ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 590/2018

 

Πρωτοδίκης: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΙΑΚΟΥΡΗ

Δικηγόροι: Ι. Καρούζος - Αρετή Βλαστού

 

(...) Ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση, περιορίζοντας μονομερώς ή επεκτείνοντας τον τομέα δράσης αυτού (Εφ Πειρ 295/03, ΔΕΕ 2004/315). Το δικαίωμα αυτό ρυθμίζεται με το άρθρο 652 ΑΚ, ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελεί η εξουσία του να αποφασίζει τη διάρθρωση της επιχείρησής του, την οργάνωση των διαφόρων υπηρεσιών και τμημάτων της και τον αντίστοιχο καταμερισμό του προσωπικού που απασχολεί, τον καθορισμό του είδους και των συνθηκών παροχής της εργασίας των προσώπων, τα οποία προδήλως μπορεί να ελέγχει για να διαπιστώνει τον χρόνο προσέλευσης και αποχώρησής τους από την εργασία τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντα που τους έχει αναθέσει. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική. Και τούτο διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεώς του. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η ειδική γνώση του αντικειμένου, η διοικητική ικανότητα, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η μεγάλη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος [ΟλΑΠ 19/05,(παρ. 21) ΟλΑΠ 25/03,(παρ. 22) ΑΠ 1290/13, ΔΕΕ 5/14/534]. Αντίθετα, στις περιπτώσεις προαγωγών των εργαζομένων, που είναι συνήθεις στις Τράπεζες και στα ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ που τελούν υπό κρατική εποπτεία, το αρμόδιο όργανο του εργοδότη αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού. Σημαντικό ουσιαστικό προσόν, μεταξύ άλλων, για την προαγωγή σε βαθμό ανώτατου προσωπικού είναι η υπηρεσία σε διευθυντικές ή νευραλγικές θέσεις και η συμμετοχή σε συνέδρια ή συνόδους, ασχέτως εάν επιβάλλονται από τον κανονισμό εργασίας του εργοδότη ως υπηρεσιακά καθήκοντα (ΑΠ 2/98, ΕΕΔ 1998/σελ.935). Η κρίση αυτού του άνω οργάνου υπόκειται μόνο στον εκ του άρθρου 281 ΑΚ τιθέμενο περιορισμό και συνεπώς ελέγχεται από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, αν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του, γεγονός που συμβαίνει, όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος, που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του προαχθέντος εκ του αυτού βαθμού (ΟλΑΠ 32/02 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 164/13, ΔΕΕ. 2013/847).

Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του Ν. 2112/20 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, άρα και να αναθέτει σε κάποιο υπάλληλο καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού ή να απομακρύνει από την θέση προϊσταμένου κάποιον υπάλληλο και να τοποθετεί σ’ αυτήν άλλο υπάλληλο (ΟλΑΠ 25/03, ΑΠ 48/11, ΔΕΕ 2011/1066), δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας, που συντρέχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με την ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές, αλλά και στην προσωπικότητά του συνέπειες. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 7 εδ. α του Ν. 2112/20 «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου», Κατά τον όρο της διάταξης αυτής «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ’ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Το στοιχείο της βλάβης είναι αναγκαία προϋπόθεση για να επέλθουν υπέρ του μισθωτού οι έννομες συνέπειες της ως άνω διάταξης, αλλά και του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί στην περίπτωση που ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα ή τμήμα της επιχείρησης με τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες εργασίας και αποδοχές, η μεταβολή αυτή δεν επιφέρει δυσμενείς υλικές ή ηθικές επιπτώσεις (ΑΠ 836/04, ΔΕΝ 60/1532). Αντίθετα, περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος συντρέχει όταν ο εργοδότης, στα πλαίσια της οργανωτικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησής του, τοποθετεί το μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη, στην οποία προηγουμένως είχε τοποθετηθεί και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση υλική ζημία, όπως μείωση των αποδοχών του ή ηθική βλάβη με την προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική του αξία (ΑΠ 13/12,(παρ. 23) ΑΠ 589/12, ΑΠ 126/11, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Διαφορετική είναι η περίπτωση που ο μισθωτός τοποθετείται δοκιμαστικά σε θέση ανωτέρων καθηκόντων, όπως δέχθηκε η ΑΠ 689/07, (ΔΕΕ 2008/624), με την οποία κρίθηκε ότι δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης, ούτε είναι καταχρηστική η απόφαση του διευθυντή διοικητικών υπηρεσιών επιχείρησης με την οποία, πριν λήξει η δοκιμαστική περίοδος, απάλλαξε τον εργαζόμενο από τα καθήκοντά του και τοποθέτησε στη θέση του άλλον, τούτο δε γιατί είχε το δικαίωμα και μετά το πέρας της εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου να αποφασίσει αν ο εργαζόμενος ήταν κατάλληλος για την ανώτερη θέση, είχε δε αυτό το δικαίωμα πολύ περισσότερο κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, οπότε αποφασίζοντας μετά δίμηνο τη διακοπή του δοκιμαστικού σταδίου επειδή έκρινε ότι ο εργαζόμενος δεν ήταν κατάλληλος για την ανώτερη θέση που τον προόριζε, ενήργησε μέσα στα όρια του διευθυντικού του δικαιώματος και η πράξη του δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, ούτε η ενέργεια αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, ενόψει και του πολύ μικρού διαστήματος που παρέμεινε υπό δοκιμασία ο εργαζόμενος. Σε περίπτωση που μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβόσεως και δεν γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δι καιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Αυτό έχει την έννοια ότι καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από αυτόν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος [ΜΕφ Πειρ 2/14, ΕλλΔνη 56(15)/σελ. 165)]. Για να συντρέχει περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής απαιτείται η μεταβολή να μην οφείλεται σε άσκηση ή σε εκτέλεση διαταγής της Αρχής ή σε άσκηση δικαιώματος που έχει ο εργοδότης από τη σύμβαση εργασίας (Λαναράς Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, 2014, σελ. 213). Προϋπόθεση της βλαπτικής μεταβολής είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν με τη σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της συμβάσεως και τα όρια αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στη μεταβολή των όρων της συμβάσεως, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 798/07, ΔΕΕ 2008/1405).

