ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 25ο - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 5492/2020

 

Πρόεδρος : Ε. Παπαδάκη, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Μέλη : Ε. Γαβριηλίδου, Πρωτοδίκης, Μ. Μπρούζος, Πάρεδρος

Εισηγητής : Μ. Μπρούζος, Πάρεδρος

Δικηγόροι : Ι. Μπετούρας, Ε. Χριστοπούλου, ΝΣΚ, Ε.-Μ. Παπαπετροπούλου, ΝΣΚ

 

Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον δικαστικό ένσημο (βλ. το με κωδικό ... ηλεκτρονικό παράβολο, μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής), ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να του καταβάλλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση: α) κατ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, ποσό ύψους 114.495,55 ευρώ, ως αποζημίωση, για τα διαφυγόντα κέρδη, που απώλεσε λόγω της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς του, άρνησης των αρμόδιων οργάνων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Επιτρόπου, Κλιμακίου και Τμήματος) να θεωρήσουν τα χρηματικά εντάλματα, που εξέδωσε ο Δήμος ... προς πληρωμή του, για την εκτέλεση του έργου «Συντήρηση και ανακατασκευή πεζοδρομίων», το οποίο του είχε ανατεθεί με την 9.../2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου αυτού και β) κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του ΑΚ, ποσό ύψους 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, από την ίδια ως άνω αιτία.

Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 4853, 4150/2013, 3773/2011 επταμ., 322/2011 επταμ., 2909/1986 Ολ.), το Ελεγκτικό Συνέδριο ως δικαστήριο εντάσσεται στο Τμήμα Ε του Συντάγματος του 1975 (άρθρο 98) περί Δικαστικής Εξουσίας, καλυπτόμενο από όλες τις προβλεπόμενες για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων συνταγματικές εγγυήσεις (βλ. ΟλΣτΕ 3773/2011, 2909/ 1986 Ολ. 322/2011 7μ, 4853, 4150/2013). Στο Δικαστήριο αυτό έχει ειδικότερα ανατεθεί από το Σύνταγμα έργο διφυές, ήτοι το μεν δικαιοδοτικό ι άρθρο 98 παρ. 1 εδ. στ και ζ), το δε διοικητικό (άρθρ. 98 παρ. 1 εδ. α έως και ε). Το τελευταίο δε τούτο έργο, το διοικητικό, έχει ανατεθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο από το Σύνταγμα και τους νόμους λόγω ακριβώς του χαρακτήρα του ως δικαστηρίου και των συνδεόμενων με αυτό συνταγματικών εγγυήσεων.

