωρίς επιπτώσεις. Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου, δεν είναι άκαμπτος. Έτσι, ο ίδιος ο Ν 2472/1997 -ο οποίος επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την Οδηγία 95/46/ΕΚ- ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 2 α' έως ε' ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, όταν αυτή «…είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας (...) και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Το στοιχείο της στάθμισης ενυπάρχει δηλαδή ήδη στη ρύθμιση του νόμου που θεμελιώνει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και στο έννομο συμφέρον του προσώπου που επεξεργάζεται δεδομένα. Έτσι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγόρευσης της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού και της ικανοποίησης λοιπών συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΑΠ Ολ 1/2017 ό.π.), όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.) και της επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρα 5 και 106 παρ. 2 Συντ.). Τέτοιο έννομο συμφέρον αποτελεί η άσκηση της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη καθώς και η άσκηση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου και ιδίως η περίπτωση, κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος. Θεσμικό λοιπόν κριτήριο προσδιορισμού και περιορισμού του δικαιώματος αποτελεί η αρχή της αναλογικότητας κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ Συντ.. Εξάλλου, οι υπερεθνικοί κανόνες προστασίας δεδομένων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ όπως και το άρθρο 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέτουν όρους και όρια στους περιορισμούς του δικαιώματος χάριν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων ή των λόγων δημοσίου συμφέροντος που απαριθμούν και με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ διαγράφεται μια σειρά θεμελιακών αρχών, οι οποίες συνθέτουν ένα minimum προστασίας για τους εργαζομένους στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να ρυθμίζουν το ζήτημα της παρακολούθησης στο χώρο εργασίας. Ειδικότερα, δεδομένης της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας στο συγκεκριμένο τομέα, κομβικό ρόλο στην αποφυγή ενδεχόμενων παραβιάσεων διαδραματίζουν, μεταξύ άλλων, οι αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, κατά τη διερεύνηση της συμβατότητας μέτρων παρακολούθησης των εργαζομένων προς τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ καθίσταται αναγκαίο να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψιν τα εξής: (α) η ύπαρξη πρότερης και ρητής ειδοποίησης του εργαζομένου από τον εργοδότη για την πιθανότητα λήψης ή εφαρμογής μέτρων παρακολούθησης, (β) η έκταση της παρακολούθησης και ο βαθμός παρέμβασης στην ιδιωτικότητα των εργαζόμενων, καθώς και η διάκριση μεταξύ αφενός δεδομένων κίνησης/ροής και αφετέρου δεδομένων θέσης/περιεχομένου (metadata), της ιδιωτικής τους επικοινωνίας, δηλαδή δεδομένων που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις επικοινωνίες και συμβάλλουν στην αναγνώριση του χρήστη. Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο όλες ή μόνο μέρος της επικοινωνίας του εργαζομένου παρακολουθείται, το κατά ποσό υφίσταται χρονικός περιορισμός για την παρακολούθηση αυτή, ενώ επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο αριθμός των ατόμων που έχουν πρόσβαση στα σχετικά στοιχεία [βλ. και ΕΔΔΑ 5.10.2010, ............... κατά Γερμανίας, (Αριθ. Προσφυγής ..........), δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], (γ) η νομιμότητα του σκοπού, τον οποίο εξυπηρετεί η εισαγωγή των επίμαχων μέτρων, κατά πόσο δηλαδή ο εργοδότης έχει παράσχει επαρκείς και δικαιολογημένους λόγους για την παρακολούθηση της επικοινωνίας των εργαζομένων, οι οποίοι έχουν επί της ουσίας αξιολογηθεί. Ειδικότερα, στο βαθμό που η παρακολούθηση του περιεχομένου της επικοινωνίας των εργαζομένων συνιστά μια πολύ πιο παρεμβατική μέθοδο παρακολούθησης, απαιτείται στην περίπτωση αυτή μια ειδικότερη σε βαρύτητα αιτιολογία, (δ) η ύπαρξη λιγότερο επαχθών από την παρακολούθηση μέτρων επιτήρησης. Ειδικότερα, θα πρέπει να αξιολογείται, στο πλαίσιο των ειδικών περιστάσεων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, το κατά πόσο οι επιδιωκόμενοι από τον εργοδότη σκοποί θα μπορούσαν να έχουν επιτευχθεί χωρίς την άμεση παρέμβασή του στο πλήρες περιεχόμενο των ιδιωτικών επικοινωνιών του εργαζομένου, (ε) οι συνέπειες της επίμαχης παρακολούθησης για τους εργαζόμενους και ειδικότερα η σχέση μεταξύ των επιδιωκόμενων με την παρακολούθηση σκοπών και των αποτελεσμάτων που αυτή επέφερε (το κατά πόσο δηλαδή χρησιμοποιήθηκαν τα συλλεγέντα στοιχεία για την εξυπηρέτηση ή όχι των επιδιωκόμενων σκοπών), (στ΄) το κατά πόσο έχουν παρασχεθεί στους εργαζομένους όλες οι αναγκαίες εγγυήσεις προστασίας της ιδιωτικής τους ζωής, ειδικότερα στις περιπτώσεις ιδιαίτερα παρεμβατικής παρακολούθησης. Τέτοιες εγγυήσεις θα πρέπει ειδικότερα να διασφαλίσουν ότι ο εργοδότης δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης στο ουσιαστικό περιεχόμενο των ιδιωτικών επικοινωνιών του εργαζομένου χωρίς ο τελευταίος να έχει ειδοποιηθεί ρητώς και εκ των προτέρων για ένα τέτοιο ενδεχόμενο [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ................. κατά Ρουμανίας, ό.π., παρ. 121-122. Βλ. και Χ. Ακριβοπούλου, ΕΔΔΑ ................ κατά Ρουμανίας και τα όρια της παρακολούθησης των εργαζομένων στο χώρο εργασίας, ΤοΣ 2017, σελ. 1015 επ. (1019-1020)]. Σημειωτέον δε, ότι η υποχρέωση της προηγουμένης ενημέρωσης του υποκειμένου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, κατά το στάδιο της συλλογής των δεδομένων, ακόμα κι αν επιτρέπεται η επεξεργασία χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, στις περιπτώσεις, δηλαδή, που κάμπτεται ο κανόνας της προηγούμενης συγκατάθεσης για το επιτρεπτό της επεξεργασίας (άρθρο 5 παρ. 2 Ν 2472/1997). Το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τη δυνατότητά του να συγκατατεθεί για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Αυτός είναι και ο τελολογικός και συστηματικός σκοπός της ύπαρξης του άρθρου 11 του ίδιου νόμου, άλλως θα αρκούσε η αναφορά της υποχρέωσης προς ενημέρωση στο προμνησθέν άρθρο 2 περ. ια'. Κατά την πρόβλεψη του νόμου, η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με τρόπο πρόσφορο, που θα διασφαλίζει ότι το υποκείμενο των δεδομένων θα λαμβάνει πράγματι γνώση των στοιχείων που την απαρτίζουν, και σαφή, που θα επιτρέπει στο υποκείμενο των δεδομένων να έχει μια σαφή εικόνα για τα στοιχεία που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αόριστες, παραπλανητικές ή γενικόλογες αναφορές, ιδίως για το είδος της χρήσης των συλλεγόμενων δεδομένων ή για τους αποδέκτες αυτών, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου (ΑΠ 171/2019 ΕφΑΔΠολΔ 2019, 783).

IV. Εξάλλου, ο εργοδότης μπορεί επίσης από την πλευρά του να επικαλεστεί δικαιώματα και έννομα συμφέροντα που θεμελιώνουν την επεξεργασία δεδομένων που αφορούν τους εργαζομένους. Στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος ο εργοδότης έχει την ελευθερία να λαμβάνει κάθε μέτρο που σχετίζεται με την παροχή της εργασίας, το οποίο κρίνει κατάλληλο για την εύρυθμη οργάνωση της επιχείρησης. Η ίδια, άλλωστε, η οργάνωση και διεύθυνση της εργασίας προϋποθέτει επεξεργασία δεδομένων και άσκηση ελέγχου επί του χώρου εργασίας και των τρόπων που αυτή παρέχεται, στα οποία εντάσσονται ο έλεγχος της εκπλήρωσης της εργασίας και η τήρηση των ειδικότερων συμβατικών υποχρεώσεων. Από το διευθυντικό δικαίωμα απορρέουν εξάλλου οι παρεπόμενες υποχρεώσεις πίστης προς τον εργοδότη και από αυτές συνάγεται και η υποχρέωση παροχής πληροφοριών προς αυτόν. Η συλλογή δεδομένων και ο έλεγχος διά της επιτήρησης θεμελιώνεται επίσης στην προστασία των οικονομικών πόρων της επιχείρησης του εργοδότη. Είναι γεγονός λ.χ. ότι η από μέρους του εργαζομένου επίσκεψη σελίδων κοινωνικής δικτύωσης κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του, συνιστά ενέργεια που δύναται να αποσπά την προσοχή του και αντανακλαστικά να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητά του. Ως εκ τούτου, εύλογη παρίσταται η απαίτηση του εργοδότη να χρησιμοποιούνται οι υποδομές, το κεφάλαιο και οι πόροι της επιχείρησης για τις ανάγκες αυτής και όχι για ιδιωτικούς ή άλλους λόγους, που δεν σχετίζονται με τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Κρίσιμη δε παράμετρο σχετικά με το ζήτημα της νομιμότητας του ελέγχου και της παρακολούθησης της χρήσης από τον εργαζόμενο του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο χώρο εργασίας αποτελεί το εάν ο εργοδότης έχει επιτρέψει ή όχι τη χρήση από τους εργαζόμενους των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας της επιχείρησης για ιδιωτικούς σκοπούς. Ο εργαζόμενος δεν έχει αξίωση για ιδιωτική χρήση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον χώρο εργασίας [Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο. Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 4η έκδ. 2019, σελ. 987, Ι. Ιγγλεζάκης, Επιτήρηση και παρακολούθηση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο χώρο εργασίας (Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 61/2004 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα), ΔiΜΕΕ 2005, σελ. 55 επ.]. Εναπόκειται στον εργοδότη να επιτρέψει ή όχι την ιδιωτική χρήση των μέσων αυτών επικοινωνίας, που έχει θέσει στη διάθεση του εργαζομένου για την παροχή της εργασίας του. Αξίωση αποκτά ο εργαζόμενος μόνο όταν ο εργοδότης ρητά ή σιωπηρά έχει επιτρέψει την ιδιωτική χρήση. Σιωπηρή συναίνεση προκύπτει λ.χ. από το γεγονός ότι ο εργοδότης γνωρίζει ότι ο εργαζόμενος προβαίνει επανειλημμένως σε χρήση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για προσωπικούς σκοπούς και ανέχεται τη χρήση αυτή. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης έχει απαγορεύσει στο προσωπικό τη χρήση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της επιχείρησης για ιδιωτικούς σκοπούς, η νομιμότητα του ελέγχου του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον εργοδότη κρίνεται υπό τους όρους του Ν 2472/1997. Ειδικότερα, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να πληροφορείται το περιεχόμενο κάθε είδους υπηρεσιακής αλληλογραφίας. Έτσι, μπορεί να αξιώσει από τον εργαζόμενο όπως ο τελευταίος θέσει υπόψη του όλα τα υπηρεσιακά ηλεκτρονικά μηνύματα που αυτός έχει αποστείλει ή έχει λάβει. Ο έλεγχος της όλης εργασιακής διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της εντάσσεται εντός του κύκλου εμβέλειας του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Ωστόσο, δεν είναι επιτρεπτός ο από μέρους του εργοδότη έλεγχος των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του εργαζόμενου και της πρόσβασής του στο διαδίκτυο, όταν ο έλεγχος αυτός λαμβάνει χώρα δίχως τη γνώση και τη συνεργασία του εργαζόμενου, τυγχάνει συνεχής και αδιάκοπος για μεγάλο χρονικό διάστημα και ταυτόχρονα δεν πληροί τις προπαρατεθείσες προϋποθέσεις, που τείνουν στη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συγκρουόμενων δικαιωμάτων εργαζόμενου και εργοδότη. Τούτο δε, διότι ένας τέτοιος συστηματικός έλεγχος παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και συνιστά παράνομη επέμβαση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου. Τη δε συλλογή και επεξεργασία προσωπικών στοιχείων του εργαζομένου, μέσω μίας μόνιμης και αδιάκοπης παρακολούθησης της υπηρεσιακής αλληλογραφίας δεν μπορεί να τη νομιμοποιήσει ούτε η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν 2472/1997, διότι μία τέτοια ενέργεια δεν είναι αναγκαία για την «εκτέλεση» της σχετικής εργασίας, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Και στην περίπτωση πάντως που η χρήση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της επιχείρησης έχει επιτραπεί αποκλειστικά και μόνο για υπηρεσιακούς σκοπούς (και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίστανται λόγοι που να καθιστούν επιτρεπτή την κατά τα ανωτέρω επεξεργασία των οικείων δεδομένων από μέρους του εργοδότη) ο έλεγχος από τον εργοδότη μηνυμάτων, που είναι σαφές ότι πρόκειται για προσωπικά μηνύματα του εργαζομένου, απαγορεύεται. Τούτο δε, διότι η ανάγνωση της προσωπικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του εργαζόμενου συνιστά προσβολή της ιδιωτικής του ζωής (άρθρο 9 παρ. 1 Συντ., 8 ΕΣΔΑ) και γενικότερα της προσωπικότητάς του, η οποία δεν δύναται να νομιμοποιηθεί για τον λόγο ότι η ηλεκτρονική επικοινωνία για προσωπικούς σκοπούς γίνεται στο χώρο εργασίας και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων που έχει διαθέσει ο εργοδότης (Δ. Ζερδελής, ό.π., σελ. 990). Από την πλευρά του, λοιπόν, ο εργοδότης έχει πράγματι το εύλογο ενδιαφέρον να επιθυμεί όπως ελέγχει ενέργειες διασπαστικές της προσοχής των εργαζομένων και εν γένει εάν η χρήση του διαδικτύου λαμβάνει χώρα για εργασιακούς και όχι προσωπικούς σκοπούς. Τα μέσα όμως που μπορεί να χρησιμοποιήσει για τον έλεγχο αυτό πρέπει να μην προσβάλλουν τον πυρήνα της ιδιωτικότητας των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, ο εργοδότης, προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα της επιχείρησής του οφείλει να λαμβάνει μέτρα προληπτικής και όχι κατασταλτικής φύσης. Στους λόγους που μπορούν να θεμελιώσουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας συγκαταλέγονται επίσης η πρόληψη και ο έλεγχος διαρροής τεχνογνωσίας, εμπιστευτικών πληροφοριών ή εμπορικών/επιχειρηματικών απορρήτων, η κακή, αθέμιτη ή και μη εξουσιοδοτημένη χρήση συστημάτων ή δικτύου που ενδέχεται να εκθέτει τον εργοδότη (λ.χ. ζητήματα φήμης ιδίως με τη χρήση ψηφιακών κοινωνικών δικτύων) δημιουργώντας υποχρεώσεις ή προκαλώντας ευθύνη αυτού, η παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω χρήσης του δικτύου [λ.χ. «κατέβασμα» (downloading) ή/και χρήση παράνομου λογισμικού ή υλικού που προστατεύεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας], η συμμετοχή σε απαγορευμένες δραστηριότητες, όπως λ.χ. ο παράνομος διαδικτυακός τζόγος ή εν γένει όταν υφίστανται σοβαρές υπόνοιες για διάπραξη από τον εργαζόμενο ποινικά κολάσιμων πράξεων (λ.χ. διακίνηση μέσω του διαδικτύου ή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της επιχείρησης απαγορευμένης πορνογραφίας), η ανάγκη προστασίας από ευθύνες που αφορούν στην παραβίαση του νόμου (λ.χ. δωροδοκία) κ.λπ. Συναφής είναι ο σκοπός της ασφάλειας των χώρων εργασίας καθώς και των προσώπων και αγαθών που σχετίζονται με αυτούς. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις αυτές, με τήρηση των προβλεπόμενων από το νόμο προϋποθέσεων, κατ’ αντιδιαστολή προς την προσωπική και ιδιωτική ζωή, η εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχων μέσω μίας ευρύτερης επεξεργασίας των στοιχείων επικοινωνίας του, οι οποίοι, εκτός εργασίας θα ήταν ανεπίτρεπτοι (ΑΠ Ολ 1/2017 ό.π.). Έτσι, όπως έχει κριθεί, είναι λ.χ. θεμιτή η μαγνητοσκόπηση ταμιών καταστήματος εν ώρα εργασίας (ΑΠ 874/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Προς την ίδια κατεύθυνση, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι στο πλαίσιο της λειτουργίας της επιχείρησης και ειδικότερα στον χώρο εργασίας είναι επιτρεπτές πιο εκτεταμένες επεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των εργαζομένων απ’ ό,τι εκτός αυτού [ΕΔΔΑ 17.10.2019, ......... κ.λπ. κατά Ισπανίας (Αριθ. Προσφυγών: .............. και ............., δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int]. Στις περιπτώσεις αυτές ένας συστηματικός και αδιάκοπος έλεγχος της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του εργαζομένου νομιμοποιείται μεν, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι ο έλεγχος αυτός επιτρέπεται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή εωσότου επιβεβαιωθούν οι οικείες υποψίες ή αποδειχθεί, μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος, ότι ο έλεγχος αυτός ουδέν προσφέρει στην αποκάλυψη των παραβάσεων από την πλευρά του εργαζομένου (Δ. Ζερδελής, ό.π., σελ. 989-990).

V. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 23 του Ν 2472/1997 ορίζεται ότι φυσικό πρόσωπο, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον (παρ. 1). Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του εν λόγω νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη (παρ. 2). Ο καθορισμός βέβαια με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντ. υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντ. και τη θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών -από άποψης είδους και βαρύτητας- προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποίησης, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε (ΑΠ 252/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη, ως αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη και δεν τυγχάνει εφαρμογής από το επιλαμβανόμενο Δικαστήριο, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποίησης, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δεν δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού στην εκάστοτε υπό κρίση περίπτωση (βλ. και ΑΠ Ολ 6/2011 δημοσ. σε www.areiospagos.gr). Συνεπώς, σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 23 του Ν 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (με τις κατωτέρω, υπό παρ. VI της παρούσας, διακρίσεις), από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: (α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν 2472/1997 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, (β) ηθική βλάβη, (γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και (δ) υπαιτιότητα, δηλαδή γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας, η οποία ορίζει ότι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας μπορεί να απαλλαγεί της ευθύνης αυτής, εν μέρει ή εν όλω, εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός. Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση: α) το σκοπό του Ν 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής ανάπτυξης και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσώρευσης και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητες του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κ.λπ., μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητάς του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο, αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αόριστης νομικής εννοίας «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει μεταξύ άλλων (α) την ακρίβεια και επικαιροποίηση των δεδομένων, (β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και (γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου (ΑΠ 171/2019 ΕφΑΔΠολΔ 2019, 783 επ., ΑΠ 1244/2018 ΧρΙΔ 2019, 427 επ.).

VI. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 94 του Κανονισμού 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)» (εφεξής: ΓΚΠΔ), από την 25η-05-2018 καταργήθηκε η Οδηγία 95/46/ΕΚ, οπότε και τέθηκε σε εφαρ΅ογή ο ΓΚΠΔ (άρθρο 99 παρ. 2 ΓΚΠΔ) και ισχύει αμέσως ως νομοθεσία σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δημιουργώντας δικαιώματα και υποχρεώσεις για ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν ως εκ τούτου να τον επικαλεστούν άμεσα ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων και μπορεί να χρησιμοποιείται ως αναφορά από άτομα στις σχέσεις τους με άλλους ιδιώτες, κράτη - μέλη της ΕΕ ή αρχές της ΕΕ [άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε., όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν 3671/2008 (πρώην άρθρο 249 της ΣΕΚ)]. Συνεπώς, επί πραγματικών περιστατικών που λαμβάνουν χώρα από την 25η Μαΐου 2018 και εφεξής έχει εφαρμογή ο ΓΚΠΔ, ενώ το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία στο υπό κρίση ένδικο βοήθημα συμπεριλαμβάνεται αίτημα περί παράλειψης της προσβολής στο μέλλον [ΔΕΕ 1.10.2019, ............................. e.V. κατά ................... GmbH, (....................), σκέψεις 38-43, δημοσ. σε http://curia.europa.eu/ καθώς και Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα (εφεξής: Γ.Ε.) ................... της 21ης Μαρτίου 2019 επί της ίδιας υπόθεσης, σκέψη 47, ΔΕΕ 16.1.2019, ................ AG κατά ..............., (...................), σκέψεις 38-39, δημοσ. στον ίδιο ιστότοπο]. Η ρυθμισμένη από τον ΓΚΠΔ προστασία προσωπικών δεδομένων είναι γενικής εφαρμογής και αφορά κάθε περίπτωση επεξεργασίας, καλύπτει δε κάθε φυσικό πρόσωπο έναντι οποιουδήποτε τρίτου, δημοσίου ή ιδιωτικού φορέα, φυσικού ή νομικού προσώπου, με ορισμένες εξαιρέσεις (άρθρο 2.2) και ορισμένες ειδικές προβλέψεις. Ο ΓΚΠΔ δεν περιλαμβάνει μεν ειδική ρύθμιση για την προστασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων, υφίστανται, ωστόσο, διάσπαρτες αναφορές σε διατάξεις αυτού, όπως λ.χ. στα άρθρα 4 περ. 16, 18, 19 και 9 παρ. 2β. Κατά συνέπεια, οι ρυθμίσεις του καλύπτουν και τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου (Δ. Κουκιάδης, Ο εργαζόμενος ως υποκείμενο προσωπικών δεδομένων κατά το Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, έκδ. 2019, σελ. 43). Και υπό το καθεστώς του ΓΚΠΔ, το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι «απόλυτο δικαίωμα», αλλά πρέπει να εκτιμάται σε σχέση ΅ε τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθ΅ίζεται ΅ε άλλα θε΅ελιώδη δικαιώ΅ατα, σύ΅φωνα ΅ε την αρχή της αναλογικότητας (Αιτιολ. Σκέψη 4 ΓΚΠΔ). Ως εκ τούτου, και υπό το πρίσμα του ΓΚΠΔ, στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίω΅α, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ και επί τη βάσει προβλεπό΅ενων προ της επεξεργασίας συγκεκρι΅ένων διαδικασιών και εγγυήσεων στο πλαίσιο της οργάνωσης της εσωτερικής συ΅΅όρφωσης σύ΅φωνα ΅ε την αρχή της λογοδοσίας, δικαιούται να ασκεί έλεγχο επί των ηλεκτρονικών ΅έσων επικοινωνίας που παρέχει στους εργαζό΅ενους για την εργασία τους, εφόσον όμως η συναφής επεξεργασία, τηρου΅ένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννό΅ου συ΅φέροντος που επιδιώκει και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιω΅άτων και συ΅φερόντων του εργαζο΅ένου, χωρίς να θίγονται οι θε΅ελιώδεις ελευθερίες αυτού κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 εδ. στ’ ΓΚΠΔ, και αφού έχει ενη΅ερωθεί έστω και για τη δυνατότητα συναφούς ελέγχου (ΑΠΔΠΧ ..............., ό.π., ΑΠΔΠΧ .................. ό.π.). Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να επιτευχθεί δίκαιη και αναγκαία ισορροπία ΅εταξύ των σκοπών επίτευξης των εννό΅ων συ΅φερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας από τη ΅ία και του σεβασ΅ού των εύλογων και νό΅ι΅ων προσδοκιών των εργαζο΅ένων για την προστασία των δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα στον εργασιακό χώρο, από την άλλη. Οι νό΅ι΅ες και εύλογες προσδοκίες των εργαζο΅ένων εν προκει΅ένω βρίσκουν έρεισ΅α στις αρχές της σύννο΅ης και θε΅ιτής ή δίκαιης ΅ε διαφανή τρόπο επεξεργασίας των δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα αυτών, δη΅ιουργώντας αντίστοιχα στον υπεύθυνο επεξεργασίας τις σχετικές υποχρεώσεις. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα προεκτέθηκαν στις υπ’ αριθ. ΙΙΙ και ΙV νομικές σκέψεις της παρούσας. Περαιτέρω, σύ΅φωνα ΅ε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ ΓΚΠΔ τα δεδο΅ένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε σύννο΅η και θε΅ιτή επεξεργασία ΅ε διαφανή τρόπο σε σχέση ΅ε το υποκεί΅ενο των δεδο΅ένων («νο΅ι΅ότητα, αντικει΅ενικότητα, διαφάνεια»). Προκει΅ένου δε τα δεδο΅ένα προσωπικού χαρακτήρα να τύχουν νό΅ι΅ης επεξεργασίας θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις εφαρ΅ογής και τήρησης των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ (ΔΕΕ 16.1.2019, .............. AG κατά ......................., (C-................), ό.π.). Η ύπαρξη ενός νό΅ι΅ου θε΅ελίου (άρθρο 6 ΓΚΠΔ) δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από την υποχρέωση τήρησης των αρχών (άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠ∆) αναφορικά ΅ε τον θε΅ιτό χαρακτήρα, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα, και την αρχή της ελαχιστοποίησης. Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζεται κάποια από τις προβλεπό΅ενες στο άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ αρχές, η εν λόγω επεξεργασία παρίσταται ΅η νό΅ι΅η και παρέλκει η εξέταση των προϋποθέσεων εφαρ΅ογής των νο΅ικών βάσεων του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Έτσι, η κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 5 ΓΚΠΔ ΅η νό΅ι΅η συλλογή και επεξεργασία των δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα δεν θεραπεύεται από την ύπαρξη νό΅ι΅ου σκοπού και νο΅ικής βάσης (ΑΠΔΠΧ ....................., ο.π.). Επιπλέον δε, προϋπόθεση της θε΅ιτής και νό΅ι΅ης επεξεργασίας των δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά η ενη΅έρωση του υποκει΅ένου των δεδο΅ένων προ της επεξεργασίας αυτών [άρθρα 12 επ. ΓΚΠΔ, βλ. και ΔΕΕ 1.10.2015, ...................... κ.λπ. κατά ....................... (C-......................), σκέψη 31]. Η επεξεργασία δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα ΅ε διαφανή τρόπο συνιστά έκφανση της αρχής της θε΅ιτής επεξεργασίας και συνδέεται ΅ε την αρχή της λογοδοσίας, παρέχοντας το δικαίω΅α στα υποκεί΅ενα να ασκούν έλεγχο επί των δεδο΅ένων τους, καθιστώντας υπόλογους τους υπεύθυνους επεξεργασίας. Η συλλογή και επεξεργασία των δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να λα΅βάνει χώρα ΅υστικά ή ΅ε απόκρυψή της από το υποκεί΅ενο των δεδο΅ένων, καθώς και ΅ε απόκρυψη όλων των αναγκαίων πληροφοριών (εκτός εάν προβλέπεται από τη νο΅οθεσία, τηρου΅ένων των προϋποθέσεων του άρθρου 8 ΕΣΔΑ). Η δε αναγνώριση και επιλογή της κατάλληλης, από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6 παρ. 1 ΓΚΠΔ, νο΅ικής βάσης είναι στενά συνδεδε΅ένη ΅ε την αρχή της θε΅ιτής ή δίκαιης επεξεργασίας καθώς και ΅ε την αρχή του περιορισ΅ού του σκοπού, ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει όχι ΅όνο να επιλέξει την κατάλληλη νο΅ική βάση προ της έναρξης της επεξεργασίας, αλλά και να ενη΅ερώσει κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 εδ. γ’ και 14 παρ. 1 εδ. γ’ ΓΚΠΔ για την χρήση της το υποκεί΅ενο των δεδο΅ένων, καθώς η επιλογή της κάθε νο΅ικής βάσης ασκεί έννο΅η επιρροή στην εφαρ΅ογή των δικαιω΅άτων των υποκει΅ένων. Έτσι, το υποκεί΅ενο των δεδο΅ένων θα πρέπει να ενη΅ερώνεται για τα δικαιώ΅ατά του, για τον νό΅ι΅ο και εύλογα ανα΅ενό΅ενο από το ίδιο, αληθινό τρόπο και σκοπό επεξεργασίας, ο οποίος δεν πρέπει να αντίκειται στις ο΅οίως εύλογες και θε΅ιτές προσδοκίες προστασίας της ιδιωτικότητάς του, ούτε να οδηγεί εν αγνοία του στην πρόκληση κινδύνων για τα θε΅ελιώδη δικαιώ΅ατα και τις ελευθερίες του, ειδικότερα για το δικαίω΅α στην προστασία των δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα. Στο πλαίσιο της αρχής της θε΅ιτής ή δίκαιης επεξεργασίας ΅ε διαφανή τρόπο είναι ιδιαίτερα ση΅αντικό ο υπεύθυνος επεξεργασίας να επιλέξει την κατάλληλη νο΅ική βάση, ώστε να ΅ην δη΅ιουργηθεί στο υποκεί΅ενο των δεδο΅ένων η εσφαλ΅ένη εντύπωση ότι παρέχει τη συγκατάθεσή του σύ΅φωνα ΅ε το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α’ ΓΚΠΔ, όταν στην πραγ΅ατικότητα η επεξεργασία βασίζεται στην εκτέλεση σύ΅βασης (ΑΠΔΠΧ ......................... ό.π.). Εξάλλου, στο πλαίσιο εφαρ΅ογής του ΓΚΠΔ η συγκατάθεση προβλέπεται ως ΅ία από τις νο΅ικές βάσεις επεξεργασίας δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α’), υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 ΓΚΠΔ, σύ΅φωνα ΅ε την έννοια που αποδίδεται κατ’ άρθρο 4 παρ. 11 ΓΚΠΔ και τηρου΅ένων των αρχών που προβλέπονται από το άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να εκλα΅βάνεται ως εξαίρεση από τις άλλες αρχές προστασίας δεδο΅ένων, αλλά ως εγγύηση, αποτελεί δε πρωταρχικά βάση νο΅ι΅ότητας και δεν απαλλάσσει από την εφαρ΅ογή των άλλων αρχών, ώστε όταν η συγκατάθεση χρησι΅οποιείται ΅ε εσφαλ΅ένο τρόπο, ο έλεγχος του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδο΅ένα καθίσταται αυταπάτη και η συγκατάθεση αποτελεί ακατάλληλη βάση για την επεξεργασία. Η δε νο΅ική βάση της συγκατάθεσης κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α’ ΓΚΠΔ τυγχάνει εφαρ΅ογής στις περιπτώσεις όπου δεν απο΅ένει έτερη νο΅ική βάση εφαρ΅ογής, όπως λ.χ. εκείνων του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. β’ ΓΚΠΔ (επεξεργασία δεδο΅ένων προσωπικού χαρακτήρα του εργαζο΅ένου που σχετίζονται ά΅εσα ΅ε την εργασιακή του απασχόληση), του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. γ’ ΓΚΠΔ (εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη σε σχέση ΅ε την κοινωνική ασφάλιση του εργαζο΅ένου ή των συναφών φορολογικών υποχρεώσεων) καθώς και του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. στ’ ΓΚΠΔ (προστασία της περιουσίας και της εύρυθ΅ης λειτουργίας της επιχείρησης) (ΑΠΔΠΧ 26/2019 ό.π.). Ειδικότερα, κατά την Αιτιολ. σκέψη 32 του ΓΚΠΔ, η συγκατάθεση θα πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν, λ.χ. με γραπτή δήλωση, μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα, ή με προφορική δήλωση. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την επίσκεψη σε διαδικτυακή ιστοσελίδα, την επιλογή των επιθυμητών τεχνικών ρυθμίσεων για υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών ή μια δήλωση ή συμπεριφορά που δηλώνει σαφώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι το υποκείμενο των δεδομένων αποδέχεται την πρόταση επεξεργασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επομένως, η σιωπή, τα προσυμπληρωμένα τετραγωνίδια ή η αδράνεια δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως συγκατάθεση. Η συγκατάθεση θα πρέπει να καλύπτει το σύνολο των δραστηριοτήτων επεξεργασίας που διενεργείται για τον ίδιο σκοπό ή για τους ίδιους σκοπούς. Όταν η επεξεργασία έχει πολλαπλούς σκοπούς, θα πρέπει να δίνεται συγκατάθεση για όλους αυτούς τους σκοπούς. Εάν η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων πρόκειται να δοθεί κατόπιν αιτήματος με ηλεκτρονικά μέσα, το αίτημα πρέπει να είναι σαφές, περιεκτικό και να μην διαταράσσει αδικαιολόγητα τη χρήση της υπηρεσίας για την οποία παρέχεται. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 4 σημείο 11 του ΓΚΠΔ ορίζει τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων ως κάθε ένδειξη βούλησης, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, ενώ το άρθρο 6 αυτού προβλέπει ότι «…η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (…) α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς…». Η διατύπωση των εν λόγω διατάξεων είναι ακόμη αυστηρότερη από τη διατύπωση του άρθρου 2 στοιχ. η' της Οδηγίας 95/46, καθόσον απαιτείται «ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει» ένδειξη βούλησης, υπό μορφή δήλωσης ή σαφούς θετικής ενέργειας, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει τη συμφωνία του για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν [ΔΕΕ 1.10.2019, ό.π., σκέψη 61, βλ. και Προτάσεις Γ.Ε., ό.π., σκέψη 70]. Συνεπώς, με τον ΓΚΠΔ προβλέπεται πλέον ρητώς η με θετική ενέργεια παροχή συγκατάθεσης. Η έννοια δε της «δήλωσης» [κατά την ελληνική απόδοση του αγγλικού όρου «indication» στην Οδηγία 95/46 ή «ένδειξης» κατά την απόδοση του ίδιου όρου στον ΓΚΠΔ] υποδηλώνει ακριβώς την ανάγκη ενέργειας. Η κατά τα ανωτέρω πρόσθετη απαίτηση του άρθρου 4 σημείο 11 του ΓΚΠΔ ότι η συγκατάθεση πρέπει να είναι ρητή επιρρωνύει την ερμηνεία αυτή. Η απαίτηση ότι το υποκείμενο των δεδομένων πρέπει να «εκδηλώνει» τη συγκατάθεσή του [κατά την ελληνική απόδοση του αγγλικού όρου «signify» στον ΓΚΠΔ, ενώ στην Οδηγία 95/46 ο ίδιος όρος αποδίδεται πιο ελεύθερα ως «δέχεται»] υποδηλώνει ότι η απλή αδράνεια δεν επαρκεί και ότι απαιτείται ορισμένου είδους ενέργεια προκειμένου να υφίσταται συγκατάθεση, καίτοι είναι δυνατόν να υπάρχουν διαφορετικά είδη ενεργειών, τα οποία πρέπει να εκτιμώνται «εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται» [βλ. Προτάσεις Γ.Ε., ό.π, σκέψη 81. Βλ. συναφώς και Γνώμη 15/2011 σχετικά με τον ορισμό της συγκατάθεσης, που εκδόθηκε από την Ομάδα εργασίας του άρθρου 29 για την προστασία δεδομένων στις 13 Ιουλίου 2011 (01197/11/EN, WP 187, σελ. 12)]. Περαιτέρω, στην Αιτιολ. σκέψη 43 του ΓΚΠΔ εκτίθεται ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η συγκατάθεση έχει δοθεί ελεύθερα, η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να παρέχει έγκυρη νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όταν υπάρχει σαφής ανισότητα μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας και είναι επομένως σχεδόν απίθανο να έχει παρασχεθεί η συγκατάθεση ελεύθερα σε όλες τις περιστάσεις της ειδικής αυτής κατάστασης. Η συγκατάθεση θεωρείται ότι δεν έχει παρασχεθεί ελεύθερα, εάν δεν επιτρέπεται να παρασχεθεί διακριτή συγκατάθεση σε διαφορετικές πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και αν ενδείκνυται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν η εκτέλεση μιας σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της παροχής μιας υπηρεσίας, προϋποθέτει τη συγκατάθεση, ακόμη και αν η συγκατάθεση αυτή δεν είναι αναγκαία για την εν λόγω εκτέλεση. Επομένως, η ανάγκη χορήγησης διακριτής συγκατάθεσης τονίζεται πλέον ρητώς στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, αφού για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση παρέχεται «ελεύθερα» και «εν πλήρει επιγνώσει», δεν αρκεί αυτή να είναι μόνο ενεργή, αλλά πρέπει να είναι και διακριτή (βλ. Προτάσεις Γ.Ε., ό.π., σκέψη 75). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 15 του ΓΚΠΔ, ως «δεδομένα που αφορούν την υγεία» νοούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία σχετίζονται με τη σωματική ή ψυχική υγεία ενός φυσικού προσώπου, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών υγειονομικής φροντίδας, τα οποία αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, η δε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στην υγεία του υποκειμένου απαγορεύεται (άρθρο 9 παρ. 1 ΓΚΠΔ). Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 82 παρ. 1, 2 και 3 του ΓΚΠΔ, κάθε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλική ή μη υλική ζημία ως αποτέλεσμα παραβίασης του ΓΚΠΔ δικαιούται αποζημίωσης από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία για τη ζημία που υπέστη. Κάθε υπεύθυνος επεξεργασίας που συμμετέχει στην επεξεργασία είναι υπεύθυνος για τη ζημία που προκάλεσε η εκ μέρους του επεξεργασία που παραβαίνει τον παρόντα κανονισμό, ενώ αυτός ή ο εκτελών την επεξεργασία απαλλάσσεται από την ευθύνη που έχει κατά τα ανωτέρω, εάν αποδεικνύει ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας.

 

VII. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1, 614, 621, 444 περ. γ', 448 παρ. 2 και 457 παρ. 2, 3, 4 του ΚΠολΔ, συνάγονται τα ακόλουθα: (α) το Δικαστήριο και στην περίπτωση που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, υπό την επιφύλαξη όμως των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Έτσι, υπό την επιφύλαξη ότι είναι επιτρεπτή η χρήση μαρτύρων, λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων, όχι όμως για τη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 1304/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται «μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα» και εντεύθεν δεν εκτιμώνται από το Δικαστήριο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, καθόσον δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ Ολ 15/2003 ΝοΒ 2004, 1169, ΑΠ 56/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1402/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 934/2014 ΧρΙΔ 2014, 732), (β) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ) δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, (γ) μηχανική απεικόνιση συνιστά και το λεγόμενο “screenshot” («στιγμιότυπο οθόνης» ή «εκτύπωση οθόνης» ή «ψηφιακή φωτογραφία οθόνης»), δηλαδή το ψηφιακό απείκασμα που παράγεται μέσω της γνωστής με την ονομασία “print screen” ενέργειας, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή να αποτυπώνει και να αποθηκεύει στη μνήμη του ως «ψηφιακή φωτογραφία» το περιεχόμενο που απεικονίζεται στην οθόνη του τη στιγμή κατά την οποία επιλέγει ο χρήστης, το οποίο μπορεί στη συνέχεια να εκτυπωθεί σε έγχαρτη μορφή. Ενόψει των ανωτέρω, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι μηχανικές απεικονίσεις, των οποίων τη γνησιότητα, δηλαδή του περιεχομένου τους, εφόσον αμφισβητείται, οφείλει να την αποδείξει εκείνος που τις επικαλείται και τις προσκομίζει. Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες. Η απόδειξη δε της γνησιότητας των μηχανικών απεικονίσεων από εκείνον που τις προσκόμισε, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε από τον αντίδικό του, επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση αυτών για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτές συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Στην περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζονται οι μηχανικές απεικονίσεις, η μη γνησιότητα του περιεχομένου τους, αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΠ 1304/2013 ό.π.), (δ) η αμφισβήτηση της γνησιότητας μηχανικών απεικονίσεων, λόγω ακριβώς της φύσης των μέσων αυτών, αφορά στο περιεχόμενό τους. Πρόκειται δηλαδή για άρνηση ότι η συγκεκριμένη αναπαράσταση που προσκομίζεται αποτυπώνει όντως ένα πραγματικό φαινόμενο του εξωτερικού κόσμου και ιδίως η απόδοση στην ένδικη αναπαράσταση παραποίησης δια μηχανικών ή άλλου είδους επιτήδειων τεχνασμάτων της πραγματικότητας [ΑΠ 296/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1309/2011 δημοσ. σε www.areiospagos.gr, ΑΠ 378/1997 ΕλλΔνη 1997, 1788 επ., Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο, 3η έκδ. 2018, σελ. 496, Ι. Κοροτζής, Η έγγραφη απόδειξη, έκδ. 1986, σελ. 75, Κ. Κεραμεύς, Το ελληνικόν δίκαιον αποδείξεως υπό την επίδρασιν της συγχρόνου τεχνολογίας, Δ 1972, 26 επ. (33, 37)]. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός ότι η προσκομιζόμενη μηχανική απεικόνιση δεν αποτυπώνει κάποια συγκεκριμένη και κρίσιμη για τη δίκη πραγματική κατάσταση σε συγκεκριμένο χρόνο, δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς της, αλλά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας της για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου [ΑΠ 296/2019 ο.π., ΑΠ 1309/2011 ο.π., ΑΠ 378/1997 ο.π., Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 457, αριθ. 8, σελ. 817)]. ’λλωστε, σκοπός της θέσπισης της διάταξης του άρθρου 457 παρ. 4 ΚΠολΔ υπήρξε εξαρχής η διασφάλιση ότι οι μηχανικές απεικονίσεις θα αποτελούν γνήσια αναπαράσταση της πραγματικότητας, προς αποφυγή παραποιήσεων και τεχνασμάτων (βλ. Πρακτικά των συνεδριάσεων της Αναθεωρητικής Επιτροπής του Σχεδίου Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικού Νόμου, έκδ. 1967, σελ. 134). Από τη διαπίστωση αυτή συνάγεται ότι η «γνησιότητα», στην οποία και αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 457 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφορά στη μία μόνο πτυχή εκ των δύο που συνθέτουν την εν ευρεία εννοία γνησιότητα των ιδιωτικών εγγράφων, δηλαδή στο ανόθευτο του περιεχομένου, και όχι στην προέλευση τους από συγκε-κριμένο πρόσωπο, αφού η τελευταία συνδέεται συστηματικά -κατά τη διάρθρωση του άρθρου 457 ΚΠολΔ- με την απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής, την οποία διαθέτουν μεν άλλα ηλεκτρονικά έγγραφα όπως λ.χ. τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, όχι όμως μηχανικές απεικονίσεις όπως λ.χ. τα “screenshots”. Τέλος, κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά δε το επόμενο άρθρο 461 ΚΠολΔ (όπως αυτό ισχύει κατόπιν της τροποποίησης που υπέστη δυνάμει του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο ΚΠΔ. Δεδομένου δε, ότι μετά την έναρξη ισχύος του Ν 4335/2015 σε όλα τα πρωτοβάθμια Δικαστήρια και σε όλες τις διαδικασίες –τακτική και ειδικές– η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική και ενόψει της απάλειψης (δυνάμει του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν 4335/2015) από το προϊσχύσαν άρθρο 461 ΚΠολΔ του εδαφίου που προέβλεπε τη δυνατότητα προβολής της σχετικής ένστασης προφορικά «όπου η κατάθεση προτάσεων είναι προαιρετική», συνάγεται ότι δεν χωρεί πλέον προφορική προβολή της ένστασης πλαστογραφίας (Κ. Μακρίδου, Ειδικές διαδικασίες, έκδ. 2017, σελ. 105-106). Όταν το έγγραφο που προσβάλλεται ως πλαστό προσκομίζεται για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση με την κατάθεση των προτάσεων, ο περί πλαστότητας ισχυρισμός, στον οποίο κατονομάζεται ο πλαστογράφος, προτείνεται προνομιακά σε κάθε στάση της δίκης. Κατά δε το άρθρο 463 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία ο ισχυρισμός της πλαστότητας εγγράφου προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, όποιος προβάλλει αυτόν είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 914/2014 ΕφΑΔπολΔ 2014, 922, ΑΠ 1756/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, η μη γνησιότητά του ή η πλαστότητα του περιεχομένου του, τούτο, κατά το μη γνήσιο ή πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο. Παράλληλα, η διάταξη του άρθρου 98 εδ. β΄ ΚΠολΔ απαιτεί για την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού τον εφοδιασμό του δικηγόρου του διαδίκου που προσβάλλει το έγγραφο ως πλαστό με αντίστοιχη ειδική πληρεξουσιότητα. Η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας θεωρείται ότι υπάρχει όταν παρίσταται στο Δικαστήριο ο διάδικος (ΑΠ 714/2014 ΝοΒ 2014, 2129, Ι. Δεληκωστόπουλος, Η αναζήτηση της αλήθειας στην πολιτική δίκη, έκδ. 2016, σελ. 221). Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση των λοιπών ιδιωτικών εγγράφων όπου η μεν άρνηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή, η δε ένσταση πλαστότητας μπορεί να αφορά και στο περιεχόμενο του εγγράφου, στην περίπτωση των μηχανικών απεικονίσεων εμφανίζεται η εξής ιδιομορφία, η οποία οφείλεται ακριβώς στη φύση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων. Κύριο χαρακτηριστικό των κατ’ άρθρο 444 περ. 3 ΚΠολΔ μηχανικών απεικονίσεων, όπως λ.χ. τα “screenshots”, αποτελεί το ότι από αυτές ελλείπει η ιδιόχειρη υπογραφή με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Το γεγονός της έλλειψης ιδιόχειρης υπογραφής, η οποία αποκλείει εκ των πραγμάτων την αναζήτηση του εκδότη, εντεύθεν δε της προέλευσης, δεν δημιουργεί προβλήματα όσον αφορά στην αποδεικτική δύναμη των παραδοσιακών μορφών μηχανικών απεικονίσεων. Σε αυτές πράγματι η καταγωγή (προέλευσή) τους είναι αδιάφορη. Η εμφανιζόμενη στα παραδοσιακά ιδιωτικά έγγραφα σχέση προέλευσης - αποδεικτικής δύναμης αποκόπτεται, διότι, όταν προσκομίζεται λ.