ΜΟΝΟΜEΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 560/2018

 

Εφέτης: Αικατερίνη Κοκολη

Δικηγόροι: Βασ. Σαξώνης - Κων/νος Πηνιώτης

 

(...) Όταν ο καταβαλλόμενος βάσει της ατομικής συμβάσεως εργασίας μισθός είναι μεγαλύτερος από το σύνολο των προβλεπομένων από την οικεία ΣΣΕ ή ΔΑ αποδοχών (άθροισμα βασικού μισθού και επιδομάτων) τότε δεν οφείλονται στον μισθωτό ιδιαιτέρως επιπλέον του καταβαλλομένου μισθού και τα προβλεπόμενα από ΣΣΕ ή τη ΔΑ, επιδόματα, αλλά τα επιδόματα αυτά συμψηφίζονται σ' αυτόν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί με την ατομική ή συλλογική σύμβαση ότι θα καταβάλλονται επιπλέον του συμπεφωνημένου μεγαλύτερου μισθού (ΑΠ 591/96 ΔΕΝ 54.266, ΑΠ 322/93 ΔΕΝ 54.265). Η δυνατότητα συμψηφισμού αποτελεί τον κανόνα, ενώ απαιτείται συμφωνία για το αντίθετο (ΑΠ 591/96). Εξάλλου οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας δεν συμψηφίζονται με τις ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ούτε κατόπιν ρητής συμφωνίας (ΑΠ 1129/07 ΔΕΝ 63.897, ΑΠ 1321/06, ΑΠ 1682/81 ΔΕΝ 1983. 651, ΕφΘεσ 292/12, ΕφΘεσ 1967/07, ΕφΑΘ 1064/06 ΕλλΔνη 48.287, ΕφΑΘ 9298/03, ΕφΑΘ 60/91, ΕφΘεσ 2032/89, ΕφΑΘ 580/85 ΔΕΝ 1985.1008). Τα ποσά των δώρων (επιδομάτων εορτών) Χριστουγέννων και Πάσχα μπορούν να συμψηφισθούν με τις ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές μόνον κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότου και μισθωτού (ΑΠ 1532/83 ΔΕΝ 1984.777). Οι οφειλόμενες προσαυξήσεις για εργασία κατά νύκτα, Κυριακές ή εορτές μπορούν να συμψηφιστούν με τις ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές μόνον κατόπιν ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότου και μισθωτού που είναι κατά πάντα έγκυρη (ΑΠ 930/90 ΔΕΝ 1991. 692). Είναι επίσης έγκυρη η συμφωνία ότι οι αξιώσεις του μισθωτού για απασχόλησή του κατά τις Κυριακές και για τη στέρηση της εβδομαδιαίας αναπαύσεως συμψηφίζονται με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές (ΑΠ 825/84 ΔΕΝ 1985. 376). Για τον συμψηφισμό (καταλογισμό) της προσθέτου αμοιβής που οφείλεται για την παροχή πρόσθετης εργασίας προς τις υψηλότερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές απαιτείται ειδική συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού (ΕφΑΘ 2815/90 ΔΕΝ 1990. 477). Ο συμβατικός καταλογισμός (συμψηφισμός) της αμοιβής υπερεργασίας με τον υπέρτερο του νομίμου καταβαλλόμενο μισθό είναι επιτρεπτός (AΠ 1117/17, ΑΠ 180/15, 1254/13, ΑΠ 119/97 ΔΕΝ 1998.16). Ακόμη σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του ΝΔ 4020/59 θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτών με την οποία οι αξιώσεις λόγω υπερωρίας (βασική αντιμισθία μετά της προσαυξήσεως) θα καλύπτονται συνολικά ή μερικά από τις τυχόν σε αυτούς καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές (ΑΠ 529/16, ΑΠ 1915/11, ΑΠ 645/10, ΑΠ 429/10, ΑΠ 767/87 ΔΕΝ 1988.247). Η ως άνω απαγόρευση συμψηφισμού αναφέρεται τόσο στις αξιώσεις από την παροχή νόμιμης υπερωρίας, όσο και στις αξιώσεις από την παροχή παράνομης υπερωρίας (ΑΠ 220/07, ΑΠ 1321/06, ΑΠ 1269/05 ΝοΒ 54.212, ΕφΘεσ 292/12, ΕφΠατρ 1228/07, ΕφΑΘ 9892/03, ΕφΠειρ 295/03, ΕφΑΘ 2197/00 ΕΕΔ2001.462). Πάντως είναι έγκυρη η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτών, περί καταβολής στο μισθωτό ορισμένου επιπλέον του μισθού ποσού, έναντι συγκεκριμένης υπερωριακής εργασίας που πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με τις αξιώσεις του μισθωτού από τις υπερωρίες που πραγματοποιήθηκαν (ΕφΛαρ 807/06).

