ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ Θ’

ΑΡΙΘΜΟΣ 585/2019

 

Πρόεδρος: Ε. Μυλωνοπούλου, Πρόεδρος Εφετών ΔΔ

Εισηγήτρια: Αγγ. Παπαπαναγιώτου-Λέζα, Εφέτης ΔΔ

Δικηγόροι: Γ. Κατσαμπάνης, Μ. Δεληγιάννη, Πάρεδρος ΝΣΚ

 

[...] 3. Επειδή, στον Ν 3528/2007 « Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, (φ. Α 26/9.2.2007) ορίζεται: Στο άρθρο 148, που επιγράφεται «Παραίτηση» ότι: «1. Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση,όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί 2. Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί αν κατά την υποβολή της εκκρεμεί ποινική δίωξη για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α της παρ. 1 του άρθρου 8 ή για κακούργημα ή πειθαρχική δίωξη ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης παραίτησης και πριν την αποδοχή της. Στην περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης μετά την υποβολή αίτησης παραίτησης, εφόσον η πειθαρχική υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι (6) μηνών,ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση παραίτησης κατά τους όρους του παρόντος άρθρου. 3. .... 4. Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως,εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο. 5. Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραίτησης πριν την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της. Αν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την υποβολή της αίτησης παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτησή του αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης. Η αίτηση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση,αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο ( 2) μηνών από την υποβολή της. Για την λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6. ....» και στο άρθρο 156 υπό τον τίτλο «πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης» ότι «1. Η υπαλληλική σχέση λύεται με απόφαση του οικείου Υπουργού ..., περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευσή της,η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την πάροδο εικοσαημέρου». Kατά την έννοια των διατάξεων αυτών για την επέλευση του εννόμου αποτελέσματος της λύσεως της υπαλληλικής σχέσης δεν αρκεί η υποβολή της αίτησης του υπαλλήλου αλλά απαιτείται η αποδοχή αυτής με την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξεως από το αρμόδιο όργανo, εν προκειμένω, τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, καθώς και, εν συνεχεία, κατά τα ως άνω δημοσίευση της περί απολύσεως πράξεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθώς και η κοινοποίηση της πράξεως αυτής στον απολυόμενο ή, σε περίπτωση παραλείψεως κοινοποιήσεως ή άκυρης κοινοποιήσεως,η παρέλευση εικοσαημέρου από την δημοσίευση της πράξεως.

4. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ. 4 του α άρθρου 18 του ΠΔ 18/1989 (Α΄ 8), παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως υπάρχει, όταν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να ενεργήσει ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την ειδική αυτή διάταξη προϋποθέσεις (ΣτΕ 201/2019 σκ. 12, 2213/2017, 221/2016, 3195/2015, 3965/2014, 2380/2013) και υποβληθεί σχετική αίτηση του διοικουμένου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά (ΣτΕ 2309/2016, 580/2006, κ.ά.).