χ. φωτογραφία ή βιντεοσκόπηση ή “screenshot” Η/Υ, το αποδεικτικό ενδιαφέρον εντοπίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της (φωτογραφικής ή οπτικοακουστικής) αποτύπωσης, χωρίς να ενδιαφέρει ποιος ήταν λ.χ. ο φωτογράφος ή ο εικονολήπτης (Γ. Νικολόπουλος, Δίκαιο αποδείξεως, 2η έκδ. 2011, σελ. 343, Σ. Κουσούλης, Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, έκδ. 1992, σελ. 119). Αμφότεροι, λοιπόν, οι εν λόγω ισχυρισμοί [αφενός αμφισβήτηση της γνησιότητας (άρνηση), αφετέρου ένσταση πλαστότητας] βάλλουν κατά του ίδιου του περιεχομένου της μηχανικής απεικόνισης, υπό την έννοια ότι και οι δύο αποδίδουν στη συγκεκριμένη μηχανική απεικόνιση που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως, τη μομφή ότι αυτή αποτυπώνει μία παραποίηση της πραγματικότητας, η οποία (παραποίηση) οφείλεται στη χρήση μηχανικών ή άλλου είδους τεχνασμάτων. Ως εκ τούτου, η μη ευδοκίμηση του ισχυρισμού του διαδίκου περί γνησιότητας του οικείου αποδεικτικού μέσου, που ο ίδιος προσκομίζει και επικαλείται, από την μία πλευρά και η κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης πλαστότητάς του, από την άλλη πλευρά, οδηγεί σε ισοσθενές αποτέλεσμα, δηλαδή στο ότι το εν λόγω αποδεικτικό μέσο δεν είναι γνήσιο, διότι αυτό δεν αναπαριστά την πραγματικότητα λόγω ακριβώς της ανωτέρω παραποίησης, την οποία έχει υποστεί. Η μεσολάβηση όμως της διά μηχανικών ή άλλου είδους επιτήδειων τεχνασμάτων παραποίησης αυτής, κατά τα ανωτέρω, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι, τότε, η μηχανική απεικόνιση τυγχάνει πλαστή, ώστε κατ’ αποτέλεσμα να ανακύπτει ζήτημα νομοθετικού πλεονασμού (ειδικά και μόνο ως προς την περίπτωση των μηχανικών απεικονίσεων, όπως εν προκειμένω). Ενόψει δε του ότι η αμφισβήτηση από τον αντίδικο – καθ’ ου το προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο της γνησιότητας των προσκομιζόμενων μετ’ επικλήσεως μηχανικών απεικονίσεων έχει ως αυτόθροη συνέπεια ότι καθιστά ενεργό το βάρος του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, να αποδείξει αυτήν, η εξέταση του παραδεκτού και της βασιμότητας των δύο ως άνω ισχυρισμών δεν μπορεί παρά να κλιμακώνεται χρονικά, υπό την έννοια ότι η εξέταση της γνησιότητας της μηχανικής απεικόνισης προηγείται της εξέτασης της ένστασης πλαστότητας αυτής. Συνεπώς, σε περίπτωση που η απόδειξη της γνησιότητας των μηχανικών απεικονίσεων, που αμφισβητήθηκε, αποτύχει, αυτές δεν λαμβάνονται υπόψιν ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1304/2013, ό.π., ΑΠ 780/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα ο ενδιαφερόμενος διάδικος να στερείται τότε εννόμου συμφέροντος για την προσβολή τους ως πλαστών και εντεύθεν να παρέλκει η εξέταση της οικείας ένστασης πλαστότητας που προβάλλει. Η λύση δε αυτή δεν είναι καινοφανής, αφού, άλλωστε, είναι αυτονόητο ότι, εάν δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα της μηχανικής απεικόνισης, η προσβολή αυτής ως πλαστής είναι πλέον άνευ νοήματος (βλ. και Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η προσβολή των εγγράφων ως πλαστών εις την πολιτικήν δίκην, Τόμος προς τιμήν Γ.Θ. Ράμμου Ι, έκδ. 1979, σελ. 193), ενώ η δυνατότητα προσβολής εγγράφου ως πλαστού προϋποθέτει ακριβώς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο δεν συντρέχει και στις περιπτώσεις όπου λ.χ. το έγγραφο είναι άκυρο ή δεν αναπτύσσει για άλλον λόγο την αποδεικτική του δύναμη [Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο αποδείξεως, 3η έκδ. 1986, σελ. 315, Λ. Σινανιώτης/Σ. Δεληκωστόπουλος, Ερμηνεία (κατ' άρθρον) κώδικος πολιτικής δικονομίας τ. ΙΙΙ, έκδ. 1974, άρθρο 460, σελ. 365, Ι. Κοροτζής, ό.π., σελ. 78-79, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 460, αριθ. 5, σελ. 820]. Επιπλέον, η ορθότητα της προκείμενης λύσης επιρρωνύεται και υπό αντίστροφη θεώρηση, από το γεγονός δηλαδή ότι οι μηχανικές απεικονίσεις δεν μπορούν να προσβληθούν ως πλαστές μετά την απόδειξη της γνησιότητάς τους (δηλαδή του περιεχομένου τους) από άλλα αποδεικτικά μέσα [Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ τ. Β', έκδ. 1994, άρθρο 460, αριθ. 3, σελ. 973, Γ. Κόντης, Το ηλεκτρονικό έγγραφο ως αποδεικτικό έγγραφο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2012, σελ. 244, Χ. Απαλαγάκη (-Ε. Μπαλογιάννη/Π. Ρεντούλης), ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τ. Ι, 6η έκδ. 2019, άρθρο 460, αριθ. 2, σελ. 1258]. ’λλωστε, παρά την κατά τα ανωτέρω εννοιολογική τους ταυτότητα (ειδικά και μόνο ως προς την περίπτωση των μηχανικών απεικονίσεων), η μη γνησιότητα και η πλαστότητα, ως εκφάνσεις παθογένειας του κύρους (και δη του περιεχομένου) των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, γνωρίζουν διαφορετική δικονομική μεταχείριση, με αποτέλεσμα η πρόκριση αντίθετης εκδοχής να δύνατο να οδηγήσει σε παράδοξα αποτελέσματα για τον εξής λόγο. Όπως προαναφέρθηκε, για την μεν απόδειξη της γνησιότητας των μηχανικών απεικονίσεων, η οποία αμφισβητήθηκε, μπορούν να ληφθούν υπόψιν όλα τα μέσα απόδειξης που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς επίσης να επιστρατευθούν ακόμη τα αποδεικτικά μέσα της αυτοψίας και της πραγματογνωμοσύνης. Στην περίπτωση όμως που η ένσταση πλαστότητας προβάλλεται κατά τρόπο παραδεκτό, η απόδειξη ή μη του εν λόγω ισχυρισμού θα λάβει χώρα με βάση τα αποδεικτικά μέσα που ο ενιστάμενος διάδικος επικαλείται και προσκομίζει ακριβώς για την απόδειξη αυτού του ισχυρισμού, κατά τα ανωτέρω (λ.χ. αυτά που επικαλείται με το δικόγραφο της προσθήκης του) και όχι από το σύνολο του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού. Εάν λοιπόν από την μία πλευρά, τα αποδεικτικά μέσα άγουν στην εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ότι οι επίμαχες μηχανικές απεικονίσεις δεν είναι γνήσιες, ενώ από την άλλη πλευρά, στα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν συγκαταλέγονται και εκείνα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος για την απόδειξη της ένστασης πλαστότητας, θα παρουσιαζόταν το παράδοξο αποτέλεσμα να κριθεί ταυτόχρονα ότι οι εν λόγω μηχανικές απεικονίσεις είναι μεν μη γνήσιες αλλά όχι και πλαστές, λύση νοητή μεν για τα λοιπά «παραδοσιακά» ιδιωτικά έγγραφα, όπου πράγματι υφίσταται η δυνατότητα επάλληλης εφαρμογής των διατάξεων περί αμφισβήτησης της γνησιότητας και πλαστότητας, πλην, αποκρουστέα ειδικά για το αποδεικτικό μέσο των μηχανικών απεικονίσεων, ενόψει ακριβώς της προαναφερθείσας ιδιομορφίας που τις χαρακτηρίζει.

VIII. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 Ν 2472/1997, οι «απαιτήσεις» των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου εκδικάζονται κατά τα άρθρα 664-676 του ΚΠολΔ. Η εν λόγω διάταξη παραπέμπει απλώς στη διαδικασία των εργατικών διαφορών (και μετά την έναρξη της ισχύος του Ν 4335/2015 στις περιουσιακές διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 621 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η εξεταζόμενη διαφορά να καθίσταται τέτοια (ΕφΑθ 584/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, ο ΓΚΠΔ δεν προβαίνει (και ευλόγως, λόγω της φύσης του εν λόγω νομοθετήματος) σε καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και της τηρητέας από τα αρμόδια ανά τα κράτη – μέλη πολιτικά Δικαστήρια διαδικασίας, αλλά αρκείται απλώς στη ρύθμιση των ανακυπτόντων ζητημάτων διεθνούς δικαιοδοσίας (άρθρο 79 παρ. 2, 81 και 82 παρ. 6 του ΓΚΠΔ). Εναπόκειται δε στα κράτη – μέλη να ρυθμίσουν τα ζητήματα που άπτονται της αρμοδιότητας και της τηρητέας διαδικασίας εκδίκασης των αναφυόμενων διαφορών. Ελλείψει δε ειδικότερης ρύθμισης, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι γενικές διατάξεις των εθνικών δικονομικών νομοθετημάτων. Ως εκ τούτου, στην ημεδαπή, η διαδικασία εκδίκασης των διαφορών που αναφύονται από την παραβίαση των διατάξεων του ΓΚΠΔ και εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 82 ΓΚΠΔ, δεν μπορεί πλέον, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν καθεστώς, να θεωρηθεί a priori ότι τυγχάνει εκείνη των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, αφού η οικεία παράβαση δεν συνιστά «…παράβαση του παρόντος νόμου…» (δηλαδή του Ν 2472/1997), ώστε να καλείται σε εφαρμογή η διάταξη της παρ. 3 του Ν 2472/1997, αλλ’ αντιθέτως παράβαση του Κανονισμού 2016/679 [το συμπέρασμα δε τούτο επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, στη συνέχεια, δυνάμει του -μη εφαρμοστέου πάντως στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής-, Ν 4624/2019 (άρθρο 84), η διάταξη του άρθρου 23 Ν 2472/1997 καταργήθηκε, η δε διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του Ν 4624/2019 «Δικαστική προστασία κατά υπεύθυνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία» δεν διαλαμβάνει ρύθμιση σχετικά με την τηρητέα διαδικασία εκδίκασης των αναφυόμενων διαφορών]. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία η υπό κρίση διαφορά τυγχάνει να απορρέει από έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή προέκυψε με αφορμή τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 16 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ εφαρμοστέα είναι η διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρα 614 αριθ. 3 και 621 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 9 παρ. 2 N 4335/2015, στην οποία εμπίπτουν και οι αγωγές εργαζομένων για χρηματική ικανοποίηση από την προσβολή της προσωπικότητάς τους (ΕφΑθ 2581/1992 ΝοΒ 1992, 583, ΜΠρΑθ 211/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η δε καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σε αυτή την περίπτωση, ισχύει ακόμη, όταν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα (Κ. Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, έκδ. 2009, σελ. 57).

ΙΧ. Με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα ιστορεί ότι συνήψε με τον εναγόμενο σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο λογιστικό γραφείο που διατηρεί ο εναγόμενος. Ότι ο εναγόμενος είχε εγκαταστήσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χειριζόταν η ίδια, εν αγνοία της και δίχως τη συγκατάθεσή της, λογισμικό πρόγραμμα, με το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της σ’ αυτόν -άλλως και σε κάθε περίπτωση κατά το χρονικό διάστημα από 13-09-2018 έως 13-10-2018 ο εναγόμενος αποθήκευσε με τη μορφή στιγμιότυπου οθόνης (screenshot) οποιαδήποτε ενέργεια διενεργούσε η ίδια στον εν λόγω υπολογιστή, λαμβάνοντας γνώση -μεταξύ άλλων- και των αναλυτικά αναφερόμενων στην αγωγή προσωπικών δεδομένων της (προσωπικές συνομιλίες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ηλεκτρονικά μηνύματα που ή ίδια απηύθυνε σε τρίτους και που απευθύνονταν σ’ αυτήν). Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από τον παραδεκτό περιορισμό με τις εμπροθέσμως κατατεθειμένες προτάσεις της (άρθρα 223 εδ. β', 294, 295 παρ. 1 εδ. β', 297 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν 4335/2015) του υπό στοιχείο (1) β. αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζητεί, κατ’ ορθή εκτίμηση των αγωγικών αιτημάτων: (1) α. να καταδικαστεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 25.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β. να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 25.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, (2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει την ως άνω προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητάς της στο μέλλον και ειδικότερα όπως αυτός παραλείψει να διαδώσει, τροποποιήσει, εξαγάγει, χρησιμοποιήσει, διαβιβάσει, συσχετίσει ή συνδυάσει και διασυνδέσει έκαστο από τα αρχεία στιγμιότυπων οθόνης που εξήγαγε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της στο λογιστικό του γραφείο, συμπεριλαμβανομένων των μετά βεβαιότητας διαπιστωμένων αρχείων που τηρούσε για το χρονικό διάστημα από 13-09-2018 έως 13-10-2018, με την απειλή χρηματικής ποινής 50.000,00 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός (1) έτους, (3) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος όπως καταστρέψει το/τα μέσο/α στα οποία αυτός έχει αποθηκεύσει τα αρχεία στιγμιότυπων οθόνης και σε περίπτωση που δεν προβεί στην εν λόγω ενέργεια να επιτραπεί στην ίδια όπως προβεί στην καταστροφή του εν λόγω μέσου αποθήκευσης, με δαπάνη του εναγομένου. Περαιτέρω, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση μέχρι ενός (1) έτους λόγω της αδικοπραξίας και τέλος να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Σημειωτέον δε, ότι η κατά τα ανωτέρω δήλωση της ενάγουσας περί νόμιμου μερικού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής της, αναφορικά με την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που φέρεται ότι υπέστη [αίτημα υπό στοιχ. (1) β., κατά τα ανωτέρω], συνιστά μεν κατά τα άρθρα 215 παρ. 1, 223 παρ. 1 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα (ΑΠ Ολ 5/1997 ΕλλΔνη 1997, 1033, ΑΠ 707/2008 ΤΝΠ NOMOΣ, ΑΠ 1954/2007 ΤΝΠ NOMOΣ), ωστόσο, ο κατ’ αυτόν τον τρόπο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 346 ΑΚ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν 4055/2012 και άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 02-04-2012), λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, δεδομένου ότι νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Τούτο δε, διότι κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1207/2017 ΧρΙΔ 2018, 353 επ., ΑΠ 1509/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στοιχείο που κρίνεται στην έρευνα της ουσίας.

Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 16 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2, 35 ΚΠολΔ, 79 παρ. 2 Κανονισμού 2016/679), κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 αριθ. 3, 621 ΚΠολΔ, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της αγωγής μετά την 01-01-2016 (άρθρο 9 παρ. 2 N 4335/2015 σε συνδ. με άρθρο 23 παρ. 3 Ν 2472/1997 για το προ της 25ης-05-2018 ένδικο χρονικό διάστημα) για τους λόγους που εκτέθηκαν στην προηγηθείσα, υπό VIII, νομική σκέψη. Η αγωγή είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 346, 914 και 932 ΑΚ, 1, 2, 4 εδ. α΄, 5, 11 παρ. 1, 23 Ν 2472/1997, 1 έως 7, 9, 82 Κανονισμού 2016/679, 176, 189 παρ. 1, 591, 907 και 908 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ, πλην: (α) του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής για το πέραν του καταψηφιστικού αιτούμενου ποσού, δηλαδή για το μετά την ως άνω τροπή του αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό ως προς το ποσό των 25.000 ευρώ, καθόσον προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις, (β) του παρεπόμενου αιτήματος περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγομένου, το οποίο, μετά την τροπή του ανωτέρω καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατέστη απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον προσωπική κράτηση απαγγέλλεται μόνο ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης των καταψηφιστικών χρηματικών αξιώσεων σε βάρος των προσώπων αυτών πλέον των 30.000 ευρώ (άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ), (γ) του υπό στοιχ. (2) αιτήματος περί παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, η εκδίκαση του οποίου εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού, για τους εξής λόγους: Όπως προεκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη, ως προς το αίτημα αυτό εφαρμοστέος τυγχάνει ο ΓΚΠΔ [ΔΕΕ 1.10.2019, ............................... e.V. κατά ............. GmbH, (C-............), σκέψεις 38-43, ο.π., Προτάσεις Γ.Ε. της 21ης Μαρτίου 2019 επί της ίδιας υπόθεσης, σκέψη 47, ο.π., ΔΕΕ 16.1.2019, ............... AG κατά ....................., (C-...............), σκέψεις 38-39, ο.π.] και όχι ο Ν 2472/1997. Τούτο συνεπάγεται ότι η εν λόγω αξίωση εμπίπτει πλέον στην κανονιστική εμβέλεια των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 2 στοιχ. στ΄ και 83 του ΓΚΠΔ και δεν εντάσσεται στις κατ’ άρθρο 23 παρ. 3 Ν 2472/1997 «…απαιτήσεις του παρόντος άρθρου [δηλ. του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του Ν 2472/1997]…». Ωστόσο, σε αντίθεση με το προ της έναρξης ισχύος του ΓΚΠΔ νομοθετικό καθεστώς, όπου η προκείμενη αξίωση περί παράλειψης της προσβολής στο μέλλον υπαγόταν, πράγματι, στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (άρθρα 57 – 59 ΑΚ και 23 παρ. 1, 2 και 3 του Ν 2472/1997 σε αντιδιαστολή προς το άρθρο 21 του Ν 2472/1997, το οποίο δεν απένεμε στην ΑΠΔΠΧ την αρμοδιότητα να επιληφθεί τέτοιου αιτήματος), ο ΓΚΠΔ δεν συμπεριέλαβε την αξίωση περί παράλειψης της προσβολής στο μέλλον στις αξιώσεις που κατάγονται προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων (άρθρο 79 ΓΚΠΔ) και δεν διαλαμβάνει ρύθμιση όμοια ή παραπλήσια προς εκείνη της παρ. 3 του Ν 2472/1997 (η οποία όριζε ότι η εκδίκαση από το πολιτικό Δικαστήριο γίνεται «…ανεξάρτητα από την τυχόν έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής ή την τυχόν άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και από την αναστολή ή αναβολή της για οποιονδήποτε λόγο…»). Αντιθέτως, απένειμε την εν λόγω εξουσία επιβολής των εν λόγω κυρώσεων στις εθνικές «αρχές ελέγχου», τέτοια δε τυγχάνει στην ημεδαπή η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 82 ΓΚΠΔ ορίζει ότι κάθε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλική ή μη υλική ζημία ως αποτέλεσμα παραβίασης του ΓΚΠΔ δικαιούται αποζημίωσης (και μόνο) από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία για τη ζημία που υπέστη, χωρίς να συμπεριλαμβάνει και ρύθμιση περί αξίωσης παράλειψης της προσβολής στο μέλλον. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 79 παρ. 1 ΓΚΠΔ, έκαστο υποκείμενο των δεδομένων έχει μεν δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής εάν θεωρεί ότι τα δικαιώματά του που απορρέουν από τον ΓΚΠΔ παραβιάστηκαν ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του που το αφορούν κατά παράβαση του ΓΚΠΔ, το δικαίωμα όμως αυτό τελεί υπό την επιφύλαξη κάθε διαθέσιμης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ. Τέτοια δε «διαθέσιμη διοικητική ή μη διοικητική προσφυγή» συνιστά ακριβώς η συντιθέμενη από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 2 και 83 ΓΚΠΔ διαδικασία ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ως «αρχής ελέγχου», η οποία έχει -σε ένα πρώτο στάδιο- τη «διορθωτική εξουσία» «…να επιβάλλει προσωρινό ή οριστικό περιορισμό, περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της επεξεργασίας…» (άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. στ' ΓΚΠΔ) και σε ένα δεύτερο στάδιο (ενόψει του ότι όπως ρητά ορίζεται στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου, η άσκηση της εν λόγω εξουσίας δεν θίγει την αποτελεσματική λειτουργία του κεφαλαίου VII του ΓΚΠΔ, στο οποίο εντάσσεται και το άρθρο 83 ΓΚΠΔ) να επιβάλλει συναφώς διοικητικά πρόστιμα, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, επιπροσθέτως ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. α' έως η' και στοιχ. ι' του ΓΚΠΔ (άρθρο 83 ΓΚΠΔ). Οι εν λόγω δε διατάξεις του ΓΚΠΔ καθορίζουν μεν κυρώσεις ανάλογες με αυτήν της ΑΚ 57 παρ. 1 εδ. α', υπό την έννοια ότι συνιστούν εξειδικευμένη πτυχή της προβλεπόμενης σ’ αυτήν αξίωσης του παθόντος περί παράλειψης της προσβολής της προσωπικότητάς του στο μέλλον, πλην, τυγχάνουν ειδικότερες και παρουσιάζουν αυτοτέλεια έναντι αυτών (λύση, εξάλλου, όχι άγνωστη στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης μεταξύ των γενικών διατάξεων του ΑΚ και λοιπών ειδικών νομοθετημάτων, όπως λ.χ. συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 65 παρ. 2 Ν 2121/1993 -βλ. έτσι ΕφΑθ 4109/2008 ΕλλΔνη 2009, 582, Απ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 4η έκδ. 2012, σελ. 185), (δ) του αιτήματος περί καταστροφής του/των μέσου/ων αποθήκευσης των αρχείων στιγμιότυπων οθόνης, το οποίο, με το ως άνω περιεχόμενο, τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο και δη ως αντίθετο στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον η ενάγουσα αιτείται την καταστροφή όχι των εμπεριεχομένων στο αποθηκευτικό μέσο αρχείων/δεδομένων, αλλ’ αντιθέτως αυτού του ίδιου του αποθηκευτικού μέσου, δηλαδή του σκληρού δίσκου του οικείου υπολογιστή του εναγομένου, το οποίο όμως αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του. Σε κάθε δε περίπτωση -πέραν του ότι η ενάγουσα αναφέρεται συλλήβδην σε όλα τα εμπεριεχόμενα στο αποθηκευτικό αυτό αρχεία, δηλαδή και σε αρχεία του εναγομένου, για τα οποία αυτή δεν έχει δικαίωμα να ζητεί την καταστροφή τους- ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι το εν λόγω αίτημα της αγωγής συνίσταται στην καταστροφή ή διακοπή επεξεργασίας ή στην κατ’ άρθρο 17 του ΓΚΠΔ «διαγραφή» (δικαίωμα στη λήθη) όσων εκ των ως άνω αρχείων αφορούν στα προσωπικά δεδομένα της ίδιας [με την επισήμανση ότι καταστροφή προσωπικού δεδομένου ή αρχείου συνιστά και η επιστροφή του στο νόμιμο κάτοχο, από τον οποίο αυτά έχουν εκφύγει χωρίς την συγκατάθεσή του (ΑΠΔΠΧ 100/2000, δημοσ. σε www.dpa.gr)], οι ανωτέρω κυρώσεις συνιστούν διοικητικές κυρώσεις, η επιβολή των οποίων εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού, καθόσον αυτή έχει απονεμηθεί ρητά, δυνάμει των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 του Ν 2472/1997 (το οποίο στη συνέχεια δεν καταργήθηκε, αλλ’ αντιθέτως διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 84 του Ν 4624/2019) και 58 περ. ζ΄ του ΓΚΠΔ στην Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και εν τέλει στα διοικητικά Δικαστήρια, ενώπιον των οποίων τυγχάνουν προσβλητές οι αποφάσεις και πράξεις της τελευταίας. Οι εν λόγω διατάξεις καθορίζουν μεν κυρώσεις ανάλογες με αυτήν της ΑΚ 57 παρ. 1 εδ. α', υπό την έννοια ότι συνιστούν εξειδικευμένη πτυχή της προβλεπόμενης σ’ αυτήν αξίωσης του παθόντος περί άρσης της γενόμενης εις βάρος του προσβολής της προσωπικότητάς του, πλην, τυγχάνουν ειδικότερες και παρουσιάζουν αυτοτέλεια έναντι αυτής. Σημειωτέον δε, ότι η ενάγουσα έχει ήδη καταθέσει την υπ’ αριθ. πρωτ. .../23.01.2019 καταγγελία ενώπιον της ανωτέρω Αρχής και ως εκ τούτου, το ανωτέρω ζήτημα θα κριθεί από την αποκλειστικά αρμόδια κατά τα ως άνω Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, οι πράξεις της οποίας είναι προσβλητές ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων. Επομένως, πρέπει, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αίτημά της έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά (βλ. τα e-παράβολα με κωδικούς ..., ... σε συνδυασμό με το από 09-10-2019 και υπ’ αριθ. κωδικού συναλλαγής ... παραστατικό εξόφλησης e-παραβόλου).

X. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από τον αντίδικό τους (άρθρα 444 αριθ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από την υπ’ αριθ. .../15-10-2019 ένορκη βεβαίωση της Σ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Ε. Σ., που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του -μη παραστάντος κατά τη λήψη της- εναγομένου, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../10-10-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων, Ε. Δ., η οποία (ένορκη βεβαίωση) προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως με την προσθήκη της ενάγουσας και λαμβάνεται υπόψη μόνο προς αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του εναγομένου, καθώς και με βάση τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τις ανωμοτί καταθέσεις της ενάγουσας και του εναγομένου, που δόθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας σχετικά με το ίδιο επίδικο συμβάν, κατόπιν των εκατέρωθεν εγκλήσεων που έχουν καταθέσει κατ’ αλλήλων αμφότεροι οι διάδικοι (ΑΠ 964/2013 ΕΠολΔ 2013, 571, ΑΠ 1546/2010 ΕΠολΔ 2011, 119, ΑΠ 288/1971 ΝοΒ 1971, 876), μη λαμβανομένων υπόψιν των δέκα τεσσάρων (14) μηχανικών απεικονίσεων που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται κατωτέρω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 24η Απριλίου 2018, στα Χανιά, η ενάγουσα συνήψε προφορικά με τον εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο λογιστικό γραφείο που διατηρεί ο εναγόμενος επί της οδού ... αριθ. ..., στα ... . Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 22-04-2018 έως και την 22-10-2018 η ενάγουσα παρείχε την εργασία της κατά το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας με οκτάωρο ημερήσιο ωράριο (08.30 π.μ. έως 16.30 μ.μ.), κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, χρησιμοποιώντας τα μέσα και την υλικοτεχνική υποδομή, που της παρείχε προς τούτο ο εναγόμενος, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε για τη διεκπεραίωση των σχετικών εργασιών. Όπως δε βεβαίωσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου επιμελεία του εναγομένου, πριν από την ενάγουσα, ο εναγόμενος απασχολούσε τρεις άλλες γυναίκες ως βοηθούς λογιστή, οι οποίες αποχώρησαν, άπασες, από την εργασία τους λόγω - κατά τα λεγόμενα του εν λόγω μάρτυρα- εγκυμοσύνης, ο δε εναγόμενος «…είχε θέμα να μπορέσει να παραμείνει μία κοπέλα γιατί είχε θέμα εργασίας…». Ήδη από την έναρξη της εργασιακής σχέσης, έπειτα από ορισμένες προφορικές αναφορές του εναγόμενου προς αυτήν, η ενάγουσα άρχισε να υποπτεύεται ότι με κάποιον τρόπο ο εναγόμενος είχε πρόσβαση σε προσωπικά της δεδομένα που αυτός δεν θα δύνατο να γνωρίζει, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατή η επαλήθευση των υποψιών της. Όπως, εξάλλου, ο ίδιος ομολογεί, ο εναγόμενος προ της κατάρτισης της ως άνω σύμβασης εργασίας με την ενάγουσα, και δη ήδη από το έτος 2017, είχε απευθυνθεί στον τεχνικό με τον οποίο συνεργάζεται, Μ. Τ., ο οποίος είχε εγκαταστήσει για λογαριασμό του στον επίμαχο ηλεκτρονικό υπολογιστή, που στη συνέχεια χρησιμοποιούσε η ενάγουσα, το λογισμικό πρόγραμμα με την ονομασία «Hidden Capture 2.3.». Το εν λόγω λογισμικό αποτελεί μία εφαρμογή των Windows η οποία είναι κατασκευασμένη ειδικά για την απεικόνιση της δραστηριότητας του χρήστη επί της οθόνης ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή με την εξαγωγή αυτής υπό τη μορφή στιγμιότυπων οθόνης (“screenshots”). Ειδικότερα, η εν λόγω εφαρμογή συνιστά ένα εργαλείο το οποίο επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο προς εγκατάστασή του να ανακαλύπτει τι πράττουν έτεροι χρήστες στον οικείο υπολογιστή και είναι πρωταρχικά σχεδιασμένο με τρόπο ώστε να είναι κρυμμένο και να ελέγχει τη δραστηριότητα του υπολογιστή, «τρέχει» δηλαδή σε λειτουργία απόκρυψης (stealth mode) στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ώστε οι λοιποί χρήστες να μην μπορούν να εντοπίσουν την παρουσία της στη γραμμή εργασιών. Επιπλέον, παρέχει υποστήριξη για έναν κύριο κωδικό πρόσβασης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι κανείς άλλος, πλην του ενδιαφερόμενου προς τούτο, δεν θα δύναται να έχει πρόσβαση, να τροποποιεί ή να απεγκαθιστά το εν λόγω πρόγραμμα. Ειδικότερα, η εφαρμογή αυτή παρέχει στον χρήστη τη δυνατότητα να προβαίνει σε λήψη στιγμιότυπων οθόνης σε λειτουργία πλήρους οθόνης ή να κάνει λήψη ενεργών παραθύρων, να προβαίνει σε αυτόματη λήψη στιγμιότυπων σε χρόνο που ο ίδιος θα προκαθορίζει, καθώς και να προσδιορίζει τον οικείο φάκελο αποθήκευσης. Από προεπιλογή (by default), το πρόγραμμα αυτό εξάγει τις εικόνες σε μορφή αρχείου JPG. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είχε προβεί στην εγκατάσταση της εν λόγω εφαρμογής, προκειμένου να ψηφιοποιεί έγγραφα πελατών, να «φωτογραφίζει» δηλαδή ανά πάσα στιγμή ένα έγγραφο και να το καταχωρεί στη βάση δεδομένων, ώστε να έχει οποτεδήποτε πρόσβαση σ’ αυτό καθώς και για λόγους οικολογικής ευσυνειδησίας, προκειμένου να αποφευχθεί έτσι η αλόγιστη χρήση χαρτιού. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εφαρμογή τον βοηθούσε και ως προς την επίλυση τεχνικών ζητημάτων, δεδομένου ότι ο επιλαμβανόμενος τεχνικός μπορούσε να έχει μία άμεση εικόνα περί του τεχνικού προβλήματος που είχε ανακύψει συναφώς, χωρίς να χρειάζεται προς τούτο μία λεκτική εξειδικευμένη αναφορά του εναγόμενου ως προς τη φύση του εκάστοτε ανακύπτοντος τεχνικού προβλήματος. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του εναγομένου, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού οι λόγοι εγκατάστασης του εν λόγω προγράμματος από τον εναγόμενο δεν διαδραματίζουν κάποιον ρόλο εν προκειμένω, αλλ’ αντιθέτως κρίσιμο είναι, κατά τα κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα, το εάν ο εναγόμενος είχε ενημερώσει την ενάγουσα σχετικά με την από μέρους του επεξεργασία (συλλογή και αποθήκευση) των προσωπικών της δεδομένων καθώς και εάν η ενάγουσα είχε παράσχει τη συγκατάθεσή της, υπό τους όρους του Ν 2472/1997 (έως την 24-05-2018) και του ΓΚΠΔ (για το χρονικό διάστημα από 25-05-2018 και εντεύθεν), σε κάθε περίπτωση δεν συνάδουν με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Τούτο δε, καθόσον τα αρχεία που βρίσκονται εντός του λειτουργικού συστήματος του σκληρού δίσκου ενός υπολογιστή είναι εξ ορισμού ψηφιακά και ως εκ τούτου ουδεμία χρεία εγκατάστασης προγράμματος για την εκ νέου «ψηφιοποίηση» αυτών παρίσταται. Τα όσα δε διατείνεται ο εναγόμενος σχετικά με τη «διευκόλυνση» επίλυσης τεχνικών ζητημάτων, ομοίως δεν συνάδουν με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον η εγκατάσταση ενός τέτοιου προγράμματος όχι μόνο δεν διευκολύνει την επίλυση τεχνικών ζητημάτων, αλλ’ αντιθέτως επιτείνει τον κίνδυνο εμφάνισής τους, δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό η αποθηκευτική μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ουσιαστικά εξανεμίζεται, αφού ο σκληρός δίσκος επιβαρύνεται με την αποθήκευση αμέτρητων αρχείων (screenshots), καθιστώντας έτσι τον οικείο Η/Υ πιο αργό και δυσλειτουργικό. Εξάλλου, η εξ αποστάσεως επίλυση τεχνικών προβλημάτων ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή από έτερο χρήστη επιτυγχάνεται ευχερώς διά της χρήσης εξειδικευμένων προς τούτο ηλεκτρονικών εφαρμογών, που διατίθενται δωρεάν στο διαδίκτυο, όπως λ.χ. τυγχάνει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ευρέως διαδεδομένο σε απλούς (και οικιακούς ακόμη) χρήστες ηλεκτρονικών υπολογιστών λογισμικό πρόγραμμα “TeamViewer” («Ομαδικός Θεατής»), που επιτρέπει τον απομακρυσμένο έλεγχο, την κοινή χρήση επιφάνειας εργασίας και την μεταφορά αρχείων μεταξύ υπολογιστών. Το εν λόγω λογισμικό TeamViewer είχε, μάλιστα, εγκατεστημένο και ο ίδιος ο εναγόμενος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιεί στην εργασία του, όπως προκύπτει εξάλλου και από τη σχετική φωτογραφία, που ο ίδιος ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται, στην οποία εμφαίνεται η οθόνη του ηλεκτρονικού του υπολογιστή, φέρουσα το σχετικό εικονίδιο που υποδηλώνει την εγκατάσταση του εν λόγω προγράμματος στην οικεία επιφάνεια εργασίας αυτού. Στις 15-10-2018 η ενάγουσα διέγραψε εκ παραδρομής ένα αρχείο από τον εν λόγω ηλεκτρονικό υπολογιστή, που χρησιμοποιούσε στην εργασία της. Στην προσπάθειά της δε να επαναφέρει το εν λόγω αρχείο αναζήτησε αυτό στον οικείο «κάδο ανακύκλωσης» του ηλεκτρονικού της υπολογιστή. Στην ψηφιακή αυτή θέση, δηλαδή στον προκείμενο «κάδο ανακύκλωσης» η ενάγουσα ανακάλυψε την ύπαρξη πολυάριθμων αρχείων, τα οποία είχαν μεν διαγραφεί, πλην, όχι οριστικά, υπό την έννοια ότι με την εντολή περί διαγραφής τους αυτά μεταφέρονταν στον εν λόγω κάδο ανακύκλωσης και δεν διαγράφονταν οριστικά από τη «μνήμη» του εν λόγω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα προέβη στην επαναφορά των εν λόγω αρχείων στο λειτουργικό σύστημα των Windows του Η/Υ της, με αποτέλεσμα αυτά να καταστούν αναγνώσιμα από αυτήν. Μεταξύ των αρχείων αυτών υφίστατο ένας φάκελος (folder), η ακριβής τοποθεσία του οποίου στο λογισμικό των Windows του Η/Υ είχε ως εξής: «Υπολογιστής - Τοπικός Δίσκος (C) - Αρχεία Εφαρμογών x 86 - Hidden Capture - Sessions», εντός του οποίου υπήρχε μία σειρά υποφακέλων, έκαστος από τους οποίους τιτλοφορείτο με τα στοιχεία «2018-09-2013, 2018-09-21, 2018-09-26, 2018-10-03, 2018-10-04, 2018-10-05, 2018-10-08, 2018-10-09, 2018-10-10, 2018-10-11, 2018-10-12, 2018-10-13», αντίστοιχα. Καθένας από τους ως άνω υποφακέλους περιείχε αποθηκευμένες εικόνες στιγμιότυπων οθόνης (screenshots) του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η ίδια. Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τα ανασυρθέντα αρχεία περιελάμβαναν αποτυπώσεις των ενεργειών της επί του εν λόγω υπολογιστή, διελάμβαναν δε όχι μόνο έγγραφα του εργοδότη - εναγομένου, αλλά και αποτυπώσεις οθόνης (screenshots) που απέδιδαν την πλοήγηση της ενάγουσας στο διαδίκτυο, απεικονίζοντας δηλαδή όσες ιστοσελίδες είχε επισκεφθεί η ίδια κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας της, (προσωπικά) ηλεκτρονικά μηνύματά της, που είχαν απευθυνθεί από και προς αυτήν, αρχεία, κείμενα και φωτογραφίες προσωπικής φύσης, που επεξεργάστηκε κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας της, απόδοση λογαριασμών μέσω της χρήσης τραπεζικών υπηρεσιών e-banking καθώς και ορισμένες προσωπικές συνομιλίες που η ίδια είχε διενεργήσει σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του και συνεπώς συνάγεται ότι ομολογούνται από αυτόν (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Ευθύς δε μόλις η ενάγουσα ανακάλυψε την ύπαρξη των εν λόγω αποθηκευμένων αρχείων προέβη στη λήψη φωτογραφιών, που αποτυπώνουν αφενός -σε πρώτο πλάνο- την επί της οθόνης του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή ύπαρξη ορισμένων εκ των σχετικών αρχείων στους προμνησθέντες φακέλους (folders), αφετέρου τμήμα του χώρου του λογιστικού γραφείου όπου αυτή παρείχε την εργασία της. Η δε γνησιότητα των φωτογραφιών αυτών δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Χαρακτηριστική είναι δε η φωτογραφία που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, η οποία αποτυπώνει το αποθηκευμένο, κατά τα ανωτέρω, αρχείο – στιγμιότυπο οθόνης, το οποίο ελήφθη την 13η-09-2018 και ώρα 10:29 π.μ., κατά τη στιγμή που αυτή επεξεργαζόταν τα εισερχόμενα μηνύματα στον προσωπικό λογαριασμό της ηλεκτρονικής της αλληλογραφίας. Το επίμαχο στιγμιότυπο οθόνης, αποτυπώνει κατάλογο με τα εισερχόμενα στον οικείο λογαριασμό της ενάγουσας ηλεκτρονικά μηνύματα που αυτή είχε λάβει. Το πρώτο κατά σειρά ηλεκτρονικό μήνυμα προέρχεται από αγνώστων λοιπών στοιχείων χρήστη με το ψευδώνυμο «...», τιτλοφορείται «...», εμφαίνονται δε οι εξής πρώτες λέξεις του μηνύματος: «ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΔΕΣ ΤΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΜΙΑ ΙΔΕΑ…». Το οικείο ύφος με το οποίο απευθύνεται ο εν λόγω χρήστης στην ενάγουσα (χρήση ενικού αριθμού) και οι λέξεις που αυτός χρησιμοποιεί (υποδηλώνουσες γνώση του εν λόγω χρήστη ότι η ενάγουσα αναζητούσε κάποια προσφορά, σχετιζόμενη με υπηρεσίες υγείας) καταδεικνύουν ότι σε αντίθεση με λοιπά ηλεκτρονικά μηνύματα που εμφαίνονται στην ως άνω λίστα και που καταφανώς συνιστούν διαφημιστικά απλώς μηνύματα, τα οποία άπτονται μεν του χώρου της υγείας (όπως λ.χ. το ηλεκτρονικό μήνυμα που η ενάγουσα έλαβε αφενός από τον αποστολέα με το όνομα “...” με το εξής περιεχόμενο: «Weekly Offers με ΔΩΡΑ. ...» και αφετέρου από τον αποστολέα με την ονομασία “...” με το εξής περιεχόμενο: «Καλή σχολική χρονιά με ΔΩΡΑ! Νέες παραλαβές και τιμές έκπληξη για…»), αλλά δεν συνιστούν «δεδομένα που αφορούν την υγεία» κατά τον ΓΚΠΔ, το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα και τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτό προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας συνιστούν «δεδομένα που αφορούν την υγεία», κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 15 του ΓΚΠΔ. Αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος είχε προβεί στην εγκατάσταση και έτερου λογισμικού προγράμματος με την ονομασία “ActivTrak: Free Employee Monitoring Software”, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Μόλις ανακάλυψε την ύπαρξη των εν λόγω αρχείων, η ενάγουσα απευθύνθηκε τηλεφωνικά στο σύντροφό της και όντας έντρομη τον ενημέρωσε για τα σχετικά ευρήματά της. Την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 16-10-2018, η ενάγουσα απευθύνθηκε στον εναγόμενο και τον ενημέρωσε σχετικά με τα όσα αρχεία η ίδια είχε ανεύρει στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή, κατά τα ανωτέρω. Ο εναγόμενος εξεπλάγη μεν, πλην, δεν αρνήθηκε την ύπαρξη των εν λόγω αρχείων και την από μέρους του εγκατάσταση του εν λόγω προγράμματος “Hidden Capture” και δεν απολογήθηκε σ’ αυτήν. Σαφής περί τούτου είναι η κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, επιμελεία της ενάγουσας, ο οποίος υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας της εν λόγω στιχομυθίας μεταξύ των διαδίκων, ενώ επίσης ο εναγόμενος ουδόλως αμφισβητεί τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να συνάγεται ότι αυτά ομολογούνται από τον ίδιο (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Ακολούθως, η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της την 22η-10-2018. Τα ως άνω δεδομένα, δηλαδή τα στιγμιότυπα οθόνης που απέδιδαν την πλοήγηση της ενάγουσας στο διαδίκτυο, κατά τα ανωτέρω, είναι «προσωπικά» «ιδιωτικά», δηλαδή εμπίπτουν στην έννοια της «ιδιωτικής ζωής», διότι ότι οι εν λόγω πληροφορίες απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων της ενάγουσας. Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή της ενάγουσας και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 1 του Συντ. και 8 της ΕΣΔΑ, ενώ, περαιτέρω, πρέπει να χαρακτηρισθούν ως προσωπικά δεδομένα της υπαλλήλου – ενάγουσας, εμπίπτοντας εντεύθεν και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 Α του Συντ.. Σημειωτέον δε, ότι ο εναγόμενος - εργοδότης γνώριζε, είχε επιτρέψει σιωπηρά και ανεχόταν την από μέρους της ενάγουσας χρήση του ως άνω ηλεκτρονικού υπολογιστή (και) για ιδιωτικούς - προσωπικούς σκοπούς. Σαφής περί τούτου είναι η κατάθεση του μάρτυρα Μ. Λ., ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, επιμελεία του εναγομένου, και κατέθεσε ενόρκως ότι ο εναγόμενος είχε αναφέρει σ’ αυτόν ότι η ενάγουσα πράγματι προέβαινε και σε χρήση του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή για ιδιωτικούς σκοπούς, επισκεπτόμενη προς τούτο κατά καιρούς και διάφορες ιστοσελίδες που δεν άπτονταν του αντικειμένου της εργασίας της. Τούτο άλλωστε αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο εναγόμενος προέβαινε συστηματικά στην αποτύπωση όλων των ενεργειών της ενάγουσας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που η ίδια χρησιμοποιούσε, με συνέπεια να γνωρίζει όλες τις κινήσεις της (πλοήγηση) επί του εν λόγω υπολογιστή και ως εκ τούτου και την από μέρους της χρήση του Η/Υ για προσωπικούς σκοπούς, δίχως ωστόσο να αντιλέξει ποτέ αναφορικά προς αυτήν της τη συμπεριφορά. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είχε ενημερώσει την ενάγουσα σχετικά με την εγκατάσταση και ύπαρξη του εν λόγω προγράμματος «Hidden Capture 2.3.» στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αυτή θα χρησιμοποιούσε, ήδη κατά την πρόσληψή της και ότι, παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν είχε εκφράσει οιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη προς τούτο. Ωστόσο, για τους λόγους που εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος -ακόμη κι αληθή υποτιθέμενα- δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αφενός του Ν 2472/1997 (για το επίδικο χρονικό διάστημα μέχρι την 24-05-2018), αφετέρου του ΓΚΠΔ (για το χρονικό διάστημα από 25-05-2018 και εντεύθεν), ώστε αφενός η δική του ενέργεια (τοποθέτηση ένδειξης περί ύπαρξης καταγραφής οθόνης) να δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά από μέρους του νόμιμη ενημέρωση της ενάγουσας ότι τα προσωπικά της δεδομένα θα τύχουν ή ότι ήδη τυγχάνουν επεξεργασίας, αφετέρου η ενέργεια της ενάγουσας (χρήση του εν λόγω υπολογιστή παρά την ύπαρξη της εν λόγω ένδειξης) να θεωρηθεί ότι συνιστά συγκατάθεσή/συναίνεσή της για την επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων, υπό τους όρους αμφοτέρων των προαναφερθέντων νομοθετημάτων. Ειδικότερα, καταρχάς ως προς το ζήτημα της ενημέρωσης, ο εναγόμενος δεν επικαλείται ότι είχε προβεί σε ενημέρωση της ενάγουσας σχετικά με την από μέρους του επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων και δη κατά πρόσφορο τρόπο και εν γένει ότι η ύπαρξη του εν λόγω καταγραφέα οθόνης συνεπάγεται και την από μέρους του συστηματική συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, όπως λ.χ. προσωπικές συνομιλίες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, της προσωπικής της ηλεκτρονικής της αλληλογραφίας κ.λπ. Επιπλέον και σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος δεν επικαλείται οιαδήποτε από μέρους του πληροφόρηση της ενάγουσας τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Ακόμη όμως και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο εναγόμενος, η ύπαρξη της εν λόγω ένδειξης στην επιφάνεια εργασίας της οθόνης του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα, συνιστά μία αόριστη, παραπλανητική και γενικόλογη αναφορά, η οποία δεν διασφαλίζει στο υποκείμενο των δεδομένων ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα τύχουν επεξεργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά ενημέρωση για το είδος της χρήσης των συλλεγόμενων δεδομένων ή για τους αποδέκτες αυτών, με αποτέλεσμα να μην πληροί τις προϋποθέσεις ούτε του Ν 2472/1997, ούτε του ΓΚΠΔ, κατά τα προεκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κατά τα ανωτέρω έγκυρης «συγκατάθεσης» από μέρους της ενάγουσας, υπό την έννοια αφενός του άρθρου 2 περ. ια' του Ν 2472/1997 και αφετέρου του ΓΚΠΔ. Τούτο δε, διότι η παροχή συγκατάθεσης, διά της απλής αντίληψης μέσω των οπτικών αισθητηρίων της ύπαρξης ενός προσυμπληρωμένου εικονιδίου, φέροντος την ένδειξη περί εγκατάστασης και ύπαρξης καταγραφέα οθόνης στην οικεία επιφάνεια εργασίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν προϋποθέτει ενεργή συμπεριφορά εκ μέρους του χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν συνιστά ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρει επιγνώσει από το υποκείμενο των δεδομένων περί της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων. Η ανωτέρω ερμηνεία επιβάλλεται, κατά μείζονα λόγο, υπό το πρίσμα του ΓΚΠΔ, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 25-05-2018 και εντεύθεν. Καταρχάς, ο εναγόμενος δεν επικαλείται συναφώς πραγματικά περιστατικά τα οποία να έλκουν σε εφαρμογή οιαδήποτε εκ των νο΅ικών βάσεων του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. β’, γ’ και στ’ ΓΚΠΔ, καθιστώντας σύννομη την από μέρους του επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας. Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε στην ως άνω νομική σκέψη, προϋπόθεση εφαρ΅ογής της συγκατάθεσης ως νο΅ικής βάσης επεξεργασίας κατά τον ΓΚΠΔ συνιστά ακριβώς ο προηγού΅ενος αποκλεισ΅ός των εν λόγω νο΅ικών βάσεων του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. β’, γ’ και στ’ ΓΚΠΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος -κι αληθή υποτιθέμενα- δεν συνιστούν ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη βούλησης, υπό μορφή δήλωσης ή σαφούς θετικής ενέργειας της ενάγουσας, με την οποία αυτή να εκδήλωσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη συμφωνία της για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούν. Τούτο δε, διότι όπως προαναφέρθηκε, η σιωπή, τα προσυμπληρωμένα τετραγωνίδια ή η αδράνεια εξαιρούνται ρητώς από τις περιπτώσεις παροχής συγκατάθεσης κατά τον ΓΚΠΔ. Περαιτέρω, με την απαίτηση της ενεργού συγκατάθεσης συνδέεται στενά η διακριτή συγκατάθεση. Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση παρέχεται «ελεύθερα» και «εν πλήρει επιγνώσει», δεν αρκεί αυτή να είναι μόνο ενεργή, αλλά πρέπει να είναι και διακριτή. Η δραστηριότητα του χρήστη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και η χορήγηση συγκατάθεσης δεν μπορούν να εντάσσονται στην ίδια πράξη. Ειδικότερα, από τη σκοπιά του χρήστη, η χορήγηση συγκατάθεσης δεν μπορεί να φαίνεται ότι έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την από μέρους του χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Αμφότερες οι πράξεις πρέπει να εκδηλώνονται, ιδίως οπτικά, επί ίσοις όροις. Κατά συνέπεια, σε κάθε περίπτωση, μια δέσμη δηλώσεων βούλησης, η οποία περιλαμβάνει τη χορήγηση συγκατάθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει με την έννοια της συγκατάθεσης κατά την έννοια του Ν 2472/1997 και της συναίνεσης κατά την έννοια του ΓΚΠΔ. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να καθίσταται απολύτως σαφές στον χρήστη του Η/Υ κατά πόσο η δραστηριότητά του στον εν λόγω Η/Υ εξαρτάται από τη χορήγηση συγκατάθεσης περί συλλογής και επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων. Ο χρήστης πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει σε ποιον βαθμό είναι διατεθειμένος να παράσχει τα δεδομένα του, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον Η/Υ και δεν πρέπει να καταλείπεται περιθώριο για οποιαδήποτε ασάφεια. Ο χρήστης πρέπει να γνωρίζει αν και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, σε ποιο βαθμό η χορήγηση της συγκατάθεσής του ασκεί επιρροή όσον αφορά στη δραστηριοποίησή του στον ίδιο τον Η/Υ. Κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο χρήστης του ηλεκτρονικού υπολογιστή απλώς επισκοπεί την ύπαρξη ενός πλαισίου στο κεντρικό σημείο της επιφάνειας εργασίας της οθόνης του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ταυτόχρονα, δε, παρέχει τη συγκατάθεσή του για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Δηλαδή, μία υλική ενέργεια και μία δήλωση βούλησης (χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και συγκατάθεση για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του χρήστη) -κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου- πραγματοποιούνται ταυτόχρονα. Ωστόσο, αυτές δεν μπορούν να εξαρτώνται από την ίδια ενέργεια, δηλαδή την απλή επισκόπηση της εν λόγω ένδειξης περί εγκατάστασης καταγραφέα οθόνης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη κι αληθών υποτιθέμενων των όσων ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η ενάγουσα – χρήστης του Η/Υ δεν ήταν σε θέση να παράσχει ελεύθερα τη διακριτή συγκατάθεσή της για την αποθήκευση πληροφοριών ή για την απόκτηση πρόσβασης σε πληροφορίες ήδη αποθηκευμένες στον επίμαχο ηλεκτρονικό υπολογιστή ή σε οιοδήποτε άλλο μέσο, που αφορούν σε προσωπικά της δεδομένα. Σημειωτέον δε, ότι ειδικά σε ό,τι αφορά στα ως άνω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας που αφορούσαν στην υγεία της, η συλλογή και η επεξεργασία αυτών ήταν απαγορευμένη κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, ενώ ο εναγόμενος ουδόλως επικαλείται ότι συνέτρεχε οιαδήποτε από τις νομιμοποιητικές βάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 2, 3 και 4 του ΓΚΠΔ, ώστε η εν λόγω επεξεργασία να μπορούσε ανεύρει έρεισμα σε κάποια από αυτές (ούτε άλλωστε αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, κάτι τέτοιο). Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ενημέρωσης και συγκατάθεσης της ενάγουσας, κατά τα ανωτέρω, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδεικνύεται αφενός ότι αυτός είχε ενημερώσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο και καθ’ οιοδήποτε χρονικό σημείο την ενάγουσα σχετικά με την εγκατάσταση και ύπαρξη του εν λόγω προγράμματος «Hidden Capture 2.3.» στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αυτή χρησιμοποιούσε και εν γένει ότι τα προσωπικά της δεδομένα που ευρίσκονταν επί του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή θα ετύγχαναν επεξεργασίας από αυτόν ή οιονδήποτε άλλον, αφετέρου ότι η ενάγουσα γνώριζε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την εγκατάσταση και ύπαρξη αυτού του προγράμματος στον επίμαχο ηλεκτρονικό υπολογιστή και εν γένει ότι αυτή είχε παράσχει στον εναγόμενο τη συγκατάθεσή της καθ’ οιονδήποτε τρόπο και καθ’ οιοδήποτε χρονικό σημείο προ, κατά τη διάρκεια ή μετά την λήξη της σύμβασης εργασίας της για την επεξεργασία από αυτόν ή οιονδήποτε τρίτο των κατά τα ανωτέρω συλλεγέντων προσωπικών της δεδομένων. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι η ύπαρξη της εν λόγω εφαρμογής με την ονομασία Hidden Capture δεν ήταν εμφανής στον ανυποψίαστο προς τούτο εκάστοτε χρήση του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή, εντεύθεν δε και στην ίδια την ενάγουσα, η οποία πληροφορήθηκε την εγκατάσταση αυτής στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε στο γραφείο του εναγομένου το πρώτον την 15-10-2018, κατά τα ανωτέρω. Σημειωτέον δε, ότι προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του, ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται -μεταξύ άλλων- δέκα τέσσερις (14) μηχανικές απεικονίσεις, ως σχετικό αποδεικτικό μέσο υπ’ αριθ. 3. Οι 14 αυτές μηχανικές απεικονίσεις (print screen) αποτυπώνουν μία επιφάνεια εργασίας ηλεκτρονικού υπολογιστή (desktop), η οποία κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου αντιστοιχεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως αυτή (επιφάνεια εργασίας του Η/Υ) είχε κατά τις εξής ημερομηνίες, σύμφωνα με τις σχετικές ενδείξεις που διαλαμβάνονται στο κάτω αριστερά τμήμα της οθόνης σε κάθε μία από τις εν λόγω μηχανικές απεικονίσεις: (1) την 13-09-2018 και ώρα 8:46 π.μ., (2) την 13-09-2018 και ώρα 2:14 π.μ., (3) την 21-09-2018 και ώρα 6:10 μ.μ., (4) την 26-09-2018 και ώρα 6:20 μ.μ., (5) την 03-10-2018 και ώρα 8:36 π.μ., (6) την 04-10-2018 και ώρα 8:46 π.μ., (7) την 05-10-2018 και ώρα 8:39 π.μ., (8) την 11-10-2018 και ώρα 8:42 π.μ., (9) την 11-10-2018 και ώρα 4:50 μ.μ., (10) την 12-10-2018 και ώρα 4:39 μ.μ,, (11) 12-10-2018 και ώρα 08:31 π.μ., (12) την 13-10-2018 και ώρα 11:21 π.μ., (13) 27-08-2018 και ώρα 11:00 μ.μ., (14) την 27-08-2018 και ώρα 9:08 π.μ. Σε όλες τις εν λόγω μηχανικές απεικονίσεις εμφαίνεται στο κεντρικό σημείο της επιφάνειας εργασίας ένα αναδυόμενο ευμέγεθες πλαίσιο, το οποίο φέρει την εξής ένδειξη: «Στον υπολογιστή υπάρχει καταγραφέας οθόνης», κάτωθι δε αυτή της ένδειξης υφίσταται ένα κενό υποπλαίσιο και κάτωθι αυτού τρεις ενδείξεις με τις ονομασίες «ΟΚ», «Close», και «NUΜ», οι δύο πρώτες εκ των οποίων τίθενται σε μικρότερο πλαίσιο, έχοντας την μορφή ψηφιακού πλήκτρου, ώστε με την επιλογή καθεμίας από αυτές να εκτελείται η αντίστοιχη εντολή. Στη δε οθόνη που απεικονίζεται σε όλες τις ως άνω μηχανικές απεικονίσεις υφίστανται διάφορα διάσπαρτα εικονίδια στη σχετική επιφάνεια εργασίας (desktop) του ηλεκτρονικού υπολογιστή, μία φωτογραφία ως φόντο αυτής και τέλος διάφορα εικονίδια στην ευρισκόμενη στην κάτω πλευρά της οθόνης οριζόντια γραμμή εργασιών. Στο δε κάτω δεξιό τμήμα της επιφάνειας εργασίας της οθόνης διαλαμβάνονται οι προαναφερθείσες ημεροχρονολογίες, για έκαστη εκ των ως άνω μηχανικών απεικονίσεων. Σημειωτέον δε, ότι στο εν λόγω πλαίσιο ουδέν διακριτικό γνώρισμα της εφαρμογής “Hidden Capture” διαλαμβάνεται, ενώ εν γένει ουδεμία αναφορά γίνεται στο πρόγραμμα αυτό, η οποία να συνδέει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το εικονίδιο αυτό με το προκείμενο πρόγραμμα. Η ενάγουσα αμφισβητεί τη γνησιότητα των εν λόγω μηχανικών απεικονίσεων, ισχυριζόμενη ότι αυτές έχουν αλλοιωθεί από τον εναγόμενο, ώστε να διαλαμβάνουν τις ως άνω (μη αληθείς κατ’ αυτήν) ημερομηνίες. Η εν λόγω αμφισβήτηση δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω μηχανικών απεικονίσεων σε σχέση με το ερευνώμενο θέμα, αλλ’ αντιθέτως, αμφισβήτηση της ίδιας της γνησιότητας αυτών. Επιπλέον, η ενάγουσα, η οποία παρέστη στο Δικαστήριο αυτό μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, προέβαλε με το δικόγραφο της προσθήκης της την ένσταση πλαστότητας των εν λόγω μηχανικών απεικονίσεων, αφενός κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον ίδιο τον εναγόμενο και αφετέρου προσκομίζοντας μετ’ επικλήσεως τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφό της αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της, που, κατά τα λεγόμενά της, τείνουν στην απόδειξη του ισχυρισμού της. Όπως αποδεικνύεται από την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση που παρέσχε η Σ. Κ., η εν λόγω ενόρκως βεβαιώσασα εργαζόταν ως υπάλληλος στο λογιστικό γραφείο που διατηρεί ο εναγόμενος για χρονικό διάστημα περίπου ενός (1) έτους και δη κατά τη χρονική περίοδο 2017 - 2018. Κατά την περίοδο αυτή, η εν λόγω υπάλληλος χρησιμοποιούσε το γραφείο που βρίσκεται δίπλα σ’ εκείνο του εναγομένου, ομοίως δηλαδή με την ενάγουσα, και τον ευρισκόμενο σ’ αυτό ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπως ακριβώς και η ενάγουσα. Μολονότι δε, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ομολογεί, αυτός είχε εγκαταστήσει το επίμαχο πρόγραμμα “Hidden Capture” ήδη από το έτος 2017, η εν λόγω τέως υπάλληλός του, Σ. Κ., ουδέποτε διέκρινε οιοδήποτε αναδυόμενο πλαίσιο/παράθυρο επί της επιφάνειας εργασίας του υπολογιστή που χρησιμοποιούσε, το οποίο να διαλαμβάνει ένδειξη περί εγκατάστασης καταγραφέα οθόνης, κατά τα λεγόμενα του εναγομένου και εν γένει ουδέν γνώριζε περί της ύπαρξης ενός τέτοιου καταγραφέα οθόνης και του εν λόγω προγράμματος. ’λλωστε, η ανάδυση ενός τέτοιου πλαισίου με την ένδειξη περί ύπαρξης καταγραφέα οθόνης δεν συμβαδίζει με τη φύση, τον προορισμό και την εν γένει λειτουργία της επίμαχης εφαρμογής “Hidden Capture”, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί ένα εργαλείο, το οποίο είναι σχεδιασμένο εξ ορισμού να λειτουργεί κρυφίως (stealth mode) και να μην είναι ορατό σε ανυποψίαστους χρήστες του οικείου ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέχοντας έτσι στον ενδιαφερόμενο χρήστη, που το εγκατέστησε, τη δυνατότητα να εποπτεύει άπασες τις κινήσεις που διενεργούνται επί του εν λόγω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εμφαινόμενη στην οθόνη κάθε ηλεκτρονικού υπολογιστή ώρα και ημερομηνία δύναται ευχερώς να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή, αρχικά με το απλό πάτημα ενός δεξιού «κλικ» επί της κείμενης στο δεξιό άκρο της οθόνης ώρας και κατόπιν ενός αριστερού «κλικ» στην επιλογή «ρύθμιση ώρα και ημερομηνίας». Κατόπιν των εν λόγω ενεργειών, η σχετική οθόνη του υπολογιστή δύναται να παρουσιάζει ως ημεροχρονολογίες στο δεξιό άκρο αυτής ημέρες και ώρες, κατ’ επιλογή του εκάστοτε χρήστη, δίχως να είναι απαραίτητο να αντιστοιχούν αυτές και στην αληθή ώρα και ημερομηνία. Ακολούθως, ο χρήστης μπορεί να εξαγάγει το σχετικό απείκασμα της εν λόγω οθόνης (screenshot), εκτυπώνοντας αυτό, με τρόπο ώστε να φέρει ημεροχρονολογία κατά το δοκούν. Χαρακτηριστικό είναι δε στο σημείο τούτο το γεγονός ότι η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει αφενός (α) τέσσερα (4) στιγμιότυπα οθόνης Η/Υ τα οποία φέρουν τις ημερομηνίες «07-04-1983», «24-06-1994» «18-08-2005» και «16-08-2026», δηλαδή ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτά εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί, είτε γιατί αυτά αναφέρονται στο μέλλον (έτος 2026) είτε γιατί το εμφαινόμενο λειτουργικό σύστημα και οι σχετικές εφαρμογές που αντιστοιχούν στα εμφαινόμενα εικονίδια επί της οθόνης (Skype, Acrobat reader, Mozilla Firefox, VLC Media Player, Google Chrome) δεν υφίσταντο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα έτη 1983, 1994, 2005, αφετέρου (β) τέσσερα (4) στιγμιότυπα οθόνης Η/Υ στα οποία εμφαίνεται βήμα – βήμα η προαναφερθείσα διεργασία προς μετατροπή της ημερομηνίας, που διαλαμβάνεται στη σχετική οθόνη, από «24-09-2019» σε «24-06-1994». Ο εναγόμενος δεν εξειδικεύει εάν οι εν λόγω μηχανικές απεικονίσεις λήφθηκαν από αυτόν χειροκίνητα, δηλαδή με το πάτημα του σχετικού πλήκτρου «εκτύπωση οθόνης» (“print screen”) του ηλεκτρονικού υπολογιστή και την εντεύθεν εκτύπωση αυτών ή, αντιθέτως, εάν αυτές λήφθηκαν αυτόματα, μέσω της προαναφερθείσας εφαρμογής “Hidden Capture”. Ωστόσο, υπό την εκδοχή ότι αυτές λήφθηκαν χειροκίνητα, δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο εναγόμενος σε ανύποπτα χρονικά σημεία και προ της έναρξης οιασδήποτε αντιδικίας με την ενάγουσα να προβαίνει σε συστηματική καταγραφή της επιφάνειας εργασίας του Η/Υ, που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα, προκειμένου να αποθηκεύει την εικόνα που παρουσίαζε η επιφάνεια εργασίας του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κρίσιμα χρονικά σημεία που αναφέρονται στην μετέπειτα ασκηθείσα υπό κρίση αγωγή. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αληθούς υποτιθέμενης της έτερης εκδοχής, ότι δηλαδή τα εν λόγω στιγμιότυπα οθόνης λήφθηκαν αυτόματα, μέσω της προαναφερθείσας εφαρμογής “Hidden Capture”, τότε, μολονότι το ωράριο εργασίας της ενάγουσας είχε οριστεί από 08:30 π.μ. έως 16:30 μ.μ., στις μηχανικές απεικονίσεις με ημερομηνίες 13-09-2018 και ώρα 8:46 π.μ., 13-09-2018 και ώρα 2:14 π.μ., 03-10-2018 και ώρα 8:36 π.μ., 04-10-2018 και ώρα 8:46 π.μ., 05-10-2018 και ώρα 8:39 π.μ., την 11-10-2018 και ώρα 8:42 π.μ., 12-10-2018 και ώρα 08:31 π.μ., 13-10-2018 και ώρα 11:21 π.μ., 27-08-2018 και ώρα 9:08 π.μ., δηλαδή σε ώρες αιχμής, κατά τις οποίες η ενάγουσα παρείχε την εργασία της, χρησιμοποιώντας προς τούτο τον επίμαχο ηλεκτρονικό υπολογιστή, ουδέν αρχείο εμφανίζεται να είναι ανοιχτό προς επεξεργασία στη σχετική οθόνη, γεγονός που δεν συνάδει αφενός με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αφετέρου και με όσα βεβαίωσε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, επιμελεία του εναγομένου, Μ. Λ., ο οποίος αναφερόμενος στον εν λόγω ηλεκτρονικό υπολογιστή κατέθεσε, επί λέξει, ότι: «…φανταστείτε ότι κάτω στη γραμμή εργασίας, πολλές φορές του έλεγα του Ν. “μπορώ να κλείσω ορισμένα”; Ήταν πάνω από 15-20 ανοιχτά παράθυρα…». Αντιθέτως, έκαστη μηχανική απεικόνιση εμφανίζει μία στάσιμη εικόνα της επιφάνειας εργασίας, χωρίς δηλαδή να υποδηλώνεται η διενέργεια οιασδήποτε εργασίας από τον χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, με την ύπαρξη ανοιχτών αρχείων προς επεξεργασία. Επιπλέον, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ένας φάκελος με την ονομασία «... 23.09.2018» εμφανίζεται στην επιφάνεια εργασίας όχι μόνο στις μηχανικές απεικονίσεις με φερόμενες ημερομηνίες 26-09-2018, 03-10-2018, 04-10-2018, 05-10-2018, 11-10-2018,12-10-2018, 13-10-2018, αλλά και στην μηχανική απεικόνιση της επιφάνειας εργασίας με φερόμενη ημερομηνία «21-09-2018, ώρα 6:10 μ.μ.». Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο εναγομένος δεν αποδεικνύει την -αμφισβητηθείσα από την ενάγουσα- γνησιότητα των εν λόγω δέκα τεσσάρων (14) μηχανικών απεικονίσεων, που ο ίδιος προσκομίζει και επικαλείται, με αποτέλεσμα αυτές να μη λαμβάνονται υπόψιν ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατ’ ακολουθία τούτων και για τους λόγους που εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, παρέλκει -σε κάθε περίπτωση- η εξέταση της ένστασης πλαστότητας των εν λόγω μηχανικών απεικονίσεων που προβάλλει η ενάγουσα, ελλείψει εννόμου συμφέροντός της για την προσβολή αυτών ως πλαστών, δεδομένου ότι η από μέρους του αντιδίκου της απόδειξη της γνησιότητας αυτών, κατόπιν της αμφισβήτησης αυτής από την ίδια, δεν ευοδώθηκε. Σημειωτέον δε, ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής κατ’ άρθρο 462 ΚΠολΔ της ανοιγείσας δίκης έως το τέλος της ποινικής δίκης, αφενός διότι ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίζονται οι εν λόγω μηχανικές απεικονίσεις τυγχάνει απορριπτέος, κατά τα ανωτέρω, προεχόντως ως νόμω αβάσιμος, με αποτέλεσμα τα εν λόγω έγγραφα να μη δύνανται να θεωρηθούν ουσιώδη για τη διάγνωση της υπόθεσης, αφετέρου -και σε κάθε περίπτωση- διότι δεν παρίσταται τέτοιος λόγος αναβολής όταν αποδείχθηκε ότι αυτά δεν είναι γνήσια, όπως εν προκειμένω [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 462, αριθ. 7, σελ. 822, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ τ. Β΄, έκδ. 1994, άρθρο 462, αριθ. 15, σελ. 980). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε το πρώτον την 15-10-2018 την ύπαρξη των αποθηκευμένων αυτών αρχείων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε. Έως εκείνο το χρονικό σημείο η ενάγουσα ουδέν γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω εφαρμογής, ενώ ο εναγόμενος ουδέποτε και καθ’ ουδένα τρόπο την είχε ενημερώσει τόσο περί της εγκατάστασης, ύπαρξης και θέσης σε λειτουργία του εν λόγω προγράμματος “Hidden Capture” όσο και για το ότι τα προσωπικά της δεδομένα θα ετύγχαναν επεξεργασίας από αυτόν ή οποιονδήποτε τρίτο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι είχε εγκατασταθεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε το ως άνω πρόγραμμα “Hidden Capture” και ότι, παρ’ όλα αυτά, εκείνη δεν εξέφρασε οιαδήποτε σχετική επιφύλαξη ή αντίρρηση δεν αποδεικνύεται αληθής. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αφενός παρέσχε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη συγκατάθεσή της για την από μέρους του εναγομένου ή οιουδήποτε τρίτου επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της, αφετέρου ότι στην επιφάνεια εργασίας του εν λόγω ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα υφίστατο οιοδήποτε αναδυόμενο πλαίσιο/παράθυρο, το οποίο να φέρει ένδειξη περί ύπαρξης καταγραφέα οθόνης ή εν γένει περί της ύπαρξης του προγράμματος “Hidden Capture”, όπως αβασίμως διατείνεται ο εναγόμενος. Περαιτέρω, ουδόλως συνέτρεχε εν προκειμένω οιαδήποτε περίπτωση εφαρμογής αφενός της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 περ. ε΄ του Ν 2472/1997 αφετέρου των διατάξεων του ΓΚΠΔ, που να επέτρεπαν την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της ενάγουσας, άνευ της απαιτούμενης συγκατάθεσής της, ενώ ουδεμία υπόνοια του εναγομένου για τη διάπραξη από την ενάγουσα ποινικά κολάσιμων πράξεων ή για την εκδήλωση οιασδήποτε αντισυμβατικής και εν γένει παράνομης συμπεριφοράς της υφίστατο (ούτε αποδείχθηκαν τέτοιες συμπεριφορές) και εν γένει ουδεμία δικαιολογητική βάση για την κατά τα ανωτέρω επεξεργασία από τον εναγόμενο των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας συνέτρεξε. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, προϊόντος του χρόνου είχε «εγκαταστήσει» ένα παράλληλο λογιστικό γραφείο εντός του χώρου εργασίας της και ότι εξυπηρετούσε προσωπικούς της πελάτες, όπως αβασίμως διατείνεται ο εναγόμενος. Δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος είχε προβεί προς τούτο σε συστάσεις προς την ενάγουσα, ώστε αυτή να οργανώνει τις προσωπικές της συναντήσεις και να διεκπεραιώνει τις προσωπικές της εργασίες στην οικία της ή σε κάποιον άλλο χώρο και πάντως πέραν του ωραρίου απασχόλησης, ενώ αναπόδεικτος και εντεύθεν απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα υποσχόταν σ’ αυτόν ότι «…το έκανε για τελευταία φορά…» και ότι δεν θα επαναλαμβανόταν κάτι τέτοιο στο μέλλον. Ομοίως, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, η οποία -κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου- γνώριζε το πρόβλημα υγείας που ο ίδιος αντιμετώπιζε με τον θυροειδή του, πρότεινε σ’ αυτόν όπως αναλάβει εξ ολοκλήρου τη λειτουργία του λογιστικού γραφείου του έναντι αμοιβής σ’ αυτήν, ανερχόμενης στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως. Αντιθέτως, όπως βεβαίωσε ο προαναφερθείς Μ. Λ., τόσο κατά την από 25-07-2019 ένορκη εξέτασή του ενώπιον της Πταισματοδίκη Χανίων, όσο και ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού, ο εν λόγω μάρτυρας αφενός είχε διαπιστώσει ότι επικρατούσε ένα πολύ καλό κλίμα συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου ο ίδιος ο εναγόμενος επιβεβαίωνε σ’ αυτόν συνεχώς το «καλό κλίμα» της συνεργασίας του με την ενάγουσα. Δεν παροράται δε: (α) ότι ο ίδιος ο εναγόμενος ομολογεί ότι είχε προβεί στην εγκατάσταση του ως άνω προγράμματος ήδη πριν από τη σύναψη της σύμβασης εργασίας με την ενάγουσα και δη από το έτος 2017, (β) ότι μετά την παραίτησή της και μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, η ενάγουσα περιέπεσε σε καθεστώς ανεργίας, γεγονός που δεν συμβαδίζει με τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί εξυπηρέτησης από την ενάγουσα των προσωπικών πελατών της σε βάρος των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, αφού μετά τη λύση της επίμαχης σύμβασης αυτή θα είχε τη δυνατότητα πλέον να εξυπηρετεί αυτούς καθώς επίσης (γ) ότι -σε κάθε περίπτωση- ο εναγόμενος, παρά τα όσα διατείνεται σχετικά με τη συμπεριφορά που επεδείκνυε η ενάγουσα, δεν προέβη στην απόλυσή της ενώ εν γένει ουδεμία ενέργεια επίπληξής της αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα. Σε κάθε δε περίπτωση, η από μέρους της ενάγουσας χρήση του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή για προσωπικούς/ιδιωτικούς σκοπούς, δεν δικαιολογούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο από τον εναγόμενο της πλοήγησης της ενάγουσας στο διαδίκτυο και εν γένει όλων των κινήσεών της επί του ως άνω ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι οποίες δεν άπτονταν του αντικειμένου της εργασίας της, κατά τα προαναφερθέντα. Τούτο δε, διότι πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων γνώριζε, είχε σιωπηρά αποδεχθεί και ανεχόταν την ενέργεια αυτή της ενάγουσας, η λήψη του εν λόγω μέτρου (θέση σε λειτουργία του προγράμματος “Hidden Capture”) και η εντεύθεν κατόπτευση και αποτύπωση σε μορφή αρχείων (screenshots) όλων των κινήσεων της ενάγουσας επί του επίμαχου ηλεκτρονικού υπολογιστή που αυτή χρησιμοποιούσε, προσέβαλε τον πυρήνα της ιδιωτικότητάς της, ενώ ο εναγόμενος, προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα της επιχείρησής του όφειλε να προβεί στην λήψη μέτρων προληπτικής και όχι κατασταλτικής φύσης, όπως λ.χ. να απαγορεύσει την είσοδο της ενάγουσας σε μεμονωμένες ιστοσελίδες (λ.χ. σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσωπικό λογαριασμό ηλεκτρονικής αλληλογραφίας) μέσω της διαδικασίας εισαγωγής «φίλτρων» τα οποία θα απέκοπταν τη δυνατότητά της να επισκέπτεται ιστοτόπους, στην περίπτωση που αυτός έκρινε ότι αυτή η ενέργεια της ενάγουσας είτε επιβάρυνε το λειτουργικό σύστημα του Η/Υ, τον οποίο χρησιμοποιούσε είτε αποσπούσε την προσοχή της και μείωνε την παραγωγικότητά της. Η λήψη τέτοιου είδους πρόληψης από μέρους του εργοδότη θα συνιστούσε ηπιότερο και εξίσου αποτελεσματικό -και εντεύθεν αναλογικότερο- μέτρο από εκείνο του ελέγχου πλοήγησης της ενάγουσας στο διαδίκτυο και της λήψης μέτρων εις βάρος της λόγω της προκείμενης επίσκεψης σ’ αυτές τις ιστοσελίδες. Ενόψει των ανωτέρω και όσων εκτέθηκαν στις οικείες νομικές σκέψεις της παρούσας, τόσο η προπεριγραφείσα επιτήρηση της δραστηριότητας της ενάγουσας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αυτή χρησιμοποιούσε στον χώρο εργασίας της, όσο και η συλλογή, αποθήκευση και πρόσβαση του εναγομένου σε αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας στον επίμαχο ηλεκτρονικό υπολογιστή, μέσω της από μέρους του εγκατάστασης, θέσης σε λειτουργία και χρήσης του ως άνω λογισμικού “Hidden Capture 2.8”, συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. δ του Ν 2472/1997 και του ΓΚΠΔ (για το μετά την 25-05-2018 και εντεύθεν χρονικό διάστημα). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η επεξεργασία των ως άνω απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούσαν στο πρόσωπο της ενάγουσας, ήταν ανεπίτρεπτη, αφού έλαβε χώρα χωρίς τη συγκατάθεση (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2472/1997) ή συναίνεση (άρθρο 6 παρ. 1 περ. α' του ΓΚΠΔ) και την ενημέρωση αυτής (άρθρο 11 παρ. 1 και 3 του Ν 2472/1997 και άρθρα 12 επ. του ΓΚΠΔ), η δε επεξεργασία τους δεν ήταν απαραίτητη τόσο για την απόφαση περί σύναψης σύμβασης εργασίας όσο και κατόπιν, μετά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας για την εκτέλεσή της, ενώ ουδόλως συνέτρεχε εν προκειμένω οιαδήποτε περίπτωση εφαρμογής αφενός της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 περ. ε' του Ν 2472/1997, που επιτρέπει την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, άνευ της απαιτούμενης συγκατάθεσής τους, αφετέρου οιασδήποτε διάταξης του ΓΚΠΔ και εν γένει οιασδήποτε εξαιρετικής περίπτωσης, που να επέτρεπε την εν λόγω επεξεργασία, άνευ της συναίνεσης της ενάγουσας. Αναφορικά δε με τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας που αφορούσαν στην υγεία της, ουδόλως συνέτρεχε οιαδήποτε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2, 3 και 4 του ΓΚΠΔ και της εντεύθεν ενεργοποίησης οιασδήποτε από τις νομιμοποιητικές βάσεις που προβλέπονται σ’ αυτήν, με αποτέλεσμα η εν λόγω επεξεργασία τους να είναι παράνομη. Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι η από μέρους επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας ήταν απαραίτητη για την άσκηση δικαιωμάτων ή την εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων που απορρέουν από το εργατικό δίκαιο, το δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης και της κοινωνικής προστασίας ή για τους σκοπούς της σύμβασης εργασίας βάσει συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Πρέπει, δε, να σημειωθεί, ότι ενώ όπως προαναφέρθηκε η υπαιτιότητα του εναγομένου τεκμαίρεται, ο τελευταίος δεν απέδειξε αφενός ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, αφετέρου ότι δεν φέρει ευθύνη για το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα (άρθρο 86 παρ. 3 ΓΚΠΔ), ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του κατά τα προαναφερθέντα. Οι προαναφερθείσες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου, οι οποίες δεν οφείλονται σε αμέλειά του, προσέβαλαν την προσωπικότητα της ενάγουσας, καθόσον η από μέρους του χρήση του ως άνω λογισμικού “Hidden Capture 2.8” έλαβε χώρα κατά τρόπο που δεν διασφαλίζει τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας, η οποία είχε εύλογη προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής ζωής της. Είχαν δε αυτές (πράξεις και παραλείψεις) ως αποτέλεσμα τον από μέρους του εναγομένου προπαρατεθέντα συστηματικό και αδιάκοπο έλεγχο, την εν γένει επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, την κατόπτευση, τη συλλογή και την αποθήκευση των προσωπικών της συνομιλιών στο διαδίκτυο, την εν γένει παρακολούθηση, εξαντλητική επιτήρηση και περιχαράκωση των κινήσεων της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της παροχής εργασίας της, που επέφεραν την ψυχική αναστάτωση, στεναχώρια και οργή της, δεδομένου ότι έγιναν γνωστά παρά την θέλησή της, στοιχεία (προσωπικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων και δεδομένων που αφορούσαν στην υγεία της) για αυτήν που η ίδια δεν επιθυμούσε να καταστούν γνωστά σε έτερα, πλην αυτής, πρόσωπα, δηλαδή, εν προκειμένω, στον εναγόμενο. Συνακόλουθα, από την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου προκλήθηκε σε αυτήν ηθική βλάβη, ενώ ο εναγόμενος κατά την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση της, όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Δεδομένου δε ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας έλαβε χώρα δίχως την προηγούμενη ενημέρωσή της, δίχως την από μέρους της παροχή συγκατάθεσής και δίχως την τήρηση των απαιτούμενων ως άνω διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου, γεγονός που συνεπάγεται κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απαγορευμένη επέμβαση στα δεδομένα της ενάγουσας και κατ’ επέκταση προσβολή της προσωπικότητας της, ο εναγομένος που γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει τις ως άνω προϋποθέσεις του νόμου και την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στην ενάγουσα, η οποία επήλθε κατά τα ανωτέρω, υποχρεούται σε αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία αυτή υπέστη. Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, η οποία παρίσταται ιδιαιτέρως έντονη, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντ.) λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τα ελάχιστα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν 2472/1997 δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, ενόψει της αντισυνταγματικότητας της σχετικής διάταξης, σύμφωνα και με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 10.000 ευρώ. Κατά συνέπεια, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Περαιτέρω, το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ως προς την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό, κατά το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα που νίκησε. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων, κατ’ άρθρο 179 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.