Ακολούθως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 5/11,(παρ. 18) ΟλΑΠ 8/01). Εξάλλου η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης, δημόσιας τάξεως διατάξεις (ΟλΑΠ 33/05).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. I και 2, 410, 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67, 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, καθόσον η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο αποδεικτικό μέσο. Υπό την αντίθετη εκδοχή, είναι δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Συνεπώς, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοίκησης του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ασχέτως του αν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου του προσκομίζοντος, αφού πρόκειται περί ανυποστάτου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 397/16, ΑΠ 2194/14, ΑΠ 715/13, ΑΠ 1621/12, ΕφΔωδ 56/14). Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της εξέτασής τους, γιατί, αν προϋπήρχε και εξέλιπε πλέον κατά τον παραπάνω χρόνο, ή εάν επήλθε μετά το χρόνο αυτό, η εν λόγω κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΠ 1010/09. ΑΠ 248/09, ΑΠ 1492/06, ΑΠ 1361/05). (...)

 

Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στον Πειραιά την 1 Ιανουαρίου 2008 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρίας που έχει (η εναγομένη) αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διεθνών παραδόσεων και μεταφορών εμπορευμάτων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη προκειμένου να παρέχει την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου στο ναυτιλιακό τμήμα αυτής (εναγομένης) στο κεντρικό κατάστημά της στον Πειραιά, εκτελώντας χρέη προϊσταμένης εξαγωγής του τμήματος αυτού. Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η ενάγουσα απασχολήθηκε συνεχώς στην ως άνω εταιρία έως την 30-6-2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, και η ενάγουσα έπαυσε να εργάζεται σ' αυτήν (εναγομένη). Κατά το χρόνο της πρόσληψής της, η ενάγουσα είχε ήδη προϋπηρεσία είκοσι τριών (23) ετών σε προηγούμενους εργοδότες και ήταν έγγαμη, γεγονότα τα οποία είχε νομίμως γνωστοποιήσει στην εναγομένη - εργοδότριά της. Κατά τη μεταξύ τους σύμβαση, η ενάγουσα θα ελάμβανε μικτές αποδοχές κατά πολύ υπέρτερες των νομίμων που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ «Για τους γραμματείς υπαλλήλους γραφείου στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών», αφού πλέον των νομίμων αυτών αποδοχών που θα ελάμβανε κατά προσέγγιση, θα της καταβαλλόταν τακτικώς μηνιαίως ένα ιδιαίτερα αυξημένο ποσό, με τη ρητή συμφωνία να καταλογίζεται (συμψηφίζεται) με τις αξιώσεις της για υπερεργασία και υπερωρία, που συνολικά δεν θα υπερέβαιναν τις δύο ώρες ημερησίως. Το επιπλέον αυτό ποσό του συμβατικού της μισθού που θα ελάμβανε κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, ονομάστηκε επίδομα ελευθεριότητας εργοδότη (όπως αναγράφεται και στις μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής της) και η καταβολή του, κατά ρητή μεταξύ τους συμφωνία θα είχε σκοπό την εξόφληση της αξίωσής της για παροχή εργασίας ημερησίως δύο ωρών πλέον του νομίμου ωραρίου της (οκταώρου), ήτοι στον μεγαλύτερο μισθό που συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται περιλαμβανόταν και η αμοιβή για την παρεχόμενη, κατά τη διάρκεια της εργασίας της ημερησίως, δύο ωρών πλέον του νομίμου ωραρίου της (οκταώρου), με την έννοια ότι η αμοιβή για την υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε θα συμψηφίζεται στο ποσό που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του νόμιμου και του μεγαλύτερου μισθού που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται, γιατί αλλιώς θα επερχόταν ανεπίτρεπτη μείωση των οριζόμενων ελάχιστων ορίων αμοιβών. Η συμφωνία αυτή των διαδίκων είναι έγκυρη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αναφορικά με τις πρώτες πέντε ώρες πλέον των σαράντα ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης και με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον ως άνω μισθό που συμφωνήθηκε. Διαφορετικά, αν ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νομίμων αποδοχών, η συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη και η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά. Έτσι, οι κλειστές μηνιαίες αποδοχές κατά το χρόνο προσλήψεώς της ανέρχονταν στο ποσό των 3.141,18 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τη Διαιτητική Απόφαση 11/08 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, (...) με βάση το ανωτέρω αντικείμενο δραστηριότητας της εναγομένης, την ειδικότητα της ενάγουσας, καθώς και την γνωστοποιηθείσα στην εργοδότρια εταιρία προϋπηρεσία και την οικογενειακή της κατάσταση, οι νόμιμες τακτικές μηνιαίες αποδοχές της, κατά το χρόνο πρόσληψής της, ανέρχονταν στο ποσό των 1.030,29 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 103,03 ευρώ επίδομα γάμου, ήτοι συνολικά 1.133,32 (= 1.030.29 + 103.03) ευρώ. Περαιτέρω κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το κείμενο της ΔΑ σε συνδυασμό με τις συγκεντρωτικές μισθολογικές καταστάσεις η ενάγουσα δικαιούτο να λάβει τις ακόλουθες μηνιαίες αποδοχές, αλλά λάμβανε τελικά τις ακόλουθες υπέρτερες (μηνιαίες αποδοχές): (...)

Σημειώνεται, ότι δεν πλήττεται με λόγο έφεσης το αποτέλεσμα του υπολογισμού των διαφορών αυτών. Ο ισχυρισμός που προέβαλε η ενάγουσα, τον οποίο επαναφέρει με λόγο εφέσεως ότι δεν υπήρξε συμφωνία περί κλειστού μισθού, που θα περιλάμβανε την αμοιβή για τη δίωρη πέραν του οκταώρου απασχόλησή της και ότι το ποσό των 3.156 ευρώ μικτά είχε συμφωνηθεί μόνο για την οκτάωρη απασχόλησή της με δεδομένο ότι ήταν προϊσταμένη τμήματος, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Συγκεκριμένα στο από 31-7-2008 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που η ίδια η ενάγουσα είχε αποστείλει προς την υπάλληλο του Τμήματος Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης Χ. Λ., διαμαρτυρόμενη για την πρόταση μείωσης των αποδοχών της, αναφέρει ρητά, μεταξύ άλλων, ότι «Όπως σας έχω ήδη ενημερώσει ο μισθός που είχα κανονίσει με την εταιρία είναι EURO 2200 (εν. καθαρά)/μηνιαίως κλειστά, γι' αυτό και δεν αποδέχομαι οποιαδήποτε μείωση στο συγκεκριμένο ποσό». Ο ισχυρισμός που η ενάγουσα επικαλείται για την αναγραφή «κλειστά» ότι δηλαδή σημαίνει καθαρό ποσό μη επιδεχόμενο μειώσεις, τυγχάνει προφανώς ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η έννοια του χαρακτηρισμού του μισθού ως κλειστού είναι η κάλυψη, από τον καταβαλλόμενο υπέρτερο του νομίμου μισθό, διαφόρων απαιτήσεων του εργαζομένου μεταξύ των οποίων και για άνω του οκταώρου απασχόλησή του. Υπό την ερμηνεία που δίδει η ενάγουσα στον χαρακτηρισμό των αποδοχών ως «κλειστών», οι αποδοχές απάντων των εργαζομένων είναι κλειστές, δεδομένου ότι ουδέποτε διαλαμβάνονται, κατά τη σύναψη των εργασιακών συμβάσεων, συμφωνίες περί μειώσεως των αποδοχών για την παροχή ιδίου είδους και υπό το ίδιο χρονικό πλαίσιο εργασίας, η οποία (μείωση) ήθελε σε κάποιες περιπτώσεις ανακύψει λόγω συνθηκών κατά την εξέλιξη της εργασιακής σχέσεως. Το Δικαστήριο δε, σχημάτισε την ως άνω κρίση από το σύνολο του προαναφερομένου αποδεικτικού υλικού. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η ενάγουσα απασχολήθηκε συνεχώς στην ως άνω εταιρία έως την 15-6-2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα η ενάγουσα εργάσθηκε με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή πέντε εργάσιμες ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή με ωράριο από 09:00 έως 19:00, απασχολούμενη καθημερινά πέραν του συμβατικού της ωραρίου κατά δύο ώρες. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα από αυτές πραγματικά περιστατικά και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό δεύτερο λόγο της από 1-3-2017 έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Η εναγομένη εταιρία με δήλωση του πληρεξουσίου της Δικηγόρου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις της προέβαλε την ένσταση, την οποία επαναφέρει νομίμως και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εξοφλήσεως των αιτούμενων ποσών λόγω συμφωνίας με την ενάγουσα κατά την πρόσληψή της να συμψηφίζονται αυτά με τις υπέρτερες των νομίμων συμφωνηθείσες αποδοχές της, οι οποίες της καταβάλλονταν καθ' όλη τη διάρκεια απασχόλησής της. Ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά ένσταση εξοφλήσεως, είναι νόμιμος ως προς το πρώτο σκέλος της (άρθρα 416, 440 του ΑΚ) αναφορικά με την εξόφληση των απαιτήσεων προερχόμενων εξ υπερεργασίας και μη νόμιμος για τις εξ υπερωριών απαιτήσεις, κατά τους ειδικότερους λόγους που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Ακολούθως, οι πέντε πρώτες ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως, ήτοι η πρώτη μετά το οκτάωρο ώρα κάθε ημέρας συνιστά υπερεργασιακή απασχόληση, οι οποίες αμείβονται, εάν πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 14-7-2010, υπό το καθεστώς του Ν. 3385/05, με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, ενώ από την 15-7-2010 και εντεύθεν οι υπερωρίες που πραγματοποιούν οι εργαζόμενοι αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% (Ν. 3863/10). Οι αγωγικές απαιτήσεις, μολονότι έχουν προκύψει από ωρομίσθιο που έχει υπολογισθεί εσφαλμένως λαμβάνοντας ως βάση το συνολικό κλειστό μισθό των 3.156 ευρώ και όχι ως έδει με βάση το βασικό μισθό των 1.184.47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118.45 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.302,92 ευρώ (ήτοι μη υπολογιζομένης της πρόσθετης τακτικής παροχής αφού κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω ζητούμενο είναι αν η πρόσθετη αυτή παροχή καλύπτει την οφειλόμενη αξίωση αμοιβής για υπερεργασιακή απασχόληση), ανέρχονται σε 509,82 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 14-7-2010 (3.313,80 ευρώ : 6,5 μήνες χρονικού διαστήματος) (ενώ υπό ορθό υπολογισμό ανέρχονται κάτω από το μισό του ποσού αυτού). Με δεδομένο δε ότι όπως αναφέρεται ανωτέρω η ενάγουσα λάμβανε ποσό 1.853.08 ευρώ μηνιαίως άνω του βασικού μισθού για αμοιβή της πέραν του 8ώρου απασχόλησής της, καθίσταται προφανές ότι οι αξιώσεις της για την υπερεργασία, κατόπιν της ως άνω ειδικής συμφωνίας τους, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 14-7-2010 έχουν υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί με καταλογισμό - συμψηφισμό. Ομοίως και οι απαιτήσεις της για διαφορές επιδομάτων Χριστουγέννων ετών 2010 έως 2014 ένεκα παρασχεθείσας υπερεργασίας έχουν υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί με καταλογισμό - συμψηφισμό (...) Οι απαιτήσεις της για διαφορές επιδομάτων Πάσχα ετών 2010 έως και 2015 έχουν ωσαύτως υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί με καταλογισμό - συμψηφισμό (...) Ωστόσο δεν της έχει καταβληθεί το δώρο Χριστουγέννων έτους 2015 (...) Οι απαιτήσεις της ενάγουσας για διαφορές επιδομάτων αδείας λόγω ενσωματώσεως σ’ αυτά αναλογίας αμοιβής υπερεργασίας για τον επίδικο χρόνο (2010 - 2014) έχουν υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί με καταλογισμό - συμψηφισμό (...) Τέλος κατά τον ίδιο τρόπο έχει υπερκαλυφθεί, ήτοι έχει εξοφληθεί με καταλογισμό - συμψηφισμό, και η αξίωσή της για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης λόγω ενσωματώσεως στο ποσό της αποζημίωσης της αναλογίας υπερεργασίας (...) Περαιτέρω σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, απαγορεύεται ο συμβατικός καταλογισμός (συμψηφισμός) των υπέρτερων των νομίμων αποδοχών στην αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση. Επομένως, η συμφωνία των διαδίκων κατά το σκέλος που αφορά την υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι άκυρη. Αναφορικά με την αιτούμενη αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 8-3-2011 έως και 31-12-2012 είχε εφοδιασθεί με τις απαιτούμενες από το νόμο άδειες για την απασχόληση μέρους του προσωπικού της, μεταξύ του οποίου και της ενάγουσας, για δύο ημέρες καθημερινώς επί δύο ώρες πέραν του οκταώρου και ως εκ τούτου για το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα εργάσθηκε νομίμως υπερωριακώς (...) Εκ του ότι η ενάγουσα για το χρονικό αυτό διάστημα έχει εισπράξει πέραν των νομίμων αποδοχών της ποσό 1.853.08 ευρώ μηνιαίως προς κάλυψη της αμοιβής της για την πέραν του 8ώρου απασχόλησής της, συνάγεται ότι λόγω της μεγάλης διαφοράς του επιπρόσθετου ποσού που λάμβανε για την υπερωριακή της απασχόληση (αθροιστικά της υπερεργασίας και της υπερωριακής της απασχόλησης) εν σχέσει με την αξία αυτής, δεν διατηρούσε ουδεμία αμφιβολία περί του ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που της κατέβαλλε η εναγομένη υπερκάλυπταν και με το παραπάνω τις ανωτέρω αξιώσεις της που αθροιστικά υπολογιζόμενες, ανέρχονταν σε πολύ μικρότερα ποσά από το ποσό των 1.853,08 ευρώ που η ενάγουσα εισέπραττε πέραν των νομίμων αποδοχών της για το λόγο αυτό. Η ενάγουσα καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας της και μετά τη λήξη αυτής γνώριζε λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ του καταβαλλόμενου επιπλέον μισθού της και των αξιώσεών της για απασχόληση πέραν του οκταώρου ότι η συμφωνία περί των αποδοχών της που είχε συνάψει με την εναγομένη ήταν πέραν του αναμενόμενου, με βάση τα οικονομικά δεδομένα της επίδικης περιόδου, (οικονομική κρίση), συμφέρουσα οικονομικώς γι’ αυτήν. Άλλωστε μολονότι εξέφραζε ενεργώς και συνεχώς τις απαιτήσεις της όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και για τους συναδέλφους της, η ενάγουσα μετά βεβαιότητος, εάν πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία που δεν θα αμειβόταν, θα είχε διαμαρτυρηθεί αμέσως. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι υπέγραψε (η ενάγουσα) την καταγγελία της συμβάσεώς της «...Με κάθε επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου» και ότι αμέσως μετά την απόλυσή της, την 8-7-2015. προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του Κεντρικού Τομέα Πειραιά ζητώντας την υπερεργασιακή και υπερωριακή αμοιβή για την απασχόλησή της από την 1-1-2010 έως την απόλυσή της, καθόσον τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, ήτοι το πρώτο κατά την απόλυσή της και το δεύτερο μετά από αυτήν (απόλυση). Σημειωτέον ότι από το προαναφερόμενο από 31-7-2008 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ενάγουσας προς την υπάλληλο του Τμήματος Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης και το από 31-7-2008 απαντητικό μήνυμα της τελευταίας προς την ενάγουσα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα μολονότι εισέπραττε αποδοχές ποσού 2.200 ευρώ καθαρά μηνιαίως, διαμαρτυρήθηκε, όπως είχε δικαίωμα, για ποσό των επτά (7) ευρώ που της παρακρατήθηκε από το μήνα Ιούνιο του 2008, μάλιστα δε, προέβη στην εν λόγω διαμαρτυρία λίγους μήνες μετά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας της τον Ιανουάριο του 2008, ως νεοπροσληφθείσα, το οποίο σημαίνει ότι εξαρχής η ενάγουσα προέβαλλε, όπως έπρεπε, κάθε οικονομική της αξίωση. Ακόμη και για άλλους υπαλλήλους η ενάγουσα απαιτούσε με σθένος επιπλέον αμοιβή, (...) Ως εκ τούτου, λόγω του συγκεκριμένου ευθέος και διεκδικητικού χαρακτήρα και στάσης της ενάγουσας, η μη διαμαρτυρία της δημιουργούσε εδραία και εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι η συμφωνία στην οποία είχαν έλθει ήταν συμφέρουσα για την ενάγουσα και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της. Άλλωστε η πληρωμή σ’ αυτήν αμοιβής τριπλάσιας περίπου από αυτήν που θα εισέπραττε εάν δεν είχαν συνάψει συμφωνία κλειστού μισθού, είχε λάβει χώρα υπό την αυτονόητη προϋπόθεση να μην προβεί η ενάγουσα εκ των υστέρων σε διεκδικήσεις σε βάρος της εναγομένης, παραιτούμενη σαφώς από την διεκδίκηση μιας ώρας υπερωρίας ημερησίως που η αξία της ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την αμοιβή που της κατέβαλλε η εναγομένη. Κατά τον τρόπο αυτό η καταβολή στην ενάγουσα τριπλάσιου σχεδόν ποσού από το νόμιμο δημιουργούσε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα, σε συνδυασμό με το ότι επί σειρά ετών ουδέποτε διατύπωσε διαφωνία σχετικά με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών της και ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί για το λόγο αυτό ενώ προέβαινε σε άλλες διαμαρτυρίες για άλλα οικονομικά ζητήματα, είναι πλήρως ικανοποιημένη, δεν διατηρεί αξίωση από την επίδικη αυτή αιτία και ουδέποτε θα επανέλθει να διεκδικήσει μία ώρα υπερωριακή απασχόληση την ημέρα, η αξία της οποίας δεν υπερβαίνει μηνιαίως τα 600 ευρώ, από τη στιγμή που της καταβάλλει παραπάνω 1.800 ευρώ περίπου το μήνα. Η καταβολή τέτοιου ύψους χρηματικού ποσού πέραν του νομίμου και μάλιστα υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης, προς κάλυψη της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, η οποία ήταν σταθερή και δεν υπερέβαινε τις δύο ώρες ημερησίως, σε συνδυασμό με τη στάση της ενάγουσας, η οποία απολάμβανε από την έναρξη της απασχόλησής της το έτος 2008 έως και τη στιγμή της απόλυσής της, τις επαρκέστατες αμοιβές της εναγομένης, μη θέσεως εκ μέρους της θέματος υπερωριακής απασχόλησης ενόψει της λήψεως των ανωτέρω μεγάλου ύψους αμοιβών, καθώς και ο τρόπος αμοιβής της αυτός, δια του κλειστού μισθού που ήταν πιο συμφέροντες από την καταβολή σε αυτήν των τακτικών αμοιβών που θα λάμβανε εάν πληρωνόταν τις υπερωρίες ξεχωριστά χωρίς ενσωμάτωση στο μισθό της, σε καμία περίπτωση δεν θα λάμβανε χώρα εάν η εναγομένη είχε την υπόνοια ότι η ενάγουσα δεν ήταν ευχαριστημένη με τον ως άνω τρόπο αμοιβής της. Η δε λήψη από την ενάγουσα για το επίδικο χρονικό διάστημα επιπλέον της νόμιμης αμοιβής της ποσού 96.696,60 (= 1.859,55 ευρώ X 13 μισθούς X 4 έτη) ευρώ, δεν θα ελάμβανε χώρα εάν υπήρχε υπόνοια εκ μέρους της εναγομένης, ότι η ενάγουσα όχι μόνο θα διεκδικούσε δύο ώρες εργασίας άνω του οκταώρου αλλά και θα ελάμβανε και ως βάση υπολογισμού της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησής της και τις ανωτέρω υπέρτερες αποδοχές που της κατέβαλλε, προς διεκδίκηση διπλάσιου σχεδόν κόστους της υπερωριακής εργασίας. Η μεταγενέστερη επιδίωξη των αξιώσεων αυτών συνιστά σε κάθε περίπτωση καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεδομένου ότι α) είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι απαιτήσεις αυτές (για την πέραν του 8ώρου απασχόλησή της) θα καλύπτονταν (συμψηφίζονταν) με την καταβολή σ’ αυτήν αποδοχών μεγαλύτερων (υπέρτερων) αυτών που προβλέπονταν από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, β) είχε γίνει αποδεκτό και από την ίδια την ενάγουσα ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που λάμβανε κάθε μήνα αποτελούσαν το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της που περιλάμβανε και τις αποδοχές για τις προαναφερόμενες αιτίες, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής, γ) ουδέποτε ασκήθηκαν οικονομικές διεκδικήσεις από την ενάγουσα που προέβαινε σε οικονομικές διεκδικήσεις υπέρ τρίτων και ενίοτε και υπέρ του εαυτού της για διεκδίκηση ακόμη και ποσού της τάξεως των επτά (7) ευρώ, δημιουργώντας την εδραία πεποίθηση στην εναγομένη ότι θα έθετε υπόψη της (εναγομένης) οιαδήποτε αντίρρησή της ως προς τον τρόπο καταβολής και το ύψος της αμοιβής της και συνεπώς ότι δεν έχει σχετικό δικαίωμα, δ) η επί μακρό χρόνο καταβολή εκ μέρους της εναγομένης στην ενάγουσα τριπλάσιων των νομίμων αποδοχών, προφανώς τελεί σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας που επιθυμούσε την απολαβή των ανωτέρω αμοιβών, ε) με την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας επιχειρείται η ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της ομαλής εργασιακής σχέσης και η πρόκληση στην εναγομένη, αντίστοιχου με την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας ποσού, επαχθών συνεπειών, που είναι η επιβολή σε αυτήν πρόσθετης υποχρέωσης για καταβολή αμοιβής για εργασία που ήδη έχει ικανοποιηθεί και με το παραπάνω, εμφανίζουσα πλέον αυτήν ως οφειλέτρια μολονότι ανταποκρινόταν στις οικονομικές της υποχρεώσεις απέναντί της (ενάγουσας), προξενώντας δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική της ζωή, πλήττοντας τη φήμη της δια της δημιουργίας της εντυπώσεως ότι δεν καταβάλλει σε εργαζομένους της τα νόμιμα. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καθίσταται καταχρηστική, σύμφωνα και με όσα ορίζονται ανωτέρω στη νομική σκέψη της παρούσας, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα κατά το άρθρο 281 του ΑΚ όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το εν λόγω κονδύλιο της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας ως ασκούμενο δια της ένδικης αγωγής κατά κατάχρηση δικαιώματος, δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως και την οποία επαναφέρει νομίμως στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, ορθά, κατ’ αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα από αυτές πραγματικά περιστατικά. (....) Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή μόνο για το ποσό των 821,87 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων έτους 2015 και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ποσό αυτό από 1-1-2016 και έως εξοφλήσεως, απορριπτομένων των λοιπών αγωγικών κονδυλίων που στηρίζονται και στις δύο αγωγικές βάσεις, την κύρια από την σύμβαση, αλλά και την επικουρική του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για τους ίδιους αναφερθέντες λόγους, μη κριθείσης της συμβάσεως εργασίας της ως άκυρης.