ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 5439/2019

 

Προεδρεύουσα: Ανθ. Δέρμου (Πάρεδρος Πρωτοδικών)

Δικηγόρος: Ευ. Αγγελίδης

Δικηγόρος: Π. Γιαννόπουλος

 

[…Από την παραπάνω διάταξη [άρθρο 68 του Νόμου 4307/2014] προκύπτει ότι προκειμένου να τεθεί ένα νομικό πρόσωπο σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης θα πρέπει α) να έχει πτωχευτική ικανότητα, β) να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, γ) να υποβάλλεται αίτηση από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. Στη διαδικασία αυτή, η οποία εντάσσεται στις προπτωχευτικές διαδικασίες που ρυθμίζονται, ωστόσο, εκτός διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, έχουν αναλογική εφαρμογή (συμπληρωματικά) οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα (Νόμος 3588/2007). Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 69 παρ. 1 ως ειδικός διαχειριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στον Ν. 3693/2008 (Α΄ 174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξεως του Ν. 2515/1997 (Α’ 154). Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία, στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ τάξεως του Ν. 2515/1997, ενώ στη δεύτερη παράγραφο ορίζεται ότι ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ια παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα. Σημειώνεται ότι μετά την κατάργηση της διάταξης του ανωτέρω άρθρου 106ια του ΠτΚ με το άρθρο 6 παρ. 14 του Νόμου 4446/2016, εφαρμοστέες θα είναι οι αντίστοιχες διατάξεις του ΠΔ 133/2016, συνεπώς, ο ειδικός διαχειριστής θα πρέπει να έχει την ιδιότητα του διαχειριστή αφερεγγυότητας (βλ. άρθ. 2 στ΄ του ΠΔ 133/2016). Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 του εν λόγω ΠΔ, διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο: α) συνδέεται με τον οφειλέτη και επί νομικών προσώπων, με κάποιο από τα φυσικά πρόσωπα που μετέχουν στη διοίκηση τους ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτών, με συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή υιοθεσία και εκ πλαγίου μέχρι τέταρτου βαθμού ή είναι σύζυγος αυτών, β) συνδέεται με τον οφειλέτη ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη με συμβατική σχέση, γ) την πενταετία πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας: (αα) συμμετείχε στη διαχείριση ή εκπροσώπηση της επιχείρησης του οφειλέτη, ή (ββ) είχε την ιδιότητα του νόμιμου ελεγκτή της επιχείρησης του οφειλέτη, ή δ) την τριετία πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας είχε λάβει άμεσα ή έμμεσα αμοιβή (ή είχε πληρωθεί απαίτησή του) από τον οφειλέτη ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη στο πλαίσιο σύμβασης παροχής εξαρτημένων ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή σύμβασης έργου. 2. Οι αρνητικές προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν αν δεν προβλέπονται αυστηρότερες προϋποθέσεις στις ειδικότερες διατάξεις στις οποίες προβλέπονται τα καθήκοντα του διαχειριστή. […]

Η καθ’ ης, η οποία απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου με την κλήτευση της από τις αιτούσες, ύστερα από διάταξη του αρμοδίου Δικαστή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 748 ΚΠολΔ, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, αρνείται την αίτηση και επιπλέον προβάλλει τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του νόμου 4307/2014 που προβλέπουν τη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, λόγω αντίθεσής τους με το άρθρο 20 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 της Συνθήκης Ε.Κ.Α.Ε., το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δια των οποίων καθιερώνεται ως γενική αρχή το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και διασφαλίσεως δίκαιης δίκης σε κάθε πολίτη κατά την προάσπιση των εννόμων συμφερόντων και των ατομικών του δικαιωμάτων, αλλά και με το άρθρο 4 του Συντάγματος. Και αυτό γιατί, ενώ με την ανωτέρω διαδικασία εισάγεται ένα είδος αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης των κανονικών ένδικων μέσων (ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ) αλλά ούτε και οι λοιπές εγγυήσεις της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρα 954, 966 ΚΠολΔ). Η διαδικασία, ωστόσο, εκδίκασης της αίτησης για τη θέση επιχείρησης υπό το καθεστώς της ειδικής διαχείρισης, που εισάγει μία παράλληλη παραπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία και ειδικότερα συνιστά μία ειδικότερη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης ειδικού σκοπού, διασφαλίζει το δικαίωμα συμμετοχής στη δίκη της καθ’ ης εταιρείας, απόδειξης των κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών και υπεράσπισης εν γένει της καθ’ ης η αίτηση και συνακόλουθα, πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης, ενώ επιπλέον, δεν αποκλείονται αφενός μεν, η αίτηση ανάκλησης της απόφασης κατ’ άρθρο 758 ΚΠολΔ, αφετέρου δε, η τριτανακοπή κατ’ αυτής κατ’ άρθρο 773 ΚΠολΔ, που ανεξάρτητα εάν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένδικα μέσα ή βοηθήματα, αποτελούν, ωστόσο, νομικές δυνατότητες για τους ενδιαφερομένους επί της υποθέσεως στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εν προκειμένω η ως άνω προβλεπόμενη διαδικασία ειδικής διαχείρισης αποτελεί μία επιλογή-πολιτική του νομοθέτη περί αντιμετώπισης των περιπτώσεων εξυγίανσης του χώρου των εμπορικών εταιρειών που έχουν περιέλθει αδιέξοδα και αναπότρεπτα σε κύκλο πτώχευσης ή επικείμενης πτωχευτικής φάσης, ένεκα των συντρεχουσών περιστάσεων οικονομικής «αφερεγγυότητας και μόνιμης και γενικής αδυναμίας των πληρωμών, ώστε πρέπει να προστατευτούν από το φαινόμενο αυτό τόσο η αγορά όσο και οι πιστωτές τους, εάν συντρέχουν βεβαίως οι πτωχευτικές συνθήκες (ως παραπτωχευτικής διαδικασίας), αντικειμενικά και υποκειμενικά, όπως ορίζονται στον Πτωχευτικό Κώδικα, αναλογικά εφαρμοζομένων των διατάξεών του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της νομολογίας. Άλλωστε, η ειδική αυτή διαχείριση με σκοπό την εκποίηση εν λειτουργία της επιχείρησης, κατά το δυνατόν καθ’ ολοκληρίαν, προκειμένου να μη διασπαστεί η ενότητα της με δυσμενή αντίκτυπο στη διατήρηση της εμπορικής και οικονομικής της αξίας, αποτελεί προπτωχευτικό στάδιο-διαδικασία, εναλλακτικό της εξυγίανσης ή της πτώχευσης (άρθρο 76 του Νόμου 4307/2014), καθόσον σε περίπτωση μη επίτευξης του διωκόμενου αυτού αποτελέσματος σε χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης (άρθρα 69 παρ. 3, 70 του Νόμου 4307/2014), παρέχεται από τον νόμο δυνατότητα ανάκλησης της σχετικής απόφασης που έκανε δεκτή την αίτηση, ειδάλλως, ακόμη και η επιδίωξη πλέον κήρυξης αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, που αποτελεί ένα μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη επαχθέστερο για την καθ’ ης. […]. Κύριος νομοθετικός σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι η διάσωση επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με αντίστοιχο παραμερισμό από την όλη διαδικασία του φορέα (φυσικού ή νομικού προσώπου) της επιχείρησης, ο οποίος σκοπός επιτυγχάνεται με μία ταχεία διαδικασία κατά την οποία η διαχείριση της επιχείρησης από τον φορέα της περιέρχεται στον ειδικό διαχειριστή και η οποία αποσκοπεί στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού (χωρίς το αντίστοιχο παθητικό) των επιχειρήσεων ή μεμονωμένων αλλά αυθύπαρκτων λειτουργικών συνόλων ή περιουσιακών στοιχείων αυτών σε υγιείς επιχειρηματίες, οι οποίοι θα συνεχίσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα αυτών, χωρίς να τεθούν οι επιχειρήσεις αυτές σε καθεστώς πτώχευσης, με τις επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες και τη συνεπαγόμενη οικονομική απαξίωση, τα οποία συνεπάγεται η πτώχευση και τα οποία θα απέτρεπαν τρίτους να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την εξαγορά τους και εν τέλει τη διάσωση τους. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα διάσωσης όχι υποκειμενικώς του φορέα (νομικού ή φυσικού προσώπου κυρίου) της επιχείρησης (βλ. ιδίως άρθρο 76 παρ. 2, 3) και ως εκ τούτου η διαδικασία αυτή δεν έχει εξυγιαντική αποστολή για τον φορέα της επιχείρησης, αλλά αντικειμενικώς της ίδιας της επιχείρησης ως οικονομικού συνόλου, ανεξαρτήτως της πτώχευσης ή μη του φορέα-κυρίου της επιχείρησης. Εκ του νομοθετικού σκοπού αυτού σε συνδυασμό με την παρεμφερή νομοτεχνική δομή αλλά και νομοθετικό σκοπό των νομοθετημάτων, τα οποία αποτέλεσαν πρότυπο της, πρέπει να γίνει δεκτό, πως η ειδική διαδικασία που ρυθμίζεται στα άρθρα 68 επ., του Νόμου 4307/2014, παρά την ονομασία της ως «ειδικής διαχείρισης», αποτελεί κατ’ ουσίαν παραπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία και ειδικότερα συνιστά μία ειδικότερη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης ειδικού σκοπού, καθ’ υποκατάσταση της διαδικασίας της κοινής αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία στοχεύει στη διατήρηση αυτούσιου του συνόλου ή των λειτουργικών τμημάτων της περιουσίας του υπό ειδικού διαχείριση φορέως αυτής (φυσικού ή νομικού προσώπου) και στη ρευστοποίηση της ως συνόλου ή κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής (ενεργητικού μόνο και όχι και του αντίστοιχου παθητικού αυτής κατ’ άρθρο 75 παρ. 3, 4), ώστε αφενός μεν, ως επιχείρηση να διατηρηθεί στον παραγωγικό ιστό της χώρας, χωρίς να τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης, αφετέρου δε, από το προϊόν του επιτευχθέντος τιμήματος της πώλησης αυτής να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των πιστωτών, οι οποίοι αντιμετωπίζονται συνολικά κατά τα αντιστοίχως γενόμενα δεκτά για τα νομοθετικά πρότυπα αυτής, δηλ. των άρθρων 46, 46α και 46β του Ν. 1892/1990 και του Ν. 1386/1983 (ΜΠρΠειρ 4814/2018 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 2790/2019 αδημ.). Επομένως και αφού, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. […]

Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον Δεκέμβριο του 2015, οι ληξιπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις της καθ’ ης ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των τριάντα οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων εξήντα ενός χιλιάδων εξακοσίων επτά Ευρώ (38.861.607 €). Από αυτό, συνολικό ποσό δεκαεννέα εκατομμυρίων διακοσίων ογδόντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα έξι ευρώ (19.282.466 €) αντιστοιχεί στις ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις της καθ’ ης προς τις τρεις αιτούσες. Συγκεκριμένα οφείλει […]. Για τις ανωτέρω οφειλές, που έχουν ήδη καταστεί στο σύνολό τους ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, οι δε συμβάσεις έχουν νόμιμα καταγγελθεί από τις αιτούσες, η πρώτη εξ αυτών αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση των με αριθμό …/2017 και …/2017 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποκτώντας έτσι εκτελεστούς τίτλους για μέρος των απαιτήσεών της. Ομοίως η δεύτερη αιτούσα πέτυχε την έκδοση της με αριθμό …/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η τρίτη αιτούσα πέτυχε την έκδοση της με αριθμό …/2017 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για μέρος της απαίτησης της. Παρά δε την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταγγελία των συμβάσεων και την έκδοση των προαναφερόμενων Διαταγών Πληρωμής, η καθ’ ης έχει σταματήσει κάθε καταβολή για την αποπληρωμή των ανωτέρω χρεών της ενώ δεν προέβη σε καμία απόπειρα διακανονισμού με τις αιτούσες για τη σταδιακή εξόφλησή τους. Επιπλέον ποσό έξι εκατομμυρίων πεντακοσίων εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων Ευρώ (6.574,000 €) είναι η συνολική οφειλή της καθ’ ης σε νυν και πρώην εργαζόμενους της για δεδουλευμένες αποδοχές, χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι, μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, έχει προβεί σε κάποιο διακανονισμό για την εξόφληση του ανωτέρω ποσού, η δε είσπραξη μέρους των οφειλών από κάποιους εργαζόμενους, μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκούσια καταβολή από αυτήν. Κατά το ίδιο ανωτέρω χρονικό σημείο (Δεκέμβριο του 2015), οι οφειλές της καθ’ ης σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ, ΕΤΑΜ και ΤΣΑΥ) ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των εφτά εκατομμυρίων τετρακοσίων εξήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα πέντε Ευρώ (7,463.575 €), εκ των οποίων μόνο ένα τμήμα αυτών, που αφορά οφειλές στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ, αποδείχθηκε ότι εξοφλείται, όπως η ίδια η καθ’ ης ομολογεί στην αίτηση εξυγίανσής της, μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Επιπλέον για λοιπές εμπορικές υποχρεώσεις οφείλει το χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων ογδόντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ (1.486.448 €) και για λοιπές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και έξοδα χρήσεως το συνολικό ποσό των τριών εκατομμυρίων εξακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εννιακοσίων εξήντα ενός ευρώ (3.666.961 €). Τέλος οι οφειλές της προς το Δημόσιο για φόρους και λοιπά τέλη ανέρχονται στο ποσό του ενός εκατομμυρίου σαράντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων πενήντα πέντε Ευρώ (1,044.355 €), οφειλή η οποία επίσης δεν έχει ρυθμιστεί. Την ως άνω οικονομική της κατάσταση, που όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προέκυψε από στοιχεία που η ίδια η καθ’ ης χορήγησε, αυτή δεν αρνήθηκε κατά τη συζήτηση της παρούσας, αφού παρά τη, δια των προτάσεων της γενική άρνηση της υπό κρίση αίτησης, δεν αρνήθηκε ούτε αμφισβήτησε κανένα από τα επιμέρους κεφάλαια που αφορούν τις οφειλές της, συμπεριλαμβανομένων και αυτών προς τις αιτούσες, τουναντίον επιβεβαίωσε την άσχημη οικονομική της κατάσταση, την οποία εξάλλου είχε ομολογήσει και στη με αριθμό κατάθεσης 13566/2016 αίτηση εξυγίανσης που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ οι σχετικές οφειλές της είναι εκκαθαρισμένες, αφού καμία από αυτές δεν αμφισβητείται είτε δικαστικά είτε εξώδικα.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η καθ’ ης ανώνυμη εταιρία βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων της, γεγονός που συνομολόγησε και η ίδια στη δίκη για την εξυγίανσή της. Η αδυναμία της αυτή, σύμφωνα και με τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της καθ’ ης, δεν οφείλεται σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή έστω σε παροδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών της, αλλά, σε χρόνια έλλειψη ρευστότητας, εξαιτίας της οποίας αδυνατεί να εκπληρώσει το σημαντικότερο τμήμα των υποχρεώσεών της, η δε αδυναμία της αυτή εμφανίζει στοιχεία γενικότητας και μονιμότητας. Εξάλλου, η αδυναμία πληρωμής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η καθ’ ης, προφανώς, αποπληρώνει κάποια χρέη της, η καταβολή των οποίων είναι απαραίτητη για την εξακολούθηση της λειτουργίας των εγκαταστάσεών της, αφού τα ποσά αυτά είναι πολύ μικρά σε σχέση με τις οφειλές της προς τους λοιπούς πιστωτές της […]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αιτούσες, που όλες είναι χρηματοδοτικοί φορείς, έχουν απαιτήσεις κατά της καθ’ ης συνολικού ποσού, κατά το τέλος του 2014, δεκαοκτώ εκατομμυρίων εκατόν είκοσι τριών χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα τεσσάρων Ευρώ (18.123.834 €) ενώ κατά το τέλος του 2015 οι απαιτήσεις τους ανήλθαν στο συνολικό ποσό των δεκαεννέα εκατομμυρίων διακοσίων ογδόντα δύο χιλιάδων και τετρακοσίων εξήντα έξι Ευρώ (19.282.466 €). Ενόψει δε του συνόλου των οφειλών της καθ’ ης, που το 2014 ανερχόταν στο ποσό των τριάντα τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων εβδομήντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ (34.572.462 €), ενώ το 2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των τριάντα εννέα εκατομμυρίων οκτακοσίων εξήντα ενός χιλιάδων και εξακοσίων επτά ευρώ (39.861.607 €), οι συνολικές οφειλές της προς τις αιτούσες εκπροσωπούν συνολικό ποσοστό 52,4% για το 2014 και 49,6% για το 2015, ενώ και για το έτος 2016 (και ειδικότερα την 31/07/2016), με βάση τις απαιτήσεις των αιτούντων και το δικόγραφο της αίτησης εξυγίανσης της καθ’ ης, οι αιτούσες εκπροσωπούν ποσοστό 52,1% και σε κάθε περίπτωση υπερβαίνουν το αξιούμενο από τη διάταξη του άρθρου 68 του Ν. 4307/2014 ποσοστό του 40% επί του συνόλου των απαιτήσεων. Επομένως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της καθ’ ης, που είναι νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα που εδρεύει στην Ελλάδα, σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 επ. του Νόμου 4307/2014. Περαιτέρω οι αιτούσες προτείνουν να αναλάβει καθήκοντα ειδικού διαχειριστή, σύμφωνα με τις επιταγές των άρθρων 68 και 69 του ανωτέρω Νόμου, ο Χ.Σ., που είναι Ορκωτός Λογιστής Ελεγκτής και διαπιστευμένος Διαχειριστής Αφερεγγυότητας, προσκομίζουν δε για το παραδεκτό της υπό κρίσης αίτησής τους, την από 18/06/2018 δήλωσή του, δια της οποίας αποδέχεται την ανάληψη του έργου της ειδικής διαχείρισης, δηλώνοντας ότι δεν συντρέχει κώλυμα για τον διορισμό του κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 133/2016. Η καθ’ ης, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, αρνείται τον διορισμό του προαναφερόμενου ως ειδικού διαχειριστή για τον λόγο ότι αυτός είναι Μη Εκτελεστικό Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την-επωνυμία «…», η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της δεύτερης αιτούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», χωρίς όμως να προτείνει κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο για να αναλάβει την ειδική διαχείριση της καθ’ ης ούτε προσκομίζει σχετική δήλωση αποδοχής. Σύμφωνα, ωστόσο, με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, μετά την κατάργηση του άρθρου 106ια παρ. 1 του ΠτΚ, ως προς τον ειδικό διαχειριστή και τα κωλύματα που εμποδίζουν την ανάθεση σε κάποιον των σχετικών καθηκόντων, ισχύει το άρθρο 11 του ΠΔ 133/2016 για τους διαχειριστές αφερεγγυότητας. Από τη γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης δεν προκύπτει ότι συμπεριλαμβάνεται στα κωλύματα διορισμού η ανωτέρω ιδιότητα του Χ.Σ. ως Μη Εκτελεστικού Οργάνου του Διοικητικού Συμβουλίου θυγατρικής εταιρείας της δεύτερης αιτούσας. Εξάλλου, πέρα από την ανωτέρω θέση που αποδείχθηκε ότι κατέχει ο προτεινόμενος Ειδικός Διαχειριστής, η οποία, ωστόσο, είναι θέση Μη Εκτελεστικού Όργανου, όπως σαφώς συνάγεται από μία απλή ανάγνωση του σχετικού οργανογράμματος που προσκομίζει η καθ’ ης, αυτή δεν επικαλείται άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός δεν θα ασκήσει τα καθήκοντα του με τον απαιτούμενο επαγγελματισμό και την απαραίτητη ανεξαρτησία, αμεροληψία, και εντιμότητα ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του συνόλου των πιστωτών, ενόψει και της ευθύνης του σε περίπτωση μη προσήκουσας άσκησης αυτών. Κατόπιν τούτων, το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ως κατάλληλο πρόσωπο για την ανάληψη του έργου της ειδικής διαχειρίσεως της καθ’ ης η αίτηση εταιρείας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 69 του Νόμου 4307/2014 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του ΠΔ 133/2016, τον προαναφερόμενο Χ.Σ. του Κ…]