ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 592/2018

 

Πρ. Πρωτοδικών : ΗΛΙΑΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗΣ

Δικηγόροι : Αντώνιος Μπρούμας και Έλλη Ανδριανάκη - Αθανάσιος Λυγερός και Ιωάννα Αντωνοπούλου

 

(...) Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΑΝ 551/15 «περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ της 24.7/25-8-1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ. α’ ΕισΝΑΚ), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή των επιχειρήσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του αυτού ΒΔ/τος, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγόμενου αποκλειστικώς σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η σχέση παροχής των υπηρεσιών και η υπό συγκεκριμένες περιστάσεις προσφορά τους (ΟλΑΠ 1287/86 ΕΕργΔ 46, 73, ΑΠ 1616/03 ΕΕργΔ 2004, 623, ΑΠ 275/91 ΕΕργΔ 52, 163). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ΑΝ 551/15, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωση που συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 1 του ΑΝ 551/15, αλλά και όταν το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και οι οποίοι δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 324/10 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 7/06 Αρμ 2006, 266, ΕφΘεσ 2267/03 Αρμ 2003, 1292).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 2 και 663 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το μονομελές πρωτοδικείο είναι αρμόδιο (εφόσον λόγω ποσού δεν είναι αρμόδιο το ειρηνοδικείο), να δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ, κάθε διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή των κατά νόμον δικαιούμενων εκ της παροχής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοιου είδους διαφορές είναι και οι διαφορές από εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των υπ’ αυτού προστηθέντων και αποδίδεται σε αυτόν ή στους προστηθέντες από αυτόν πταίσμα για την επέλευση του ατυχήματος, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας. Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία και συνεπώς καθ’ ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της σχετικής αγωγής κατ’ αυτών είναι το κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία (βλ. ΑΠ 182/15 ΤρΝομ.Πλ. ΝΟΜΟΣ) (...)

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη στις 14-6-2016 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί μηνιαίου μισθού 750 ευρώ, ως τηλεφωνήτρια και παρείχε την εργασία της στα γραφεία της εργοδότριάς της στο Μαρούσι Αττικής. Όμως οι συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στα ως άνω γραφεία της εναγομένης ήταν ακατάλληλες για εργαζόμενους τηλεφωνικών κέντρων. Ειδικότερα, ο χώρος εργασίας ήταν πολύ μικρός (2 - 3 τ.μ. ανά τηλεφωνητή) σε σχέση με τον αριθμό των εργαζομένων τηλεφωνητών. Δεν υπήρχαν απορροφητές ήχου στις οροφές, στους τάπητες ή στις καρέκλες, ώστε να μειώνονται τα επίπεδα θορύβου, να αποτρέπονται οι αντηχήσεις και να μειώνεται ο θόρυβος υποβάθρου. Δεν υπήρχαν ειδικά διαχωριστικά μεταξύ των τηλεφωνητών που να διασφαλίζουν ηχομόνωση. Τα ακουστικά δεν είχαν σύστημα μείωσης θορύβου, ώστε να περιορίζεται η ηχορρύπανση και ο ήχος τους ήταν μέτριας έως κακής ποιότητας. Κατά τη διάρκεια της εργασίας ακουγόταν δυνατή μουσική, την οποία οι εκπρόσωποι της εναγομένης αρνούντο να χαμηλώσουν. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, όταν κάποτε ζητήθηκε από την ενάγουσα και τους συναδέλφους της να χαμηλώσει η ένταση της μουσικής, οι εκπρόσωποι της εναγόμενης όχι μόνο αρνήθηκαν να το πράξουν, αλλά κλείδωσαν και τον χώρο όπου βρίσκεται το σχετικό ηχοσύστημα, ώστε οι εργαζόμενοι να μην έχουν πρόσβαση σε αυτόν και δυνατότητα να χαμηλώσουν τη μουσική αυτοβούλως. Οι τηλεφωνικές κλήσεις γίνονταν μέσω διαδικτύου (Vo-IP) με πελάτες στο εξωτερικό και δεν υπήρχε καλή ποιότητα ήχου, με αποτέλεσμα οι τηλεφωνητές να αναγκάζονται να φωνάζουν για να ακουστούν. Στα γραφεία της εναγομένης εργάζονταν μέχρι τις 15:00 πάνω από 25 τηλεφωνητές σε ελάχιστο χώρο, που μιλούσαν ταυτόχρονα στο τηλέφωνο. Οι εκπρόσωποι της εναγομένης ζητούσαν από τους τηλεφωνητές να πραγματοποιούν υπερβολικό αριθμό κλήσεων ανά ημέρα, με αποτέλεσμα να καταπονείται η φωνή τους. Οι τηλεφωνητές υποχρεώνονταν να εργάζονται και πέραν του ωραρίου τους. Ο χρόνος απομάκρυνσης από τη θέση εργασίας με οθόνες οπτικής απεικόνισης για διάλειμμα εργασίας ήταν δύο φορές επί 15 λεπτά μέσα στο ωράριό τους αντί 15 λεπτών ανά δίωρο όπως ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις. Η καθαριότητα γινόταν εν ώρα εργασίας με ισχυρά χημικά απορρυπαντικά που επιβάρυναν το αναπνευστικό σύστημα των τηλεφωνητών και ερέθιζαν τις φωνητικές τους χορδές. Τέλος, λόγω πλημμελούς συντήρησης του συστήματος εξαερισμού, που ούτως ή άλλως δεν ήταν επαρκές, υπήρχε κακός εξαερισμός για τόσο μικρό χώρο με τόσους πολλούς εργαζόμενους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για όσο χρονικό διάστημα εργαζόταν η ενάγουσα στην εναγομένη δεν έγινε ποτέ από τον τεχνικό ασφαλείας επιθεώρηση των θέσεων εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων (άρθρο 15 του Ν. 3850/10). Επίσης η ενάγουσα δεν ενημερώθηκε ποτέ για τους κινδύνους υγείας που προκύπτουν από τη θέση εργασίας της τηλεφωνήτριας, αν και η εναγομένη εταιρία υποχρεούτο να ενημερώνει τους εργαζομένους της σύμφωνα με τη γραπτή έκθεση εκτίμησης των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων που όφειλαν να έχουν συντάξει προς τούτο ο τεχνικός ασφαλείας και ο ιατρός εργασίας της εργοδότριας (άρθρο 43 του Ν. 3850/10). Επίσης αποδείχθηκε ότι ύστερα από επτά μήνες εργασίας στο ως άνω περιβάλλον και δη περί τα τέλη Ιανουαρίου 2017 η φωνή της ενάγουσας είχε αλλοιωθεί. Στις αρχές Φεβρουαρίου δυσκολευόταν ακόμη και να μιλήσει. Αν και ενημέρωσε σχετικά την προϊσταμένη της, εκείνη δεν της έδωσε σημασία. Στις 3-2-2017, ύστερα από μία κλήση πολύ κακής ποιότητας, η ενάγουσα δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει και αναγκάστηκε να επικοινωνεί με τους συναδέλφους της με το γραπτό λόγο ή με νοήματα. Το Σαββατοκύριακο η ως άνω μισθωτή παρέμεινε στην οικία της, καθώς δεν μπορούσε να μιλήσει. Στις 6-2-2017, ημέρα Δευτέρα, η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας δεν είχε βελτιωθεί καθόλου και έτσι η τελευταία επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». H ιατρός που την εξέτασε, διέγνωσε την ύπαρξη πολύποδα στην αριστερή φωνητική χορδή και της συνέστησε να εξετασθεί εκ νέου. Στις 9-2-2017 την εξέτασε ο διευθυντής της «ΩΡΛ» κλινικής του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», ο οποίος επίσης με γραπτή γνωμάτευσή του διέγνωσε την ύπαρξη πολύποδα στην αριστερή φωνητική χορδή της ενάγουσας «λόγω κατάχρησης ομιλίας». Η ενάγουσα εξαιτίας του ως άνω σοβαρού προβλήματος υγείας παρέμεινε σε πλήρη αφωνία για περίπου ενάμισυ μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβε αναρρωτική άδεια. Επίσης επισκέφθηκε ειδικό λογοπαθολόγο στην Θεσσαλονίκη, στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών καθώς και στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΛΑΪΚΟ» για μία δεύτερη ιατρική γνώμη. Η διευθύντρια ΕΣΥ του Λαϊκού νοσοκομείου, και ο επίατρος χειρουργός ΩΡΛ του 401 ΓΣΝΑ, επιβεβαίωσαν την ύπαρξη αιμορραγικού πολύποδα στην αριστερή φωνητική της χορδή. Η ύπαρξή του είχε δημιουργηθεί προσφάτως από βίαιη καταπόνηση των χορδών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από τις 3-2-2017 μέχρι τις 16-3-2017 παρέμεινε έγκλειστη στο σπίτι της σε καθεστώς πλήρους αφωνίας, καθώς δεν μπορούσε να εργασθεί και να συναναστραφεί κοινωνικά. Η αφωνία και ο εγκλεισμός της στην οικία της καθώς και η έλλειψη επικοινωνίας με ανθρώπους, της προκάλεσαν κρίσεις πανικού και μελαγχολία. Η ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψιν του ότι δεν υπήρχε ιατρός εργασίας στην εναγομένη, αν και η τελευταία απασχολούσε πάνω από 50 άτομα στον ως άνω εργασιακό χώρο, απευθύνθηκε στον Ειδικό Ιατρό Εργασίας και υπεύθυνο του Κέντρου Υγείας της Εργασίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛΙΝΥΑΕ) και μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου για την Υγεία και Ασφάλεια του Υπουργείου Εργασίας, ο οποίος εξέδωσε ιατρικό σημείωμα συνιστώντας αλλαγή θέσης εργασίας, καθώς η ύπαρξη πολύποδα προήλθε εξαιτίας της επαγγελματικής καταπόνησης των φωνητικών της οργάνων.

Στις 16-3-2017 η ενάγουσα επέστρεψε στην εργασία της. Με την επιστροφή της η εναγομένη άλλαξε την ειδικότητα της ενάγουσας από τηλεφωνήτριας σε αυτή της διοικητικής υπαλλήλου και της ανέθεσε διοικητικά καθήκοντα στο τμήμα «μάρκετινγκ», χωρίς ωστόσο να δηλώσει το εργατικό ατύχημα στις αρμόδιες Αρχές. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι μέχρι το Φεβρουάριο του 2017, οπότε διαγνώσθηκε η ως άνω ασθένεια, η ενάγουσα ήταν άριστη στα καθήκοντά της και είχε ανοδική εξέλιξη στην εναγομένη. Μάλιστα από το Σεπτέμβριο του 2016 της είχαν ανατεθεί αρμοδιότητες υπεύθυνης της απογευματινής βάρδιας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η εναγομένη, μόλις τον Απρίλιο του 2017 προσέλαβε ιατρό εργασίας. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η ενάγουσα δεν συνετέλεσε από δικό της πταίσμα στην έκταση της ζημίας της, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, την 1η-8-2017 οι εκπρόσωποι της εναγομένης ανακοίνωσαν στους εργαζόμενους - τηλεφωνητές πως μία εκ των συναδέλφων τους τηλεφωνήτρια διαγνώσθηκε με φυματίωση και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. Επίσης τους ενημέρωσαν πως θα γινόταν έλεγχος του χώρου εργασίας από το ΚΕΕΛΠΝΟ μέσα στις επόμενες 30 ημέρες. Η ενάγουσα, η οποία εκείνο το διάστημα είχε έναν επίμονο βήχα εξαιτίας και του ελλιπούς συστήματος εξαερισμού της εναγομένης, στις 3-8-2017 μετέβη στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο για να εξετασθεί φοβούμενη μήπως έχει νοσήσει με φυματίωση. Όμως την επόμενη ημέρα η εναγόμενη ενημέρωσε την ενάγουσα πως θα καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της και της ζήτησε να υπογράψει την απόλυσή της. Εκείνη αρνήθηκε να το πράξει. Εν τέλει η εναγόμενη της κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή την εξώδικη δήλωση - καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στις 8-8-2017. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική και συγκεκριμένα ασκήθηκε από εκδικητικότητα της εναγομένης, οφειλόμενη στο γεγονός ότι εκείνη αρνήθηκε να εργασθεί και πάλι ως τηλεφωνήτρια πριν ολοκληρώσει την αποθεραπεία της και ζήτησε να παραμείνει στη θέση της διοικητικής υπαλλήλου. Έκτοτε η εναγομένη αρνείται να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της και συνεπώς έχει καταστεί υπερήμερη και της οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ειδικότερα οφείλει τα κάτωθι ποσά: (...)

Επομένως οφείλεται στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.522 ευρώ.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 ΑΝ 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 551/15, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω Ν. 551/15 ειδική αποζημίωση, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 ΑΝ 1846/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ (ΑΠ 1778/12). Σε όλες τις περιπτώσεις ο παθών εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΙΚΑ, διατηρεί κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια, αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του, κατά τα άρθρ. 299 και 932 ΑΚ, είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή του από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το Ν. 551/15, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1117/86, ΑΠ 888/15, ΑΠ 139/14 Νόμος).

Εν προκειμένω το ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα και δη σε αμέλεια του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από τις προαναφερόμενες διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι σε ενδεχόμενο δόλο αυτού όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Συνεπώς η εναγομένη κατά τα ανωτέρω αναπτυχθέντα απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το Ν. 551/15, που αφορούν σε αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα. Επομένως, τα κονδύλια της αγωγής για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας (θετικής και αποθετικής) τυγχάνουν αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα. Όμως το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία της ενάγουσας (35 ετών περίπου), τον βαθμό και το είδος της αμέλειας που βαρύνει την εναγομένη, τη σοβαρότητα της ασθένειας της ενάγουσας (αιμορραγικός πολύποδας στη αριστερή φωνητική της χορδή), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι η επιδικαστέα σε αυτήν εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας της ενάγουσας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν ήταν συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, και έτσι το ένδικο συμβάν προσέλαβε τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (ΟλΑΠ 937/75, ΑΠ 226/16, ΑΓΙ 1424/15 Νόμος). Επομένως, συνάγεται ότι η ενάγουσα δεν άσκησε καταχρηστικά το ένδικο δικαίωμά της, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Το παρεπόμενο, δε, αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, καθώς πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4 ΚΠολΔ) και διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Τέλος μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης (άρθρα 178 παρ. 1,591 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.