Επειδή, στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. β. (...) 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. Στις περιπτώσεις των στοιχείων α έως δ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3. 3. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για υποθέσεις της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας». Περαιτέρω, στο π.δ. 74/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (Α 189), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, [ήτοι, μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α 51/12.3.2012, ισχύς από 2.4.2012 σύμφωνα με το άρθρο 113 του νόμου αυτού), και πριν την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4129/ 2013, "Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο" (ΦΕΚ Α 52/28.2.2013, ισχύς από τη δημοσίευσή του, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο)], ορίζεται, στο άρθρο 7, ότι «1. Το Συνέδριον, εφ όσον δεν ορίζεται άλλως δια του παρόντος ή των συμφώνως προς τούτο εκδοθησομένων διαταγμάτων, εκτελεί τα εις αυτό ανατιθέμενα καθήκοντα εν Ολομέλεια ή δια των Τμημάτων και Κλιμακίων αυτού. 2. (...) 3. Κάθε τμήμα αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο συμβούλους, δύο παρέδρους και το γραμματέα. Ο πρόεδρος του Συνεδρίου μπορεί να προεδρεύσει και σε οποιοδήποτε τμήμα. Οι πάρεδροι μετέχουν στα τμήματα με γνώμη συμβουλευτική. Με απόφαση της Ολομέλειας μπορεί να απαλλάσσονται εν όλω ή εν μέρει από την άσκηση των ελεγκτικών καθηκόντων τους οι πάρεδροι, που μετέχουν στα τμήματα. 4. Κάθε τριμελές κλιμάκιο αποτελείται από ένα σύμβουλο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο παρέδρους και το γραμματέα. Τον έναν από τους παρέδρους μπορεί να αναπληρώνει εισηγητής ή δόκιμος εισηγητής. Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές μετέχουν στα κλιμάκια με γνώμη αποφασιστική», στο άρθρο 15, ότι «Το Ελεγκτικόν Συνέδριον: I. Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον επί των εξόδων του Κράτους, ως και επί των δια νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων εκάστοτε Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. 2. (...)», στο άρθρο 17, ότι «1. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον α) (...) β) Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δι ειδικών νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι, υπάρχει δια ταύτας νομίμως κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν αι διατάξεις του Κώδικος "περί δημοσίου λογιστικού" και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως. 2. (...) 3. Κατά τον υπό του Συνεδρίου ασκούμενον έλεγχον επιτρέπεται η εξέτασις και των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, επιφυλασσομένων των περί δεδικασμένον διατάξεων», στο άρθρο 19, υπό τον τίτλο «Οργανα ασκήσεως ελέγχου», ότι «1. (...) 2. Ο, κατά τας κειμένας διατάξεις, προληπτικός έλεγχος των ενεργουμένων δαπανών υπό των δια του άρθρου 1 του ν.δ. 1337/1973 καταστάντων κυρίων διατακτών Νομαρχών ως και υπό των κατά το άρθρον 18 του ν.δ. 1265/1972 ν.π.δ.δ. και ΟΤΑ ασκείται υπό των κατά την προηγουμένην παράγραφον Παρέδρων και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου» και, τέλος, στο άρθρο 21, υπό τον τίτλο «Διαδικασία ασκήσεως προληπτικού ελέγχου» ότι «1. Εάν εκ του διενεργηθέντος ελέγχου διαπιστωθή ότι δια δαπάνην τινά δεν συντρέχουν εν όλω ή εν μέρει αι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 εδ. β του άρθρου 17 του παρόντος ο αρμόδιος Πάρεδρος ή Επίτροπος αρνείται δι ητιολογημένης πράξεώς του την θεώρησιν του εντάλματος, όπερ επιστρέφει προς την αποστείλασαν αρχήν μετ αντιγράφου της πράξεώς του. Υποβαλλομένου εκ νέου του εντάλματος προς θεώρησιν ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος ή θεωρεί τούτο εφ όσον ήρθησαν οι λόγοι της μη θεωρήσεως, ή υποβάλλει τούτο δι εκθέσεώς του εις το οικείον Τμήμα του Συνεδρίου αποφαινόμενον δια πράξεώς του ή περί της θεωρήσεως, εις ην εν τοιαύτη περιπτώσει υποχρεούται να προβή ο πάρεδρος ή ο επίτροπος, ή περί της μη θεωρήσεως του εντάλματος. (...) 2. Εν περιπτώσει μη θεωρήσεως εντάλματος ο αρμόδιος Υπουργός δύναται να αιτήσηται την υπ ευθύνην του θεώρησιν τούτου παρά του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ην τούτο αποδέχεται εντελλόμενον τω αρμοδίω Παρέδρω ή Επιτρόπω την θεώρησιν τούτου. Θεωρουμένου του εντάλματος υπ ευθύνην του Υπουργού, υποβάλλεται αυθημερόν υπό του Γενικού επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρία) πίναξ εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, το Υπουργικόν Συμβούλιον και την Βουλήν, εν ω αναγράφεται η αιτιολογία της μη θεωρήσεως. Εις περίπτωσιν καθ ην η Βουλή εντός της πρώτης συνόδου αυτής, από της υποβολής του πίνακος, δεν ήθελε εγκρίνει το ως άνω θεωρηθέν ένταλμα, το Συνέδριον διά πράξεως της Ολομέλειας καταλογίζει το ποσόν του εντάλματος εις βάρος του υπευθύνου Υπουργού. 2α. Κατά την επανυποβολή του εντάλματος για θεώρηση συνοδεύεται υποχρεωτικά από αποδεικτικό κοινοποίησης στο φερόμενο ως δικαιούχο της εντελλόμενης δαπάνης της πράξης επιστροφής του αρμόδιου Επιτρόπου από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του διατάκτη. (...) 3. (...) 4. (...) 5. Αιτήσεις ανάκλησης των Πράξεων ή Πρακτικών των Κλιμακίων σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο υποβάλλονται στη γραμματεία του αρμόδιου Τμήματος από αυτόν, που έχει έννομο συμφέρον, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της Πράξης ή του Πρακτικού του Κλιμακίου στον οικείο φορέα. Τις αιτήσεις ανάκλησης εξετάζει το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφαινόμενο σε συμβούλιο. Δεύτερη αίτηση ανάκλησης κατά της ίδιας πράξης δεν επιτρέπεται». Σύμφωνα, δε με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 2 του προαναφερθέντος ν. 4055/2012: «Όπου στο κείμενο του άρθρου 21 του π.δ. 774/1980 αναφέρεται η λέξη «Τμήμα» αντικαθίσταται με τη λέξη «Κλιμάκιο», όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανωτέρω π.δ. 774/1980».

Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΟλΣτΕ 1501/2014, 2168, 48/2016 επταμ.), το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του, που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας, που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια, που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία (ΣτΕ 1607/2016 επταμ., 3783/2014 επταμ.). Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διάταξης αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία, που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, λαμβάνοντας υπ όψη την φύση και την αποστολή του έργου, που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους. Περαιτέρω, το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως γ παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνου δράσης οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητος). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Ενόψει της φύσης του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφόσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες, που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών, η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσης οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, και μέχρις ότου ρυθμισθεί νομοθετικά ειδικώς η ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ είναι αναλόγως εφαρμοστέο και στην περίπτωση, που οι πράξεις των οργάνων αυτών, από τις οποίες προκαλείται Ζημία δυνάμενη να αποδοθεί σε πρόδηλο, υπό την ανωτέρω έννοια, σφάλμα τους, είναι κατά περιεχόμενο διοικητικής φύσεως και συνδέονται στενά με την εν γένει διοίκηση και οργάνωση της Δικαιοσύνης και των δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ 48/2016 επταμ.).

Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 213/ 17.12.2010), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 - ΦΕΚ Α51/12.3.2012), ορίζεται ότι : «1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρο του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων (...) Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα (...) 2. (...) 3. (...)».

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την .../2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του (πρώην) Δήμου Παπάγου, ανατέθηκε στον ενάγοντα, εργολήπτη δημοσίων έργων, η εκτέλεση του έργου «Συντήρηση και ανακατασκευή πεζοδρομίων». Σχετικώς καταρτίσθηκε η 2.../12.11.2010 σύμβαση, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 3669/2008, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 114.603,10 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι 140.961,81 ευρώ. Στις 11.3.2011, 28.6.2011 και 7.10.2011, ο ενάγων υπέβαλε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου, προς έγκριση και πληρωμή, τους Ιο, 2ο και 3ο λογαριασμούς αντιστοίχως. Οι εν λόγω λογαριασμοί, που αφορούν σε εκτελεσθείσες εργασίες αξίας 35.926,33, 67.952,17 και 10.663,53 ευρώ και φόρο προστιθέμενης αξίας 8.263,06, 15.629 και 2.452,61 ευρώ, ήτοι συνολικών ποσών 44.189, 39, 83.581,17 και 13.116,14 ευρώ αντιστοίχως, εγκρίθηκαν αυθημερόν στις 11.3.2011, 28.6.2011 και 7.10.2011. Ομως, οι λογαριασμοί αυτοί, για τους οποίους ο ενάγων εξέδωσε τα αντίστοιχα 1../6.6.2011, 17../14.7.2011 και 18../1.7.2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, δεν εξοφλήθηκαν εντός της οριζόμενης από το νόμο προθεσμίας. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων υπέβαλε σχετικές οχλήσεις κατ άρθρο 53 παρ. 9 του ν. 3669/2008 και, ειδικότερα, για τους 1ο και 2ο λογαριασμούς στις 15.2.2012 και για τον 3ο λογαριασμό στις 19.7.2012. Ακολούθως, ο Δήμος εξέδωσε τα 6.. και 6../2011 χρηματικά εντάλματα πληρωμής, που αφορούσαν στην πληρωμή των 1ου και 2ου λογαριασμών, όμως ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρνήθηκε να τα θεωρήσει, με την 3../27.10.2011 πράξη του, διότι έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού τρίτου προσώπου συμμετέχοντος στη διαδικασία του διαγωνισμού για την εκτέλεση του επίμαχου έργου. Ο Δήμος, αφού ακύρωσε τα ως άνω χρηματικά εντάλματα λόγω λήξεως του οικείου οικονομικού έτους, εξέδωσε τα 1.. και 1../ 2012 όμοια, τα οποία και πάλι δεν θεωρήθηκαν, καθόσον, με την 13../2012 πράξη του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η εντελλόμενη δαπάνη κρίθηκε μη νόμιμη, ενώ, με την 1../2013 πράξη του ίδιου Τμήματος, απορρίφθηκε η αίτηση ανάκλησης της προηγούμενης πράξεώς του, που άσκησε ο Δήμος. Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε αγωγή, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με αίτημα να υποχρεωθεί ο Δήμος Παπάγου- Χολαργού να του καταβάλει, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ποσό των 140.886,70 ευρώ, με βάση τους 1ο, 2ο και 3ο εγκεκριμένους λογαριασμούς του έργου, πλέον των νομίμων τόκων βάσει των διατάξεων του άρθρου 4 του π.δ. 166/2003 και μέχρι εξοφλήσεως, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η .../2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημά της, υποχρεώνοντας τον ως άνω Δήμο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 140.961,81 ευρώ, νομιμοτόκως. Στο σκεπτικό δε της απόφασης αυτής διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι «το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν μπορούσε να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της προαναφερόμενης κατακυρωτικής του αποτελέσματος του διαγωνισμού αποφάσεως».

Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή του, όπως αυτή αναπτύσσεται με τα κατατεθέντα στις 12 και 22.11.2019 υπομνήματα, ο ενάγων προβάλλει ότι παρανόμως τα όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Επίτροπος, Κλιμάκιο και Τμήμα) προέβησαν σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της κατακυρωτικής του αποτελέσματος του επίμαχου διαγωνισμού απόφασης, όπως εξάλλου δέχτηκε και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών στην προαναφερθείσα απόφασή του, και, περαιτέρω, παρανόμως αρνήθηκαν, επί τη βάσει του ελέγχου αυτού, τη θεώρηση των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής του. Όπως δε προσέτι ισχυρίζεται, η ως άνω παρανομία είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει η πληρωμή του και κατ επέκταση να στερηθεί του αναγκαίου κεφαλαίου συμμετοχής σε μια σειρά από μεταγενέστερους διαγωνισμούς δημοσίων έργων, με απότοκο την απώλεια διαφυγόντων κερδών ύψους 114.495,55 ευρώ, τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε αποκομίσει από την ανάδειξή του ως αναδόχου των έργων αυτών. Ακόμη, ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω κατακόρυφης πτώσης του κύκλου εργασιών του, αναγκάστηκε να λάβει δάνειο από τράπεζα. Διαρκούσης, δε, της αβεβαιότητας ως προς την πληρωμή του, αναγκάστηκε να καταφύγει σε νέο δανεισμό, αυτήν τη φορά, από φίλους και συναδέλφους του, προκειμένου να εξυπηρετήσει το τραπεζικό χρέος του. Λόγω όμως της παρατεινόμενης καθυστέρησης πληρωμής του κατέστη υπερήμερος και ως προς τις τελευταίες αυτές δανειακές υποχρεώσεις, με συνέπεια να εκπέσει της εμπιστοσύνης του φιλικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος του και να αναγκαστεί να εκποιήσει την περιουσία του, εξ ου και υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς του, σοβαρή ηθική βλάβη. Ενόψει των ανωτέρω, με την κρινόμενη αγωγή του ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλλει τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας απόφασης ποσά, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.