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εργασίας, ούτε ανακύπτει υποχρέωση του μισθωτού να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το Ν. 2112/20, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 313/11,(παρ. 24) ΝΟΒ 2011/1585, ΑΠ 195/15,(παρ. 25) ΔΕΕ 12(2015)/1297, ΑΠ 24/14, ΕλλΔνη 2014/852, ΜΕφ Πειρ 2/14, ό.π.). Το επιλεκτικό δικαίωμα του εργαζομένου να μην εργασθεί ―αν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά της εργασίας του με τους αρχικούς όρους― και να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου μόνον υπό τους όρους του άρθ. 281 ΑΚ, δηλ. μόνον όταν υπό τις συνθήκες και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, κατά παράβαση της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, ο εργαζόμενος επέλεξε να αποκρούσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως και να μην εργασθεί, αντί να εργασθεί υπό τους νέους όρους, αφού διαμαρτυρηθεί για τη μεταβολή και να αξιώσει δικαστικώς την τήρηση των αρχικών όρων (ΕφΑΘ 6889/06, ΕλλΔνη 2008/263). Στις περιπτώσεις αυτές που ο μισθωτός, μη αποδεχόμενος τη μεταβολή, εμμένει στη σύμβαση και απαιτεί από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται την προσφορά αυτή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση τηρώντας τις προϋποθέσεις του νόμου, γιατί αλλιώς περιέρχεται, κατά το άρθρο 349 ΑΚ σε υπερημερία και υποχρεούται στην καταβολή κατά το άρθρο 656 ΑΚ των μισθών υπερημερίας (ΑΠ 14/12, ΕλλΔνη 2012/1.550)(...)

Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πράγματικά περιστατικά: Ο πρώτος των εναγόντων προσελήφθη στην εναγομένη την 16-1-1995 ως μηχανικός παραγωγής και διοίκησης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με ασφάλιση ΤΣΜΕΔΕ και ΙΚΑ, πλήρες ωράριο και σήμερα κατέχει τη θέση του Διευθυντή Προσωπάρχη και Υπεύθυνου Συντονισμού Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών Μεταλλείων Εύβοιας με μηνιαίες τακτικές αποδοχές, τον μήνα Ιούνιο του έτους 2016, ύψους 5.185,50 ευρώ μεικτά. Ο δεύτερος των εναγόντων προσελήφθη στην εναγομένη την 21-4-1994 ως μηχανικός μεταλλείων - μεταλλουργός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με ασφάλιση ΤΣΜΕΔΕ και ΙΚΑ, πλήρες ωράριο και σήμερα κατέχει τη θέση του Διευθυντή Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος και Διευθυντή Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία, ενώ ταυτόχρονα τυγχάνει μέλος του ΔΣ της εναγομένης, με μηνιαίες τακτικές αποδοχές, τον Ιούνιο του έτους 2016, ύψους 5.826,75 ευρώ μεικτά. Ο τρίτος των εναγόντων προσελήφθη στην εναγομένη την 12-9-1988 ως μεταλλειολόγος - μεταλλουργός μηχανικός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με ασφάλιση ΤΣΜΕΔΕ και ΙΚΑ και πλήρες ωράριο και σήμερα κατέχει τη θέση του Διευθυντή Μεταλλείων Βορείου Ελλάδας με μηνιαίες τακτικές αποδοχές που ανέρχονταν τον Ιούνιο του έτους 2016 στο ποσό των 6.174,10 ευρώ μεικτά. Από τον Ιούλιο του έτους 2016 κι εντεύθεν η εναγομένη εφάρμοσε, δυνάμει της 16-6-2016 απόφασης της διοίκησης «κόφτη» στις μηνιαίες αποδοχές όλων των υπαλλήλων με αποτέλεσμα αυτές να ανέλθουν και για τους τρεις ενάγοντες στο ποσό των 4.750,00 ευρώ. Οι ανωτέρω περικοπές έλαβαν χώρα στο πλαίσιο ενός γενικότερου οικονομικού εξορθολογισμού και εξισορρόπησης των δαπανών της εναγομένης, χωρίς να διακυβευθούν θέσεις εργασίας και χωρίς να απειληθεί η αξιοπρεπής διαβίωση των εργαζομένων της. Ειδικότερα, η ως άνω απόφαση της διοίκησης που απεστάλη σε όλες τις Διευθύνσεις, Τμήματα και Υπηρεσίες της εναγομένης προέβλεπε ρητά τα εξής: «Λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης των τιμών του Νi σε επίπεδα κάτω των 10.000,00 ευρώ για χρονικό διάστημα σχεδόν ενός έτους, σας ενημερώνουμε για τα ακόλουθα, τα οποία θα ισχύουν από 1η Ιουλίου 2016: 1. Ορίζεται ως ανώτατο όριο ακαθάριστων αμοιβών για όλο το Προσωπικό το ποσό αμοιβής του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου.(...)

Περαιτέρω, σύμφωνα με το με από 9-8-2016 υπηρεσιακό σημείωμα με θέμα «Διευκρινήσεις επί της Απόφασης της Διοίκησης 16-6-2016» ξεκαθαρίσθηκε ότι ορίζεται ανώτατο όριο ακαθάριστων αμοιβών για όλο το προσωπικό το ποσό της αμοιβής του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου και σε συνέχεια προφορικών οδηγιών που δόθηκαν διευκρινίστηκε ότι, πρακτικά και ουσιαστικά, εισάγεται κόφτης στις μηνιαίες αποδοχές από το ύψος των 4.750,00 ευρώ και άνω. Από τον κόφτη αυτόν εξαιρούνται το πριμ παραγωγής σε όλες του τις μορφές και οι προσαυξήσεις που το αφορούν, το επίδομα αδείας, το επίδομα ισολογισμού και οι τυχόν αποζημιώσεις μη ληφθείσας αδείας και ρεπό. Αναλυτικότερα, αρχικά υπολογίζεται η μηνιαία μισθοδοσία του κάθε εργαζόμενου σύμφωνα με τα προς της παραπάνω απόφασης της Διοίκησης ισχύοντα. Στη συνέχεια, στο σύνολο των αποδοχών (εκτός των εξαιρέσιμων) εφαρμόζεται ο κόφτης των 4.750,00 ευρώ. Το τυχόν άνω του κόφτη προκύπτον ποσό καταχωρείται με αρνητικό πρόσημο (ως λοιπή αποδοχή) στον κωδικό 30850 «ΜΕΙΩΣΗ ΜΕ ΑΠΟΦ. ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ No 06/16-6-2016». Επί του ποσού των 4.750,00 ευρώ πλέον των εξαιρέσιμων του κόφτη αποδοχών υπολογίζονται οι αναλογούσες κρατήσεις και εισφορές. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη προέβη σε μία γενικότερη περικοπή δαπανών κι εξόδων και όχι μόνον στην περικοπή ενός μόνον τμήματος αποδοχών μέρους του προσωπικού, λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης του τιμών του Νi σε επίπεδα κάτω των 10.000,00 ευρώ ανά τόνο παραγόμενου προϊόντος, με αποτέλεσμα να υφίσταται η ανάγκη λήψης οικονομικών μέτρων συνολικά, προκειμένου να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της εναγομένης, αλλά κι η απρόσκοπτη λειτουργία της στο σύνολό της. Παρά τη συνεχιζόμενη μέχρι και σήμερα παραγωγική της λειτουργία έχουν συσσωρευθεί ληξιπρόθεσμες οφειλές προς προμηθευτές κι εργολάβους, οι οποίες σε συνδυασμό με την πτώση της παραγωγής της εναγομένης κατά 2.000,00 τόνους Νi κατά το έτος 2017, καθιστά αναγκαία την περικοπή εξόδων και μισθών. (...)

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Διοίκηση της εταιρίας προέβη στην περικοπή των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων, κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού κι εργοδοτικού της δικαιώματος, χωρίς να υφίσταται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των τελευταίων και χωρίς να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του ανωτέρω δικαιώματός της κι άρα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση ως ουσία αβάσιμη.