ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 6/2019

 

Πρόεδρος: Ε. Κώνστα, Εφέτης

Δικηγόροι: Σ. Παντζαρτζίδης, Δ. Παππουτσής

 

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του Ν 4335/2015 [ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν 4335/2015)] ορίζεται ότι ο δανειστής μπορεί με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων καθώς και με οριστική απόφαση να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής. Ο νεωτερισμός που επέφερε ο Ν 4335/2015 είναι ότι προσέθεσε ως τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης την οριστική δικαστική απόφαση επιπλέον, τόσο του τίτλου της διαταγής πληρωμής που προβλέπει και προέβλεπε η διάταξη και πριν την τροποποίησή της όσο και της δικαστικής απόφασης που διατάσσει την εγγραφή της προσημείωσης που προβλέπει το άρθ. 1274 ΑΚ και που το άρθ. 706 ΚΠολΔ την ρυθμίζει ως ασφαλιστικό μέτρο, αν συντρέξουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την επιβολή ασφαλιστικών μέτρων (άρθ. 682 ΚΠολΔ). Ενόψει του ότι η διαταγή πληρωμής δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή, αλλά απεναντίας υπάρχει υπεροχή της τελευταίας, κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη η εισαγωγή της υφιστάμενης ρύθμισης με την οποία καθιερώνεται και η οριστική απόφαση ως τίτλος για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης (βλ.αιτ. εκθ. Ν 4335/2015).

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι η διαταγή πληρωμής και πλέον και η οριστική απόφαση είναι, και μάλιστα αμέσως μόλις εκδοθεί, δίχως να χρειάζεται η προηγούμενη επίδοσή της στον οφειλέτη, τίτλος για την αυτοδύναμη εκ μέρους του δανειστή επιβολή και του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης (Μπέη, Η χρησιμότητα της αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης με διαταγή πληρωμής, Δ 1979, 350 - 351). Ο οφειλέτης όμως και στην περίπτωση αυτή δύναται να αμυνθεί ασκώντας την προβλεπόμενη κατ’ άρθρο 724 § 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της συντηρητικής κατάσχεσης για συγκεκριμένους όμως πλέον και ρητά προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, ενώπιον του δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, το οποίο και θα εκδικάσει την, εν λόγω, αίτηση κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το δικαστήριο προκειμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα αναστολή πρέπει να πιθανολογήσει την εξόφληση ή την ανυπαρξία της χρηματικής απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Σε περίπτωση μερικής εξόφλησης ή μερικής ανυπαρξίας της απαίτησης, δύναται να διατάξει μερική αναστολή, τον περιορισμό δηλαδή αντίστοιχα του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ολική αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, που έχουν ως τίτλο διαταγή πληρωμής ή οριστική απόφαση, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, παρέχει την δυνατότητα στο δικαστήριο, ανεξάρτητα από την όποια δυνατότητα μερικής αναστολής της εκτέλεσής τους ή και παράλληλα με αυτή, να περιορίσει την εκτέλεσή τους σε ορισμένα μόνον περιουσιακά στοιχεία, εφόσον πείθεται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης. Ο όρος «αναστολή» του ασφαλιστικού μέτρου, που χρησιμοποιείται στην προκειμένη διάταξη (724 παρ. 2 ΚΠολΔ) έχει την έννοια της ανάκλησης του ασφαλιστικού μέτρου (Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρ. 724, αριθμ. 9).Όμοια είναι και η δυνατότητα που παρέχεται από την διάταξη του άρθρου 702 παρ. 3 ΚΠολΔ προκειμένου για ασφαλιστικά μέτρα που επιβλήθηκαν ή πρόκειται να επιβληθούν σε εκτέλεση σχετικής απόφασης. Η ρύθμιση των άρθρων 702 παρ. 3 και 724 παρ. 2, αποτελεί ειδική εκδήλωση των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 692 παρ. 3 ΚΠολΔ, που καθιερώνουν αντίστοιχα την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης και το ανεπίτρεπτο λήψης από το δικαστήριο περισσότερων ασφαλιστικών μέτρων από όσα είναι αναγκαία. Εξάλλου, η δυνάμει διαταγής πληρωμής ή οριστικής απόφασης εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο (ΕφΠατρ 983/2009, Κατράς σε Σύστημα Ασφαλιστικών μέτρων κ.λπ. έκδοση Γ' παρ. 54. στ. 5, σελ. 330) και ανεξάρτητα από τον τρόπο που γράφτηκε (δηλαδή όχι δυνάμει δικαστικής απόφασης) η ανάκλησή του διατάσσεται με τις διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων.

2. Υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς γινόταν δεκτό ότι η διαταγή πληρωμής, ως τίτλος εκτελεστός (631, 904 παρ. 2 εδ. ε' ΚΠολΔ), παρείχε στον δανειστή την δυνατότητα για αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, χωρίς την περαιτέρω παρεμβολή δικαστικής κρίσης με την έκδοση απόφασης που διατάσσει τα μέτρα αυτά. Η ρύθμιση απέβλεπε στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διαταγής πληρωμής, ενόψει της αναστολής της εκτελεστότητάς της κατά το άρθρο 632 παρ. 2, ώστε να υφίσταται ικανό κίνητρο προς προτίμησή της έναντι της καταψηφιστικής αγωγής, προς το σκοπό της οικονομίας της δίκης και της αποτροπής επιβάρυνσης των δικαστηρίων (Βαβρακοκοίλης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2012, υπό άρθρο 724 ΚΠολΔ σελ. 627). Λόγω της δυνατότητας αναστολής της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 632 παρ. 2 με δικαστική απόφαση, είχε τεθεί το ερώτημα εάν η αναστολή αυτής (της διαταγής πληρωμής) επιφέρει αντίστοιχα και αναστολή της δυνατότητας αυτοδύναμης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ή επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι η κατ’ άρθρο 632 § 3 ΚΠολΔ αναστολή που διατάχθηκε κατόπιν ακρόασης αμφότερων πλέον των διαδίκων και πιθανολόγησης ότι θα ευδοκιμήσει η εκκρεμής ανακοπή, που ασκήθηκε προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής αδρανοποιεί ολοκληρωτικά τη διαταγή πληρωμής και στερεί από τη διάταξη του άρθρου 724 § 2 ΚΠολΔ πεδίου εφαρμογής, καθώς θα ήταν αντισυνταγματικό να παραμείνουν σε ισχύ έστω και μερικά αποτελέσματα της διαταγής πληρωμής, παρά την προηγούμενη ευδοκίμηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης. Κατ’ επέκταση, με τη διατασσόμενη κατά το προαναφερθέν άρθρο αναστολή εκτελεστότητας αναστέλλεται ταυτόχρονα αυτοδικαίως και η δυνατότητα επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης κατ’ άρθρο 724 §1 ΚΠολΔ με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθώς η αναστολή του άρθρου 724 § 2 ΚΠολΔ, εμπεριέχεται στην διατασσόμενη κατ’ άρθρο 632 § 3 εδ. β΄ ΚΠολΔ αναστολή (Ματθίας, Δ10, 3348 και Βαθρακοκοίλης, ό.π., σελ. 629).

Kρατούσα υπήρξε η άποψη ότι καίτοι η δυνατότητα να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση με τίτλο εκτελεστό τη διαταγή πληρωμής περιορίζεται σημαντικά από τη δυνατότητα αναστολής της εκτελεστότητας κατ΄άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν συνεπάγεται όμως και αναστολή λειτουργίας της ως τίτλου καθώς στην παράγραφο 2 του άρθρου 724 ρυθμίζεται αυτοτελώς η δυνατότητα αναστολής της ενέργειας της διαταγής πληρωμής ως τίτλου για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και υπό την προϋπόθεση ότι πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία της χρηματικής απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή τούτη πληρωμής (ΕφΑθ 2620/1995 ΝοΒ 1996,636, Κράνης, ό.π, σελ. 1415, Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση ΙΙΙ, εκδ. 1980, σελ.1231, Μπέης, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 724, σελ 581-3).

Σύμφωνα με την άποψη που διατύπωσε ο καθηγητής Κ. Μπέης, ενώ για την αναστολή του άρθρου 632 § 2 δεν είναι απαραίτητο να πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση της ανακοπής προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής, και μόνον αν είναι πρόδηλη η απόρριψή της απορρίπτεται αντίστοιχα και η αίτηση αναστολής, αντίθετα για την αναστολή του άρθρου 724 § 2 ΚΠολΔ, έχει ο αιτών το βάρος να πιθανολογήσει την ευδοκίμηση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, και μάλιστα για τον αποκλειστικό λόγο της ανυπαρξίας του χρέους ή της εξόφλησής του. Γίνεται έτσι φανερό ότι ευκολότερα αναστέλλεται η εκτελεστότητα και πολύ πιο δύσκολα η ενέργεια της διαταγής πληρωμής ως τίτλου για την αυτοδύναμη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Άλλωστε και η αναστολή της εκτελεστότητας κατά το άρθρο 632 § 2 ΚΠολΔ μπορεί να συνυπάρχει με εξασφάλιση του δανειστή, αφού ρητώς ορίζεται ότι μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη παροχή εγγυοδοσίας από τον οφειλέτη.

Σε κάθε περίπτωση, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής εκτελεστότητας, με δεδομένο ότι η ίδια η διάταξη δεν τις προβλέπει αρύονται από τις γενικές διατάξεις και συνίστανται στην πιθανολόγηση κινδύνου να υποστεί ο οφειλέτης ανεπανόρθωτη βλάβη από την επικείμενη αναγκαστική εκτέλεση, να χωρήσουν δηλαδή αμετάκλητες καταστάσεις, οι οποίες θα είναι αδύνατο να ανατραπούν εφόσον ευδοκιμήσει η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής (σήμερα κρατούσα είναι η άποψη ότι για την αποδοχή της αίτησης αναστολής πρέπει να πιθανολογείται εκτός από τον κίνδυνο αναπότρεπτης βλάβης του αιτούντος και η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας ανακοπής, καθώς η συνδρομή ή μη του παράγοντα της βλάβης είναι αδύνατο να εκτιμηθεί ανεξάρτητα από την πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ασκηθείσας ανακοπής).

Συνακόλουθα δεν είναι ασυμβίβαστο να ανασταλεί η εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής που προσβλήθηκε με ανακοπή, και μολοταύτα να ισχύουν ασφαλιστικά μέτρα υπέρ του δανειστή, ήτοι εγγραφή προσημείωσης και η συντηρητική κατάσχεση που είχαν επιβληθεί αυτοδύναμα με διαταγή πληρωμής. Αναστολή αυτής της ενέργειας της διαταγής πληρωμής μπορεί να διαταχθεί μόνο με τους όρους του άρθρου 724 § 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η διαταγή πληρωμής εξακολουθεί να είναι τίτλος για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, ακόμη και αν έχει ανασταλεί η εκτελεστότητά της κατά το άρθρο 632 §2 ΚΠολΔ. Η ανωτέρω άποψη ενισχύεται μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος 4335/2015 στο άρθρο 631 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπου προβλέπεται ότι διαρκούσης της αναστολής της εκτελεστότητας διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632, επιτρέπεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724. Όπως προαναφέρθηκε, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, αντίθετως η οριστική απόφαση δεν αποτελούσε τίτλο για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης (ΜΠρΘεσ 4816/1987 Αρμ 1989, 475).

