ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΑΠΑΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ I

ΠΡΑΞΗ 59/2019

 

Αποτελούμενο από τον Πρόεδρο του Κλιμακίου Σταμάτιο Πουλή, Σύμβουλο, και τα μέλη Μαρία Ζέρβα και Αικατερίνη Θεοφανίδου, Παρέδρους.

Συνήλθε στο Δικαστήριο, στις 5.3.2019, για να αποφανθεί, ύστερα από διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στο Δήμο Ηλιούπολης και του Δήμου ..., σχετικά με τη θεώρηση του ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής, οικονομικού έτους 2018, του ανωτέρω φορέα.

Άκουσε την εισήγηση της Παρέδρου Μαρίας Ζέρβα.

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

έκρινε τα ακόλουθα:

 

Ι. Η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στο Δήμο Ηλιούπολης αρνήθηκε, με την 10/17.7.2018 πράξη επιστροφής, να θεωρήσει το ... χρηματικό ένταλμα πληρωμής, οικονομικού έτους 2018, ποσού 1.249,35 ευρώ. Το επίμαχο ένταλμα εκδόθηκε από τον Δήμο ... με φερόμενο ως δικαιούχο τον .... και αφορά στην καταβολή αποδοχών μηνός Δεκεμβρίου του 2017 στον άνω υπάλληλο με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λόγω νέας κατάταξής του από την κατηγορία ΔΕ (στην οποία μισθοδοτείτο μέχρι 31.11.2017) στην ΥΕ. Ως αιτιολογία της άρνησης θεώρησης η Επίτροπος προέβαλε ότι η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη, διότι ο Δήμος δεν στοιχειοθετεί επαρκώς την κρίση του περί μη ύπαρξης δόλου του προαναφερόμενου υπαλλήλου του στην προσκόμιση πλαστού δικαιολογητικού που, κατά την Επίτροπο, ήταν προσόν διορισμού για την πρόσληψή του σε πρώην δημοτική επιχείρηση του εν λόγω Δήμου. Επομένως, κατά την Επίτροπο, όφειλαν τα αρμόδια όργανα του Δήμου ... να προβούν σε ανάκληση της πράξης διορισμού του και σε καταγγελία της σύμβασής του και όχι να ενεργήσουν πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του, απότοκες της οποίας ήταν η επιβολή της ποινής της δίμηνης στέρησης των αποδοχών του και η επανακατάταξή του από οργανική θέση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) σε οργανική θέση Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ). Στην άρνησή της ενέμεινε η Επίτροπος και μετά την υποβολή από τον ανωτέρω φορέα του ελεγχόμενου τίτλου, με συνέπεια να ανακύψει διαφωνία για την άρση της οποίας νομίμως απευθύνεται, με την από 5.12.2018 έκθεση, στο Κλιμάκιο τούτο. Εξάλλου, στο πλαίσιο της εξεταζόμενης διαφωνίας υπεβλήθησαν στο παρόν Κλιμάκιο συμπληρωματικά στοιχεία από τον Δήμο ... (σχετ. το ....2019 έγγραφο του εν λόγω φορέα).

II. Α. Ο ισχύων κατά τον κρίσιμο χρόνο Υπαλληλικός Κώδικας, κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), ο οποίος συνιστά ρυθμιστική συνέχεια του προϊσχύοντος Κώδικα και διέπει, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο τρίτο του ν. 3528/2007, το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων από τη δημοσίευσή του, ήτοι από 9.2.2007 και εντεύθεν, ορίζει στο άρθρο 1 αυτού με τίτλο «Αρχές του Υπαλληλικού Κώδικα» ότι: «Σκοπός του παρόντος Κώδικα είναι η καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορφων κανόνων που διέπουν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, σύμφωνα ιδίως με τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και την ανάγκη διασφάλισης της μέγιστης δυνατής απόδοσης κατά την εργασία τους» και στο άρθρο 2 υπό τον τίτλο «Έκταση Εφαρμογής» ότι: «1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.…». Περαιτέρω, ο ίδιος Κώδικας στο Μέρος Α΄ αυτού, που επιγράφεται «Προϋποθέσεις Διορισμού» και στο Κεφάλαιο Γ΄, με τίτλο «Διορισμός», προβλέπει στο άρθρο 20, υπό τον τίτλο «Ανάκληση διορισμού» ότι: «1. Η πράξη διορισμού ανακαλείται υποχρεωτικά, εάν ο διοριζόμενος δεν αποδέχτηκε το διορισμό ρητώς ή σιωπηρώς ή δεν εκπλήρωσε άλλες νόμιμες πρόσθετες υποχρεώσεις πριν από την ανάληψη υπηρεσίας. 2. Η πράξη διορισμού, που έγινε κατά παράβαση νόμου, ανακαλείται εντός διετίας από τη δημοσίευσή της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η πράξη διορισμού ανακαλείται, εάν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία ή εάν ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση των άρθρων 4 και 8 του παρόντος Κώδικα. 3. Ο υπάλληλος, του οποίου η πράξη διορισμού ανακλήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει τις ευθύνες των δημοσίων υπαλλήλων για το χρόνο κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντα του και οι πράξεις του είναι έγκυρες. …». Περαιτέρω, στο Μέρος Ε΄ του Υπαλληλικού Κώδικα που τιτλοφορείται «Πειθαρχικό Δίκαιο» και στο Τμήμα Α΄ αυτού, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα Πειθαρχικά Παραπτώματα και τις Ποινές, προβλεπόταν στο Κεφάλαιο Α΄ με τίτλο «Πειθαρχικά παραπτώματα και βασικές αρχές» και στο άρθρο 106 με τίτλο «Ορισμός πειθαρχικού παραπτώματος» ότι: «1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον υπάλληλο. 2. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, οι εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος και εκτός της υπηρεσίας ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής», ενώ με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α΄ 54) στο ίδιο άρθρο ορίζεται πλέον ότι: «Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου που μπορεί να του καταλογισθεί», στο άρθρο 108, υπό τον τίτλο «Εφαρμογή αρχών και κανόνων του ποινικού δικαίου», όπως αυτό ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, ότι: «1. Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας. 2. Εφαρμόζονται ιδίως οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν: … β) τις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής ...», στο άρθρο 107 με τίτλο «Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων» ότι: «1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) (…) ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας (….)». Περαιτέρω, στο Κεφάλαιο Β΄ του ίδιου Μέρους που επιγράφεται «Πειθαρχικές ποινές» και στο άρθρο 109, υπό τον ίδιο τίτλο, οριζόταν ότι: «1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή … δ) ο υποβιβασμός … ε) η προσωρινή παύση … στ) η οριστική παύση. 2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: … δ) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός ή εκτός υπηρεσίας …», ενώ αυτά τα είδη ποινών με επιμέρους αυστηρότερους όρους ως προς την διάρκεια και την έντασή τους διατηρήθηκαν και μετά την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, με το οποίο αντικαταστάθηκε και η παράγραφος 3 του άρθρου 109 ως εξής: «…3. Όταν επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές των περιπτώσεων γ` έως ζ` της παραγράφου 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 3.000 έως 30.000 ευρώ. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα των περιπτώσεων δ` και ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 107 του παρόντος που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ». Ακολούθως, στο Κεφάλαιο Γ΄ του ίδιου αυτού Μέρους του Κώδικα, που επιγράφεται «Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων», και στο άρθρο 110 ορίζεται ότι: «1. Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. … 3. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα» και στο άρθρο 114, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/20120, με τίτλο «Σχέση της πειθαρχικής με την ποινική διαδικασία» προβλέπεται ότι: «Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. …». Εν συνεχεία, στο Κεφάλαιο Δ΄ του ίδιου Μέρους του Κώδικα, που επιγράφεται «Πειθαρχικά όργανα», και στο άρθρο 116 αρχικώς προβλεπόταν ότι: «Πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους ασκούν:… γ) το υπηρεσιακό συμβούλιο του οικείου φορέα, ε) το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και στ) το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Διοικητικό Εφετείο και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης …», μετά δε την τροποποίησή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, η περίπτωση (γ) του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε ως εξής: «… γ) το πειθαρχικό συμβούλιο του οικείου φορέα». Περαιτέρω, στο Τμήμα Β΄ του ίδιου Μέρους του οικείου Κώδικα περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία (Κεφάλαιο Α΄ για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης: άρθρα 122 έως 124, Κεφάλαιο Β΄ για την προκαταρκτική έρευνα, την ένορκη διοικητική εξέταση και την πειθαρχική ανάκριση: άρθρα 125 έως 133, Κεφάλαιο Γ΄ για την απολογία του πειθαρχικώς διωκόμενου: άρθρα 134 και 135, Κεφάλαιο Δ΄ για την διαδικασία ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου: άρθρα 136 έως 137, Κεφάλαιο Ε΄ για τις γενικές διαδικαστικές διατάξεις: άρθρα 138 έως 140, Κεφάλαιο ΣΤ΄ για την ένσταση, την προσφυγή και την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας: άρθρα 141 έως 143, Κεφάλαιο Ζ΄ για την εκτέλεση της απόφασης, τη διαγραφή των ποινών και τις δαπάνες της πειθαρχικής διαδικασίας: άρθρα 144 έως 146), ενώ με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 προστέθηκε στο Μέρος αυτό του Υπαλληλικού Κώδικα Τμήμα Γ΄ στο οποίο περιέχονται ρυθμίσεις σχετικές με τη σύσταση και συγκρότηση των Πειθαρχικών Συμβουλίων (άρθρα 146Α και 146Β). Ακολούθως, στο Μέρος ΣΤ΄ του Υπαλληλικού Κώδικα, που επιγράφεται «Λύση της Υπαλληλικής Σχέσης», και στο Κεφάλαιο Α΄, που φέρει τον ίδιο τίτλο, προβλέπεται στο άρθρο 147 υπό τον τίτλο «Λόγοι Λύσης» ότι: «Η υπαλληλική σχέση λύεται με το θάνατο, την αποδοχή της παραίτησης, την έκπτωση και την απόλυση του υπαλλήλου».Τέλος, στο Κεφάλαιο Δ΄, που επιγράφεται «Απόλυση», και στο άρθρο 152 αυτού υπό τον τίτλο «Λόγοι απόλυσης» προβλέπεται ότι: «Ο υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους λόγους: α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης …» και στο άρθρο 156 με τίτλο «Πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης» ότι: «1. Η υπαλληλική σχέση λύεται με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και, αν δεν υπάρχει, του προέδρου του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευση της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την πάροδο του εικοσαήμερου».

Β. Εξάλλου, o α.ν. 261/1968 «Περί χρόνου ανακλήσεως παρανόμων διοικητικών πράξεων (Α΄12) ορίζει στο άρθρο μόνο αυτού ότι: «1. Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος. …», ενώ ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45), ορίζει στο άρθρο 21 αυτού με τίτλο «Ανάκληση» ότι: «1. Αρμόδιο για την ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξης όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. 2. Για την ανάκληση δεν είναι απαραίτητο να τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση της πράξης, εκτός αν ανακαλείται πράξη νόμιμη ή πράξη παράνομη ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών».

Γ. Τέλος, με τον ν. 4305/2014 (Α΄ 237) ορίσθηκε στο άρθρο 28 αυτού υπό τον τίτλο «Έλεγχος γνησιότητας δικαιολογητικών» ότι: «1. Στο άρθρο 17 του ν. 2190/1994 προστίθεται παράγραφος 20, η οποία έχει ως εξής: ΄΄20. Πριν από την υπογραφή της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως του προσωπικού που προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διενεργείται υποχρεωτικά αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και που είναι απαραίτητα για την πρόσληψή του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξη του κατά τη διαδικασία πρόσληψης ή τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη του μετά την πρόσληψη΄΄ … 8. Η υποχρέωση για τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου αφορά το σύνολο των υπαλλήλων, ανεξαρτήτως της εργασιακής σχέσης, με την οποία υπηρετούν, στις δημόσιες υπηρεσίες …», ενώ με το άρθρο 29 του ίδιου νόμου ορίστηκε υπό τον τίτλο «Προσθήκη Ειδικού πειθαρχικού παραπτώματος» ότι: «1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 107 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007) προστίθεται η περίπτωση λδ΄ ως εξής: ΄΄λδ) η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως΄΄».

III.Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται, πλην άλλων, τα ακόλουθα:

Α. Σε εκτέλεση του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο νομοθέτης έχει θεσπίσει διαχρονικώς ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για τους δημοσίους υπαλλήλους και συγκεκριμένα, τους διαδοχικώς ισχύσαντες Υπαλληλικούς Κώδικες π.δ. 611/1977, ν. 2683/1999 και κατά τον κρίσιμο χρόνο, τον ν. 3528/2007. Ήδη, από το άρθρο 1 του τελευταίου εξ αυτών διακηρύσσονται, υπό το φως και των σχετικών συνταγματικών επιταγών της αντικειμενικότητας, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, οι οποίες συνάγονται, κατ’ αρχήν από τις γενικότερες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος και αποτελούν ειδικότερη έκφανση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντάγματος, βλ. και II Τμήμα 1176/2018 και την εκεί παρατεθείσα νομολογία), ο σκοπός και οι βασικές αρχές του οικείου νομοθετικού συστήματος, που συνίσταται στην καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορφων κανόνων, οι οποίοι διέπουν την νομική κατάσταση (status) των δημοσίων υπαλλήλων, όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ δε αυτών και οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του Κράτους όπως οι διοικητικοί υπάλληλοι των ΟΤΑ Α΄ Βαθμού. Ο δημόσιος υπάλληλος, μετά την ολοκλήρωση του διορισμού του έχει ειδική λειτουργική σχέση με το κράτος και τα ν.π.δ.δ., η οποία διαρθρώνεται με τις διατάξεις του ΥΚ που αφορούν στην εν γένει υπηρεσιακή του κατάσταση, ήτοι στην υπηρεσιακή του ένταξη και εξέλιξη, στα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του εντός και εκτός της υπηρεσίας, στην αξίωσή του για καταβολή μισθού και για υγειονομική περίθαλψη. Σε περίπτωση δε παραβίασης των σχετικών δημοσίου δικαίου διατάξεων τόσο ως προς την πρόσβαση σε θέση δημοσίου υπαλλήλου όσο και ως προς την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων προβλέπονται κατά περίπτωση διοικητικά μέτρα και κυρώσεις, με στόχο αφενός την αποκατάσταση της νομιμότητας και την προστασία της δημόσιας υπηρεσίας και του δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με αυτήν και αφετέρου την αποτροπή, πρόληψη και καταστολή των παραβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, όλοι οι διαδοχικώς ισχύοντες Υπαλληλικοί Κώδικες και ο ισχύον, κατά την κρίσιμη περίοδο, προέβλεπαν ως διοικητικό μέτρο αποκατάστασης της νομιμότητας εκείνο της ανάκλησης της παράνομης πράξης διορισμού. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι ο παράνομος διορισμός ανακαλείται κατ’ αρχήν εντός ευλόγου χρόνου. Περαιτέρω στην περίπτωση, μεταξύ άλλων, που ο διορισθείς υπάλληλος έχει προκαλέσει ή υποβοηθήσει την παρανομία η ανάκληση μπορεί να χωρήσει χωρίς κατ’ αρχήν χρονικό περιορισμό. Από τις ρυθμίσεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968 συνάγεται ότι στο σύστημα του Υπαλληλικού Κώδικα θεσπίζεται ένα ιδιαίτερο κανονιστικό πλαίσιο ανάκλησης της παράνομης πράξης διορισμού που διαφοροποιείται από τις γενικές αρχές περί ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί στον ως άνω αναγκαστικό νόμο. Συγκεκριμένα, η ανάκληση δεν κωλύεται από την παρέλευση μακρού χρόνου, όταν επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης πράξης οφείλεται σε δόλια ενέργεια του διοικουμένου. Περί της συνδρομής, όμως, λόγων δημοσίου συμφέροντος ή δόλιας ενέργειας του διοικουμένου απαιτείται ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές απαιτείται να εκτιμώνται, ενόψει των συνταγματικών αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της αναλογικότητας, οι συνέπειες της ανάκλησης, ως μέτρου επέμβασης στη νομική και πραγματική κατάσταση του έστω υπαιτίως ενεργήσαντος διοικουμένου και να διαπιστώνεται εάν τηρήθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που υπηρετείται με την επιβολή του διοικητικού μέτρου και της προστασίας της αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Περαιτέρω, στο ειδικότερο σύστημα του Υπαλληλικού Κώδικα, το διοικητικό μέτρο της ανάκλησης της παράνομης διοικητικής πράξης διορισμού του υπαλλήλου υποδέχεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 αυτού, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας εμπίπτει και κάθε παράνομη πράξη διορισμού υπαλλήλου σε προκηρυχθείσα κενή οργανική θέση, όταν η πράξη ερείδεται σε παράνομη επιλογή του διορισθέντος υπαλλήλου και ειδικότερα όταν η διοίκηση εκφέρει την κρίση της περί επιλογής υποψηφίου κατά πλάνη περί τα πράγματα, όπως σε περίπτωση πλαστότητας του τίτλου σπουδών που αποτέλεσε προσόν διορισμού. Στην περίπτωση αυτή, το διοικητικό μέτρο της ανάκλησης σκοπεί προεχόντως στην αποκατάσταση της νομιμότητας και δη των συνταγματικών αρχών της αξιοκρατίας και της ισότητας κατά την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις, οι οποίες διασφαλίζονται με την τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τα τυπικά προσόντα διορισμού των υπαλλήλων, τα οποία απαιτείται να είναι αντικειμενικώς και διαφανώς προκαθορισμένα και να συναρτώνται αφενός προς τις ικανότητες των προς διορισμό υποψηφίων και αφετέρου προς τις απαιτήσεις των καθηκόντων που θα ασκήσουν. Αποβλέπει, επίσης, και στην άμεση απομάκρυνση υπαλλήλου που δεν διαθέτει τα κατά νόμο απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Περαιτέρω, και κατά παρέκκλιση από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968 ως προς τα χρονικά όρια ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, η πράξη διορισμού, στο βαθμό που δεν έχει προηγηθεί δόλια ενέργεια ή υποβοήθηση της παρανομίας εκ μέρους του υπαλλήλου, ανακαλείται εντός διετίας από την έκδοσή της, για τη νομιμότητα δε της ανάκλησης αρκεί η απλή διαπίστωση της πλάνης της διοίκησης από το αρμόδιο κατ’ άρθρο 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας προς ανάκληση της πράξης όργανο και η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης με την οποία ανακαλείται o διορισμός. Αντιθέτως, αν έχει παρέλθει η διετία, για να είναι νόμιμη η ανακλητική πράξη απαιτείται, επιπροσθέτως, να εκφέρει η διοίκηση κατά τη νόμιμη διαδικασία και με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία κρίση ότι ο διορισθείς προκάλεσε ή υποβοήθησε δολίως την πλάνη της διοίκησης σε σχέση με την επιλογή του έναντι των συνυποψηφίων του, η αιτιολογία δε αυτή δύναται να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου (II Τμήμα 1176/2018 και η εκεί παρατεθείσα νομολογία). Περαιτέρω, έτερο μέτρο αντιμετώπισης εκ μέρους της Διοίκησης της συμπεριφοράς υπαλλήλου που υποβοήθησε την παρανομία της πράξεως του διορισμού του, που εμπίπτει κατ’ αρχήν στο ειδικότερο, προεχόντως κυρωτικής φύσης, πεδίο εφαρμογής του πειθαρχικού δικαίου, συνιστά η πειθαρχική ποινή, αποβλέπουσα κυρίως στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας και της πειθαρχίας εντός του σώματος διά του πειθαρχικού κολασμού και σωφρονισμού του υπαλλήλου. Επομένως, η ανάκληση του διορισμού δεν ισοδυναμεί, κατ’ αρχήν, με την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης ή όποιας άλλης εκ των προβλεπομένων, για τις οποίες απαιτείται η τήρηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος εγγυήσεων και δη απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου και προσφυγή ουσίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, όπως αυτές διασφαλίζονται με τις σχετικές διαδικαστικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, στάδιο απολογίας του διωκομένου, δυνατότητα παράστασης με δικηγόρο σε δημόσια διαδικασία ενώπιον του οικείου συμβουλίου, τον πάγιο και όχι περιστασιακό ή ad hoc χαρακτήρα του συμβουλίου, την έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων, κατόπιν έρευνας του νομικού και πραγματικού μέρους της υπόθεσης και τη μη σύνδεσή του με τη δημόσια υπηρεσία στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος, αλλά τη συμμετοχή σε αυτό προσώπων ξένων προς αυτήν. Πάντως, ως ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα στο προεκτεθέν άρθρο 107 του ΥΚ προβλέφθηκε, με τον ν. 4305/2014, και εκείνο της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως. Εξάλλου, υπό το καθεστώς του προϊσχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977), εκτός από την ανάκληση της πράξης παράνομου διορισμού που προκλήθηκε ή υποβοηθήθηκε από τον υπάλληλο, προβλεπόταν, παράλληλα, και ως ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα στο άρθρο 211 αυτού, μεταξύ άλλων, και εκείνο της χρήσης δόλου προς επίτευξη του διορισμού, δυνάμενο, μάλιστα, να επισύρει και την ποινή της οριστικής παύσης. Γινόταν δε νομολογιακώς δεκτό, κατ’ εφαρμογήν των ταυτόσημου περιεχομένου διατάξεων του κωδικοποιηθέντος με το π.δ. 611/1977 αρχικώς ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (άρθρα 32 παρ. 1 και 2 και 137 παρ. 2 του ν. 1811/1951, Α΄ 141), στην περίπτωση αυτή ότι η διοίκηση είχε διακριτική ευχέρεια να προβεί είτε στην ανάκληση του παράνομου διορισμού είτε στην κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, μη δυναμένης πάντως να ανακαλέσει τον διορισμό σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης για την ίδια πράξη (βλ. ΣτΕ 1420/1964). Εξακολουθεί δε να γίνεται νομολογιακώς δεκτό ότι ανάγεται στο περιθώριο εκτίμησης της διοίκησης είτε η ενεργοποίηση του διοικητικού μέτρου της ανάκλησης του παράνομου διορισμού είτε η πειθαρχική δίωξη του σχετικού παραπτώματος, το οποίο εντάσσεται ερμηνευτικώς στο αδίκημα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς του υπαλλήλου και δύναται να επισύρει ακόμη και την ποινή της οριστικής παύσης (βλ. τις διατάξεις των άρθρων 109 παρ. 2 περ. δ΄ του Υπαλληλικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2683/1999, και 107 παρ. 1 περ. ε και 109 περ. η΄ του Υπαλληλικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 και ΣτΕ 2166/2011). Σημειωτέον δε ότι η ανάκληση συνιστά διοικητικό μέτρο με επανορθωτικό της νομιμότητας σκοπό και όχι κύρωση και δη πειθαρχική, διαφοροποιείται δε από την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης τόσο ως προς τις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που τη συνοδεύουν (αρμόδιο όργανο, διαδικασία ακρόασης, παραγραφή) όσο και ως προς τις συνέπειες, αφού η μεν ανάκληση άγει σε κατ’ αρχήν πλήρη αναδρομική ανατροπή της δημοσιοϋπαλληλικής έννομης σχέσης και των ωφελειών που έχει ο υπάλληλος αντλήσει από αυτήν, ενώ η πειθαρχική ποινή, η οποία υπόκειται σε κανόνες επιμέτρησης, ενεργεί εφεξής (II Τμήμα 1176/2018 και η εκεί παρατεθείσα νομολογία).

Β. Οι ανωτέρω ερμηνευτικές παραδοχές ως προς την φύση και τη λειτουργία της ανάκλησης παράνομου διορισμού που προκλήθηκε ή υποβοηθήθηκε από τον παρανόμως διορισθέντα υπάλληλο, κατ’ άρθρο 20 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), δεν μεταβάλλονται από την επιγενόμενη θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 28 και 29 του ν. 4305/2014. Ειδικότερα, με τις ρυθμίσεις αυτές, σύμφωνα και με την σχετική αιτιολογική έκθεση, σκοπήθηκε προεχόντως η ενίσχυση των αρχών της αξιοκρατίας και της ισότητας, κατά την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις, με την καθιέρωση ενός πάγιου, καθολικού και διαφανούς συστήματος ελέγχου των δικαιολογητικών που τεκμηριώνουν την συνδρομή των τυπικών προσόντων διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων, επεκτείνοντας το ήδη ισχύον σύστημα περιορισμένου δειγματοληπτικού ελέγχου νομιμότητας που ήδη προβλεπόταν στο άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2190/1994. Στο πλαίσιο αυτό, οι οικείες διατάξεις για τον έλεγχο των δικαιολογητικών διορισμού λειτουργούν σε αρμονία και συμπληρωματικώς προς το ήδη ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της ανάκλησης του παράνομου διορισμού που συντελέστηκε με υπαίτια σύμπραξη του υπαλλήλου, κατ’ άρθρο 20 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα, χωρίς κατ’ αρχήν να μεταβάλλουν ούτε τη φύση του, ως διοικητικού μέτρου, ούτε τη λειτουργία του εντός των ορίων που προδιαγράφονται από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας, της προβλεψιμότητας και της αναλογικότητας. Ειδικώς δε, σε ό,τι αφορά την ανάκληση του παράνομου διορισμού κατόπιν ελέγχου των δικαιολογητικών διορισμού των υπαλλήλων (βλ. συναφώς τις σχετικές εγκυκλίους του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης ΔΙΔΑΔ/Φ.34/35/οικ.14888/24.5.2013, ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ.33906/16.12.2013, ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843/20.3.2014, ΔΙΔΑΔ/Φ.34/47/οικ.18161/18.7.2014), απαιτείται, όπως και σε κάθε περίπτωση ανάκλησης παράνομου διορισμού κατ’ άρθρο 20 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα, να κρίνεται κατά περίπτωση, αναλόγως του χρονικού σημείου στο οποίο συντελείται η ανάκληση και των συνεπειών που αυτή επιφέρει στην προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, εάν αυτή μεταλλάσσεται από διοικητικό μέτρο σε κύρωση και αν συνάδει προς τις ανωτέρω αρχές. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 4305/2014, επιβεβαιώνοντας τις ανωτέρω ερμηνευτικές παραδοχές περί λειτουργικής διαστολής της ανάκλησης του παράνομου διορισμού ως επανορθωτικού της νομιμότητας διοικητικού μέτρου έναντι των κυρωτικής φύσης πειθαρχικών ποινών, θεσπίστηκε ως διαρκές ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα εκείνο της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και της διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως (βλ. και την αιτιολογική έκθεση επί της σχετικής διάταξης), δίωξη του οποίου χωρεί μόνο στο βαθμό που δεν τίθεται ζήτημα ανάκλησης του παράνομου διορισμού (II Τμήμα 1176/2018 και η εκεί παρατεθείσα νομολογία).

IV. Α. Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο φερόμενος ως δικαιούχος του ελεγχόμενου τίτλου ....προσλήφθηκε στην πρώην δημοτική επιχείρηση του Δήμου ..., με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρησης Ανάπτυξης Δήμου ...» (...), η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία «Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου ...» (...), μέσω προγράμματος επιχορήγησης επιχειρήσεων για την απασχόληση ανέργων ηλικίας 18-64 ετών έτους 2004 του ΟΑΕΔ (Κ.Υ.Α. 33389/2004-Β΄30), ως υπάλληλος γραφείου με ΄΄απαιτήσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ΄΄ (σχετ. η από 19.08.2004 αναγγελία πρόσληψης μισθωτού, η εντολή κενής θέσης με ΑΜ ΟΑΕΔ .... και κωδικό θέσης ...., όπως προκύπτει από την εκτύπωση του μητρώου του ΟΑΕΔ), εργάστηκε δε στο Τμήμα διαχείρισης υπαίθριων χώρων στάθμευσης (σχετ. οι .... Βεβαιώσεις της ...). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις Β101046/2004 και Β 108840/2004 διευκρινιστικές εγκυκλίους του ΟΑΕΔ, για την υλοποίηση του εν λόγω προγράμματος προτεραιότητα στην κάλυψη των θέσεων είχαν, μεταξύ άλλων, οι άνεργοι που ολοκλήρωσαν μόνο την υποχρεωτική εκπαίδευση. Κατά δε τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην δεύτερη των ανωτέρω εγκύκλιο «Τίτλο υποχρεωτικής εκπαίδευσης αποτελεί: το απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού για όσους αποφοίτησαν έως και το σχολικό έτος 1979-1980, το απολυτήριο τριτάξιου Γυμνασίου για όσους αποφοίτησαν έως και το σχολικό έτος 1980-1981 και μετά. Το έτος αποφοίτησης θα αποδεικνύεται από αντίγραφο του τίτλου σπουδών».

Ακολούθως, με την ..../2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... μεταφέρθηκε στο Δήμο το σύνολο των εργαζομένων στην άνω Κοινωφελή Επιχείρηση, λόγω λύσης αυτής (βλ. και άρθρο 109 του ν.3852/2010, όπως ισχύει) και συστάθηκαν προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων και για τον εργαζόμενο ...., ως υπάλληλο γραφείου ΔΕ. Η ως άνω απόφαση έτυχε της έγκρισης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (σχετ. η οικ. .....2012 απόφασή του, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ –Β .....2012). Ο ανωτέρω υπάλληλος εργάστηκε στο Δήμο με αρμοδιότητες την αρχειοθέτηση φακέλων και εγγράφων, την αναπαραγωγή φωτοαντιγράφων, την μεταφορά εγγράφων σε γραφεία του Δήμου και την παροχή πληροφοριών στους δημότες στη θυρίδα εξυπηρέτησης κοινού (σχετ. τα από 5.12.2017 και 19.11.2018 έγγραφα του Δήμου).

Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 28 του ν.4305/2014, η Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού του Δήμου διενήργησε αυτεπάγγελτο έλεγχο γνησιότητας των τίτλων σπουδών των υπαλλήλων του Δήμου, μεταξύ των οποίων και του ...., από τον οποίο ζήτησε την προσκόμιση του τίτλου σπουδών του. Ο εν λόγω υπάλληλος προσκόμισε αντίγραφο του .../2014 απολυτηρίου Γυμνασίου από το 6ο Γυμνάσιο .... Συναφώς, η ίδια Υπηρεσία κάνοντας περαιτέρω έλεγχο και στους φακέλους των υπαλλήλων της λυθείσας επιχείρησης ... που τηρούντο στα αρχεία αυτής, μεταξύ των οποίων και του ανωτέρω, βρήκε και έτερο τίτλο στον φάκελό του και συγκεκριμένα, αντίγραφο απολυτηρίου από το 3ο Λύκειο .... Κατόπιν τούτων, απέστειλε σχετικά ερωτήματα τόσο στο 6ο Γυμνάσιο ..., όσο και στο 3ο Λύκειο .... Σχετικώς, το πρώτο, με το 274/2016 έγγραφό του, βεβαίωσε τη γνησιότητα του επίμαχου τίτλου, ενώ αντίθετα, το 3ο Λύκειο ..., με το ..../2016 έγγραφο, απάντησε ότι ο τίτλος αυτός έχει υποστεί τροποποιήσεις και δεν ανήκει στον υπάλληλο αυτό, αλλά σε έτερο υπάλληλο του Δήμου, τον οποίο και κατονομάζει.

4. Τούτων ούτως εχόντων, η Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου, με το ..../2016 έγγραφο, παρέπεμψε το ζήτημα στη Δήμαρχο. Η Δήμαρχος, αφού ζήτησε και έλαβε από το Τμήμα Διαχείρισης Ανθρώπινου δυναμικού του Δήμου το φάκελο με τις διαδικασίες πρόσληψης του άνω υπαλλήλου στη ... και της μεταφοράς του στο Δήμο, την αλληλογραφία της Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού του Δήμου που διενήργησε τον αυτεπάγγελτο έλεγχο γνησιότητας των τίτλων σπουδών του υπαλλήλων με τους κατωτέρω (σκέψη 6) αναφερόμενους φορείς, τα ..../2016 έγγραφα της ίδιας Υπηρεσίας σχετικά με την έρευνα αυτής για το ανακύψαν ζήτημα, αλλά και την εν γένει κρίση της για την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, τα καθήκοντα που άσκησε πριν και μετά την μεταφορά του στο Δήμο και την εν γένει υπηρεσιακή του απόδοση, καθώς και την από 11.7.2016 -σύμφωνη προς την εδώ απόφασή της- γνωμοδότηση της Νομικής Συμβούλου του Δήμου για τα ανακύψαντα ζητήματα, κατόπιν και της κλήσης του σε απολογία ενώπιόν της (σχετ. η ..../2016 κλήση), και της απολογίας του για τα πειθαρχικά παραπτώματα: α) της περίπτωσης λγ’, της παρ. 1, του άρθρου 107 του ν. 4325/2015 «η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως», (παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε η κατωτέρω .....2016 απόφαση της Δημάρχου) και β) της περίπτωσης κ.β. της παρ. 1 του ν. 3584/2007 (Α΄143), όπου «κβ. Η εντός και εκτός υπηρεσίας αναξιοπρεπής ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή», λόγω της αποδοχής κατάταξής του σε ΜΚ κατηγορίας ΔΕ, ενώ ήταν κάτοχος απολυτηρίου Γυμνασίου, με το ..../2016 παραπεμπτήριο έγγραφό της (η Δήμαρχος), παρέπεμψε την πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου στην Διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή του Δήμου (παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 4018/2011, Α΄215) για το β) παράπτωμα, διότι έκρινε ότι για το εν λόγω παράπτωμα πρέπει να του επιβληθεί ποινή ανώτερη της αρμοδιότητας της Δημάρχου (βλ. άρθρο 122 παρ. 1 περ. α του ν. 3584/2007, όπου ορίζεται ότι « ... ο Δήμαρχος μπορεί να επιβάλλει την ποινή του προστίμου έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός»). Περαιτέρω η Δήμαρχος, συνεκτιμώντας ειδικότερα ότι «14. Το γεγονός ότι μετά από περαιτέρω έρευνα και έλεγχο των όσων στοιχείων του φακέλου περιήλθαν στον Δήμο από τη λυθείσα επιχείρηση ...., δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες και δεν αποδεικνύεται προσηκόντως και με βεβαιότητα ότι ο υπάλληλος προέβη ο ίδιος ή προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε στη νόθευση ή παραποίηση του εγγράφου (μη γνήσιο απολυτήριο Λυκείου) με σκοπό τον διορισμό του. 15. Ότι από τον έλεγχο που διενεργήθηκε δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η προσκόμιση απολυτήριου Λυκείου ήταν απαραίτητο προσόν για την πρόσληψή του στην ... το έτος 2004. Ότι η μεταφορά του υπαλλήλου από την λυθείσα δημοτική επιχείρηση ... στο Δήμο ... έγινε σύμφωνα με το άρθρο 109 του Ν.3852/2010 (ΦΕΚ 87/τΑ/7-6-2010) όπως συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 6 του Ν. 3938/2011 (ΦΕΚ 61τΑ/2011), κατά τις διατάξεις του οποίου μεταφέρθηκε στο Δήμο ... το σύνολο του προσωπικού της λυθείσας επιχείρησης, ανεξαρτήτως κλάδου και ειδικότητας. 16. Ότι μετά από τη μεταφορά του στο Δήμο και όταν ζητήθηκε από την υπηρεσία βεβαίωση τίτλου σπουδών, ο υπάλληλος υπέβαλε το γνήσιο επικυρωμένο αντίγραφο απολυτήριο Γυμνασίου», με την 53/2016 απόφασή της (άρθρα 58 του ν. 3852/2010 και 86 του ν. 3463/2006), αποφάσισε ότι: α) για τον εν λόγω υπάλληλο δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3528/2007 ή του π.δ. 410/1988 περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, β) ως προς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του υπαλλήλου, για τις υπηρεσιακές του μεταβολές, λαμβάνεται υπόψη το προσκομισθέν ..../2014 απολυτήριο Γυμνασίου από το 6ο Γυμνάσιο ... και γ) οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου οφείλουν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την υπηρεσιακή τακτοποίηση του υπαλλήλου βάσει των ανωτέρω καθώς και για την επιστροφή από αυτόν στον Δήμο ... των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

5. Εξάλλου, επιλαμβανόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, η Διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή του Δήμου, αφού έλαβε όλα τα στοιχεία του φακέλου, την αλληλογραφία των ανωτέρω Υπηρεσιών του Δήμου με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, την Εισαγγελία Αθηνών και την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής (όπως περιγράφεται κατωτέρω στη σκέψη 6), καθώς και την ..../2016 επιστολή του άνω υπαλλήλου, με την .....2016 απόφαση, επέβαλε την πειθαρχική ποινή της στέρησης αποδοχών δύο (2) μηνών στον υπάλληλο, επειδή σύμφωνα με τα υφιστάμενα επίσημα στοιχεία του σχετικού φακέλου, έχει υποπέσει στο ανωτέρω παράπτωμα της εντός της υπηρεσίας αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής. Συναφώς, με την ..../2016 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... επικαιροποιήθηκε η ..../2016 απόφαση του ίδιου οργάνου, με την οποία είχε τροποποιηθεί (κατόπιν της προεκτεθείσας ..../2016 απόφασης της Δημάρχου) η ..../2011 προαναφερόμενη απόφασή του με τη σύσταση τεσσάρων (από 3) προσωποπαγών θέσεων ΥΕ κλητήρων- θυρωρών-γενικών καθηκόντων, με αντίστοιχη μείωση των συσταθεισών θέσεων ΔΕ Διοικητικού από 13 σε 12 και με την κατάταξη του ...., από την οργανική θέση ΔΕ Διοικητικού σε οργανική θέση ΥΕ Κλητήρων. Η ανωτέρω απόφαση (..../2016) εγκρίθηκε από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με την ....2017 απόφασή του και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, Β΄..../2017. Ακολούθως, με τις ... και .../7.11.2017 αποφάσεις της Δημάρχου, ο εν λόγω υπάλληλος επανακατατάχθηκε από την ημερομηνία δημοσίευσης της μεταφοράς του στο ΦΕΚ (Β ....2012) στη κατηγορία ΥΕ Κλητήρων στα σε αυτές αναφερόμενα ΜΚ κατά τα οικεία χρονικά διαστήματα και τοποθετήθηκε από 7.11.2017 στο Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Πολιτικής, Δημόσιας Υγείας και Παιδείας του Δήμου.

6. Πέραν τούτων, καθ’ ό χρόνο ελάμβαναν χώρα τα ανωτέρω (η έρευνα των τίτλων εκ μέρους των Υπηρεσιών του Δήμου, η κλήση σε απολογία του άνω υπαλλήλου και η πειθαρχική διαδικασία ενώπιον της Δημάρχου και της Διευρυμένης Εκτελεστικής Επιτροπής του Δήμου), ο Δήμος ήταν σε συνεχή αλληλογραφία, ζητούσε οδηγίες και ενημέρωνε τους: α) Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (σχετ. τα .... έγγραφα), ο οποίος μάλιστα, στο .....2017 έγγραφό του, επισημαίνει στο Δήμο ότι στο πλαίσιο της διεξαγωγής της πειθαρχικής διαδικασίας «εφόσον τα πραγματικά περιστατικά επαρκούν για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικού παραπτώματος, παρέλκει η διενέργεια ΕΔΕ ή πειθαρχικής ανάκρισης». Τον ανωτέρω σημειωτέον ότι τον ενημέρωναν επίσης για την πορεία του ελέγχου και των ευρημάτων της υπόθεσης και οι άλλες εμπλεκόμενες Υπηρεσίες (όπως η Διεύθυνση Β/θμιας Εκπαίδευσης Α΄ Αθήνας, με το ..../2016 έγγραφό της), β) το Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (σχετ. τα .... έγγραφα), γ) η Εισαγγελία Αθηνών (σχετ. τα ....έγγραφα) και δ) η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής και δια αυτής το Υπουργείο Εσωτερικών. Ειδικότερα, το Υπουργείο Εσωτερικών, κατόπιν διαβίβασης ερωτήματος του Δήμου απευθυνόμενο στην Διεύθυνση Εσωτερικής Λειτουργίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής για την προεκτεθείσα διαδικασία και τα ευρήματά της, και το αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 20 του ΥΚ, αναφέρει στο ..../2017 έγγραφο ότι «Σε κάθε περίπτωση η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου αποτελεί αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού, όπου ανήκει ο υπάλληλος οργανικά, καθώς εκείνη είναι σε θέση να γνωρίζει με πληρότητα όλα τα στοιχεία εκείνα που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων, που υπάγονται στην αρμοδιότητά της. Σε καμία περίπτωση η υπηρεσία μας δεν έχει αρμοδιότητα να υποκαθιστά τις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των φορέων». Όμοιο περιεχόμενο διαλαμβάνει άλλωστε και η επικαλούμενη από τον Δήμο ΔΙΔΑΔ/Φ.34/47/οικ. 18161/2014 εγκύκλιος του τότε Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (σχετ. και τα 11897/2016, 1692/2017 και 61416/22644/2017 έγγραφα του Δήμου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής).

7. Τέλος, και ενόψει της μισθολογικής και βαθμολογικής τακτοποίησης του άνω υπαλλήλου κατόπιν της επανακατάταξής του από οργανική θέση της κατηγορίας ΔΕ σε θέση κατηγορίας ΥΕ, κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα, με το οποίο εντέλλεται η καταβολή των αποδοχών του για τον μήνα Δεκέμβριο του 2017.

Β. Ενόψει των ανωτέρω νομικών παραδοχών και του συντρέχοντος πραγματικού, το Κλιμάκιο κρίνει ότι στο παρόν στάδιο της άσκησης του ελέγχου και με τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του και συνοδεύουν τον ελεγχόμενο τίτλο, ο Δήμος ..., με τα αρμόδια διοικητικά και πειθαρχικά όργανά του, ενεργώντας τα λεπτομερώς ανωτέρω αναφερόμενα στάδια που ακολουθήθηκαν μέχρι την έκδοση του επίμαχου τίτλου, στο πλαίσιο της - ελεγχόμενης μόνο ως προς την τήρηση των άκρων ορίων αυτής- διακριτικής του ευχέρειας, έκρινε, με προσήκουσα και επαρκή αιτιολογία, περί της μη συνδρομής στο πρόσωπο του .... των προϋποθέσεων εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 20 του ΥΚ και της καταγγελίας της σύμβασής του, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων από την Επίτροπο. Συναφώς άλλωστε, ο Δήμος, με τα επιληφθέντα ως άνω αρμόδια όργανά του, σε όλα τα στάδια της προεκτεθείσας διοικητικής και πειθαρχικής διαδικασίας, ήταν σε συνεχή αλληλογραφία και ενημέρωνε τις αρμόδιες διοικητικές και εισαγγελικές αρχές για τα ευρήματα του ελέγχου του, την πορεία των διαδικασιών που ακολούθησε, τις σταθμίσεις στις οποίες προέβη -συνεκτιμώντας τα ανωτέρω γεγονότα και στοιχεία- για το σχηματισμό της κρίσης του και την επιλογή της κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του ανωτέρω υπαλλήλου και όχι της ανάκλησης της πράξης της αρχικής του πρόσληψης στην πρώην δημοτική του επιχείρηση, χωρίς μάλιστα κανένα εξ’ αυτών να εκφράσει κάποια επιφύλαξη ή αντίθετη γνώμη.

V. Κατόπιν τούτων, η εντελλόμενη με το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα δαπάνη είναι νόμιμη και, ως εκ τούτου, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί, αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.

 

Για τους λόγους αυτούς

Αποφαίνεται ότι το ..., οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Δήμου ..., ποσού 1.249,35 ευρώ, δεν πρέπει να θεωρηθεί, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό (λόγω λήξης του οικονομικού έτους).

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΟΥΛΗΣ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΕΛΑΓΙΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