ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 548/2018

 

Δικαστής : Δομνίκη Λασπά, Εφέτης

Δικηγόροι : Ιωάννης Πίκουλας - Ευάγγελος Αγγελόπουλος

 

 

II. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος με την από 16.12.2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε στις 16.6.2006 από την εναγόμενη για να εργαστεί για αυτήν ως τραπεζικός υπάλληλος. Ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη με την ιδιότητα αυτή καθημερινά μέχρι τη 1.10.2015, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε παράνομα και καταχρηστικά την επίδικη σύμβαση εργασίας, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή του, ενώ ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η καταγγελία αυτή και η δημοσιοποίηση των λόγων για τους οποίους έλαβε χώρα, οδήγησε στη μείωση της εργασιακής υπολήψεως αυτού και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή του, με αποτέλεσμα να του προκληθεί και ηθική βλάβη. Ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα η εναγόμενη αρνείται παρανόμως να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες του, οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας στο ποσό των 2.824,34 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων ζήτησε, κατόπιν του νομότυπου περιορισμού της απαιτήσεώς του κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, α) να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδεχτεί την εργασία του απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησης απασχόλησής του, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 42.691,37 ευρώ ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με το νόμιμο τόκο, και δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω συμπεριφορά της εναγόμενης. Τέλος, ζήτησε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί κατά την καταψηφιστική της διάταξη και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι n από 1.10.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη, υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα με την απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς της καθώς και να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 31.178,53 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2.10.2015 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (17.5.2016), νομιμότοκα το μεν ποσό των 29.178,53 ευρώ από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής έκαστου κονδυλίου, το δε υπόλοιπο ποσό από την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, κηρύσσοντας την απόφαση ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 12.000 ευρώ και επιβάλλοντας σε βάρος της εναγόμενης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα, το οποίο όρισε σε 750 ευρώ.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως παραπονούνται τόσο ο ενάγων όσο και η εναγόμενη με τις αντίθετες υπό κρίση εφέσεις τους, για τους διαλαμβανόμενους σ αυτές λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν ενάγων να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του ως προς όλα τα αιτήματά της, η δε εναγόμενη να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της.

III. Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 669 Α. Κ., 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2190/1920, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1, 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και χωρεί ελευθέρως οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζόμενου δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Πρέπει δηλαδή να μην υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο αυτό όρια, ήτοι τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική κατά το άνω άρθρο 281 Α.Κ. και γι αυτό άκυρη, θεωρείται έτσι σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.).

Αν, παρά την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση, ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί την παροχή εργασίας, καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου και —όσο διαρκεί η υπερημερία του, ήτοι η μη αποδοχή της εργασίας— υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να τον απασχολούσε κανονικά (Α.Π. 13/2014 και Α.Π. 1249/2014 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 597/2002 ΔΕΕ 2003, 201, Α.Π. 1107/2000 ΔΕΝ 2001, 339). Υπάρχει δε τέτοιας μορφής υπέρβαση, όταν η καταγγελία έγινε για εκδίκηση σε βάρος του μισθωτού λόγω της συμπεριφοράς του, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, αλλά απαρέσκει στον εργοδότη διότι εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντά του, καθώς και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος του, αλλά ικανοποιούν τις εγωιστικές του διαθέσεις απέναντι στους εργαζομένους, όπως συμβαίνει όταν η απόλυση οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής στον εργοδότη, διότι αυτός (εργαζόμενος) διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του (Α.Π. 677/2014, Α.Π. 2093/2014 και Α.Π. 987/2013 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1117/2005 ΔΕΕ 2006, 424).

Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους —που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος— εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.

Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφο του, εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (Α.Π. 251/2016, Α.Π. 796/2012, Α.Π. 1683/2012, Α.Π. 904/2012 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (Α.Π. 102/2017 δημ. στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Β) Περαιτέρω, την 2816.2015 εκδόθηκε η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με τίτλο «Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας» (Φ.Ε.Κ. Α 65/28.6.2015), ενώ ακολούθησαν οι τροποποιήσεις της στις 30.6.2015 (Φ.Ε.Κ. Α 66/30.6.2015) και με την ΑΥΟικ ΓΔΟΠ. 0000902ΕΞ2015/30.6.2015 (Φ.Ε.Κ. Β 1302/30.6.2015), απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες θεσπίστηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι-περιορισμοί (capital controls) στις συναλλαγές όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω Π.Ν.Π., στην παράγραφο 1 αυτής, «Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία. Η τραπεζική αργία καταλαμβάνει όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4261/2014 (Α 107), το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα ιδρύματα πληρωμών του ν. 3862/2010 (Α 11) και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος του ν. 4021/2011 (Α 218), τα υποκαταστήματα και τους αντιπροσώπους ιδρυμάτων πληρωμών και ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα (στο εξής "τα ιδρύματα"). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η, ως άνω, χρονική περίοδος δύναται να συντμηθεί ή να παραταθεί. Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την «προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύφος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη. Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων, για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων».

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ανωτέρω Π.Ν.Π., «Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται: α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας, β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας. Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν, δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής Web Banking ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές. Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών. Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύνανται να εξαιρούνται και άλλες κατηγορίες συναλλαγών, με την ίδια, δε, απόφαση καθορίζεται και η διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές».

Σύμφωνα με την Υ.Α. Γ.Δ.Ο.Π. 0000929ΕΞ2015/Χ.Π.2243/2.7.2015 (Φ.Ε.Κ. Β 1343/2.7.2015) ισχύουν τα ακόλουθα: «1. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28.6.2015 (Α 65), όπως ισχύει, δύναται να πραγματοποιούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα πράξεις σχετικές με την καταβολή των παρακάτω επιδομάτων - παροχών από τον Ο.Α.Ε.Δ., στους δικαιούχους που δεν είναι κάτοχοι κάρτας αναλήψεως μετρητών από αυτόματες ταμειοληπτικές μηχανές (ATM): α) τακτικά επιδόματα λόγω ανεργίας, β) επιδόματα μακροχρονίως ανέργων, γ) βοηθήματα ανεργίας αυτοτελών και ανεξαρτήτων απασχολουμένων. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό επιδομάτων - παροχών σε καθέναν από τους δικαιούχους κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού (Α 65), ορίζεται σε 120 ευρώ κατά ανώτατο όριο».

Με την παράγραφο 6 της ανωτέρω Π.Ν.Π. ορίστηκε ότι «Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση».

IV. Στην προκειμένη περίπτωση [...] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης:

Δυνάμει της από 9.6.2006 έγγραφης σύμβασης μεταξύ του ενάγοντα ... και της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «* Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία», ο πρώτος προσλήφθηκε ως τραπεζικός υπάλληλος από τη δεύτερη, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου επτάμηνης δοκιμαστικής διάρκειας, από 16.6.2006 έως 16.1.2007, οπότε τράπηκε η σύμβαση εργασίας του σε αορίστου χρόνου, με το προβλεπόμενο από τις οικείες σ.σ.ε. ωράριο εργασίας, έναντι συνολικών μικτών μηνιαίων αποδοχών, κατά το τελευταίο, πριν την ένδικη καταγγελία, χρονικό διάστημα, ποσού 2.824,34 ευρώ.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη, κατέχοντας μάλιστα θέση αναπληρωτή διευθυντή του Κέντρου Επιχειρηματικής Τραπεζικής στο Κατάστημα-Επιχειρηματικό Κέντρο της εναγόμενης στον Πειραιά, από τις 9.3.2015 έως την 1.10.2015, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας.

Με την έκδοση της προαναφερόμενης στην υπό στοιχείο III Β μείζονα σκέψη από 28.6.2015 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (καθώς και της από 30.6.2015 τροποποιητικής αυτής Π.Ν.Π.) με την οποία κηρύχθηκε τραπεζική αργία για το χρονικό διάστημα 28.6-6.7.2015, το οποίο παρατάθηκε μέχρι τις 20.7.2015, επιβλήθηκαν κεφαλαιουχικοί έλεγχοι-περιορισμοί (capital controls) στις συναλλαγές όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και της εναγόμενης. Τούτο δε έγινε προκειμένου να αντιμετωπισθεί έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας.

Κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, στις 29 και 30 Ιουνίου 2015 όλα τα τραπεζικά καταστήματα παρέμειναν κλειστά για τους συναλλασσόμενους, από 1 έως και 19 Ιουλίου λειτούργησαν πιλοτικά συγκεκριμένα καταστήματα τραπεζών για τη διενέργεια ειδικότερων συναλλαγών που αναφέρονται στην Π.Ν.Π., ενώ από 20 Ιουλίου έληξε η τραπεζική αργία, διατηρουμένων ωστόσο των περιορισμών στην ανάληψη μετρητών και τη μεταφορά κεφαλαίων.

Μνεία των συναλλαγών αυτών που αναφέρονται στην Π.Ν.Π. γίνεται στην υπό στοιχείο III Β μείζονα σκέψη. Το πλήρες κείμενο της ανωτέρω Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.) κοινοποίησε η εναγόμενη σε όλο το προσωπικό της στις 29.6.2015 μέσω της Εγκυκλίου υπ’ αριθμόν 6 του Διευθύνοντος Συμβούλου ..., η οποία αναρτήθηκε αυθημερόν στο σύστημα ηλεκτρονικής ενημέρωσης της τράπεζας. Κατά το διάστημα δε αυτό της τραπεζικής αργίας απαγορευόταν η διενέργεια κάθε τραπεζικής εργασίας πλην των εξαιρέσεων που προβλέπονταν στο άρθρο πρώτο παρ. 2 του Π.Ν.Π. (όπως αυτές αναφέρονται παραπάνω στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη), ενώ στην παράγραφο 6 του πρώτου άρθρου της Π.Ν.Π. οριζόταν ότι «Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του 1/10 του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση».

Στην απαγόρευση διενέργειας τραπεζικών εργασιών, από το περιεχόμενο των επίμαχων Π.Ν.Π., δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι εντάσσεται και η πρόσβαση των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς τραπεζικές θυρίδες. Για το λόγο αυτό, ενόψει μάλιστα των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων και επί του οποίου θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά κατωτέρω, απαιτήθηκε η έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων από τις τράπεζες με σαφείς οδηγίες προς τους εργαζόμενους σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης από τους δικαιούχους στις ήδη μισθωμένες τραπεζικές θυρίδες κατά την περίοδο αυτή, τα οποία κάθε τράπεζα εξέδωσε αυτοτελώς και σε διαφορετικό χρόνο. Έτσι, η Τράπεζα... Bank προχώρησε σε σχετική οδηγία ήδη από την παραμονή (30.6.2015) της επαναλειτουργίας των τραπεζικών καταστημάτων, ενώ άλλες τράπεζες ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες.

Στην περίπτωση που ενδιαφέρει η εναγόμενη Τράπεζα εξέδωσε και κοινοποίησε σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα περί τραπεζικών θυρίδων μόλις το απόγευμα της 2ης.7.2015, όταν τα καταστήματά της είχαν ήδη λειτουργήσει επί δύο ημέρες. Ειδικότερα, απέστειλε το πρώτον στα καταστήματά της στις 2.7.2015 και ώρα 5:15 μ.μ. το με αριθμό ... υπηρεσιακό σημείωμα με θέμα «Απαγόρευση χρήσης θυρίδων καταστημάτων στο πλαίσιο λειτουργίας της Π.Ν.Π. 65/28.6.2015», στην οποία αναφέρει ότι «για τη χρονική περίοδο από 28 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου, η οποία έχει κηρυχθεί ως Τραπεζική Αργία και για όσο διάστημα αυτή συντμηθεί ή παραταθεί: Απαγορεύεται ρητώς η πρόσβαση στον χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών. Για την αποφυγή επιβολής κυρώσεων στην Τράπεζά μας, παρακαλούμε για την πιστή τήρηση των παραπάνω οδηγιών».

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση της ως άνω Π.Ν.Π., και συγκεκριμένα στις 1.7.2015, ο ενάγων μετέβη στην εργασία του στο πιο πάνω κατάστημα της εναγόμενης στον Πειραιά, στο οποίο ήταν επικεφαλής. Το κατάστημα αυτό ήταν ένα από τα τρία συνολικά καταστήματα της εναγόμενης στην Αττική τα οποία παρέμειναν ανοικτά για το κοινό και λειτούργησαν από 1.7.2015 και καθ όλη τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, προς διενέργεια των, κατ εξαίρεση επιτραπεισών, συναλλαγών σε χρήμα, σύμφωνα με τις παραπάνω Π.Ν.Π., όπου η εναγόμενη είχε αποστείλει στις 1.7.2015 με φαξ έγγραφο υπό τον τίτλο «Οδηγίες καταστημάτων για την καταβολή συντάξεων», με το οποίο ανέφερε ότι, συνεπεία απόφασης του Υπουργείου Οικονομικών από την 1η Ιουλίου 2015 και για τρεις συναπτές ημέρες θα ανοίξουν πανελλαδικά τριάντα καταστήματά της προκειμένου να εξυπηρετήσουν και μόνο συνταξιούχους που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα και έδινε οδηγίες στους υπαλλήλους της για τη διαδικασία ανάληψης από τους συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς των συνταξιούχων που τηρούνταν στο κατάστημά της. Έχοντας δε ο ενάγων την δικαιολογημένη πεποίθηση κατά το χρόνο εκείνο (1.7.2015) -λόγω μη υφιστάμενης σαφούς απαγόρευσης πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς τραπεζικές θυρίδες, τόσο στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις όσο και στις μέχρι τότε (1.7.2015) έγγραφες οδηγίες της εναγόμενης- ότι οι τεθείσες στις Π.Ν.Π. απαγορεύσεις δεν αφορούσαν την απλή περίπτωση της χρήσης θυρίδας θησαυροφυλακίου από τους έχοντες μισθώσει θυρίδα στα λειτουργούντα καταστήματα της τράπεζας, επέτρεψε στις 1.7.2015 σε πελάτη του καταστήματος την πρόσβαση σε τραπεζική θυρίδα που ο τελευταίος είχε μισθώσει στο ως άνω κατάστημα.

Την επόμενη, δηλαδή στις 2.7.2015, όπως προαναφέρθηκε, η εναγόμενη απέστειλε το πρώτον στα καταστήματά της έγγραφες οδηγίες, με τις οποίες επεσήμαινε ότι απαγόρευε, στο πλαίσιο της ανωτέρω Π.Ν.Π., και την πρόσβαση στον χώρο των θυρίδων των δικαιούχων αυτών. Ακολούθως, η εναγόμενη, αφού έλαβε υπ όψη της τα πορίσματα του ειδικού ελέγχου τήρησης της ανωτέρω Π.Ν.Π. στο Επιχειρηματικό Κέντρο Πειραιά, που διενήργησε η Μονάδα Εσωτερικού της Ελέγχου και την από 4.9.2015 εμπιστευτική επιστολή των μελών της ανωτέρω Μονάδας, θεωρώντας ότι η παραπάνω ενέργεια του ενάγοντα πληρούσε το πραγματικό του όρου «ανεπίτρεπτη τραπεζική εργασία» η οποία απαγορευόταν, από την ανωτέρω Π.Ν.Π., προχώρησε την 1.10.2015, κατ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 6 της ανωτέρω Π.Ν.Π. που επέβαλε στα πιστωτικά ιδρύματα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, με την επίδοση σε αυτόν του υπ αριθμ. ... εγγράφου καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και την ταυτόχρονη προσφορά της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του.

Η ως άνω διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω Π.Ν.Π. προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Άρα για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης απαιτείται υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας) παράβαση του υπαλλήλου. Προϋπόθεση δε για την πλήρωση της υπαίτιας παράβασης είναι να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρει γνώσει των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών ώστε να ευθύνονται για την παράβαση.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από την επαναλειτουργία συγκεκριμένων καταστημάτων της εναγόμενης μέχρι τουλάχιστον την παροχή σαφών οδηγιών εκ μέρους της ως προς το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων που έγινε στις 2.7.2015, οι υπάλληλοι της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, δεν διέθεταν επαρκή γνώση του νομικού καθεστώτος των θυρίδων κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας. Και ακριβώς για τον σκοπό αυτό, ως προελέχθη, παρασχέθηκαν στη συνέχεια και δη στις 2.7.2015 οι σχετικές διευκρινήσεις από την διοίκηση της εναγόμενης τράπεζας, η οποία όμως είχε την υποχρέωση να εκδώσει και κοινοποιήσει εγκαίρως σαφείς οδηγίες για το ζήτημα αυτό, αφού στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης της έγκειται η έγκαιρη καθοδήγηση των υπαλλήλων της κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας, ενόψει της μη υφιστάμενης ρητής απαγόρευσης αλλά αντιθέτως υφιστάμενης αντικειμενικής αβεβαιότητας ως προς το αν απαγόρευε η επίμαχη Π.Ν.Π. την χρήση των ήδη μισθωμένων θυρίδων από τους δικαιούχους, ενόψει μάλιστα των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων.

Ωστόσο η εναγόμενη τράπεζα διά των αρμοδίων οργάνων της αποφάσισε στις 1.10.2015 την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, παρότι ούτε η ίδια είχε εγκαίρως ενημερώσει τους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, ότι στις απαγορεύσεις της Π.Ν.Π. κατά το χρόνο της βραχείας διαρκείας τραπεζικής αργίας εντάσσεται και η χρήση των θυρίδων από τους μισθωτές αυτών, ούτε πρόστιμο επιβλήθηκε σ αυτήν από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδας όπως προβλέπει με το άρθρο 6 η Π.Ν.Π., αφού επίσημη διαπίστωση παράβασης της Π.Ν.Π. από την Τράπεζα της Ελλάδος δεν προηγήθηκε.

Η αναγκαιότητα ειδικής μνείας και εξειδίκευσης των απαγορευμένων συναλλαγών αναφορικά με τη χρήση των τραπεζικών θυρίδων κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας, που αποδεικνύεται και από την έκδοση ειδικών υπηρεσιακών σημειωμάτων επ αυτού από τις αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων, απορρέει ιδίως από δύο ιδιαιτερότητες που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων.

Πρώτον, από το γεγονός ότι η χρήση μιας μισθωμένης θυρίδας δεν συναρτάται, καταρχήν, με τους λόγους απαγόρευσης τραπεζικών εργασιών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας και των ελέγχων κεφαλαίων, ούτε με τους σκοπούς που εξυπηρέτησε η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας, αφού τα αποθηκευμένα μετρητά στις θυρίδες δεν συνυπολογίζονται στην ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και έτσι δεν συνδέονται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών από τους ειδικούς μηχανισμούς ενίσχυσης της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών.

Και δεύτερον, η πρόσβαση των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες τραπεζικές θυρίδες τους αποτελεί μία τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης που αναπτύσσεται εν προκειμένω μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη, η οποία δημιούργησε ακριβώς την αντικειμενική αβεβαιότητα ως προς το αν απαγόρευε η επίμαχη Π.Ν.Π. την πρόσβαση των πελατών των πιστωτικών ιδρυμάτων στις μισθωμένες από αυτούς θυρίδες και έχρηζε ειδικής μνείας και διασαφήσεως.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του άρθρου 11 του ν. 4261/2014, που αναφέρεται στις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων και —συνεπώς— στο τι συνιστά τραπεζική εργασία, όσον αφορά στις θυρίδες, τραπεζική εργασία με τη στενή έννοια του όρου φαίνεται να συνιστά μόνο η πράξη της εκμίσθωσης της θυρίδας σε νέο πελάτη και όχι και η πρόσβαση του δικαιούχου σε ήδη μισθωμένη από αυτόν θυρίδα. Η χρήση μισθωμένης θυρίδας συνιστά βασικό, κύριο δικαίωμα του πελάτη μιας τράπεζας που έχει συνδεθεί μαζί της με σύμβαση μισθώσεως θυρίδας, η σύμβαση, δε, μισθώσεως θυρίδας θησαυροφυλακίου είναι σύμβαση μισθώσεως πράγματος των άρθρων 574 επ. του Α.Κ., η οποία καταρτίζεται μεταξύ πελάτη (μισθωτή) και τράπεζας (εκμισθώτριας) με βασικό περιεχόμενο την παραχώρηση στον μισθωτή της αποκλειστικής χρήσεως διακεκριμένου χώρου (ερμαρίου, θυρίδας) εντός λειτουργούντος καταστήματος της τράπεζας, έναντι καταβολής μισθώματος και με σιωπηρή ή ρητή, αλλά πάντως χαρακτηριστική, ανάληψη εκ μέρους της εκμισθώτριας τράπεζας ιδιαίτερα αυξημένης ευθύνης σε θέματα ασφάλειας του χώρου από κινδύνους πυρός, διαρρήξεων και κλοπών.

Υφισταμένης επομένως μιας τέτοιας συμβάσεως, ο μισθωτής μπορεί να κάνει χρήση της θυρίδας του οποτεδήποτε με την έννοια της επιχείρησης οποιασδήποτε απλής υλικής πράξεως επ αυτής εντός των συμφωνημένων ορίων και όρων και μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας, δικαιούμενος προς τούτο έναντι παντός και του ίδιου ακόμα του εκμισθωτή, ο οποίος έχει στερηθεί συμβατικά το δικαίωμα τούτο και ο οποίος μπορεί φυσικά να εξαναγκασθεί δικαστικά σε συμμόρφωση ή ακόμα σε αποζημίωση (Α.Κ. 584). Η δε Τράπεζα, η οποία ως εκμισθώτρια παραχωρεί τη χρήση της θυρίδας έναντι ανταλλάγματος, δεσμεύεται να επιτρέπει την πρόσβαση στον πελάτη κατά τις ώρες λειτουργίας των τραπεζικών καταστημάτων.

Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας προβλέπει ρητά ότι «Οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύσουν το άνοιγμά τους από το μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις» (παράγραφος 55).

Εν προκειμένω όμως στις κρίσιμες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.) δεν περιλαμβανόταν σαφής απαγόρευση της χρήσης των τραπεζικών θυρίδων κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας. Για τους λόγους αυτούς, η απλή χρήση μιας μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου δεν προκύπτει με ευχέρεια ότι είναι τραπεζική «εργασία» (με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 β.δ. 1835 περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ή του άρθρου 11 ν. 4261/2014) ή «συναλλαγή», δεν προκύπτει, επομένως, ευχερώς ότι εμπίπτει άνευ ετέρου τινός στην έννοια των ως άνω απαγορευμένων «συναλλαγών» της Π.Ν.Π. (βλ. τις από 17.10.2015, 18.11.2015 και 7.12.2015 γνωμοδοτήσεις των Καθηγητών Πανεπιστημίων Ξενοφώντα Κοντιάδη, Σπυρίδωνα Ψυχομάνη και Κωστ. Παπαδημητρίου αντίστοιχα, με τις εκεί παραπομπές, που επικαλείται και επαναπροσκομίζει ο ενάγων και την προσκομιζόμενη Μον.Εφ.Πειρ. 528/8.9.2017 που έκρινε σε όμοια περίπτωση απόλυσης υπαλλήλου της εναγόμενης).

Γι αυτό άλλωστε και ανέκυψε μετά την έκδοση της επίμαχης Π.Ν.Π. η, κατά τα προαναφερθέντα, ανάγκη παροχής διευκρινήσεων σχετικά με το νομικό καθεστώς των θυρίδων κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, οι οποίες ωστόσο από την εναγόμενη τράπεζα δόθηκαν καθυστερημένα και ενώ τα καταστήματά της είχαν λειτουργήσει τις δύο πρώτες ημέρες της τραπεζικής αργίας.

Επομένως ο ενάγων εύλογα και δικαιολογημένα πίστευε όταν επέτρεψε στις 1.7.2015 σε πελάτη του καταστήματος την πρόσβαση σε τραπεζική θυρίδα που ο τελευταίος είχε μισθώσει στο ως άνω κατάστημα, ότι έπραττε νομίμως, αφού δεν είχε σαφείς οδηγίες εκ μέρους της εργοδότριάς του εναγόμενης σε σχέση με το αμφιλεγόμενο αυτό ζήτημα και ακολούθησε τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας (παράγραφος 55).

Η διοίκηση της εναγόμενης θεώρησε ως επιβεβλημένη την καταγγελία, μόνο και μόνο γιατί θέλησε να επιρρίψει στον ενάγοντα υπάλληλο της τις ευθύνες για τη φερόμενη παράβαση της Π.Ν.Π. και, κινούμενη από επιλήψιμα ελατήρια, προέβη στην απόλυσή του, διότι θεώρησε ότι με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του της δινόταν η ευκαιρία να εμφανίζεται ως δήθεν συμμορφούμενη με τις διατάξεις της Π.Ν.Π. ως προς την επιβολή κύρωσης στον υπάλληλο που δήθεν ευθύνεται για την παράβαση, αλλά και η πρόφαση και δικαιολογία να αποσείσει τις ευθύνες της έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση εποπτικού ελέγχου, από την παράλειψή της διά των αρμοδίων οργάνων της να ενημερώσει εγκαίρως τους εργαζόμενους σ αυτήν, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντα, σχετικά με το αμφιλεγόμενο ζήτημα της πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες των δικαιούχων αυτών κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας.

Η εν λόγω απόλυση όμως που έγινε από την εναγόμενη αποκλειστικά για τους άνω λόγους και χωρίς καμιά άλλη αιτία εκ μέρους του ενάγοντα, εφόσον ήταν εξαιρετικά αμφίβολο και περίπλοκο το θέμα του επιτρεπτού ή μη της πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς θυρίδες, σύμφωνα με το καθεστώς απαγορεύσεως των τραπεζικών εργασιών από την ανωτέρω Π.Ν.Π. τουλάχιστον στις 1.7.2015, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων επέτρεψε την πρόσβαση σε αυτές, αφού η ρητή οδηγία της εναγόμενης περί απαγόρευσης της εστάλη την επόμενη ημέρα, στις 2.7.2015, αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και είναι καταχρηστική (άρθρο 281 Α.Κ.), διότι δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του ενάγοντα, ούτε με παράβαση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, δεδομένου μάλιστα και του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι σε βάρος της εναγόμενης επιβλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος οποιοδήποτε πρόστιμο για την φερόμενη ως άνω παράβαση, ούτε ότι διαπιστώθηκε τέτοια παράβαση.

Όπως προεκτέθηκε, η παραπάνω καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, η δε εναγόμενη αρνείται έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντα, παρά την προσήκουσα προσφορά του τελευταίου. Επομένως, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντα και του οφείλει, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., τις αποδοχές του υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2.10.2015 και μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (17.5.2016). Επιπλέον πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα με τους ίδιους όρους όπως και πριν την επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην απόφαση.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, ότι δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη ως καταχρηστική, και υποχρέωσε την εναγόμενη σε καταβολή μισθών υπερημερίας και αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντα με την απειλή χρηματικής ποινής, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, στην συμπλήρωση των οποίων, με εκείνες που παρατίθενται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής προβαίνει το δικαστήριο τούτο (άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ορθώς δε εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγόμενη με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. [...]

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648 και 672 του Α.Κ. 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ εύλογη κρίση (Α.Π. 84/2010 ΔΕΕ 2011, 500, Α.Π. 983/2009 δημ. στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 876/2009 ΔΕΕ 2011, 955, Εφ.Πειρ. 436/2015 δημ. στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 642/2010 ΕλλΔνη 2012, 1396).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της διοίκησης της εναγόμενης, με τον τρόπο που εκδηλώθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε να ικανοποιήσει, δεν αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, αλλά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, γιατί υπερβαίνει, καταφανώς, τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Αποτελεί δε και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα ως τραπεζικού στελέχους, γιατί είχε ως αποτέλεσμα, εντελώς αδικαιολόγητα, δυσμενείς υλικές αλλά και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο, γιατί αυτός μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του αλλά και στην ευρύτερη τραπεζική αγορά εργασίας και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική υπόστασή του, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του.

Δικαιούται, συνεπώς, ο ενάγων, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, να αξιώσει από την εναγόμενη και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω καταχρηστικής απόλυσής του, στην οποία προέβη η διοίκηση αυτής (εναγόμενης), με συνέπεια να προκληθεί στον ενάγοντα προσβολή της προσωπικότητάς του αλλά και στενοχώρια και ταλαιπωρία εξαιτίας της ανεργίας στην οποία περιήλθε.

Ενόψει δε τούτων, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα, του βαθμού πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντα, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που απαιτείται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι δεν συντρέχουν ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος.

Συνεπώς η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για τους παραπάνω λόγους το συνολικό ποσό των (22.178,12 ευρώ + 1.139,50 ευρώ + 1.618,10 ευρώ+ 4.730,00 ευρώ+ 2.000,00 ευρώ +5.000,00=) 36.665,72 ευρώ.

Μετά από όλα τα παραπάνω η από 22.9.2016 έφεση της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας-εναγόμενης ως ηττώμενη διάδικος (176,183 Κ.Πολ.Δ.), τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου-ενάγοντα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος του (άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Να γίνει δεκτή η από 15.9.2016 έφεση του ενάγοντα, αναφορικά με τους λόγους της, που σημειώνονται ανωτέρω και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη όχι μόνον ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης, αλλά στο σύνολο της για το ενιαίο της εκτέλεσής του.

Ακολούθως, [...] πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και συγκεκριμένα πρέπει: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 1.10.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους όπως και πριν την επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς της στην απόφαση, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 36.665,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, α) των μεν κονδυλίων, που αφορούν τις αξιώσεις του για αποδοχές υπερημερίας (22.178,12 ευρώ + 4.730 ευρώ) από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο κάθε επιμέρους κονδύλιο ήταν καταβλητέο, β) για το ποσό που αφορά στο επίδομα Πάσχα έτους 2016, (1.618,10 ευρώ) από την 1η Μαΐου 2016, γ) για το ποσό που αφορά στο επίδομα Χριστουγέννων έτους 2015, (1.139,50 ευρώ) από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αφορούν, ήτοι από 1.1.2016 και δ) τα υπόλοιπα κονδύλια ήτοι το ποσό των 2.000 ευρώ από τη χρήση ειδικής πιστωτικής κάρτας και το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (άρθρο 346 Α.Κ.).

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρίτος (3ος) και τελευταίος λόγος έφεσης του ενάγοντα, που αφορά τον εσφαλμένο υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης που επιβλήθηκε σε βάρος της εναγόμενης, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού ενόψει της προαναφερόμενης εξαφανίσεως της εκκαλουμένης συνεξαφανίζεται και η δικαστική δαπάνη, προκειμένου να υπολογιστεί εκ νέου στο σύνολο της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Έτσι, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντα-ενάγοντα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος του, βαρύνουν την εφεσίβλητη-εναγόμενη. Θα επιβληθούν όμως μειωμένα, αφού η αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.