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Σε βάρος του αιτούντος, υπαλλήλου του κλάδου ΠΕ Μηχανικών της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Κατασκευής και Συντήρησης Συγκοινωνιακών Υποδομών (ΕΥΔΕ ΚΣΣΥ) του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών,ασκήθηκε, στις 11.6.2014, πειθαρχική δίωξη για τα πειθαρχικά αδικήματα της παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος και της αμελούς ή ατελούς εκπλήρωσης του υπηρεσιακού του καθήκοντος ( άρθρα 106,107 παρ. 1 περ. β και κη του Ν 3528/2007,όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν 4057/2012), και με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../11.6.2014 παραπεμπτήριο έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ, ο αιτών παραπέμφθηκε στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Εν τω μεταξύ, κατά το διάστημα αυτό, και προτού συγκληθεί το Πειθαρχικό Συμβούλιο, στις 14.6.2016, ο αιτών υπέβαλε την από 9.10.2015 δήλωση παραίτησης στην υπηρεσία του(ΕΥΔΕ/ ΚΣΣΥ),η οποία, ακολούθως,στις 13.10.2015, διαβιβάσθηκε στην αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού –Τμήμα Διαχείρισης Μόνιμου Προσωπικού του Υπουργείου. Ωστόσο, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης αυτής, με το υπ’ αριθμ. Πρωτ. ..../19.10.2015 έγγραφό του, γνωστοποίησε στον αιτούντα ότι θεωρεί την παραίτηση του ως μη υποβληθείσα λόγω της εκκρεμούσας σε βάρος του πειθαρχικής δίωξης για πειθαρχικά παραπτώματα, που κατά τον χρόνο τέλεσής τους, μπορούσαν να επισύρουν οποιαδήποτε ποινή, ακόμη και της οριστικής παύσης. Εν συνεχεία, ο αιτών, στις 26.10.2015, επανήλθε επί της παραίτησής του, αναφέροντας,κατά λέξη τα εξής: «.... μετά την δημοσίευση του Ν 4325/2015,η οριστική παύση δεν περιλαμβάνεται στις ποινές, που μπορεί να επιβληθούν πειθαρχικά στα παραπτώματα που έχω παραπεμφθεί με το .../11.6.2014 .Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η άποψή σας ( βλ.../19.10.2015) ότι,σύμφωνα με το άρθρο 148 παρ. 2 του Ν 3528/2007, η παραίτησή μου θεωρείται ως μη υποβληθείσα δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή μου». Κατόπιν αυτού, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, προκειμένου να προχωρήσει στην αποδοχή ή μη της παραίτησης του αιτούντος, απηύθυνε σχετικό ερώτημα στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης- Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού (το με αρ. Πρωτ. ..../10.11.2015 έγγραφο). Στο πλαίσιο της διαμειφθείσας αλληλογραφίας, το τελευταίο, με το υπ’ αριθμ. Πρωτ. .../3.12.2015 έγγραφό του, που διαβιβάσθηκε στην Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, στις 11.12.2015,και κοινοποιήθηκε στον αιτούντα,απάντησε επί λέξει «... ...επισημαίνεται ότι από την 11η Μαΐου 2015 ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του κεφαλαίου 2 του Ν 4325/2015,με τις οποίες αντικαθίσταται το άρθρο 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν 3528/2007),σύμφωνα με το οποίο τα πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία αποδίδονται στον υπάλληλο δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης .... Επομένως είναι δυνατή η αποδοχή της παραίτησής σας». Ακολούθως, στις 17/3/2016 κοινοποιήθηκε στον αιτούντα η με αριθμό πρωτ....18.2.2016 πράξη περικοπής αποδοχών αυτού από την Διευθύντρια της Γενικής Γραμματείας ΥΠΥΜΕΔΙ, λόγω αδικαιολόγητης από την Υπηρεσία απουσίας του, κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.11.2015 έως και 21.12.2015 και από 22.12.2015 έως και 19.01.2016 (σχ. το με την ίδια ημεροχρονολογία αποδεικτικό παραλαβής). Κατά της παράλειψης του Υπουργού να εκδώσει την διαπιστωτική πράξη απόλυσής του, όπως αυτή εκδηλώθηκε ρητά με την ως άνω πράξη ο αιτών άσκησε την από 28.3.2016 αίτηση θεραπείας.

6. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η λύση της υπαλληλικής σχέσεως του αιτούντος δεν επήλθε μετά την πρώτη αίτηση παραίτησης αυτού,στις 9.10.2015, διότι αυτή θεωρήθηκε από την διοίκηση ως μη γενομένη λόγω της κατά τον χρόνο εκείνο υφισταμένης σε βάρος του πειθαρχικής δίωξης για πειθαρχικά αδικήματα, που επέσυραν την ποινή της οριστικής παύσης. Η απόφαση αυτή της διοίκησης γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα στις 19.10.2015, με το υπ’ αριθμ. Πρωτ. ...19.10.2015 έγγραφο της, χωρίς να προσβληθεί από αυτόν. Συνεπώς, η δεύτερη αίτηση παραίτησης του αιτούντος,που υποβλήθηκε στις 26.10 2015, θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρώτη, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 148 του Υπαλληλικού Κώδικα, δεδομένου ότι η πρώτη αίτηση είχε θεωρηθεί από την διοίκηση ως μη γενομένη, και πάντως, σε κάθε περίπτωση, αυτή δεν έγινε εντός δεκαπενθημέρου από την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την υποβολή της από 9.10 2015 (πρώτης) αίτησης, καθόσον η τελευταία διαβιβάσθηκε στην αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού Τμήμα Μόνιμου Προσωπικού, στις 13.10.2015. Εν συνεχεία, και εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της από 26.10.2015 αίτησης παραίτησης του αιτούντος, η διοίκηση με συγκεκριμένες διοικητικές ενέργειες, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν από 11.12.2015 έγγραφο της, κατέστησε σαφή την πρόθεσή της να λύσει την υπαλληλική σχέση αυτού με την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης, ενόψει των ευμενέστερων για αυτόν διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωσή του. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στις με αρ.πρωτ. .../22.9.2017 απόψεις της διοίκησης προς το Δικαστήριο, στις 18.12.2015, η Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΔΔΑΔ) του Υπουργείου προέβη και στην σύνταξη σχετικού σχεδίου διαπιστωτικής πράξης λύσης της υπαλληλικής σχέσης του αιτούντος, που απεστάλη προς υπογραφή στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Ωστόσο, στις 17.3.2016, κατά μεταβολή των προηγούμενων απόψεων της διοίκησης, όπως ανωτέρω εκτέθηκαν, κοινοποιήθηκε στον αιτούντα η με αριθμό πρωτ. .../18.2.2016 πράξη περικοπής των αποδοχών αυτού, της Διευθύντριας Οικονομικής Διαχείρισης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας ΥΠΥΜΕΔΙ, λόγω αδικαιολόγητης από την Υπηρεσία απουσίας αυτού, κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.11.2015 έως και 21.12.2015 και από 22.12.2015 έως και 19.01.2016. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η άρνηση της διοίκησης για λύση της υπαλληλικής σχέσης του αιτούντος με την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης εκδηλώθηκε πλέον ρητά με την τελευταία αυτή πράξη, η έκδοση της οποίας προϋποθέτει την ενεργό υπαλληλική σχέση. Ενόψει δε του ότι ο αιτών έλαβε γνώση της πράξης αυτής, στις 17.3.2016, από την ημερομηνία αυτή εκκινεί η εξηκονθήμερη προθεσμία προσβολής της. Συνεπώς, η αίτηση θεραπείας του αιτούντος, κατατεθείσα στο Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, στις 28 Μαρτίου 2016, διέκοψε την προθεσμία των 60 ημερών για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, και επομένως,η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, που ασκήθηκε στις 13.6.2016, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