Επειδή, με τις από 19.9.2010 και με Π.Α. ../2019 αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, που υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ επίκληση της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3900/ 2010, ζητήθηκε η εισαγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου, των εκκρεμών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγών με αριθμούς εισαγωγής ΑΓ 51../27.10.2015, 34../8.7.2016, 18../13.10.2015 και 66../10.10.2016. Με τις ../2.10.2019 πράξεις της Επιτροπής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 και αφού λήφθηκε υπόψη ότι με τις προαναφερόμενες αγωγές τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα των ουσιαστικών προϋποθέσεων θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του ενταγμένων στη δικαστική λειτουργία και ειδικότερα το ζήτημα της αστικής ευθύνης από δικαστικές αποφάσεις διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων όλων των βαθμών, από παραγγελίες, που εκδίδουν οι εισαγγελικοί λειτουργοί στο πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και από πράξεις των ανακριτικών οργάνων, που εκδίδονται στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας, αποφασίστηκε, κατ αποδοχή των ως άνω αιτήσεων, η εισαγωγή των οχ άνω αγωγών προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ παραγγέλθηκε και γ δημοσίευση των πράξεων αυτών στις ημερήσιες εφημερίδες «..» και «..». Οι πράξεις δε αυτές, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σώμα τους, συνεπάγονται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα.

Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, το Δικαστήριο λαμβάνει κατ αρχάς υπόψη του ότι την κύρια βάση των αξιώσεων του ενάγοντος συγκροτούν πράξεις σχηματισμών (Κλιμάκιου και Τμήματος) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που αποτελούνται από δικαστικούς λειτουργούς, εκδοθείσες κατά τη διενέργεια του προληπτικού ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής του. Εξάλλου, οι πράξεις, που εκδίδονται κατά τον προληπτικό έλεγχο δαπανών δεν είναι αποφάσεις δικαιοδοτούντος οργάνου, αλλά εντάσσονται στις ελεγκτικές αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. ΑΕΔ 22/2009 σκ. 5, 15/1979, ΣτΕ 1364/2016, 2256/2016, 4116/2015, ΟλΕλΣυν 437/2018, 1248/2014, πρακτικά της 16ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012 και πρακτικά της 11ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 9ης Ιουνίου 2010). Πλην όμως, η ανάθεση του ελεγκτικού αυτού έργου στους ανωτέρω σχηματισμούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Κλιμάκιο, Τμήμα) δεν αλλοιώνει τον δικαστικό τους χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως γίνεται ακριβώς λόγω του χαρακτήρα τους αυτού και των συνδεόμενων με αυτόν εγγυήσεων ανεξαρτησίας (βλ. ΣτΕ 322/2011, 3773/2011, 2909/1986 Ολ. ΟλΕλΣυν 2237/2014, 2822/2011, πρακτικά της 16ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, πρβλ. και την διάταξη του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, που διακρίνει πάντως τις ελεγκτικές αρμοδιότητες από το σύνολο της διοικητικής ύλης και επιτρέπει κατ εξαίρεση τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στα συλλογικά όργανα, που τις ασκούν). Άλλωστε, σύμφωνα με τα γινόμενα ερμηνευτικώς δεκτά στην σκέψη τέσσερα της παρούσας απόφασης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και μέχρις ότου ρυθμισθεί νομοθετικά ειδικώς η ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ είναι αναλόγως εφαρμοστέο και στην περίπτωση, που οι πράξεις των οργάνων αυτών, από τις οποίες προκαλείται ζημία δυνάμενη να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους, είναι κατά περιεχόμενο διοικητικής και δη ελεγκτικής φύσης (πρβλ. ΣτΕ 48/2016). Συνεπώς, εν προκειμένω, ανακύπτει το ίδιο ζήτημα με αυτό, που ήχθη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις .../2.10. 2019 πράξεις της Επιτροπής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, ήτοι το ζήτημα των ουσιαστικών προϋποθέσεων θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του ενταγμένων στη δικαστική λειτουργία. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, κατ άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/ 2010, να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης μέχρι να δημοσιευθούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των σχετικών με τις ως άνω πράξεις της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 με αριθμούς εισαγωγής ΑΓ 51.../27.10.2015, 34.../8.7.2016, 18.../13.10.2015 και 66.../10.10.2016 αγωγών.

Δια ταύτα

Αναστέλλει την πρόοδο της δίκης έως τη δημοσίευση αποφάσεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί των εισαχθεισών ενώπιον του, με τις .../ 2.10.2019 πράξεις της Επιτροπής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, με αριθμούς εισαγωγής ΑΓ 51.../27.10.2015, 34.../8.7.2016, 18.../13.10.2015 και 66../10.10.2016 αγωγών. Ακολούθως, θα οριστεί νέα δικάσιμος, στην οποία θα κλητευθούν να παρασταθούν οι διάδικοι.