Το νέο άρθ. 724 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει δύο τίτλους, την διαταγή πληρωμής και την οριστική απόφαση. Τέθηκε, λοιπόν, το ζήτημα εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, εάν η οριστική απόφαση πρέπει να έχει κηρυχθεί εν όλω ή εν μέρει εκτελεστή προκειμένου να αποτελεί, στο σύνολο της ή κατά το μέρος που έχει κηρυχθεί εκτελεστή, τίτλο προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Το ζήτημα δε περιπλέκεται, όταν, κατά την διαδικασία της έκδοσης της οριστικής απόφασης, το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήματος του ενάγοντα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση και το απορρίπτει με την κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος κήρυξης προσωρινά εκτελεστής επειδή από την καθυστέρηση της εκτέλεσης δεν θα προκληθεί σημαντική ζημιά στον ενάγοντα, παρόλο που η ένδικη διαφορά, συγκαταλέγεται σε εκείνες που ο νόμος προβλέπει ότι μπορεί να κηρυχθεί προσωρινή εκτέλεση όταν συντρέχει εξαιρετικός λόγος (άρθ. 908 ΚΠολΔ).

Υποστηρίχθηκε η άποψη ότι το άρθ. 724 § 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται μόνο στις οριστικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές για τους εξής λόγους: α) Ως εκτελεστοί τίτλοι, έχουν κοινή κύρια προϋπόθεση εφαρμογής, που για την διαταγή πληρωμής είναι, αν η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από τον οφειλέτη (άρθ. 623 ΚΠολΔ) και για την κήρυξη οριστικής απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής, αν η δικαστική απόφαση στηρίχτηκε σε αναγνώριση της απαίτησης ή δικαστική ομολογία (άρθ. 908 ΚΠολΔ). Εάν, όμως, η οριστική απόφαση δεν έχει κηρυχθεί εκτελεστή και ιδιαίτερα, αν έχει απορριφθεί σχετική αίτηση από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, τότε ελλείπει η ως άνω συγγένεια της οριστικής απόφασης (που δεν έχει κηρυχτεί εκτελεστή) με την διαταγή πληρωμής και καθίσταται προβληματική η όμοια αντιμετώπισή της ως τίτλος. Εξάλλου, εφόσον οι κατ' άρθ. 908 ΚΠολΔ προϋποθέσεις ταυτίζονται άλλως συμπίπτουν με την θεμελιώδη προϋπόθεση επιβολής ασφαλιστικών μέτρων που είναι ο επικείμενος κίνδυνος, η τυχόν απόρριψη του αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, επηρεάζει την ιδιότητα της οριστικής απόφασης ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή των ασφαλιστικών μέτρων, αφού θα παραβιαζόταν εκ πλαγίου η δικαστική κρίση περί απόρριψης του αιτήματος κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής. β) Καθώς ο θεσμός των ασφαλιστικών μέτρων αποβλέπει στην εξασφάλιση ή στην διατήρηση ενός δικαιώματος αλλά και στην ρύθμιση μίας κατάστασης, η «αυτοδύναμη» επιβολή του μέτρου της προσημείωσης ή συντηρητικής κατάσχεσης από τον νικήσαντα διάδικο με βάση μία μη κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή οριστική απόφαση, θα πρέπει να είναι μια συνειδητή απόφαση του νομοθέτη, πράγμα που προϋποθέτει ρητή διάταξη νόμου και επαρκή ειδική αιτιολόγηση γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω (βλ. Ρόκα, ΕλλΔνη 2015, ΕλλΔνη 2017, 1297-1303).

Στον αντίποδα των ανωτέρω, διατυπώθηκε η άποψη ότι η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης δυνάμει οριστικής απόφασης δεν θίγεται, αν απορρίφθηκε αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αφού η απόρριψη του αιτήματος αυτού προσωρινής, στην ουσία, δικαστικής προστασίας εμποδίζει μεν την προσωρινή επιδίκαση της αυτής απαίτησης, εκτός αν στη συνέχεια υπήρξε μεταβολή των πραγμάτων, δεν εμποδίζει όμως τη λήψη συντηρητικών ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση (ΕφΘεσ 2480/2017 ΕλλΔνη 2017, 1741, βλ. παρατηρήσεις Ι. Κατρά, Κράνης στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (2000) άρθρ. 682 αριθ 10· ο ίδιος στον τόμο Προσωρινή διαταγή, ανάκληση και μετενέργεια των ασφαλιστικών μέτρων, (2013), σ. 76). Εξάλλου, το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 908 ΚΠολΔ, έχει απλά την ευχέρεια να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή στο σύνολό της ή εν μέρει, όταν κατά την κρίση του συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι γι' αυτό ή η επιβράδυνση της εκτελέσεως μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στο νικώντα διάδικο. Τούτο μπορεί να συμβαίνει, όταν υφίσταται ανάγκη, να πραγματοποιηθεί συντόμως με την απόφαση μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο που διατάζεται με την απόφαση, και πριν από την επέλευση της τελεσιδικίας της αποφάσεως, η οποία δεν αναμένεται πολλές φορές να είναι ταχεία, π.χ. διότι η διατήρηση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε μη νόμιμα ή αντισυμβατικά, όπως κρίθηκε από το δικαστήριο, είναι επικίνδυνη για το νικώντα διάδικο ή οδηγεί σε ματαίωση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Επίσης, ως προς την περίπτωση συνδρομής της δεύτερης προϋποθέσεως μπορεί αυτή να εμφανίζεται, όταν η αναβολή της εκτελέσεως αποφάσεως προξενεί θετική και αξιόλογη βλάβη στον πιο πάνω διάδικο, διότι εκμηδενίζει ή ουσιωδώς μειώνει επικίνδυνα την τεχνική, επαγγελματική ή κοινωνική γενικά δραστηριότητα αυτού. Ο δικαστής και στην περίπτωση της προσωρινά εκτελεστής απόφασης έχει, κατά το νόμο, την εξουσία να εξαρτήσει την ισχύ της από την παροχή ανάλογης εγγυήσεως από το διάδικο που νίκησε (Ν. Κλαμαρής/Γ. Ορφανίδης/Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου, 2η έκδ., 2015, σελ. 266). Εξάλλου, και αν συντρέχουν οι πρoβλεπόμενες στο άρθρο 908 § 1 προϋποθέσεις, εξαιρετικοί δηλαδή λόγοι ή απειλή σημαντικής ζημίας στον νικητή διάδικο, το δικαστήριο μπορεί να μην κηρύξει την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, αν πιθανολογήσει ότι η εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα τον διάδικο που ηττήθηκε (άρθρ. 908 § 2). Η κρίση του συνεπώς ως προς την αποδοχή του αιτήματος για την κήρυξη της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, αποτελεί συνάρτηση της συνεκτιμήσεως και της τελευταίας αυτής προϋποθέσεως.

Συνεπώς, ο σκοπός που υπηρετεί κάθε διαδικασία (συντηρητική κατάσχεση-αναγκαστική εκτέλεση) διαφοροποιείται και συγκεκριμένα, ενώ η συντηρητική κατάσχεση προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να τη διατάσσει (707, 712 ΚΠολΔ) ή διαταγής πληρωμής και απλώς οριστικής απόφασης (724 ΚΠολΔ), η αναγκαστική εκτέλεση απαιτεί την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου (983 παρ. 1 α' ΚΠολΔ). Οι διαφορές της συντηρητικής από την αναγκαστική κατάσχεση εντοπίζονται τόσο στις προϋποθέσεις όσο και στον σκοπό επιβολής τους. Οι προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις ήτοι οι οριστικές ή τελειωτικές αποφάσεις, οι οποίες μπορούν να εκτελεσθούν, αν και δεν είναι αμετάκλητες, τελεσίδικες ή ανέκκλητες, αποτελούν εξαίρεση από τον κανόνα, κατά τον οποίο τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων – δεδικασμένο και εκτελεστότητα – αρχίζουν από την τελεσιδικία αυτών. Η αναγκαστική εκτέλεση που λαμβάνει χώρα βάσει των «προσωρινά εκτελεστών αποφάσεων», δεν είναι προσωρινή, αλλά της ίδιας φύσεως, όπως και αυτή που χωρεί δυνάμει των υπολοίπων αποφάσεων (τελεσιδίκων κ.λπ.). Η νομική φύση της κάθε μιας από τις δύο διαδικασίες, κατάσχεση – μέτρο ασφαλιστικό αφενός και μέτρο αναγκαστικής εκτελέσεως αφετέρου, είναι πλήρως διευκρινισμένη.

Συγκεκριμένα, η συντηρητική κατάσχεση είναι ασφαλιστικό μέτρο ενώ η αναγκαστική κατάσχεση συνιστά μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, η συντηρητική κατάσχεση επιδιώκει την εξασφάλιση ή διατήρηση της απαίτησης, ενώ η αναγκαστική κατάσχεση επιδιώκει την ικανοποίηση της απαίτησης, με τη δυνατότητα ενέργειας πλειστηριασμού, στη συνέχεια, του κατασχεμένου πράγματος, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησής του από το πλειστηρίασμα. Κατά λογική αναγκαιότητα λοιπόν, ο δανειστής δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει συντηρητική κατάσχεση, αν έχει ενεργό εκτελεστό τίτλο (ακόμα και προσωρινά εκτελεστή απόφαση) με βάση τον οποίο μπορεί να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση. Η ιδιαιτερότητα που διακρίνει τη συντηρητική κατάσχεση ως ασφαλιστικό μέτρο, είναι ότι αποτελεί μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας του δανειστή ως προς χρηματική απαίτησή του, ενόψει της οπωσδήποτε καθυστερημένης οριστικής προστασίας του και της συνακόλουθης ύπαρξης κινδύνου αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, με αποτέλεσμα την αδυναμία του δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση όταν θα έχει αποκτήσει εκτελεστό τίτλο. Με τη συντηρητική κατάσχεση δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ΄αυτών η ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, όταν εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο. Η δέσμευση είναι τόσο υλική (716-718) και όσο νομική (715).

Επίσης, δεν πρέπει να παροράτε ότι στη συντηρητική κατάσχεση δεν υφίσταται προδικασία, γιατί σ’ αυτήν προέχει η ταχύτητα της διαδικασίας και ο αιφνιδιασμός του οφειλέτη. Προϋπόθεση για τη λήψη γενικώς του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης είναι η ύπαρξη επικείμενου κινδύνου, που πρέπει να αποτραπεί και ως τέτοιος νοείται ο κίνδυνος να ματαιωθεί τελικά η ικανοποίηση της κρίσιμης απαίτησης του δανειστή, είτε διότι μέχρις ότου η απαίτηση του δανειστή εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, ο οφειλέτης θα έχει αποξενωθεί από τη διαθέσιμη περιουσία του, είτε διότι θα έχει βλάψει, αλλοιώσει και γενικώς αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία, είτε τέλος διότι τα περιουσιακά του στοιχεία θα έχουν επιβαρυνθεί με δικαιώματα υπέρ τρίτων (Ι. Ν. Κατράς «Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων- Αναγκαστικής Εκτέλεσης-Διαταγών πληρωμής και απόδοσης μισθίου», 2013, σελ. 336). Συνεπώς, η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν δικαιολογεί μόνη αυτή τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων, αφού ανάγκη εξασφαλίσεως της απαιτήσεως του δανειστή δεν δημιουργείται όταν ο οφειλέτης είναι κάτοχος μικρής περιουσίας, αλλά όταν υφίσταται κίνδυνος εκποιήσεως, αποκρύψεως, επιβαρύνσεως και γενικώς βλάβης της περιουσίας του. Απαιτείται, όπως και στα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα, επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση.

3. Εξάλλου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν 4335/2015, που αφορά την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, η τελευταία δεν θέτει περιορισμούς για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που δεν εκδόθηκε από το δικαστήριο της κύριας δίκης και προπάντων δεν απαιτεί μεταβολή των πραγμάτων. Έτσι. η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση ενεργεί ως υποκατάστατο των καταρχήν απαγορευμένων από το άρθρο 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, δηλαδή μπορεί να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως, εξαιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε. Ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος επέβαλλε, κατά το νομοθέτη, τον έλεγχο αποφάσεως που απέρριψε ασφαλιστικό μέτρο προς αποκατάσταση της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Έτσι, με την συμπληρωματική ρύθμιση του Ν 4335/2015, το δικαστήριο της κυρίας δίκης έχει την δυνατότητα και ευχέρεια, εκτιμώντας το ενώπιον του εισφερθέν αποδεικτικό υλικό να καταστήσει ανενεργό, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση που εσφαλμένως απέρριψε το ασφαλιστικό μέτρο και να διατάξει, κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος, τη λήψη νέου ή τροποποιημένου ασφαλιστικού μέτρου. Επίσης, από το ίδιο το άρθρο 697 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, το οποίο δικάζει την κυρία υπόθεση, μπορεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλεται είτε σε κάποια στάση της δίκης για την εκκρεμή κύρια υπόθεση είτε και αυτοτελώς, δηλαδή κατά πάντα χρόνο και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη στάσης δίκης για την πιο πάνω υπόθεση και χωρίς ακόμη επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων (μεταβολή πραγμάτων) να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα με βάση μόνο τα στοιχεία της δικογραφίας (βλ. σχετ. ΕφΑθ 9248/1990, ΕλλΔνη 32, 1637 όπου και άλλες παραπομπές).

Η ανακλητική αίτηση, που απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 697 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κύρια δίκη, στο πλαίσιο της εκκρεμοδικίας της αγωγής, λειτουργεί ως υποκατάστατο των ενδίκων μέσων, που απαγορεύονται κατά το άρθρο 699 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό η ανακλητική αίτηση αυτή παύει να ασκεί αυτή τη λειτουργία (του υποκατάστατου των απαγορευμένων ενδίκων μέσων) εκεί που επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, όπως για την προσωρινή ρύθμιση της νομής ή κατοχής (άρθρο 734 § 3 ΚΠολΔ) όπου απαιτείται επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων (βλ. σχ. Κ. Μπέη, ΠολΔ, άρθρο 697, σελ. 203 και σημ. 18 όπου και παραπομπές). Και ναι μεν στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 697 ΚΠολΔ γίνεται λόγος μόνο για το Πολυμελές Πρωτοδικείο, γίνεται όμως δεκτό ότι αρμόδιο να δικάσει ανακλητική αίτηση είναι και το Εφετείο, αν εκκρεμεί σ' αυτό η κύρια υπόθεση, ενόψει του ότι το πρώτο εδάφιο της παραπάνω διάταξης δεν κάνει καμία διάκριση (βλ. σχ. ΑΠ 1846/1983 ΕΕΝ 51, 782, ΕφΑθ 9248/1990 όπου πιο πάνω όπου και παραπομπές). Η εκκρεμοδικία, η οποία παύει με την έκδοση της οριστικής απόφασης και αναβιώνει με την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως διαρκεί δε μέχρι την έκδοση αποφάσεως υπό του Εφετείου (βλ. σχ. ΑΠ 2056/1984 Δ 17, 65, ΕφΑθ 3158/1990 Δ 22, 491 με ενημερωτικό σημείωμα Κ. Π. κάτω από αυτήν), στην προκείμενη περίπτωση νοείται με την τυπική έννοια του όρου, δηλαδή απαιτείται έφεση που έχει ασκηθεί και είναι απλά υποστατή, χωρίς να απαιτείται και παραδεκτή άσκηση έφεσης (π.χ. εμπρόθεσμη).

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τις διαφορές που ανακύπτουν σε σχέση με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης ή την εγγραφή και εξάλειψη της προσημείωσης, που έγιναν με βάση διαταγή πληρωμής ή οριστική απόφαση, ο νόμος δίνει προτίμηση στο δικαστήριο που εξέδωσε απόφαση ή την διαταγή πληρωμής. Αν όμως έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή έφεση κατά της οριστικής απόφασης, η αρμοδιότητα περιέχεται στο δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η ανακοπή ή η έφεση, γιατί αυτό συνιστά δικαστήριο της κύριας υπόθεσης, κατά την έννοια των άρθρων 31 και 697 ΚΠολΔ, και κατ’ ακολουθίαν είναι αποκλειστικώς αρμόδιο λόγω συνάφειας για τα παρεπόμενα ζητήματα (ΕρμΚΠολΔ, Β. Βαθρακοκοίλη, άρθρ. 724, αριθμ.11). Συνεπώς, αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων που έχουν τίτλο διαταγή πληρωμής ή οριστική απόφαση ή να την περιορίσει σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής ή την απόφαση. Μετά όμως την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ή την άσκηση έφεσης κατά της οριστικής απόφασης, και όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία, αρμόδιο είναι το δικαστήριο της ανακοπής ή της έφεσης αντίστοιχα. Η σχετική αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 702 ΚΠολΔ στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 724 παρ. 2 ΚΠολΔ δικάζεται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και υποβάλλεται και αυτοτελώς και ανεξάρτητα από στάση δίκης (Δ. Κράνης, ο.π, σελ. 980).

Είναι αληθές ότι αν επιβληθεί αυτοδύναμη συντηρητική κατάσχεση, κατά το άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, με βάση οριστική, απόφαση τότε ρητά η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού (724 παρ. 2) ορίζει ότι για τον περιορισμό της εκτελέσεως στο αναγκαίο μέτρο (ήτοι μερική ανάκληση του μέτρου) αρμόδιο είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση. Η διάταξη όμως αυτή είναι ατελής. Δεν προβλέπει ποιο είναι το αρμόδιο δικαστήριο σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως όποτε η κύρια υπόθεση είναι πλέον εκκρεμής στο Εφετείο. Ο νομοθέτης εν προκειμένω δεν την προέβλεψε την περίπτωση και εκφράσθηκε στενότερα απ' ό,τι ήθελε. Για την περίπτωση αυτή πρέπει να εφαρμοσθεί αναλογικά η συνισχύουσα γενική διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, οπότε το Εφετείο, (και σε αυτοτελή πριν από την έφεση δικάσιμο) μπορεί ως δικαστήριο αρμόδιο για την κύρια υπόθεση να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει εν μέρει (δηλαδή να περιορίσει) το ασφαλιστικό μέτρο που επιβλήθηκε αυτοδυνάμως. Η λύση αυτή δεν έχει δογματικές αγκυλώσεις, εξυπηρετεί την οικονομία της δίκης και παρέχει εχέγγυα ορθότερης ουσιαστικής κρίσης, αφού το Εφετείο έχει όλο τον φάκελο ενώπιόν του. Θα ήταν πέραν της νομικής λογικής να κληθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να ξανασχοληθεί με την υπόθεση, έστω και σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων, όταν η κύρια υπόθεση έχει πλέον εκφύγει από την δικαιοδοσία του.

Εξάλλου, αφού η ανάκληση της επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης, που αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβλήθηκε, διατάσσεται με τις διατάξεις των άρθρων 696 και 697 ΚΠολΔ, κατά παραπομπή, από την παρ. 1 του άρθρου 702 ΚΠολΔ στις διατάξεις των άρθρων 686 επ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο δικαστήριο για την ανάκληση του πιο πάνω ασφαλιστικού μέτρου είναι το Εφετείο, καθόσον μετά την άσκηση έφεσης, κατά την εκκρεμοδικία, είναι αυτό στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση (Βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμην. – Νομολ. ανάλυση (κατ’ άρθρο), 1996, 724, αρ. 11· Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (-Κράνη), ΚΠολΔ ΙΙ, 2000, 721, αρ. 4, από νομολογία πρβλ. ΠΠρΘεσ 5757/2013 ΕλλΔνη 2013, 518 με σημείωση Κατρά· ΜΠρΑθ 10532/2008 ΕλλΔνη 2009, 289, οι οποίες αφορούν όμως σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, δυνάμει διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρο 724 ΚΠολΔ).

4. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών με την υπό κρίση από 9.10.2018 (αρ. κατ. .../2018) αίτησή του εκθέτει ότι κατόπιν της από …/2014 αγωγής που άσκησε σε βάρος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ο καθού η αίτηση, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 612/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ότι ο καθού η αίτηση επέβαλε με βάση την ανωτέρω οριστική απόφαση συντηρητική κατάσχεση εις χείρας των πέντε τραπεζών («...», στην «...» στην «...» στην «...» και στην «...») ως τρίτων, για κάθε είδους χρηματική απαίτηση που ενδέχεται να έχει ο ως άνω οφειλέτης του κατά καθεμιάς εκ των τραπεζών αυτών, όπως και πράγματι συνέβη με την δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί σε υποκαταστήματά τους στην πόλη της ... . Ότι αυτός (αιτών) έχει ασκήσει, κατά της παραπάνω οριστικής αποφάσεως, την από 18.12.2017 (…/2017) έφεση, η εκδίκαση της οποίας, έχει προσδιοριστεί, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την δικάσιμο της 23.11.2018 (πιν. ...), όπως και ο αντίδικός του την από 10.9.2018 (…/2018) έφεση, η εκδίκαση της οποίας, έχει προσδιοριστεί, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αυτή δικάσιμο (πιν. ...). Ότι η επιβαλλόμενη εκ μέρους του καθού συντηρητική κατάσχεση των τραπεζικών λογαριασμών του είναι μη νόμιμη, διότι όρος του νομίμου της αίτησης κατ΄άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι η οριστική απόφαση να έχει κηρυχθεί ολικά ή εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, πλην όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σχετικό αίτημα του ενάγοντα και ήδη καθού η αίτηση.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ο αιτών ότι σε κάθε περίπτωση η σε βάρος του απαίτηση του ενάγοντος, ύψους 100.000 ευρώ εξασφαλίζεται επαρκώς με μεγάλη ακίνητη περιουσία που διαθέτει, στην οποία δύναται να προβεί σε προσημείωση υποθήκης, ζητεί να ανασταλεί η ενέργεια της υπ' αριθ. 612/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης επί των αναφερομένων τραπεζικών λογαριασμών, περαιτέρω δε να διαταχθεί η ανάκληση της ήδη επιβληθείσας από 11.9.2018 συντηρητικής κατάσχεσης, δυνάμει της ως άνω οριστικής απόφασης και να καταδικαστεί ο καθού στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να δικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 702, 724 παρ. 2 και 683 επ. ΚΠολΔ), ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, το οποίο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της, ως το δικαστήριο της κύριας δίκης, κατά την εκκρεμοδικία. Είναι δε και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 724 παρ. 2, 697 ΚΠολΔ, διότι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχείο (3) μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά την ορθότερη άποψη που υιοθετεί και το παρόν δικαστήριο, είναι δυνατή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για χρηματικές απαιτήσεις δυνάμει οριστικής απόφασης ακόμα και εάν έχει απορριφθεί σχετικό αίτημα από το εκδόν την απόφαση πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η αναστολή εκτελεστότητας της απόφασης, σε συνδυασμό και με τα όσα ισχύουν και για την διαταγή πληρωμής δεν εμποδίζει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης λόγω της διαφοροποίησης τόσο στις προϋποθέσεις όσο και στον σκοπό επιβολής της τελευταίας από την αναγκαστική εκτέλεση, αφού µε τη συντηρητική κατάσχεση επιδιώκεται κυρίως η εξασφάλιση της ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή ενώ µε την αναγκαστική αρχίζει η υλοποίηση της ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας στα πλαίσια των προϋποθέσεων του 908 παρ. 1 έκρινε πως δεν συνέτρεχαν εξαιρετικοί λόγοι για την κήρυξη της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής ή ότι η καθυστέρηση θα προκαλέσει σημαντική ζημιά στον ενάγοντα, χωρίς να δύναται βεβαίως να εξετάσει την πιθανότητα ύπαρξης επικείμενου κινδύνου, που πρέπει να αποτραπεί ώστε να αποτραπεί η ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του καθού η αίτηση, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο που δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται και την εν γένει διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Ο καθού η αίτηση άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, σε βάρος του αιτούντος την με αρ. κατ. δικ. …/2014 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 612/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη καθού η αίτηση, το ποσό των 100.000 ευρώ. Ενόψει τούτων, πιθανολογείται ότι υφίσταται η ύπαρξη της πιο πάνω απαίτησης του καθού-ενάγοντα, την οποία ο αιτών-εναγόμενος αμφισβητεί γενικά αλλά και ειδικά με την άσκηση της έφεσης. Ακολούθως, ο καθού η αίτηση προκειμένου να εξασφαλισθεί η παραπάνω απαίτησή του σε βάρος του εναγομένου, προέβη, με βάση την προειρημένη οριστική απόφαση, σε συντηρητική κατάσχεση εις χείρας έξι πιστωτικών ιδρυμάτων, ως τρίτων, κάθε είδους χρηματικής απαίτησης που ενδέχεται να έχουν οι παραπάνω οφειλέτες του, κατά καθεμίας εκ των τραπεζών αυτών και από οποιαδήποτε αιτία. Συγκεκριμένα, με βάση την παραπάνω οριστική απόφαση και δυνάμει του από 7.9.2018 κατασχετηρίου ο καθού η αίτηση επέβαλε συντηρητική κατάσχεση στα χέρια των κατωτέρω τραπεζών ως τρίτων και μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, όσον αφορά τον αιτούντα: 1) Του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...», 2) Του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...», 3) του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...», 4) Του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...» 5) Του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...», το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 6) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...» όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Η ως άνω επιβολή από τον καθού συντηρητικής κατάσχεσης, με βάση την παραπάνω οριστική απόφαση είναι νόμιμη, δοθέντος ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε την 24.10.2017 ήτοι μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν 4335/2015 (1.1.2016), με συνέπεια να αποτελεί τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσής της (άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν 4335/2015).

Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι οι παραπάνω τράπεζες, στις οποίες επιδόθηκε το από 7-9-2018 κατασχετήριο έγγραφο περί επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τους τόσο των υπαρχουσών όσο και των μελλοντικών απαιτήσεων του καθού η κατάσχεση, υπέβαλε τις κατωτέρω δηλώσεις τρίτων, αναφορικά με την επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση: 1) H «...» υπέβαλε την υπ’αριθμ. .../2018 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών σύμφωνα με την οποία δήλωσε ότι επ’ ονόματι του καθού η κατάσχεση δεν υφίσταται απαίτηση σε οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας στην Ελλάδα, και κατόπιν των ανωτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 958 ΚΠολΔ, προβαίνει σε αρνητική δήλωση. Επίσης δήλωσε ότι καμία άλλη κατάσχεση δεν επιβλήθηκε στα χέρια της κατά της καθ'ης η κατάσχεση εταιρείας. 2) Η «...» υπέβαλε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την υπ’ αριθμ..../2018 δήλωση τρίτου, σύμφωνα με την οποία δήλωσε ότι επ' ονόματι του καθού η κατάσχεση, υφίστατο, εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης, κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου, ένας ατομικός λογαριασμός με διαθέσιμο το ποσό των Ευρώ 347,90 ευρώ και σε κοινούς λογαριασμούς τα ποσά των 0,37 ευρώ, 682,57 ευρώ και 0,45 ευρώ 3) Η «...» υπέβαλε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την υπ’αριθμ. .../2018 δήλωση τρίτου σύμφωνα με την οποία δήλωσε ότι ο καθού η κατάσχεση τηρεί στην ως άνω Τράπεζα: (α) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 40.000 ευρώ, β) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό προθεσμιακής καταθεσης ο οποίος διέθετε, κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 37.467,09, γ) τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 15.855,55 ευρώ, δ) τον υπ' αριθμ. ...λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 4.891,64 ευρώ, ε) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 670,79 ευρώ, στ) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 447,35 ευρώ, ζ) τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 370,48 ευρώ, η) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 296,85 ευρώ, θ) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 0,24 ευρώ, ι) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 0,01 ευρώ. Επίσης δήλωσε ότι δεν έχει επιβληθεί εις χείρας της άλλη προηγούμενη κατάσχεση κατά της καθής η κατάσχεση εταιρείας η οποία να επηρεάζει την επιβληθείσα κατάσχεση και ότι, υπό την επιφύλαξη ολοσχερούς εξοφλήσεως προϋφιστάμενων της κατάσχεσης ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της Τράπεζας, η Τράπεζα θα δεσμεύει και τις υπάρχουσες μελλοντικές απαιτήσεις της καθ' ής η κατάσχεση. Τα ως άνω ποσά δεσμεύθηκαν υπέρ της ανωτέρω επιβληθείσας κατάσχεσης. 4) H «...» υπέβαλε την υπ’ αριθμ. .../2018 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών σύμφωνα με την οποία δήλωσε ότι επ’ονόματι του καθού η κατάσχεση τηρεί στην ως άνω Τράπεζα: στο υπ' αριθμ. ... κατάστημα λογαριασμό ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 983,01 ευρώ, στο υπ' αριθμ. ... κατάστημα λογαριασμό ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 17.872,07 ευρώ και λογαριασμό ο οποίος διέθετε κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 963,61 ευρώ, στο υπ' αριθμ. ... κατάστημα (4) λογαριασμό οι οποίοι διέθεταν κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πιστωτικό υπόλοιπο 14,05, 12.099,93, 50.000, 94,900 ευρώ αντίστοιχα. Μέρος των ως άνω ποσών δεσμεύθηκαν υπέρ της ανωτέρω επιβληθείσας κατάσχεσης, όπως ειδικότερα αναφέρονται στην σχετικής δήλωση της Τράπεζας. 5) Η «...» υπέβαλε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την υπ’ αριθμ..../2018 δήλωση τρίτου, σύμφωνα με την οποία δήλωσε ότι ο καθού η κατάσχεση, τηρεί α) Τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό με υπόλοιπο κατά το χρόνο επιβολής της συντηρητικής κατάσχεσης ποσό 17.088.29 ευρώ και δεσμεύτηκε ποσό 11.544,15 ευρώ, β) Τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό με μηδενικό υπόλοιπο, γ) Τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό με υπόλοιπο 0,04 ευρώ και δ) Τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό με υπόλοιπο κατά το χρόνο επιβολής της συντηρητικής κατάσχεσης ποσό 70.000 ευρώ, για τον οποίο δεσμεύτηκε ποσό 35.000 ευρώ το οποίο όμως είναι αποδοτέο μετά την 5.11.2018.

Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται με την υπό κρίση αίτησή του, ότι διατηρεί στο όνομά του μεγάλη ακίνητη περιουσία, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αίτηση, απαλλαγμένη από κάθε βάρος και εμπράγματη ασφάλεια ενώ το σύνολο των ατομικών καταθέσεών του στα προαναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα ανέρχεται στο ποσό των 490.000 ευρώ και ως εκ τούτου δεν κινδυνεύει η απαίτηση του καθού. Πράγματι από το προσκομιζόμενο φορολογικό έντυπο Ε9 του αιτούντα προκύπτει ότι είναι ιδιοκτήτης των κάτωθι ακινήτων: 1. ενός καταστήματος επιφανείας 41,30 τ.μ. μετά του αποθηκευτικού του χώρου επιφανείας 38.90 τ.μ. στο ισόγειο οικοδομής κείμενης στη ..., επί της οδού ..., 2. Ένα διαμέρισμα επιφανείας 105,60 τ.μ. στον πρώτο όροφο οικοδομής κείμενης στη ..., επί της οδού ..., 3. Ένα διαμέρισμα επιφανείας 27,70 τ.μ. στον 5° όροφο οικοδομής κείμενης στη ..., επί της οδού ..., 4. Ένα διαμέρισμα επιφανείας 118 τ.μ. στον τρίτο όροφο οικοδομής κείμενης στη ..., επί της οδού ..., 5. Ένα διαμέρισμα επιφανείας 170,70 τ.μ. στο ισόγειο όροφο οικοδομής κείμενης στο ... ..., 6. Οριζόντια ιδιοκτησία (αποθηκευτικός χώρος) επιφανείας 100 τ.μ. στο υπόγειο οικοδομής κείμενης στο ... .... Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει εάν υπάρχουν βάρη στα εν λόγω ακίνητα, καθιστώντας επισφαλή την ικανοποίηση της απαίτησης του καθού. Όσον δε αφορά τις καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, πράγματι το ύψος αυτών υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση του καθού, συνεπώς δεν δημιουργεί και έλλειψη ρευστού στον αιτούντα τόσο ως προς την επιχειρηματική του δραστηριότητα όσο και για την συντήρηση του ιδίου και της οικογένειάς του. Πέραν όμως τούτου πιθανολογείται ότι η απαίτηση αυτή του ενάγοντα – καθού η αίτηση εξασφαλίζεται πλήρως με τη δέσμευση των υπ’ αριθμ. ... και με αριθμό ... τραπεζικών λογαριασμών στην ... Τράπεζα μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, χωρίς να απαιτείται η συντηρητική κατάσχεση του συνόλου των προαναφερόμενων τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος. Πρέπει, συνεπώς, πιθανολογουμένης της ουσιαστικής βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών, που διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανακληθεί η συντηρητική κατάσχεση όλων των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος-εναγομένου, που δεσμεύτηκαν από τον καθού-ενάγοντα, πλην των προαναφερθέντων τραπεζικών λογαριασμών και ως προς αυτούς να παραμείνει η συντηρητική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, κατά ένα μέρος βαρύνουν την καθής που χάνει εν μέρει τη δίκη, κατ΄ άρθρο 178 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.