7. Επειδή, στον Υπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007, Α΄ 26) ορίζεται: Στο άρθρο 107, υπό τον τίτλο «Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων» ότι «1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) .... β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις,εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος, γ) ........ κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος, κθ) .........» και στο άρθρο 109,όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο δεύτερο του Ν 4057/2012, και πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 του Ν 4325/2015 (Α΄47), ότι «1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) ... η) η οριστική παύση 2. .... 5. α. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού. Για το παράπτωμα της περίπτωσης ι` της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού εφόσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους. β. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων ιδ΄, ιε΄, ιστ΄, ιη΄, ιθ΄, κα΄, κβ΄, κδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου. γ. Για τα λοιπά παραπτώματα μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή».

8. Επειδή, ακολούθως, το άρθρο 109 του Ν 3528/2007,αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του Ν 4325/2015 (Α΄ 47) ως εξής: «Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: (α.... ζ) ... η) η ποινή της οριστικής παύσης,η οποία μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: της παράβασης του άρθρου 107 παράγραφος 1α του παρόντος, της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους, της απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας, της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας, της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εντός μίας τριετίας, της εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας, της άμεσης ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχής σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί, της εμμονής σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή. Επίσης, η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα αν κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός».

9. Επειδή, εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων 108 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι εάν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης,ισχύουν περισσότεροι νόμοι,προκύπτει ότι εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο διατάξεις (βλ. ΣτΕ 3244/2015).

10. Επειδή, οι νέες διατάξεις που εισήχθησαν με τον Ν 4325/2015 είναι ευνοϊκότερες για τον αιτούντα. Και τούτο διότι η οριστική παύση δεν περιλαμβάνονταν στις ποινές που μπορούσαν να του επιβληθούν πειθαρχικά για τα παραπτώματα, που αυτός είχε παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο με το .../11.6.2014 παραπεμπτήριο έγγραφο και συνεπώς,για τον λόγο αυτό, δεν συνέτρεχε κώλυμα αποδοχής της από 26.10.2015 αίτησης παραίτησής του από την διοίκηση. Ως εκ τούτου, μη νομίμως ο Υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων παρέλειψε την έκδοση διαπιστωτικής πράξης λύσης της υπαλληλικής σχέσης του αιτούντος, όπως η παράλειψη αυτή εκδηλώθηκε ρητά με την με αρ. πρωτ. .../.18.2.2016 πράξη περικοπής αποδοχών αυτού, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου ακυρώσεως. Τέλος, όσα προβάλλονται από την διοίκηση, με το από 29.9.2017 έγγραφο απόψεων της προς το Δικαστήριο, ότι σε βάρος του αιτούντος ασκήθηκαν, τόσον η από 18.3.2016 ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση, όσον και η από 17.5.2016 πειθαρχική δίωξη αυτού για τα πειθαρχικά αδικήματα της αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εκτός υπηρεσίας και της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων άνω των 22 εργάσιμων ημερών συνεχώς, πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία προβλέπεται ότι μπορεί να επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελή, καθόσον ουδόλως οι διώξεις αυτές ασκούν επιρροή στην συντελεσθείσα ήδη, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της διοίκησης για την λύση της υπαλληλικής σχέσης του αιτούντος, κατόπιν της από 26.10.2015 αίτησης παραίτησής του.

11. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω,η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή. Εκτιμώντας όμως το Δικαστήριο τις περιστάσεις απαλλάσσει το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος (άρθρο 39 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΔ 18/1989).

[Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την παράλειψη της διοίκησης να εκδώσει την διαπιστωτική πράξη λύσεως της υπαλληλικής του σχέσης του αιτούντος,κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό]