ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ IV

ΑΠΟΦΑΣΗ 572/2019

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την ακόλουθη σύνθεση: Αγγελική Μαυρουδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Αγγελική Πανουτσακοπούλου (εισηγήτρια) και Κωνσταντίνος Παραθύρας, Σύμβουλοι, Αντιγόνη Στίνη και Αικατερίνη Σπηλιοπούλου, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει τις από 13.10.2015 (Α.Β.Δ. …./19.10.2015) και 26.2.2016 (Α.Β.Δ. …./23.3.2016) αιτήσεις του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τον καταλογισμό του …., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων του δικηγόρων Σπύρου Κωνσταντόπουλου (Α.Μ. 2809/Δ.Σ. Θεσσαλονίκης) και Παναγιώτη Κότσαλη (Α.Μ. …./Δ.Σ. ….).

Το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ...» παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Γεωργίου Πανούση (Α.Μ. 1970/Δ.Σ. Θεσσαλονίκης).

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ...», ο οποίος ζήτησε την παραδοχή τους.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε επίσης την παραδοχή τους και

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του καθ’ ου οι αιτήσεις, οι οποίοι ζήτησαν την εξέταση των μαρτύρων …. και …., οι οποίοι φέρουν την ιατρική ιδιότητα, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο όμως, επιφυλάχθηκε να το επανεξετάσει κατά το στάδιο της διάσκεψης, εφόσον κρίνει ότι η υπόθεση χρήζει συμπλήρωσης αποδείξεων και με μάρτυρες. Στη συνέχεια, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του καθ’ ου ζήτησαν την απόρριψη των αιτήσεων.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

 

Ι. Α. Με τις υπό κρίση αιτήσεις του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συνάφειας και για την οικονομία της δίκης, ζητείται ο υπέρ του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ..., καταλογισμός του καθ’ ου, πρώην ιατρού του εν λόγω Νοσοκομείου και ήδη συνταξιούχου, με τα ποσά των 516.708,46 και 2.400 ευρώ αντίστοιχα, νομιμοτόκως από την πληρωμή εκάστου επιμέρους ποσού, τα οποία το ανωτέρω Νοσοκομείο κατέβαλε ως αποζημίωση στους συγγενείς της θανούσας …., σε εκτέλεση της 1794/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης -συμπεριλαμβανομένου και ποσού ύψους 300 ευρώ, που αντιστοιχεί σε καταλογισθείσα με την ίδια απόφαση σε βάρος του Νοσοκομείου δαπάνη πραγματογνωμοσύνης- προς αποκατάσταση της ισόποσης ζημίας που ο καθ’ ου φέρεται ότι προξένησε στο εν λόγω νομικό πρόσωπο, με πράξεις και παραλείψεις του, οφειλόμενες σε βαριά αμέλεια, κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Το υπέρ ου ο αιτούμενος καταλογισμός Νοσοκομείο έχει καταθέσει τα από 11.10.2016 υπομνήματά του, ζητώντας την παραδοχή των αιτήσεων, ενώ ο καθ’ ου, προς αντίκρουση των αιτήσεων, έχει καταθέσει το από 20.2.2017 υπόμνημα, το από 20.2.2017 συμπληρωματικό υπόμνημα, καθώς και το από 3.10.2016 υπόμνημα (μετά σχετικών επεξηγηματικών παρατηρήσεων).

Β. Ο καθ’ ου, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η από 13.10.2015 (Α.Β.Δ. .../19.10.2015) αίτηση έχει ασκηθεί απαραδέκτως, λόγω της μεταγενέστερης παραδοχής από το Διοικητικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου της από 20.3.2016 αίτησης θεραπείας του ίδιου κατά της απόφασης της …..2015 Συνεδρίασης του ως άνω οργάνου για την παραπομπή της υπόθεσης στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι «επήλθε ζημία σε βάρος του Νοσοκομείου από δόλο, επικουρικά από βαριά αμέλεια», φράση η οποία διαγράφηκε μετά την παραδοχή της αίτησης θεραπείας, κατά τη …..2016 Συνεδρίαση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, πέραν του ότι το Νοσοκομείο δεν ανακάλεσε την απόφασή του κατά το σκέλος με το οποίο αποφασίστηκε η παραπομπή της υπόθεσης στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως προς το οποίο (σκέλος) ενέμεινε, ο Γενικός Επίτροπος, στο πλαίσιο της συνταγματικώς προβλεπόμενης σχετικής αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 98 παρ. 1 ζ΄ του Συντ.), δυνάμενος να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως (βλ. κατωτέρω άρθρο 68 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο), προς διασφάλιση της αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται το Κράτος, οι Ο.Τ.Α. και τα ν.π.δ.δ., ασκεί την προβλεπόμενη αίτηση καταλογισμού, αξιολογώντας αυτοτελώς τα υποβληθέντα σχετικώς στοιχεία, χωρίς να δεσμεύεται από την άποψη των διοικητικών οργάνων αναφορικά με τον συντρέχοντα βαθμό υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, θέτοντάς τα εν τέλει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στις υπό κρίση αιτήσεις, το ως άνω Νοσοκομείο, με το …..2015 έγγραφό του, κοινοποίησε στη Γενική Επιτροπεία απόσπασμα των πρακτικών της ….2015 Συνεδρίασης του Δ.Σ., από τα οποία προκύπτει ότι με τη 1794/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Νοσοκομείου να καταβάλει αποζημίωση στους συγγενείς της θανούσας, καθώς και τα χρηματικά εντάλματα της καταβληθείσας αποζημίωσης (συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης πραγματογνωμοσύνης) σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, συνολικού ύψους 516.708,46 ευρώ. Άλλωστε, με το ….2016 έγγραφό του, το Νοσοκομείο ενημέρωσε τη Γενική Επιτροπεία και για την επιπλέον καταβολή ποσού 2.400 ευρώ σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, κοινοποιώντας τα σχετικά χρηματικά εντάλματα. Ο δε Γενικός Επίτροπος, ασκώντας την ως άνω αρμοδιότητά του, χωρίς δέσμευση από την άποψη του οικείου διοικητικού συμβουλίου, αξιολόγησε αυτοτελώς τα σχετικά στοιχεία και έκρινε ότι για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του καθ’ ου και την υποβολή των υπό κρίση αιτήσεων, βαρύνουσα σημασία έχουν τα αμετακλήτως κριθέντα με τη 1794/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και τη 1522/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου επί του ποινικού σκέλους της υπόθεσης, στις παραδοχές των οποίων βασίζεται το αίτημα καταλογισμού του καθ’ ου, του οποίου προσδιόρισε τον βαθμό υπαιτιότητας σε βαριά αμέλεια για το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της ως άνω ασθενούς του. Εξάλλου, αλυσιτελώς προβάλλονται τα περί πλημμελούς σύνθεσης του ως άνω Διοικητικού Συμβουλίου κατά τις σχετικές συνεδριάσεις του, ενόψει της κατά τα ανωτέρω δυνατότητας του Γενικού Επιτρόπου να ενεργεί και αυτεπαγγέλτως και της, σε κάθε περίπτωση, μη προκύπτουσας προηγηθείσας αμφισβήτησης από τον καθ΄ου της νόμιμης σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου.

Γ. Κατόπιν τούτων, οι υπό κρίση αιτήσεις, για τις οποίες δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (βλ. άρθρο 73 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α΄ 52), νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά τους.

ΙΙ. Ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. ν. 4129/2013, Α΄ 52), ορίζει στο άρθρο 68, με τίτλο «Αστική ευθύνη υπαλλήλων Δημοσίου», ότι «1. Κάθε δημόσιος υπάλληλος, ανεξάρτητα από την κατά το άρθρο 44 ευθύνη των δημοσίων υπολόγων, ευθύνεται για κάθε θετική ζημία που επήλθε στο Δημόσιο από δόλο ή αμέλεια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 2. Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού τη ζημία στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον. 3. (...) 4. Για την ευθύνη κατά το παρόν άρθρο το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου σε αυτό, ο οποίος ενεργεί είτε κατόπιν εγγράφου του οικείου Υπουργού είτε αυτεπαγγέλτως, εφόσον η ευθύνη προκύπτει από τα στοιχεία που υποβάλλονται κατά νόμο στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 5. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μόνο σε περίπτωση ευθύνης από αμέλεια και ανάλογα με τις περιστάσεις δύναται να καταλογίσει τον υπάλληλο και για μέρος μόνο της θετικής ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο. 6. (…)» και στην παρ. 2 του άρθρου 69, ότι «Για την αστική ευθύνη των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. κατά το άρθρο 38 του ν. 3528/2007 (Α΄ 19) αποφαίνεται το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου». Συναφώς, στο άρθρο 38 του - ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο - Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2683/1999 (Α΄ 19) και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, και επί των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., ορίζεται ότι «1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποίαν προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια (...) 2. (…) Σε περίπτωση βαρείας αμέλειας, αν ο υπάλληλος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει. 3. (…)» (βλ. και τις ομοίου περιεχομένου ρυθμίσεις του άρθρου 38 του μεταγενέστερου Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ευθύνονται έναντι των φορέων αυτών για κάθε θετική ζημία που προκάλεσαν με υπαίτια, σε βαθμό δόλου ή βαριάς αμέλειας, ενέργειά τους, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, καθώς και για την αποζημίωση την οποία το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. κατέβαλε σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οφειλόμενες, ομοίως, σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Ως θετική ζημία, σε αποκατάσταση της οποίας υποχρεούται ο υπάλληλος, νοείται η ελάττωση της υφιστάμενης περιουσίας του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., είτε ως μείωση του ενεργητικού είτε ως αύξηση του παθητικού της (Ολ. Ε.Σ 31/2012), ενώ στην εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων ανάγεται και κάθε ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε επ’ ευκαιρία, κατά κατάχρηση ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, αρκεί ο αδικοπραγήσας να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου και η πράξη ή παράλειψη να τελεί σε εσωτερικό σύνδεσμο με τη συγκεκριμένη ιδιότητά του (αποφ. IV Τμ. 20/2010, 1260/2011). Περαιτέρω, η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι είτε δόλια είτε να οφείλεται σε βαριά αμέλεια, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την επιστήμη και τη νομολογία, όταν δεν καταβάλλεται, όχι μόνο η στις συναλλαγές, αντικειμενικά και αφηρημένα, απαιτούμενη επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, αλλά ούτε η στοιχειώδης επιμέλεια του κοινού και συνηθισμένου ανθρώπου, που ο νόμος αξιώνει από όλους τους ανθρώπους εντός του κύκλου της επαγγελματικής και κοινωνικής τους δραστηριότητας, έτσι ώστε η αμελής αυτή συμπεριφορά να εμφανίζεται ως σοβαρή, ασυνήθης και ιδιαιτέρως παρεκκλίνουσα (αποφ. IV Τμ. 2232/2008, 155/2013). Μόνο δε στην τελευταία αυτή περίπτωση (της βαριάς αμέλειας) δύναται το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να καταλογίσει τον υπάλληλο με μέρος μόνο της επελθούσας στο Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. ζημίας ή της αποζημίωσης που αυτά υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε τρίτους (βλ. αποφ. V Τμ. 604/14, 4914/13). Οι αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής και επί του ιατρικού προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, καθώς οι ιατροί αυτοί είναι δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι, ενώ και ο χαρακτηρισμός τους ως δημόσιων λειτουργών από το άρθρο 24 του ν. 1397/1983 «Εθνικό Σύστημα Υγείας» (Α΄ 143) δεν βρίσκει έρεισμα στο ισχύον Σύνταγμα, ούτως ώστε να δικαιολογείται ο αποκλεισμός αυτών από την εφαρμογή των περί αστικής ευθύνης διατάξεων (αποφ. IV Τμ. 405, 410/2005, 1959/2013, 1936/2015, Α.Π. 21/2001, 4/2009).

ΙΙΙ. Α. Ο α.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλµατος», Α' 16, ορίζει, στο άρθρο 13, ότι «Ο ιατρός οφείλει να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συµπεριφέρηται τόσον εν τη ενασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής, κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρεπείας και εµπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελµα», και στο άρθρο 24, ότι «Ο ιατρός οφείλει να παρέχη µετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδροµήν, συµφώνως προς τας θεµελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήµης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών». Περαιτέρω, ο ν. 2071/1992 «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας», Α' 123, ορίζει, στο άρθρο 47, με τίτλο «Τα δικαιώματα του νοσοκοµειακού ασθενούς», ότι «1. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα προσεγγίσεως στις υπηρεσίες του νοσοκομείου, τις πλέον κατάλληλες για τη φύση της ασθένειάς του. 2. (…). 3. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να συγκατατεθεί ή να αρνηθεί κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη που πρόκειται να διενεργηθεί σε αυτόν. ( . .) 4. Ο ασθενής δικαιούται να ζητήσει να πληροφορηθεί ό,τι αφορά στην κατάστασή του. 5. Το συμφέρον του ασθενούς είναι καθοριστικό και εξαρτάται από την πληρότητα και ακρίβεια των πληροφοριών που του δίνονται. Η πληροφόρηση του ασθενούς πρέπει να του επιτρέψει να σχηματίσει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της καταστάσεως του και να λαμβάνει αποφάσεις ο ίδιος ή να μετέχει στη λήψη των αποφάσεων, που είναι δυνατόν να προδικάσουν τη μετέπειτα ζωή του.». Επίσης, το Β.Δ. της 25.5/6.7.1955 «Κανονισμός Ιατρικής Δεοντολογίας» (Α΄171), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει, στο άρθρο 9, ότι «Ο ιατρός οφείλει απεριόριστον μέριμναν για την διατήρησιν και διάσωσιν της ανθρώπινης ζωής. Υποχρεούται να αποφεύγη επιμελώς πάσαν επέμβασιν δυναμένην να έχει ως αποτέλεσμα την (…) διακύβευσιν της ζωής, εξαιρουμένων μόνον των περιπτώσεων αποδεδειγμένης και αναποφεύκτου θεραπευτικής ανάγκης» (πρβλ. και ν. 3418/2005, Α' 287 «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας», με έναρξη ισχύος την 28η.11.2005). Τέλος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης «Για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής: Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και Βιοϊατρική», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2619/1998 (Α΄132), ορίζει, στο άρθρο 5, ότι «Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του. Το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων καταλλήλως ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί ελεύθερα και οποτεδήποτε να ανακαλέσει τη συναίνεσή του».

Β. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο θεράπων ιατρός έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργεί προς προάσπιση της υγείας του ασθενούς, διενεργώντας τις ιατρικές πράξεις και επεμβάσεις που είναι ιατρικώς ενδεδειγμένες για την αντιμετώπιση των εκάστοτε προβλημάτων υγείας και μόνο κατόπιν έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς. Ειδικότερα, προκειμένου να υπάρξει έγκυρη συναίνεση, ο ιατρός οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, τις ενδεικνυόμενες ιατρικές πράξεις και θεραπευτικές μεθόδους και τις ενδεχόμενες συνέπειες και επιπλοκές, έτσι ώστε ο ασθενής, στο πλαίσιο του δικαιώματος αυτοδιάθεσής του, να μπορεί να λάβει σημαντικές ή και κρίσιμες αποφάσεις για την υγεία του ελεύθερα και με πλήρη ενημέρωση. Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού του ασθενούς και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης του τελευταίου, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στην υγεία του ασθενούς, απορρέουσας από τις διενεργηθείσες ιατρικές πράξεις. Η στοιχειοθέτηση ιατρικής ευθύνης προϋποθέτει τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του ιατρού και του επελθόντος αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία, αν γίνονταν οι επιβεβλημένες ενέργειες, τότε, με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει (πρβλ. ΑΠ 230, 809/2015, 1217, 1102/2014). Ειδικότερα, τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει εάν ο ιατρός, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας, υποβάλει τον ασθενή σε επέμβαση, παραλείποντας να τον ενημερώσει για τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα των οικείων θεραπευτικών μεθόδων και τους κινδύνους επιπλοκών, έστω και αν υπάρχει συναίνεση του τελευταίου, αφού η συναίνεση αυτή δεν είναι έγκυρη, ελλείψει της απαιτούμενης ενημέρωσης, με ενδεχόμενο η έλλειψη της ενημέρωσης αυτής να μην αποτρέψει τον ασθενή από επέμβαση στην οποία πρόκειται να υποβληθεί, υποβαλλόμενος δε στην τελευταία να υποστεί βλάβη της υγείας του (πρβλ. ΑΠ 687/2013). Πολλώ δε μάλλον συντρέχει ο εν λόγω αιτιώδης σύνδεσμος όταν ο ιατρός προβαίνει σε ιατρικώς μη ενδεικνυόμενη καν επέμβαση, από την οποία όφειλε να απόσχει, κατόπιν μάλιστα πλημμελούς ενημέρωσης του ασθενούς αναφορικά με το επιστημονικώς ενδεδειγμένο της διενέργειάς της.

ΙV. Α. Στο άρθρο 5 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες (βλ. το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, Α΄ 304, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, Α΄ 135), ορίζεται ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. 2. Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη (…)».

Β. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων είναι δεσμευτικές ως προς την ενοχή του δράστη και επομένως ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αποδοθέντος ποινικού αδικήματος (απόφ. IV Τμ. 2800/2012, 1959/2013, πρβλ. ΣτΕ 2736/2007).

V. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Α. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας έφεση του καθ΄ου κατά της 17386/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια και παθητική δωροδοκία, με την 5530/2011 απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν απόρριψης αίτησης αναίρεσης του καθ΄ου κατά αυτής, με τη 1522/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι προκάλεσε εξ αμελείας τον θάνατο της ασθενούς του ... ..., κατόπιν υποβολής της σε χειρουργική επέμβαση κάθετης γαστροπλαστικής, καθώς και του ότι, κατά παράβαση των ιατρικών του καθηκόντων, ζήτησε και έλαβε το ποσό των 5.000 ευρώ για να την υποβάλει στην εν λόγω επέμβαση. Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής: Η θανούσα ... ..., ηλικίας 33 ετών, που κατοικούσε, όσο ζούσε, στη Μυτιλήνη, περί τις αρχές του 2005, μετά από υπόδειξη της συγγενούς της μάρτυρος ... ..., επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ήδη καθ’ου καθηγητή χειρουργικής, διότι αντιμετώπιζε πρόβλημα παχυσαρκίας και είχε πληροφορηθεί ότι μπορεί αυτό να αντιμετωπιστεί χειρουργικά από τον καθ’ ου, ο οποίος ασχολείτο συστηματικά με τις σχετικές χειρουργικές επεμβάσεις. Μετά από αρκετές τηλεφωνικές επικοινωνίες της θανούσας με εν λόγω ιατρό, αυτή αποφάσισε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, παρά τις αντιρρήσεις που πρόβαλλε ο σύζυγος της, δοθέντος άλλωστε ότι ο ιατρός τη διαβεβαίωσε ότι η χειρουργική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αποτελεί χειρουργική επέμβαση ρουτίνας και δεν ενέχει κινδύνους. Μετά από αυτά, η ανωτέρω αποφάσισε να υποβληθεί στη χειρουργική επέμβαση στο Νοσοκομείο ... στη Θεσσαλονίκη, ως αμοιβή δε για την επέμβαση αυτή ο καθ’ ου ζήτησε να λάβει το ποσό των 5.000 ευρώ. Στις 16-1-2005 η ανωτέρω ήρθε στη Θεσσαλονίκη, αφού εξασφάλισε το ποσό των 5.500 ευρώ, ήτοι ποσό 2.000 ευρώ ανέλαβε από κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα με τον σύζυγό της και ποσό 3.500 ευρώ έλαβε ο τελευταίος με τη μορφή δανείου από την ίδια Τράπεζα. Την ίδια μέρα, αυτή, με την παρουσία της άνω μάρτυρος, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον ανωτέρω ιατρό στην ιδιωτική κλινική …., όπου συμφώνησε να υποβληθεί λαπαροσκοπικά σε κάθετη γαστροπλαστική με διαχωρισμό και συρραφή. Στις 18-1-2005, ημέρα Τρίτη, η ανωτέρω εισήχθη στο Νοσοκομείο ... στη Γ΄ Χειρουργική Κλινική, όπου εργαζόταν ο καθ’ ου, ενώ η εισαγωγή της δεν είχε εγγραφεί ούτε στο Βιβλίο τακτικών εξωτερικών ιατρείων ούτε σ' αυτό των επειγόντων, όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση ελέγχου του ΣΕΥΥΠ. Η εισαγωγή της έγινε με διάγνωση "Νοσογόνος Παχυσαρκία", όπως αναφέρεται στο έγγραφο με τίτλο "ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΣΘΕΝΟΥΣ", στο οποίο αναφέρεται ως ημέρα εισόδου η 17η-1-2005 και στη συνέχεια εισαγωγή στις 18-1-2005. Σύμφωνα δε με τις ενδείξεις που αναγράφονται στο εν λόγω έγγραφο, αυτή είχε βάρος 108 Κg, ύψος 1,72m και δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) 36,5 ΚG/m2. Στο ίδιο έγγραφο, στην ένδειξη προηγηθείσες κακώσεις αναγράφεται "αναφέρει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λόγω του πάχους" και στην ένδειξη οικογενειακό ιστορικό "παχύσαρκος πατέρας". Έτσι η ασθενής εισήχθη με την άνω διάγνωση για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, παρά το ότι ως νοσογόνος ορίζεται η παχυσαρκία όταν ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ ή ΒΜΙ ήτοι BODY MASS INDEX) του ατόμου είναι μεγαλύτερος από 40 Κg/m2 ή μεγαλύτερος μεν από 35 Κg/m2, πλην στην περίπτωση αυτή το άτομο εμφανίζει και συνοδά προβλήματα υγείας, όπως στεφανιαία νόσο, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, ΣΥΑ, άτονα έλκη κ.λπ. Τα ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι γνώριζε ο ήδη καθ’ου ιατρός, από την κλινική εικόνα δε της ασθενούς και τις εξετάσεις που ακολούθησαν αυτός όφειλε - με την έννοια ότι αυτό επιβαλλόταν από την de lege artis άσκηση του επαγγέλματός του - και μπορούσε να εκτιμήσει με βάση τα δεδομένα που γίνονται αποδεκτά από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την επιστημονική κοινότητα, ότι η θανούσα δεν έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία, αφού ο ΔΜΣ της ήταν κάτω του 40 ΚG/m2 και ότι αυτή με ΔΜΣ 36,5 ΚG/m2, με βάση την κλινική ταξινόμηση, ανήκε στη 2η κατηγορία (μέτρια παχυσαρκία). Άλλωστε, είναι προφανές ότι ήταν στον ίδιο γνωστό πως η κλινική ταξινόμηση της παχυσαρκίας του πληθυσμού, που γίνεται με βάση τον ΔΜΣ (ΒΜΙ), είναι η πλέον αξιόπιστη και έχει υιοθετηθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η ταξινόμηση δε αυτή θέτει ως κατώτερο όριο του ορισμού της παχυσαρκίας τον ΔΜΣ = 30 ΚG/m2, έτσι με την εν λόγω ταξινόμηση άτομα με ΔΜΣ = 30 - 34,9 ανήκουν στην κατηγορία 1 (ήπια παχυσαρκία), άτομα με ΔΜΣ = 35 - 39,9 ταξινομούνται στην κατηγορία 2 (μέτρια παχυσαρκία) και άτομα με ΔΜΣ>40 ανήκουν στην κατηγορία 3 (βαριά ή νοσογόνος παχυσαρκία). Εξάλλου, ο εν λόγω ιατρός είναι εξειδικευμένος χειρουργός, ασχολείται ειδικά με την παχυσαρκία και είναι πρόδηλο ότι γνωρίζει τους αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης του, καθώς και ότι η χειρουργική επέμβαση στην περίπτωση της θανούσης δεν ενδεικνυόταν για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας της, και τούτο γιατί με βάση τους κανόνες της επιστήμης και τους ορισμούς της επιστημονικής κοινότητος αυτή δεν ανήκε στην κατηγορία των ατόμων που πάσχουν από νοσογόνο παχυσαρκία αλλά, με βάση τους ανωτέρω δείκτες, στα άτομα με μέτρια παχυσαρκία. Επίσης γνώριζε πολύ καλά ότι με βάση την άνω ταξινόμηση, που θεωρείται και η πλέον αξιόπιστη, στην περίπτωση της θανούσας δεν επιβαλλόταν για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας η χειρουργική αντιμετώπισή της και τούτο γιατί αυτή είχε ΔΜΣ 36,5 ΚG/m2, ανήκε στην κατηγορία 2, ήτοι ήταν μέτρια παχύσαρκο άτομο, δεν έπασχε από οποιαδήποτε συνοδό νόσο και συνεπώς δεν έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία ούτε το πλεονάζον βάρος της αποτελούσε κίνδυνο για την ζωή της. Εξάλλου, ο ανωτέρω, ως εξειδικευμένος ιατρός και ασχολούμενος ειδικότερα με την παχυσαρκία, γνώριζε πως η επιλογή των ασθενών για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με χειρουργική επέμβαση πρέπει να γίνεται με κριτήρια αυστηρά, τα οποία όμως αυτός ουδόλως έλαβε υπόψη εν προκειμένω, καθόσον αναμφίβολα γνώριζε τόσο από το ιστορικό και την κλινική εικόνα της θανούσης όσο και από τις εργαστηριακές εξετάσεις της ότι αυτή 1- δεν είχε εξαντλήσει τους τρόπους συντηρητικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας και του πλεονάζοντος βάρους της (ήτοι δίαιτα, φαρμακευτική αγωγή, γυμναστική κ.λπ.), 2- δεν αντιμετώπιζε σωματικά ή κοινωνικά προβλήματα λόγω του βάρους της, ενδεικτικό δε είναι ότι στο άνω ιστορικό ασθενούς αορίστως αναφέρονται "ψυχολογικά προβλήματα", 3- από την κλινική εξέταση και την εικόνα της, καθώς επίσης και από τον εργαστηριακό έλεγχο που προηγήθηκε της επέμβασης δεν επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη συνοδών νόσων (ήτοι σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, υπνική άπνοια, καρδιοπάθεια, άτονα έλκη κ.λπ.). Άλλωστε η χειρουργική αντιμετώπιση ενδείκνυται στις περιπτώσεις που το άτομο πάσχει από βαριά παχυσαρκία, ήτοι ΔΜΣ (ΒΜΙ)>40 ΚG/m2, έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες συντηρητικής αντιμετώπισης της νόσου και συνυπάρχουν με την παχυσαρκία σοβαρές νόσοι (σακχαρώδης διαβήτης κ.λπ.), προϋποθέσεις γνωστές στον ως άνω χειρουργό ιατρό ασχολούμενο και με την χειρουργική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Προσέτι αυτός παρέλειψε πριν από την επέμβαση, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ως θεράπων ιατρός που ανέλαβε τη διενέργειά της, να ενημερώσει τη θανούσα για το είδος της παχυσαρκίας από την οποία αυτή έπασχε, την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση αυτής, καθώς και να την πληροφορήσει σχετικά με την επέμβαση στην οποία επρόκειτο να υποβληθεί και τις ενδεχόμενες συνέπειες στην κατάσταση της υγείας της, τη σοβαρότητα της χειρουργικής επέμβασης αυτής, καθώς και ότι ο κίνδυνος θνησιμότητας ανέρχεται σε ποσοστό 0,7%, ώστε η θανούσα να αποφασίσει νηφάλια και ανεπηρέαστα αν πράγματι επιθυμεί να υποβληθεί ή όχι σε χειρουργική επέμβαση. Ο ως άνω ιατρός, παρά το ότι τα ανωτέρω επιβάλλονταν από το αντικειμενικό καθήκον επιμέλειας, δεν έπραξε τούτο, αλλά αντίθετα προέβη άμεσα στη χειρουργική επέμβαση, παρά το ότι μάλιστα η θανούσα δεν έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία και δεν ήταν ενδεδειγμένη η χειρουργική αντιμετώπιση της. Τούτο οφείλεται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε εν προκειμένω την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και αφ' ετέρου τις προσωπικές του γνώσεις και εμπειρίες ως εξειδικευμένος χειρούργος, ώστε να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την εισαγωγή της θανούσας στο άνω Νοσοκομείο, αυτή υποβλήθηκε σε προεγχειρητικό έλεγχο, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπήρξαν παθολογικά ευρήματα και έτσι στις 19-1-2005 εισήχθη στο χειρουργείο προκειμένου να υποβληθεί σε κάθετη γαστροπλαστική, η οποία ξεκίνησε λαπαροσκοπικά, όμως επειδή το ενδοσκόπιο εμφάνισε βλάβη, η λαπαροσκοπική τεχνική μετατράπηκε σε ανοικτή επέμβαση, μετά το πέρας της οποίας η ασθενής, αφού ανένηψε κανονικά, μεταφέρθηκε για νοσηλεία σε θάλαμο της κλινικής φέροντας μία παροχέτευση. Από την πρώτη ημέρα της επέμβασης, όμως, η ασθενής παραπονέθηκε στους συγγενείς της που τη συνόδευαν αλλά και στον ήδη καθ’ ου, όταν την εξέτασε το βράδυ της ημέρας αυτής, ότι δεν νιώθει καλά, όμως ο τελευταίος την καθησύχασε και χαρακτήρισε τις διαμαρτυρίες της γκρίνια. Την ίδια ημέρα και μετά το πέρας της επίσκεψης, η μάρτυς (ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου) Δ. ... παρέδωσε στον ιατρό, εκτός του θαλάμου νοσηλείας, το ποσό των 5.000 ευρώ για τη συμφωνηθείσα αμοιβή του. Τις επόμενες δύο ημέρες, ήτοι 20 και 21-1, η θανούσα παρέμεινε νοσηλευόμενη, όμως η μετεγχειρητική της κατάσταση δεν έβαινε συνεχώς βελτιούμενη αλλά αντίθετα αυτή δυσκολευόταν στην αναπνοή και εξέφραζε τις διαμαρτυρίες της, στις 21-1 δε κατά τις βραδινές ώρες διαπιστώθηκε πως είχε ταχυκαρδία και ελαφρά δυσχέρεια αναπνοής, γι' αυτό της χορηγήθηκε οξυγόνο και στο σχετικό έγγραφο «πορεία νόσου» αναφέρεται «πιθανολογείται λόγω μετεγχειρητικού άλγους». Στις 22-1-2005 η ασθενής, επειδή εμφάνιζε δύσπνοια και δυσχέρεια στην αναπνοή, υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος και διαπιστώθηκε αριστερή υπεζωκοτική συλλογή και υπαερισμός βάσης (αρ) πνεύμονα. Στη συνέχεια αυτή υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία με «ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ - Δύσπνοια ατελεκτασία (αρ) πνεύμονα». Από την αξονική τομογραφία διαπιστώθηκε - Ατελεκτασία (αρ.) κάτω λοβού, οπισθίου, έσω τμήματος κάτω λοβού. - Υπεζωκοτική αντίδραση (αρ). - Συλλογή υποκάψια στην παρυφή του σπληνός. Τότε ο ιατρός προέβη σε παρακέντηση στο αριστερό ημιθωράκιο της θανούσης και με την παρακέντηση αφαιρέθηκε από την περιοχή αυτή η συλλογή 500 ml υγρού. Το ίδιο βράδυ η θανούσα εμφάνισε κοιλιακό άλγος, όμως ο ιατρός, παρά την υπεζωκοτική αντίδραση που αυτή εμφάνισε, την ατελεκτασία στον δεξιό έσω λοβό και τον υπαερισμό της βάσης του (αρ) πνεύμονος, τη συλλογή υποκάψια στην παρυφή του σπληνός, τη δύσπνοια, την ταχυκαρδία και το κοιλιακό άλγος, δεν έδειξε να ανησυχεί ούτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, παρά το ότι η κατάσταση της υγείας της ασθενούς παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση. Την επομένη ημέρα, ήτοι στις 23-1-2005, επειδή πιθανολογήθηκε πλέον ότι υπάρχει διαφυγή από το περιεχόμενο του στομάχου της από τη γραμμή συρραφής, έγινε έλεγχος με "κυανούν του μεθυλενίου" και διαπιστώθηκε ότι πράγματι υπήρχε "διαφυγή περιεχομένου στομάχου από γραμμή συρραφής" και διακόπηκε έτσι η σίτισή της. Έγινε, επίσης, ακτινολογικός έλεγχος του θώρακος και στο σχετικό έγγραφο αναφέρεται "Κλινικές πληροφορίες-Δύσπνοια, ατελεκτασία (αρ.) βάσεως (από 22/1/05)", όμως δεν αναφέρεται το ακτινολογικό πόρισμα. Την επόμενη ημέρα 24-1-2005, με τον χαρακτηρισμό "επείγον χειρουργείο", η ασθενής οδηγήθηκε πάλι στο χειρουργείο, με σκοπό την επιδιόρθωση της γραμμής συρραφής. Στο σχετικό έγγραφο "πορεία νόσου" αναφέρεται εκτός των άλλων " (...) ωστόσο λόγω μη ικανοποιητικής βελτίωσης της αναπν. δυσχέρειας και πυώδους εκροής από το τραύμα αποφασίζεται χ/ο ερευνητική λαπαροτομία - αρνητική για διαφυγή από τη γραμμή συρραφής του στομάχου -διαπιστώνεται μικρή ποσότητα οροαιματικού υγρού στις πύλες του σπλήνα -αναρρόφηση έκπλυση περιοχής και τοποθέτηση παροχέτευσης, επίσης mini billau σε αριστερό ημιθωράκιο προληπτικά 100 CC ορώδες υγρό". Στο από 24-1-2005 διάγραμμα αναισθησίας των ιατρών αναισθησιολόγων Δ. Βασιλάκου, Μ. Φιλιππίδου, που κλήθηκαν επειγόντως να χορηγήσουν αναισθησία στην ασθενή, στη θέση διεγχειρητική διάγνωση αναφέρεται "ενδοκοιλιακή (υποδιαφραγματική) συλλογή" και αναφερόμενη επέμβαση "παροχέτευση-έκπλυση περιτοναϊκής κοιλότητας-τοποθέτηση παροχετεύσεων και στο αριστερό ημιθωράκιο προληπτικά". Στο πληροφοριακό σημείωμα του Νοσοκομείου που επισυνάφθηκε στο παραπεμπτικό για τη νεκροτομή αναφέρεται "24-1-2005 Επείγον χειρουργείο για διαφυγή στην αναστόμωση στομάχου -περιτονίτις - διακομιδή στη ΜΕΘ ΠΡΧ". Ο ενώπιον του ακροατηρίου εξετασθείς μάρτυς Δ. Βασιλάκος, ιατρός αναισθησιολόγος κατέθεσε ότι η κατάσταση της ασθενούς στις 24-1-2005 ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και εισήχθη επειγόντως το βράδυ στο χειρουργείο, αυτή είχε μεγάλη δύσπνοια, ορθόπνοια, ταχύπνοια, υποξυγοναιμία, ταχυκαρδία, διέγερση και αίσθημα επικείμενου θανάτου. Επίσης ο ίδιος μάρτυς αναφέρει ότι αυτή στις 24-1 είχε γενικευμένη φλεγμονή, στις τέσσερεις δε το πρωί είχε ταχυκαρδία, ταχύπνοια, λευκοκυττάρωση, πυρετό και ήταν σε προθάλαμο για σηψαιμία. Μετά το πέρας της επέμβασης, η ασθενής διακομίστηκε διασωληνομένη στη ΜΕΘ της Προπαιδευτικής Χειρουργικής Κλινικής. Ήδη δε αυτή εμφάνιζε προβλήματα στη λειτουργία δύο ζωτικών οργάνων, ήτοι της καρδιάς και των πνευμόνων (SIRS). Την επομένη ημέρα, με εντολή του ήδη καθ’ ού, η ασθενής αποδιασωληνώθηκε και διακομίστηκε ξανά σε θάλαμο της Γ΄ Χειρουργικής Κλινικής, όμως η κατάσταση της υγείας της παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση, αφού αυτή εμφάνισε έντονη ανησυχία, επιδείνωση της αναπνευστικής λειτουργίας με έντονη δύσπνοια και υπέρπνοια, οίδημα άμφω κάτω άκρων και κυάνωση. Στις 26-1-2005 η ασθενής υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος με ευρήματα "πλευριτική αντίδραση ΑΡ, πύκνωση, ΑΡ κάτω λοβού" και της χορηγήθηκε οξυγόνο, όμως το απόγευμα η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε και ιδιαίτερα η αναπνευστική λειτουργία και για πρώτη φορά κλήθηκε από τον ήδη καθ’ ου ιατρό ο εντατικολόγος - αναισθησιολόγος ….. Ο τελευταίος διέγνωσε ταχύπνοια - δύσπνοια - ταχυσφυγμία - προθανάτια κατάσταση και ζήτησε τη συνδρομή της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας Αναισθησιολογίας (ΜΕΘΑ), για την υποστήριξη της δεξιάς καρδίας και του αναπνευστικού, γιατί ήδη αυτή εμφάνιζε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και αναπνευστική ανεπάρκεια. Τελικώς όμως αυτή μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ της Προπαιδευτικής Χειρουργικής Κλινικής, όπου διασωληνώθηκε εκ νέου. Τις επόμενες ημέρες η κατάσταση της υγείας της ασθενούς επιδεινώθηκε και ο ως άνω ιατρός Χ. ... ενημέρωσε τους οικείους της για την κρισιμότητα της κατάστασής της. Ο σύζυγος δε της θανούσης ανέφερε πως όταν κλήθηκε ο Χ. ... στις 26-1-2005, η σύζυγός του, όπως ενημερώθηκε από τον τελευταίο, ήταν σε προθανάτια κατάσταση. Στις 29-1-2005 κλήθηκε εκ νέου ο ιατρός Χ. ..., αφού η κατάσταση της ασθενούς ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, δοθέντος ότι αυτή παρουσίαζε πλέον γενικευμένη φλεγμονώδη αντίδραση (SIRS), που κλινικά εκδηλώνεται με πολυοργανική ανεπάρκεια, ήδη δε αυτή εμφάνιζε καθολική καρδιακή ανεπάρκεια. Στο έγγραφο του νοσοκομείου, που επισυνάφθηκε στο παραπεμπτικό προς διενέργεια νεκροτομής αναφέρεται "29-1-2005 Διακομιδή σε Β' ΜΕΘ για περαιτέρω αντιμετώπιση με διάγνωση "Κατάσταση μετά από κάθετη γαστροπλαστική κατάσταση μετά λαπαροτομία για περιτονίτιδα ALI (acute Lung injury), Γενικευμένη φλεγμονώδης αντίδραση" Επιδείνωση προς ARDS. Καθολική καρδιακή ανεπάρκεια" (σε αντιδιαστολή προς τη δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια των προηγουμένων ημερών). Το απόγευμα της ίδιας μέρας και ενώ η ασθενής βρισκόταν σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση και οι οικείοι της ενημερώθηκαν ότι είναι σχεδόν αναπόφευκτη η κατάληξή της, αφού η κατάσταση της υγείας της δεν ήταν πλέον ανατάξιμη, αυτή εισήχθη και πάλι από τον ήδη καθ’ ου ιατρό στο χειρουργείο για τρίτη επέμβαση "για επείγουσα λαπαροτομία το απόγευμα, καθαρισμός κοιλιακής χώρας (τομή λαπαροτομίας ανοιχτή)", όπως αναφέρεται στο άνω έγγραφο. Στο σχετικό διάγραμμα αναισθησίας αναφέρεται επίσης "εγχειρητική διάγνωση - επέμβαση λαπαροτομία - πλύση κοιλίας - παραμονή ανοιχτής κοιλίας". Στη συνέχεια, στις 20.20 η ασθενής μεταφέρθηκε και πάλι στη ΜΕΘ "Επιστροφή από Χ/Ο με σοβαρή υποξυγοναιμία και αιμοδυναμική αστάθεια κοιλία ανοικτή (...) στην ένδειξη διάγνωση δε διάγνωση αναφέρεται, εκτός των άλλων, πολυοργανική δυσλειτουργία". Στην κατάσταση αυτή, ήτοι με ανοικτή κοιλία, πολυοργανική ανεπάρκεια, σοβαρή υποξυγοναιμία και σε καταστολή συνεχίστηκε η νοσηλεία της στις 29-1-2005. Την επομένη ημέρα στις 30-1-2005, κατά τη διάρκεια χειρουργικών πλύσεων της κοιλίας, έλαβε χώρα αθρόα αιμορραγία από τις παροχετεύσεις. Έτσι η ασθενής σε κατάσταση μη αναστρέψιμη και με σχεδόν ανύπαρκτες πιθανότητες επιβίωσης εισήχθη και πάλι για τέταρτη φορά στο χειρουργείο για Αιμόσταση - Καθαρισμό - Πλύσεις περιτοναϊκής κοιλότητας. Στις 30-1 και στις 31-1 συνεχίστηκε η νοσηλεία της στη Β' ΜΕΘ, με μηχανική υποστήριξη των ζωτικών της λειτουργιών, καθώς και μεγάλη ινότροπη υποστήριξη, η κατάσταση της υγείας της όμως συνεχώς επιδεινωνόταν, εμφάνιζε αναστροφή αερίων και η κατάσταση της δεν ήταν πλέον αναστρέψιμη. Μετά από όλα τα ανωτέρω, η ασθενής εμφάνισε πλέον "σύνδρομο ενδοαγγειακής τήξης, σηψαιμία, ισχαιμία μυοκαρδίου επί εδάφους λοβώδους πνευμονίας οφειλόμενης στον ενδονοσοκομειακό μύκητα Candinda albicans", από τον οποίο προσβλήθηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της και παρά τις προσπάθειες των ιατρών κατέληξε την 1η -2-2005 περί ώρα 05.50.

Β. Βάσει των προεκτεθεισών παραδοχών του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε, αναφορικά ειδικότερα με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ότι από τα προαναφερόμενα προκύπτει με σαφήνεια ότι ο θάνατος της ανωτέρω ασθενούς οφείλεται σε αμέλεια του ήδη καθ’ ου ιατρού, ο οποίος, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις του. Ειδικότερα, αυτό οφείλεται στις ως άνω ενέργειες και παραλείψεις αυτού, συνιστάμενες αφ' ενός μεν στην εσφαλμένη διάγνωση και στην υποβολή της ασθενούς στην άνω χειρουργική επέμβαση, η οποία δεν ενδεικνυόταν εν προκειμένω αφού αυτή δεν έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία, καθώς και στην παράλειψή του να την ενημερώσει για τους κινδύνους επιπλοκών που μπορούν να προκύψουν μετεγχειρητικά και οδηγούν στο θάνατο σε ποσοστό 0,7% και αφ' ετέρου στην εκ μέρους του εσφαλμένη εκτίμηση και αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής κατάστασής της, δοθέντος ότι δεν προέβη στην έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των μετεγχειρητικών επιπλοκών, που η θανούσα εμφάνισε, ούτε παρείχε σ' αυτή την προσήκουσα και επιμελή μετεγχειρητική φροντίδα, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης και το κοινώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Ειδικότερα ο ανωτέρω, ως εξειδικευμένος και έμπειρος χειρουργός, γνώριζε τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης του σχετικά με τους μετεγχειρητικούς κινδύνους των ασθενών και τις επιπλοκές που είναι δυνατόν να προκύψουν, καθώς και τη δέουσα αντιμετώπιση τους. Έτσι αυτός γνώριζε ότι η πλέον σοβαρή επιπλοκή των ασθενών που υποβάλλονται σε κάθετη γαστροπλαστική είναι η ρήξη της κυκλικής ή και κάθετης γραμμής συρραφής, που έχει ως αποτέλεσμα τη γενικευμένη ή τοπική περιτονίτιδα και την ενδεχόμενη κατάρρευση των ζωτικών οργάνων του ασθενούς στην περίπτωση της μη έγκαιρης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των επιπλοκών, όπως επίσης γνώριζε ότι είναι πολύ πιθανόν ένας ασθενής με επιβαρυμένη υγεία, όπως εν προκειμένω η θανούσα λόγω της μετεγχειρητικής της κατάστασης και εξέλιξης, είναι δυνατόν να προσβληθεί από ενδονοσοκομειακά μικρόβια και να υποστεί ενδονοσοκομειακή λοίμωξη. Περαιτέρω ο ήδη καθ’ου δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει αφού, μετά την επέμβαση, από την πρώτη μετεγχειρητική μέρα, η θανούσα διαμαρτυρόταν ότι δεν αισθάνεται καλά και έχει δύσπνοια, ενώ από τη δεύτερη κιόλας μετεγχειρητική ημέρα αυτή εμφάνισε ταχυκαρδία και δύσπνοια και της χορηγήθηκε οξυγόνο. Ο ήδη καθ’ ου όμως δεν αξιολόγησε τα συμπτώματά της με την προσοχή που επέβαλε το καθήκον του και οι περιστάσεις αλλά τα θεώρησε ασήμαντα και ανάξια λόγου. Την ίδια ημέρα (22-1) ενώ διαπιστώθηκε ότι η δύσπνοια οφειλόταν στην ατελεκτασία του αριστερού έσω λοβού συνεπεία της πλευριτικής συλλογής, δεν εκτίμησε ούτε ερεύνησε την αιτία της υπεζοκωτικής αντίδρασης και δεν ζήτησε τη συνδρομή ιατρού εξειδικευμένου σε προβλήματα του αναπνευστικού, ούτε επίσης αξιολόγησε προσεκτικά τα συμπτώματα της θανούσης όταν αυτή την ίδια ημέρα εμφάνισε κοιλιακό άλγος που προδήλως προερχόταν από μετεγχειρητική επιπλοκή. Περαιτέρω, ενώ όλα τα ανωτέρω συμπτώματα υποδήλωναν σοβαρά προβλήματα της καρδιακής και της αναπνευστικής λειτουργίας της παθούσης οφειλόμενα στη μετεγχειρητική επιπλοκή λόγω της αντίδρασης από τη διαφυγή του περιεχομένου του στομάχου από τη γραμμή συρραφής και ενείχαν κίνδυνο για τη δημιουργία προβλημάτων και σε άλλα ζωτικά όργανα, ο ήδη καθ’ ου δεν αντέδρασε άμεσα και αποτελεσματικά και όταν ακόμη διαπιστώθηκε η διαφυγή κατά τον έλεγχο με το "κυανούν του μεθυλενίου" αλλά αντίθετα καθυστέρησε να επέμβει και μόλις την επόμενη ημέρα διενήργησε δεύτερη χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση της διαφυγής, όταν πλέον η ασθενής εμφάνιζε καρδιακή και αναπνευστική ανεπάρκεια εξαιτίας της φλεγμονώδους αντίδρασης, χωρίς και πάλι να ζητήσει τη συνδρομή ιατρού εξειδικευμένου εντατικολόγου, όπως έπραξε την επόμενη μέρα, ζητώντας την συνδρομή του Χ. ..., ο οποίος όμως πλέον χαρακτήρισε την κατάσταση της ασθενούς προθανάτια. Η ραγδαία επιδείνωση της υγείας της ασθενούς, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατός της, είναι πρόδηλο ότι οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι αυτή υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χωρίς να πάσχει από νοσογόνο παχυσαρκία, όπως εσφαλμένα διέγνωσε ο καθ’ ου, αλλά και στην αμελή συμπεριφορά του τελευταίου ο οποίος από έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας δεν αξιολόγησε τα συμπτώματα της ασθενούς όπως όφειλε, ώστε να αντιμετωπίσει άμεσα και αποτελεσματικά τα προβλήματα που προέκυψαν μετεγχειρητικά, όπως αναλυτικά οι πράξεις και οι παραλείψεις του κατηγορουμένου αναλύονται ανωτέρω. Έτσι η άνω αμελής συμπεριφορά του, συνισταμένη σ' όλες τις προαναφερόμενες πράξεις αυτού και παραλείψεις, οδήγησε τελικώς στην προαναφερόμενη δυσμενή και μη αναστρέψιμη εξέλιξη της υγείας της ασθενούς, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατό της, ο οποίος συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά αυτού.

Γ. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον ήδη καθ’ου για ανθρωποκτονία από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό: «Στη Θεσσαλονίκη κατά τους ακολούθως αναφερόμενους χρόνους τέλεσε τις εξής πράξεις, ειδικότερα δε: Α) κατά το χρονικό διάστημα από την 19/1/2005 ως την 1/2/2005 από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων του και επέφερε το θάνατο της ... ..., αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα ως ειδικός ιατρός χειρουργός, εργαζόμενος ως ιατρός χειρουργός στην Γ΄ Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου ... Θεσσαλονίκης αναπληρωτής καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες και παραλείψεις του που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο της ... ..., ειδικότερα δε ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του είχε αναλάβει κατόπιν συμφωνίας με τη ... ... να την υποβάλει σε εγχείρηση κάθετης γαστροπλαστικής προκειμένου να απολέσει σωματικό βάρος, προέβη όμως στην επέμβαση αυτή, αλλά και στη μετεγχειρητική φροντίδα της ασθενούς κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης του και δεν ενήργησε σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, ως θα εκτεθεί ακολούθως, με αποτέλεσμα οι πράξεις και οι παραλείψεις του να προκαλέσουν το θάνατο της ασθενούς, αν και ως θεράπων ιατρός που ανέλαβε τη διενέργεια της ως άνω χειρουργικής επέμβασης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ της ιδιότητάς του ενέργειες που θα εμπόδιζαν την επέλευση του θανάτου της και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πριν από την επέμβαση να πληροφορήσει την ασθενή σχετικά με την επέμβαση στην οποία επρόκειτο να υποβληθεί και τις ενδεχόμενες συνέπειες στην κατάσταση της υγείας της, ώστε να λάβει η ίδια με ανεπηρέαστη και νηφάλια σκέψη την απόφαση να υποβληθεί ή όχι σε μία τέτοια επέμβαση (άρθρο 47 Ν. 2071/1992), επιπλέον είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παράσχει με συνέπεια και προσοχή τις ιατρικές του υπηρεσίες στην ασθενή και να ενεργεί όλες τις αναγκαίες ιατρικές πράξεις, ώστε να αποκαθιστά την υγεία της, ως θεράπων ιατρός της (...). Αντίθετα, ενώ στις επεμβάσεις κάθετης γαστροπλαστικής ενδείκνυνται να υποβληθούν άτομα πάσχοντα από νοσογόνο παχυσαρκία με δείκτη μάζας σώματος άνω του 35 και αφού έχουν εξαντληθεί όλες οι πιθανότητες αντιμετώπισης της νόσου με συντηρητικές μεθόδους (δίαιτα απίσχνανσης με ιατρική παρακολούθηση από ιατρό ενδοκρινολόγο, διαιτολόγο, ψυχολόγο, σωματική άσκηση για απώλεια σωματικού βάρους) και ενώ στις χειρουργικές επεμβάσεις κάθετης γαστροπλαστικής υπάρχει στατιστικά διαπιστωμένος κίνδυνος θανάτου του ασθενούς σε ποσοστό 0,7 % και αυξημένος κίνδυνος επιπλοκών, για τους οποίους όφειλε ο κατηγορούμενος να ενημερώσει την παθούσα, ώστε με νηφάλια και ανεπηρέαστη σκέψη να αποφασίσει εάν θα υποβληθεί στην επέμβαση, ωστόσο ο κατηγορούμενος την παρότρυνε να υποβληθεί στην επέμβαση χωρίς, ως όφειλε, να την παραπέμψει σε ειδικό ιατρό για την συντηρητική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας της (αφού η παθούσα στην πραγματικότητα δεν έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία, καθόσον ο δείκτης μάζας σώματος της ήταν 36,5 αλλά δεν έπασχε από άλλες συνυπάρχουσες παθήσεις και δεν ενδείκνυτο να υποβληθεί στην επέμβαση αυτή) και δεν την ενημέρωσε για τους κινδύνους αυτούς διαβεβαιώνοντάς την αντίθετα ότι η ίδια πληρούσε τα κριτήρια για να υποβληθεί σε κάθετη γαστροπλαστική και ότι επρόκειτο για μία απλούστατη και συνήθη επέμβαση, με αποτέλεσμα η παθούσα να δεχθεί να υποβληθεί σε αυτήν. Έτσι ανέλαβε τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης σε ασθενή που δεν πληρούσε τα επιβαλλόμενα από τους κανόνες της χειρουργικής κριτήρια και πραγματοποίησε κατά την 19/1/2005 την επέμβαση κάθετης γαστροπλαστικής για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας της ... .... Αφού πραγματοποίησε την επέμβαση, ο κατηγορούμενος όφειλε να παρακολουθεί μετεγχειρητικά την παθούσα - ως θεράπων ιατρός της - και μέχρι να αναρρώσει πλήρως από την επέμβαση, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η κατάσταση της υγείας της, μετά όμως από την πραγματοποίηση της επέμβασης η παθούσα εμφάνιζε σοβαρά συμπτώματα επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της, τα οποία ο κατηγορούμενος δεν εκτίμησε ορθώς, αντίθετα υποεκτίμησε τη σοβαρότητα τους και δεν παρέσχε σε αυτήν τη δέουσα ιατρική φροντίδα. Συγκεκριμένα την ίδια ημέρα της επέμβασης η παθούσα εμφάνισε έντονο οίδημα ποδιών και έντονη δύσπνοια, ενώ και τις επόμενες ημέρες της νοσηλείας της εμφάνιζε έντονη δύσπνοια, έντονα άλγη στην πλάτη, κυάνωση, υπέρπνοια, συμπτώματα για τα οποία ενημερωνόταν άμεσα ο κατηγορούμενος, ο οποίος τα αξιολογούσε ως ασήμαντα, ενώ στην πραγματικότητα τα συμπτώματα αυτά υποδήλωναν σοβαρό πρόβλημα στην καρδιακή και στην αναπνευστική λειτουργία και ειδικότερα συλλογή κάτω από το διάφραγμα με επέκταση στον αριστερό πλευριτικό χώρο, καθώς και διαφυγή περιεχομένου στομάχου (που διεπιστώθη με τη σχετική ιατρική εξέταση). Ο κατηγορούμενος, ενώ όφειλε να ενεργήσει άμεσα προς διαπίστωση της ακριβούς κατάστασης της υγείας της και αποκατάστασης αυτής, παρέλειψε να πράξει τούτο, καθυστέρησε επί πολλές ημέρες να παράσχει τη δέουσα ιατρική φροντίδα, ενώ την 24/1/2005 διενήργησε χειρουργική επέμβαση απλώς προς επιδιόρθωση της διαφυγής του στομάχου και παρήγγειλε την αποδιασωλήνωση της ασθενούς και την διακομιδή της στην Γ' χειρουργική κλινική, ενώ όφειλε να τη διασωληνώσει και να ενεργήσει παν αναγκαίο για την υποστήριξη των ζωτικών της λειτουργιών (καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής), καθόσον τα συμπτώματα κατεδείκνυαν συνεχώς επιδεινούμενη πολυοργανική ανεπάρκεια. Ωστόσο ο κατηγορούμενος παρέβη την υποχρέωσή του αυτή και δεν παρείχε εγκαίρως την ιατρική φροντίδα στην ασθενή προς αντιμετώπιση της πολυοργανικής λειτουργικής ανεπάρκειας που παρουσίαζε με την άμεση μεταφορά της στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όπως επιβαλλόταν να πράξει ώστε να της παρασχεθεί η μέγιστη δυνατή υποστήριξη των ζωτικών της λειτουργιών (με τη χορήγηση αδρεναλίνης, νιτρογλυκερίνης, μηχανικού αερισμού με οξυγόνο 100 %), αλλά αξιολογούσε ως ασήμαντα και συνήθη τα συμπτώματα αυτά και παρήγγειλε την εξακολούθηση της νοσηλείας της στο θάλαμο της κλινικής και όχι σε θάλαμο της μονάδας εντατικής θεραπείας για διάστημα τουλάχιστον 7 ημερών από την διενέργεια της κάθετης γαστροπλαστικής, οπότε και η παθούσα, επειδή παρήλθε σημαντικός και πολύτιμος χρόνος για την αποκατάσταση της υγείας της, μετήλθε σε στάδιο προθανάτιας κατάστασης, δηλαδή σε μία μη αναστρέψιμη συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας της, η οποία μετά βεβαιότητας οδηγεί στο θάνατο, επιπλέον δε και ενόσω η ασθενής βρισκόταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας από την 26/1/2005 προς υποστήριξη των ζωτικών της λειτουργιών, ο κατηγορούμενος διενήργησε δύο χειρουργικές επεμβάσεις: την 29/1/2005 και την 30/1/2005 για διάνοιξη της κοιλίας της, επιδεινώνοντας έτι περισσότερο την ήδη βεβαρυμμένη κατάσταση της υγείας της, καθόσον προκλήθηκε αιμορραγία στο χειρουργικό τραύμα. Επιπλέον ο κατηγορούμενος, αν και εγνώριζε ότι σύμφωνα με τους ιατρικούς κανόνες είναι πολύ πιθανό ένας ασθενής που νοσηλεύεται στη ΜΕΘ να προσβληθεί από τον μύκητα Candida albicans, καθώς και από άλλα αναλόγου σοβαρότητας μικρόβια και ιούς, ωστόσο δεν προέβη στη διενέργεια των απαιτούμενων εργαστηριακών εξετάσεων προς ανίχνευση του μύκητα αυτού, ώστε να χορηγηθεί στην ασθενή η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, αλλά παρέλειψε τη διενέργεια τέτοιων εξετάσεων, αντίθετα υπέβαλε την ασθενή στις ως άνω χειρουργικές επεμβάσεις, αν και τούτες οι ενέργειες δεν ήταν οι καταλληλότερες, αφού η υποβολή σε χειρουργική επέμβαση ασθενούς, του οποίου ο οργανισμός είναι τόσο εξασθενημένος, αντενδείκνυται λόγω της σφοδρής πιθανότητας προσβολής του από τον ως άνω μύκητα, που προκαλεί σηψαιμία, μηνιγγίτιδα ή ενδοκαρδίτιδα. Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της μη παροχής προς την παθούσα της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας, υπήρξε η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, η μη αναστρέψιμη πολυοργανική ανεπάρκεια (αφού η ασθενής παρουσίασε σύνδρομο ενδαγγειακής πήξης, σηψαιμία, ισχαιμία μυοκαρδίου επί εδάφους λοβώδους πνευμονίας οφειλόμενης στον μύκητα Candida albicans και σηψαιμία), εξαιτίας της οποίας επήλθε την 1/2/2005 ο θάνατός της.».

Δ. Με τη 1522/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί αίτησης του ήδη καθ’ ου για αναίρεση της ως άνω απόφασης, κρίθηκε ότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του, όπως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αντίστοιχων εγκλημάτων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από διατάξεις του ΠΚ (άρθρα 1, 13α, 14, 15, 16, 18, 26§1α-β, 27, 28, 79, 94§1, 235 και 302 ΠΚ), τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανθρωποκτονία από αμέλεια, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, στο σκεπτικό του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, γίνεται επαρκής αναφορά των πράξεων και παραλείψεων που θεμελιώνουν προεγχειρητική, διεγχειρητική και μετεγχειρητική άνευ συνειδήσεως αμέλεια του ανωτέρω ιατρού για τον θάνατο της παθούσης, αφού γίνεται χρονική αναφορά της συμπεριφοράς αυτού και της πορείας της υγείας της παθούσης καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι πριν την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά την εισαγωγή της, ως και μετά τη χειρουργική επέμβαση από αυτόν (19-1-2005) μέχρι την 1-2-2005 που αυτή απεβίωσε.

Ε. Περαιτέρω, με τη 1794/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης εξαφανίστηκε η 3653/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω εφετειακή απόφαση, κρίθηκε ότι ο θάνατος της ... ... συνδέεται αιτιωδώς με τις πράξεις και παραλείψεις του ήδη καθ’ου, οργάνου του ως άνω Νοσοκομείου, από τις οποίες η μεν διενέργεια χειρουργικής επέμβασης, χωρίς ιατρική ένδειξη και πληροφορημένη συναίνεση, συνιστά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 9 του Κανονισμού Ιατρικής Δεοντολογίας και 47 του ν. 2071/1992 περί δικαιωμάτων του ασθενούς, οι δε μεταγενέστερες παραλείψεις σχετικά με τη μη έγκαιρη διάγνωση της κατάστασης της ασθενούς και εισαγωγή της σε ΜΕΘ, συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 13 και 24 του αν.ν. 1569/1939 περί Ιατρικού Κώδικα, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται παρανομία κατ' άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και να θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης εκ μέρους του Νοσοκομείου για τη συναφώς προκληθείσα ζημία. Τελικώς, με την ως άνω απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Νοσοκομείου, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., καθώς και 928 παρ. 2 και 932 του Εισ.Ν.ΑΚ, να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, τα κατωτέρω ποσά στους συγγενείς της, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατό της, καθώς και για τη στέρηση των υπηρεσιών της ως μητέρας και συζύγου: 1) στον σύζυγο της θανούσας …., το ποσό των 60.000 ευρώ, καθώς και 200 ευρώ ανά μήνα για το διάστημα από 30.3.2006 έως 28.2.2016, 2) στην κόρη της …., το ποσό των 80.000 ευρώ, καθώς και 50 ευρώ ανά μήνα για το διάστημα από 30.3.2006 έως και 28.1.2011, 3) στον γιό της …., το ποσό των 80.000 ευρώ καθώς και 50 ευρώ ανά μήνα για το διάστημα από 30.3.2006 έως και 30.7.2008, 4) στον πατέρα της …., το ποσό των 45.000 ευρώ, 5) στη μητέρα της..., το ποσό των 45.000 ευρώ και 6) στον αδελφό της …., το ποσό των 20.000 ευρώ. Επίσης με την ως άνω απόφαση καταλογίστηκε σε βάρος του Νοσοκομείου ποσό ύψους 300 ευρώ, που αντιστοιχεί με μέρος της δαπάνης για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης καταβλήθηκε από το Νοσοκομείο το συνολικό ποσό των 516.708,46 ευρώ, ως εξής: α) με το …./2014 ΧΕ, το ποσό των 116.919,70 ευρώ στον …., β) με το …/2014 ΧΕ, το ποσό των 119.933,53 ευρώ στην …., γ) με το …/2014 ΧΕ, το ποσό των 118.122,56 ευρώ στον …., δ) με το …./2014 ΧΕ, το ποσό των 65.607 ευρώ στον … ..., ε) με το …/2014 ΧΕ, το ποσό των 65.607 ευρώ στην Σοφία ..., στ) με το …./2014 ΧΕ, το ποσό των 29.158,67 ευρώ στον..., ζ) με το 1347/2014 ΧΕ, το ποσό των 460 ευρώ στον …. και λοιπούς δικαιούχους, η) με το …./2014 ΧΕ, το ποσό των 300 ευρώ στον …., θ) με το …./2015 ΧΕ, το ποσό των 400 ευρώ στον ….και ι) με το …./2015 ΧΕ, το ποσό των 200 ευρώ στον ….. Επιπλέον έχει καταβληθεί στον …. και ποσό 2.400 ευρώ με τα …./2016 χρηματικά εντάλματα.

VI. Α. Με τα παραπάνω δεδομένα και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη IV), το Τμήμα κρίνει ότι δεσμεύεται από τα αμετακλήτως κριθέντα με την 5530/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναφορικά με την ενοχή του καθ’ ου και ειδικότερα ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αποδοθέντος σε αυτόν ποινικού αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Περαιτέρω όμως και δοθέντος ότι αποδόθηκε στον καθ’ ου ασυνείδητη αμέλεια κατά την τέλεση των ως άνω ενεργειών του (πράξεων και παραλείψεων), εναπόκειται στο Τμήμα να προσδιορίσει αν η διαγνωσθείσα αμέλεια εμπίπτει στην έννοια της βαριάς αμέλειας, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται ευθύνη του για την καταβληθείσα αποζημίωση, δυνάμει της ως άνω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, η οποία έκρινε αναφορικά με την προξενηθείσα ζημία (πρβλ. απόφ. V Τμ. 418/2005).

Β. Όσον αφορά τη διαγνωσθείσα με την 5530/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασυνείδητη αμέλεια του καθ’ ου κατά το εγχειρητικό και μετεγχειρητικό στάδιο, το Τμήμα κρίνει ότι η αμελής συμπεριφορά αυτού δεν εξικνείται μέχρι του βαθμού της βαριάς αμέλειας λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα την πιθανότητα εγχειρητικών και μετεγχειρητικών επιπλοκών, που ελλοχεύουν σε κάθε ιατρική πράξη, που εν προκειμένω πράγματι συνέβησαν, την αδυναμία επακριβούς πρόβλεψης της πορείας εκάστου ασθενούς, τη διαφορετική αντίδραση κάθε οργανισμού σε ιατρικές επεμβάσεις, την επίδραση εξωγενών παραγόντων και τρίτων προσώπων, που παρεμβάλλονται στην όλη διαδικασία, την απειλή προσβολής από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, που πράγματι συνέβη, καθώς και το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως αν ορισμένες ενέργειες του καθ’ ου κρίθηκαν μη ενδεδειγμένες, μη αποτελεσματικές ή μη έγκαιρες, πάντως προκύπτει το διαρκές ενδιαφέρον του για την ασθενή, η συνεχής παρακολούθησή της και προσπάθεια αξιολόγησης της κατάστασής της, οι επίμονες προσπάθειές του για την αντιμετώπιση των μετεγχειρητικών επιπλοκών, η προσπάθεια αντιμετώπισης κάθε επιπλοκής χωριστά με τη χορήγηση οξυγόνου και φαρμάκων, διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων και λοιπών ιατρικών πράξεων, καθώς και επεμβάσεων μέχρι και την ύστατη στιγμή. Εξάλλου και το υπέρ ου ο αιτούμενος καταλογισμός Νοσοκομείο, με τα κατατεθέντα υπομνήματά του αναφέρεται στον καθ’ ου ως έναν από τους ικανότερους χειρουργούς πανελληνίως και εξαντλεί τους ισχυρισμούς του στη συμπεριφορά του καθ’ ου κατά το προεγχειρητικό στάδιο μόνο, προβάλλοντας ότι δεν θα έπρεπε εξαρχής να υποβάλει τη θανούσα σε επέμβαση και ότι εάν η ίδια προσερχόταν στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου δεν θα εγχειριζόταν αλλά θα παραπεμπόταν από τους ιατρούς σε ενδοκρινολόγο, ψυχολόγο και διαιτολόγο.

Γ. Αντίθετα, όσον αφορά τη διαγνωσθείσα με την 5530/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασυνείδητη αμέλεια του καθ’ ου κατά το προεγχειρητικό στάδιο, το Τμήμα κρίνει ότι αυτή εξικνείται μέχρι του βαθμού της βαριάς αμέλειας. Ειδικότερα, στο στάδιο αυτό, στο οποίο δεν εδύνατο να παρεισφρήσουν απρόβλεπτοι και εξωγενείς παράγοντες, ο καθ’ ου έφερε την αποκλειστική και πλήρη ευθύνη της ορθής και ακριβούς διάγνωσης της κατάστασης της θανούσας και του ιατρικώς ενδεδειγμένου τρόπου αντιμετώπισής της, συμμορφούμενος με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, προς όφελος της υγείας της ασθενούς, έχοντας ο ίδιος πλήρη έλεγχο της κατάστασης και όντας απερίσπαστος από οποιεσδήποτε εξωτερικές συνθήκες. Προς τούτο όφειλε και μπορούσε να κάνει χρήση των εξειδικευμένων γνώσεών του και των κατά τα ανωτέρω αυστηρών κριτηρίων από πλευράς ιατρικής επιστήμης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με τη συγκεκριμένη χειρουργική επέμβαση, αφού εξαντληθούν οι σχετικές συντηρητικές μέθοδοι. Βάσει δε αυτών όφειλε να λάβει υπόψη του τη γενικώς παραδεδεγμένη κλινική ταξινόμηση της παχυσαρκίας, σύμφωνα με την οποία η θανούσα ήταν μέτρια παχύσαρκο άτομο και να μην προχωρήσει σε επέμβαση, καθώς αυτή δεν έπασχε από συνοδό νόσο, ούτε το πλεονάζον βάρος της αποτελούσε κίνδυνο για τη ζωή της, ούτε είχε εξαντλήσει τους τρόπους συντηρητικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά με την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Με τα ανωτέρω δεδομένα και εφόσον η θανούσα δεν έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία και δεν ενδεικνυόταν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, η περί του αντιθέτου διάγνωση του καθ’ ου και η άμεση εισαγωγή της στο χειρουργείο, οφείλεται σε βαριά αμέλεια αυτού, καθώς η συμπεριφορά του αποκλίνει σε σοβαρό βαθμό από την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του επαγγελματικού του κύκλου, κάτω από τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, τις προσωπικές του γνώσεις και την ιδιότητά του ως εξειδικευμένου χειρουργού, εργαζόμενου σε δημόσιο νοσοκομείο και υποχρεωμένου να προασπίζει τη δημόσια υγεία. Επιπροσθέτως, παραβιάζοντας την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που είχε ως θεράπων ιατρός, δεν ενημέρωσε προσηκόντως τη θανούσα για την κατάσταση της υγείας της και την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση αυτής, καθώς και τη σοβαρότητα και τους κινδύνους της επέμβασης, ωθώντας την κατ’ αποτέλεσμα σε μια μη ιατρικώς ενδεδειγμένη επέμβαση, χωρίς έγκυρη συναίνεση της ίδιας (άρ. 47 του ν. 2071/1992), που είχε πειστεί για το αναγκαίο της επέμβασης. Αλυσιτελώς δε ο καθ’ ου επικαλείται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε έντυπο έγγραφης συναίνεσης, καθώς εν προκειμένω τίθεται σε κάθε περίπτωση ζήτημα ακυρότητας της όποιας χορηγηθείσας συναίνεσης λόγω της πλημμελούς διάγνωσης και ενημέρωσης της ασθενούς. Η επικαλούμενη από τον καθ’ ου ύπαρξη διαφορετικών απόψεων από μεμονωμένους επιστήμονες για το ενδεικνυόμενο της επέμβασης, ακόμα και στις περιπτώσεις με δείκτη μάζας σώματος άνω των 35 KG/m2 και χωρίς συνοδό νόσο -ενώ αντιθέτως και ο ίδιος ο καθ΄ου στο επικαλούμενο σύγγραμμά του «Παχυσαρκία. Θεωρία και Πράξη. Ιατρικές Εκδόσεις Σιώκης» (σελ. 277-278), αναφερόμενος στις γενικώς αποδεκτές ενδείξεις χειρουργικής αντιμετώπισης της βαριάς παχυσαρκίας, θεωρεί απαραίτητη τη συνύπαρξη συνοδού νόσου στην περίπτωση αυτή- δεν ασκεί επιρροή στα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περί της βαριάς αμέλειας του καθ’ ου, ο οποίος δεν έλαβε υπόψη του τη γενικώς παραδεδεγμένη από πλευράς ιατρικής επιστήμης κλινική ταξινόμηση της παχυσαρκίας και τη μη ένταξη της θανούσας στην κατηγορία της νοσογόνου παχυσαρκίας, ούτε, συναφώς, την αναγκαιότητα επιλογής της προσφυγής σε χειρουργική επέμβαση μόνο ως ύστατης λύσης, μετά την εξάντληση των συντηρητικών μεθόδων και σε περιπτώσεις νοσογόνου παχυσαρκίας, καθώς και δεν ενημέρωσε προσηκόντως τη θανούσα περί του ιατρικώς ενδεδειγμένου τρόπου αντιμετώπισης του μέτριου βαθμού παχυσαρκίας της. Επίσης, δεν ασκεί επιρροή η αόριστη αναφορά σε ψυχολογικά προβλήματα της θανούσας εξαιτίας του πάχους, τυχόν ύπαρξη των οποίων δεν είχε διαγνωστεί από ειδικό ιατρό ως προς το είδος, τη βαρύτητα και τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης. Η επικαλούμενη λήψη φαρμάκων από τη θανούσα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν επιβεβαιώθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ούτε προκύπτει ότι τυχόν τέτοια αγωγή αποτέλεσε μέρος μιας ενδεδειγμένης και συστηματικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας της, υπό την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση, η οποία δεν επέφερε αποτέλεσμα, ενώ σε κάθε περίπτωση παραμένει το γεγονός της μη ύπαρξης συνοδών νόσων, που με τον ως άνω δείκτη μάζας σώματος, αποτελούσε αντένδειξη για την υποβολή σε επέμβαση. Η δε επικαλούμενη υπέρβαση κατά 46 κιλά, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο πίνακα της Metropolitan έτους 1983, του ιδανικού της βάρους της θανούσας, ως αυτοτελής ένδειξη εισαγωγής σε χειρουργείο (σε περίπτωση υπέρβασης από 45 κιλά και άνω), ανεξαρτήτως του ιατρικώς ενδεδειγμένου του τρόπου αυτού διάγνωσης και πέραν της μη εξάντλησης των συντηρητικών μεθόδων, επίσης δεν αποδείχθηκε κατά την ποινική διαδικασία και θα ίσχυε μόνο στην περίπτωση που η θανούσα είχε μικρό σκελετό, που το όριο του ιδανικού βάρους, σύμφωνα με τον ως άνω πίνακα, για άτομα ύψους 172 cm είναι μέχρι 62,6 κιλά και όχι στις περιπτώσεις μεσαίου και μεγάλου σκελετού, που το όριο είναι μέχρι 67,6 και 75,2 κιλά αντίστοιχα, ούτε είναι δυνατή, σε κάθε περίπτωση, τέτοια εξακρίβωση, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία για τον τύπο σκελετού της θανούσας, δεδομένο απαραίτητο για την εύρεση του ιδανικού βάρους του ατόμου. Εξάλλου ο ίδιος ο καθ’ ου αναφέρει ότι η θανούσα είχε μεσαίο σκελετό, περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει η ως άνω επικαλούμενη υπέρβαση. Κατόπιν αυτών, ο καθ’ ου με τη βαρέως αμελή συμπεριφορά του κατά το προεγχειρητικό στάδιο, υπέβαλε τη θανούσα σε ιατρικώς μη ενδεδειγμένη επέμβαση, την οποία όφειλε να μη διενεργήσει, ενημερώνοντας προσηκόντως την ασθενή και από την υποβολή στην οποία η ασθενής τελικώς κατέληξε. Ως εκ τούτου και στο μέτρο αυτό, ο καθ’ ου φέρει ευθύνη σε βαθμό βαριάς αμέλειας για το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της ασθενούς του, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του ως προς την πλημμελή διάγνωση και ενημέρωση, καθώς και τη μη ενδεικνυόμενη άμεση εισαγωγή σε χειρουργείο, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙΙ της παρούσας, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, μετά από τη μελέτη του συνόλου των στοιχείων του φακέλου, ο οποίος κρίνεται επαρκής για τη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης και στο μέτρο που δεσμεύεται από την 5530/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία έχουν ενσωματωθεί και οι οικείες μαρτυρικές καταθέσεις και ειδικότερα από τη μελέτη των προαναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων και όλων των λοιπών στοιχείων, μεταξύ των οποίων το ιστορικό ασθενούς, ιατρικές εκθέσεις, ιατροδικαστικές εκθέσεις, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, η από 22.9.2006 έκθεση ελέγχου του Σ.Ε.Υ.Υ.Π., το 93/24.2.2005 πόρισμα Ε.Δ.Ε. του Π.Γ.Ν. ... και η 4/2005 απόφαση Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, κρίνει ότι η υπόθεση δεν χρήζει συμπλήρωσης αποδείξεων και με μάρτυρες, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος του καθ’ ου και ενώπιον του ακροατηρίου για εξέταση των μαρτύρων …., οι οποίοι φέρουν την ιατρική ιδιότητα. Πέραν αυτών, ο μεν …. έχει ήδη εξεταστεί ως μάρτυρας κατά την ποινική διαδικασία, η δε κατάθεσή του εμπεριέχεται στην ως άνω απόφαση, ενώ ο... δεν προκύπτει ότι έχει άμεση γνώση και αντίληψη ως προς τα προπεριγραφόμενα γεγονότα.

VII. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο καθ΄ου η αίτηση ευθύνεται έναντι του Νοσοκομείου για τη ζημία την οποία προξένησε σε αυτό, κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, η οποία ανέρχεται στα ως άνω καταβληθέντα ποσά στους κατά περίπτωση δικαιούχους. Περαιτέρω, όμως, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις εν προκειμένω συντρέχουσες περιστάσεις και ειδικότερα το γεγονός ότι η διαπιστωθείσα αμέλεια του καθ’ ου χαρακτηρίστηκε από το ποινικό δικαστήριο ως ασυνείδητη, η οποία, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, εξικνείται στον βαθμό της βαριάς αμέλειας μόνο όσον αφορά το προεγχειρητικό στάδιο της όλης διαδικασίας, ενώ κατά τα επόμενα στάδια και μέχρι την ύστατη στιγμή διαπιστώθηκε το συνεχές ενδιαφέρον και οι συνεχείς και επίμονες προσπάθειες του καθ’ ου για την αντιμετώπιση των επιπλοκών και τη διάσωση της ασθενούς, κρίνει ότι αυτός πρέπει να καταλογιστεί με μέρος μόνο της αποζημίωσης που υποχρεώθηκε το Νοσοκομείο να καταβάλει στους δικαιούχους και ειδικότερα με το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

VIIΙ. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταλογιστεί το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ σε βάρος του καθ’ ου και υπέρ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ...», καθώς και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (βλ. άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως ισχύει μετά τον ν. 3472/2006). Tο δε παρεπόμενο αίτημα για επιδίκαση τόκων είναι απορριπτέο, καθόσον στο πλαίσιο της αστικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου η επιδίκαση τόκων, ενώ, εξάλλου, το καταλογιστέο σε βάρος του ζημιώσαντος ποσό διαμορφώνεται και προσδιορίζεται επακριβώς με την παρούσα απόφαση, η επίδοση της οποίας θα αποτελέσει την απαιτούμενη όχληση για την έναρξη της τοκοφορίας της οικείας απαίτησης (βλ. απόφ. V Τμ. 2525/2010, πρβλ. αποφ. V Τμ. 2299/2005, 1990/2006, 2230/2008, IV Τμ. 1003/2005).

 

Για τους λόγους αυτούς

Συνεκδικάζει τις από 13.10.2015 (Α.Β.Δ. .../19.10.2015) και 26.2.2016 (Α.Β.Δ. .../23.3.2016) αιτήσεις του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό του …..

Δέχεται εν μέρει τις αιτήσεις αυτές.

Καταλογίζει, υπέρ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ...», τον …. με το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2018.

        Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ            Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ     ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΝΟΥΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 9 Απριλίου 2019.

     Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ   ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Για την ακρίβεια

Αθήνα 22-4-2019

Η Γραμματέας

Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου