ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 5435/2020

 

Εφέτης: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ

Δικηγόροι: Αναστασία Πλατυπόδη - Νικόλαος Γαβριέλης

 

(...) Η κρινόμενη, από 20/05/2019 έφεση του εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου κατά της πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθείσης εναγομένης - εφεσιβλήτου - εκκαλούσας και της υπ’ αριθ. 729/2019 οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 -ΦΕΚ A 87/23- 7-15), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι ασκήθηκε εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (η προσβαλλομένη εκδόθηκε στις 22/03/2019 και το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20/05/2019, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω). Επομένως, πρέπει η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθ. 533 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθ. 495 §4 εδαφ. τελευταίο και 614 §3 ΚΠολΔ, ως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 - σχ. Κ. Ρίζο σε Ν. Λεοντή, Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, 2018, σσ. 239), αφετέρου έχουν κατατεθεί από τους υπόχρεους προς τούτο πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων τα παράβολα προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθ. 61, παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), ως αυτά αναφέρονται παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας.

Επίσης, και η από 30/05/2019 έφεση της εν μέρει ηττηθείσης εναγομένης - εφεσιβλήτου - εκκαλούσας κατά του πρωτοδίκως εν μέρει νικήσαντος ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και της υπ’ αριθ. 729/2019 οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 -ΦΕΚ A 87/23- 7-15), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμ-πρόθεσμα, δεδομένου ότι ασκήθηκε εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (η προσβαλλομένη εκδόθηκε στις 22/03/2019 και το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 30/05/2019, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω). Επομένως, πρέπει και η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθ. 533 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθ. 495 §4 εδαφ. τελευταίο και 614 §3 ΚΠολΔ, ως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 - σχ. Κ. Ρίζο σε Ν. Λεοντή, Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, 2018, σσ. 239), αφετέρου έχουν κατατεθεί από τους υπόχρεους προς τούτο πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων τα παράβολα προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθ. 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), ως αυτά αναφέρονται παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας. Επιπλέον, οι δύο εφέσεις, οι οποίες βάλλουν κατά της ίδιας οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφορούν την ίδια ένδικη διαφορά και έχουν εγερθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, με τη συνεκδίκασή τους, θα διευκολυνθεί και θα επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και θα επέλθει μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 3 και 246 Κ.Πολ.Δ.).(...)

Στην περίπτωση ομίλου εταιρειών, ήτοι εταιρειών που συνδέονται μεταξύ τους και χαρακτηρίζονται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση και κοινά οικονομικά, εν γένει, συμφέροντα, ανακύπτουν ζητήματα στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, μεταξύ των οποίων και ο συνυπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας του εργαζόμενου σε μια εταιρεία του ομίλου, όταν μεταφέρεται η σχέση εργασίας του σε άλλη. Όταν η μετακίνηση του εργαζομένου λαμβάνει χώρα με απόλυσή του από τη μία εταιρεία, κατά τον νόμιμο τύπο και με καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης, και πρόσληψή του στην άλλη, όπως και όταν ρητά μεταβιβάζεται η όλη εργασιακή σχέση ή όταν η νέα εργοδότρια αναγνωρίζει και συνυπολογίζει την διανυθείσα προϋπηρεσία του σε άλλες εταιρείες του ομίλου, δεν γεννάται ζήτημα. Πρόβλημα αντίθετα, ανακύπτει, σε σχέση με την αυτοτέλεια της νεότερης εργασιακής σχέσης, όταν η αρχική σύμβαση εργασίας λύεται με παραίτηση του εργαζόμενου και στη συνέχεια καταρτίζεται νέα σύμβαση με τον νέο εργοδότη, καθώς στο ενδεχόμενο αυτό δεν αποκλείεται να υποκρύπτεται σύμβαση μεταβίβασης της αρχικής εργασιακής σχέσης, η οποία θα πρέπει να ελέγχεται, κατά περίπτωση, με αποφασιστικό κριτήριο το αν παρέχεται η ίδια ή άλλου είδους εργασία, υπό τους ίδιους ή διαφορετικούς όρους, αν διατηρείται δηλαδή η ταυτότητα της εργασιακής σχέσης. Με βάση την καλή πίστη επιβάλλεται η μετακίνηση του εργαζομένου, που γίνεται προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ομίλου, να μη λειτουργεί σε βάρος της προστασίας του και συνεπώς είναι ενδεχόμενο, υπό περιστάσεις, να μπορεί να συναχθεί συμφωνία και των τριών εμπλεκομένων μερών, ήτοι παλαιού και νέου εργοδότη και εργαζόμενου, περί συνυπολογισμού του προηγούμενου χρόνου εργασίας από το νέο εργοδότη. Όταν, αντίθετα, δεν συνάγεται τέτοια συμφωνία με τον νέο εργοδότη, αλλά η συμφωνία για συνυπολογισμό του προηγούμενου χρόνου απασχόλησης καταρτίστηκε μεταξύ του εργαζόμενου και του αρχικού εργοδότη, οπότε δεν επιφέρει για τον τρίτο αποτελέσματα η σε βάρος του συμφωνία και, κατ’ επέκταση, δεν αποκτά εξ αυτής ο εργαζόμενος δικαίωμα κατά του τρίτου να απαιτήσει την εκτέλεση από αυτόν, η σύμβαση δεν παύει να δεσμεύει εκείνον που υποσχέθηκε την εκπλήρωση από τον τρίτο, ώστε, σε περίπτωση άρνησης του τελευταίου, θα υπέχει ευθύνη αποζημίωσης του αντισυμβαλλομένου του κατά το άρθρ. 415ΑΚ (βλ. σχετ. Φ. Δερμιτζάκη, «Θέματα Εργατικού Δικαίου - Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στους ομίλους επιχειρήσεων», εκδ. 2008/σελ. 326 επ.). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 415 ΑΚ, αυτός που υποσχέθηκε σε άλλον ότι τρίτος θα καταβάλει κάποια παροχή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, οφείλει αποζημίωση αν ο τρίτος αρνηθεί την καταβολή. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στη σύμβαση περί παροχής τρίτου, ο ένας από τους συμβαλλομένους εγγυάται στον άλλο είτε ότι ο τρίτος θα εγκρίνει τη σύμβαση που συνήφθη και που προβλέπει ορισμένη παροχή από αυτόν είτε ότι ο τρίτος θα εκπληρώσει ορισμένη παροχή. Με αυτήν τίθεται ο ερμηνευτικός κανόνας, ότι σε περίπτωση που ο ένας από τους συμβαλλομένους υπόσχεται στον άλλο ότι ο τρίτος θα καταβάλει ορισμένη παροχή, εν αμφιβολία η σύμβαση έχει το νόημα ότι ο υποσχεθείς υποχρεούται να αποζημιώσει το δέκτη της υπόσχεσης αν ο τρίτος αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή. Ο υποσχόμενος, δηλονότι, υπόσχεται ότι όχι αυτός αλλά τρίτος θα εκπληρώσει ορισμένη παροχή και, επομένως, πρόκειται αληθώς όχι «για σύμβαση εις βάρος τρίτου» αλλά για σύμβαση περί παροχής τρίτου. Επειδή δε ακριβώς ο υποσχόμενος δεν υπόσχεται να καταβάλει ο ίδιος, αλλά να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενό του σε περίπτωση που θα αρνηθεί να καταβάλει ο τρίτος, πρόκειται για μορφή εγγυήσεως ή εγγυοδοτικής συμβάσεως, ευρύτερης της απλής συμβάσεως εγγυήσεων. Η σύμβαση περί παροχής τρίτου προστίθεται κατά κανόνα σε μία άλλη σύμβαση που είναι η κύρια. Συνάπτεται δε ατύπως, ακόμη και αν η υπόσχεση συνδέεται με κύρια σύμβαση που υποβάλλεται σε τύπο και παράγει αποτελέσματα μόνο μεταξύ του δέκτη της υπόσχεσης και του υποσχεθέντος, ο οποίος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο δέκτης, αν ο τρίτος αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή. Ως ζημία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται το διαφέρον εκπληρώσεως, δηλαδή ό,τι θα είχε ο δέκτης της υποσχέσεως αν ο τρίτος προέβαινε στην καταβολή. Από δε τον εγγυοδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως περί παροχής τρίτου συνάγεται ότι η υποχρέωση του υποσχεθέντος για αποζημίωση του αντισυμβαλλομένου του είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη ή μη πταίσματος του (ΑΠ 194/2002 ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ. 1833/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΔωδ 303/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 8479/2003 ΝοΒ 2004 1582, Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ, υπ’ άρθρο 415 αριθ. 4, 5, 12, 18). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθ’ εαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 767/1973 ΝοΒ 29. 505, ΑΠ 1596/2014 Νόμος, ΑΠ 1145/2003 Δνη 2004. 458). Στην περίπτωση αυτή συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση, με αυτές από το αδίκημα και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές, πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης. Αντίστοιχα ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό. Τις περισσότερες όμως συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να τις ασκήσει από κοινού μόνον επικουρικά, τη μια ή την άλλη, αφού δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια από αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επιπλέον (ΑΠ 1596/2014 ό.π.). Αντίθετα, στην περίπτωση που το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 1801/2001 Δνη 43. 1350, ΑΠ 212/2000 ΕπΔικΠολ 2000. 258).(...)

Aποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο εκκαλών της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη - εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 24.11.2003, με την ειδικότητα του πωλητή. Η εφεσίβλητη είναι μέλος του πολυεθνικού ομίλου εταιρειών με τον διακριτικό τίτλο «...», εταιρία δραστηριοποιούμενη στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας πολυάριθμων καταναλωτικών προϊόντων παγκόσμιας φήμης (Ariel, Gilette, Tide κλπ), με ισχυρή παρουσία στις περισσότερες χώρες του κόσμου, και που απασχολεί χιλιάδες εργαζομένους και επιτυγχάνει κύκλους εργασιών και κέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ. Από τη θέση του πωλητή, ο εκκαλών εξελίχθηκε ιεραρχικά και το 2015 προήχθη σε «Senior MS&P manager oral & health care» του ομίλου «...» για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η εφεσίβλητη, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ενεργώντας στα πλαίσια πλάνου αναδιάρθρωσης του ομίλου, προώθησε πολιτική μετακίνησης αρκετών ανώτερων στελεχών του προσωπικού της στην εταιρεία του ομίλου στη Ρουμανία με την επωνυμία «...». Μεταξύ των λοιπών εργαζομένων, ζητήθηκε και από τον εκκαλούντα να μετακινηθεί στην ως άνω εταιρεία στη Ρουμανία, παρακινήθηκε δε από τα διευθυντικά στελέχη της εφεσίβλητης - εναγομένης να αποδεχθεί τη μετακίνηση αυτή, με το επιχείρημα ότι η θέση και η προοπτική του στον όμιλο ήταν διασφαλισμένη και ότι με την ενέργειά του αυτή θα διανοίγονταν καλύτερες προοπτικές εξέλιξής του απ’ ό,τι στην Ελλάδα που τελούσε εκείνη τη χρονική περίοδο σε ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική κατάσταση. Ειδικότερα από τη σχετική αλληλογραφία του εκκαλούντος με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης Λ.Π. και το έγγραφο προσφοράς με τίτλο «πρότυπο προσφοράς (offer template)» που του παραδόθηκε, του προσφερόταν η μεταφορά της θέσης και του ρόλου του στον όμιλο, την οποία θα συνέχιζε να ασκεί με τα ίδια καθήκοντα και αντικείμενο στο Βουκουρέστι, ενώ παράλληλα προβάλλοντο οι προοπτικές εξέλιξης της καριέρας του και η διατήρηση της συνεργασίας του με τον όμιλο. Αναφορικά με τις αποδοχές του, δεν του προσφερόταν κάποιο κίνητρο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμο, αλλά παρεχόταν η διαβεβαίωση ότι θα συνέχιζε να λαμβάνει τις καθαρές αποδοχές που λάμβανε και στην Ελλάδα, πλέον ορισμένων επιπλέον παροχών συνδεόμενων με τις δαπάνες μετακίνησής του, γεγονός που συνεπαγόταν για τον όμιλο μειωμένο μισθολογικό κόστος, καθώς, για τις ίδιες καθαρές αποδοχές, θα επιβαρυνόταν με μικρότερο κόστος φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η διατήρηση του επιπέδου των αποδοχών του εκκαλούντος της πρώτης έφεσης ενάγοντος ήταν θεμελιώδους σημασίας για αυτόν, όπως αποδείχθηκε και ήδη δέχθηκε και το πρωτοβαθμίως επιληφθέν δικαστήριο, λόγος για τον οποίο και αποτυπώθηκε στη σχετική αλληλογραφία του με την εφεσίβλητη - εναγομένη, η οποία δεσμευόταν ότι θα κάλυπτε ακόμη και τις μισθολογικές διαφορές που θα προέκυπταν το 2016 από την φορολόγηση των εισοδημάτων του από την εταιρεία της Ρουμανίας στην Ελλάδα, διαφορά που εκτιμούσαν ότι δεν θα υφίστατο στη συνέχεια (από το 2017), με τη μεταφορά της φορολογικής εγκατάστασης του εκκαλούντος - ενάγοντος στη Ρουμανία. Όταν όμως αυτός διαπίστωσε, κατόπιν ειδικής συμβουλής που έλαβε από τον φορολογικό σύμβουλο της εφεσιβλήτου - εναγόμενης «....», ότι θα συνέχιζε να φορολογείται για τις αποδοχές του και στην Ελλάδα, λόγω της φορολογικής εγκατάστασης της συζύγου του στη χώρα, γεγονός που θα συνεπαγόταν μείωση των καθαρών αποδοχών του, δήλωσε ρητά με το από 27.6.2016 e-mail του προς την εφεσίβλητη - εναγομένη, την πρόθεσή του να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία μετακίνησης, αν αυτή δεν εγγυάτο ότι θα του καταβαλλόταν η διαφορά και για τα επόμενα, μετά το 2016, έτη, ούτως ώστε να παραμείνουν οι καθαρές αποδοχές του στο ίδιο επίπεδο. Τελικά η εφεσίβλητη -εναγομένη δεσμεύτηκε ότι το σχετικό κόστος θα καλυπτόταν είτε από την ίδια είτε από την εταιρεία Ρουμανίας και μετά ταύτα ο εκκαλών - ενάγων δέχθηκε την περί μετακινήσεώς του πρόταση, η οποία, κατόπιν επιλογής της εφεσίβλητης - εναγομένης στα πλαίσια της ακολουθούμενης πρακτικής του ομίλου, θα γινόταν υπό τον τύπο της παραίτησής του από την εφεσίβλητη εναγομένη και πρόσληψής του από την εταιρεία του ομίλου στη Ρουμανία, όπου συμφωνήθηκε να αρχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του από την 1.9.2016. Έτσι υπέγραψε την από 31.8.2016 δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης από την εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης, στην οποία δήλωνε ότι «δεν έχω αξιώσεις έναντι του ανωτέρω εργοδότη μου από την εργασιακή μου σχέση πέραν κάθε νομίμου δικαιώματός μου» και την επομένη (1.9.2016) υπέγραψε σύμβαση εργασίας με την εταιρεία της Ρουμανίας, με την οποία αναλάμβανε την ίδια θέση και τα ίδια καθήκοντα με αυτά που κατείχε στην εφεσίβλητη - εναγομένη, με τις ίδιες καθαρές αποδοχές, χωρίς να γίνεται μνεία σε αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας του, άρχισε δε από την ημερομηνία αυτή να παρέχει την εργασία του στη Ρουμανία. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η εργασιακή σχέση του εκκαλούντος - ενάγοντος με την εφεσίβλητη - εναγομένη, στην πραγματικότητα δεν λύθηκε, αλλά μεταφέρθηκε στην συνδεδεμένη με την εφεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία στη Ρουμανία, όπως oρθά κρίνοντας δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Και τούτο παρότι επιλέχθηκε από τα συμβληθέντα τότε και διάδικα σήμερα μέρη, για διαδικαστικούς και μόνο λόγους, να λάβει χώρα παραίτηση του εκκαλούντος και στη συνέχεια κατάρτιση νέας σύμβασης και παρότι δεν αναγνωρίστηκε από τη νέα εργοδότριά του ο χρόνος εργασίας του στην συνδεδεμένη με την ίδια ελληνική εταιρία. Τούτο δε προκύπτει από το ότι ο εκκαλών συνέχισε να ασκεί στη Ρουμανική εταιρία, τα ίδια ακριβώς καθήκοντα με εκείνα που ασκούσε στην Ελληνική, δηλαδή διατηρήθηκε πλήρως η ταυτότητα της εργασιακής του σχέσης, όπως ορθά κρίνοντας δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης, η εφεσίβλητη δεσμεύτηκε προς τον εκκαλούντα ότι θα εξακολουθούσε αυτός να λαμβάνει και στη Ρουμανία τις ίδιες καθαρές πάσης φύσεως μισθολογικές παροχές που λάμβανε προηγουμένως στην Ελλάδα και να απολαμβάνει το σύνολο των θεμελιωμένων εργασιακών του δικαιωμάτων. Τούτο αποδεικνύεται από την επιφύλαξη του εκκαλούντος - ενάγοντος στο έγγραφο παραίτησής του για «κάθε νόμιμο δικαίωμά του», επιφύλαξη που έγινε δεκτή από την εφεσίβλητη - εναγομένη και από την οποία αποδοχή συμπεραίνεται η βούληση των μερών για τη διατήρηση και μεταφορά της εργασιακής σχέσης και όχι για τη λύση της και την έναρξη νέας, όπως ισχυρίστηκε αβάσιμα η εφεσίβλητη -εναγομένη. Περαιτέρω, τα διάδικα μέρη είχαν καταρτίσει ειδική συμφωνία, με την οποία, η εφεσίβλητη είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει την ανακύψασα μισθολογική διαφορά του εκκαλούντος, λόγω της φορολογήσεως των εισοδημάτων του και στην Ελλάδα. Από το ανωτέρω συνάγεται η γενικότερη συμφωνία τους να μην περισταλούν κατά οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και οι λαμβανόμενες από την ελληνική εταιρία παροχές του εκκαλούντος - ενάγοντος συνεπεία της απασχολήσεώς του από τη Ρουμανική εταιρία, όπως ήδη ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη. Μεταξύ δε των παροχών που δεν θα υφίσταντο οποιαδήποτε περιστολή είναι και η τυχόν καταβαλλόμενη στον ίδιο αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση απόλυσής του, η οποία θα παρέμενε στο ύψος που θα διαμορφωνόταν αν ο εκκαλών είχε συνεχίσει την απασχόλησή του από την ελληνική εταιρία. Ο ίδιος άλλωστε ο εκκαλών, όπως αποδείχθηκε από την επανεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, δεν προτίθετο να δεχθεί και δεν θα δεχόταν την πρόταση της εφεσιβλήτου να μετακινηθεί στην ρουμανική εταιρία, μετακίνηση που έλαβε χώρα προεχόντως για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εφεσιβλήτου και του ομίλου εταιριών στον οποίο αυτή εντάσσεται. Παρότι όμως η εφεσίβλητη δεσμεύτηκε στον εκκαλούντα για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του κατά τη μεταφορά της εργασιακής του σχέσης, η ρουμανική εταιρία δεν αναγνώρισε τον χρόνο προϋπηρεσίας του και ένα περίπου έτος μετά την ανάληψη υπηρεσίας σε αυτή, ο εκκαλών παραιτήθηκε. Τον Νοέμβριο του 2017, η εργοδότρια του εκκαλούντος Ρουμανική εταιρία, τον ενημέρωσε ότι λόγω συγχωνεύσεων θέσεων και άλλων οργανωτικών αλλαγών που πραγματοποιούσε, η θέση του συγχωνεύτηκε και ότι δεν υπήρχε άλλη θέση γι’ αυτόν και ως εκ τούτου είτε θα έπρεπε να παραιτηθεί λαμβάνοντας, ως οικειοθελή παροχή από την εργοδότρια ποσό 265.420 ρουμανικών Λέι μικτών (56.532 ευρώ) εκ των οποίων, μετά τις νόμιμες κρατήσεις, θα του καταβαλλόταν τελικά καθαρό ποσό 186.056 Λέι (39.629 ευρώ), είτε θα απολυόταν χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση. Υπό την πίεση των συνθηκών αυτών, ο εκκαλών υπέγραψε τελικά το από 17.11.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό περί λύσεως της σύμβασης εργασίας του την 1.2.2018 και έλαβε το συμφωνηθέν ποσό των 39.629 ευρώ. Την 1/2/2018 ο εκκαλών είχε συμπληρώσει 14 έτη προϋπηρεσίας στην ... (ήτοι 12 έτη και 9 μήνες στην εφεσίβλητη και 1 έτος και 5 μήνες στην «... Marketing Romania S.R.L.») και οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του, κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του στην εφεσίβλητη, ήτοι τον Αύγουστο του έτους 2016, οι οποίες θα συνέχιζαν να του καταβάλλονται μέχρι την 1.2.2018 αν παρέμενε στη θέση του στην Ελλάδα, ανέρχονταν στο ποσό των 6.359,99 ευρώ, ποσό που υπερέβαινε το ποσό των 6.283,20 ευρώ (26,18x8x30) που λαμβάνεται υπόψη κατ’ ανώτατο όριο σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης. Κατά συνέπεια η αποζημίωση απόλυσής του την 1/2/2018, με βάση την εκτεθείσα δέσμευση της εφεσιβλήτου - εναγόμενης προς αυτόν, θα έπρεπε να ανέρχεται στο συνολικό μικτό ποσό των (6.283,20 ευρώ χ 10 μήνες =) 62.832 ευρώ, με βάση δε το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 4172/2013, το καθαρό ποσό αποζημίωσης απόλυσής του θα έπρεπε να ανέρχεται σε ποσό 62.548,80 ευρώ, υπολογισμό που δεν αμφισβήτησε ούτε στην πρωτοβάθμια δίκη η εφεσίβλητη.

Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν από την παρούσα διαδικασία σε συνδυασμό με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προκύπτει, όπως ορθά δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 415 Α.Κ., η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του εκκαλούντος - ενάγοντος να μην θιγούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα εργασιακά δικαιώματα που είχε κατοχυρώσει αυτός απασχολούμενος στην εφεσίβλητη και ότι θα συνέχιζαν αυτά να αναγνωρίζονται και από τη νέα του εργοδότρια, σαν να είχε συνεχίσει αυτός να εργάζεται στην Ελλάδα. Όπως όμως προέκυψε, η αλλοδαπή εταιρία «... Marketing Romania S.R.L.» δεν αναγνώρισε τα δικαιώματα αυτά. Κατά συνέπεια η εφεσίβλητη ευθύνεται έναντι του εκκαλούντος κατ’ αρθρ. 415 ΑΚ για την αποκατάσταση κάθε ζημίας του και βάσει της εγγυητικής της ευθύνης οφείλει να αποκαταστήσει την θετική ζημία του που, ως διαφέρον εκπληρώσεως, ανέρχεται σε (62.548,80 - 39.629 =) 22.919,80 ευρώ. Αντίθετα, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, ουδόλως προέκυψε ότι η εναγομένη ζημίωσε υπαιτίως και παρανόμως τον ενάγοντα, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τη μετακίνησή του στην αλλοδαπή εταιρία του ομίλου στον οποίο εντάσσεται και η ίδια, απέβλεπε ή αποδεχόταν την πρόκληση ζημίας σε αυτόν ή ότι επρόκειτο αυτός να απομακρυνθεί από την εργασία του μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη ότι, η κατάργηση της θέσης του ενάγοντος έλαβε χώρα στα πλαίσια αναδιοργάνωσης της εταιρείας Ρουμανίας ένα και πλέον έτος μετά τη μετακίνησή του σε αυτή, ενώ, σε επίπεδο ομίλου, το κόστος που καταβλήθηκε οικειοθελώς για την απομάκρυνσή του (56.532 ευρώ) υπερβαίνει το ποσό που θα είχε καταβληθεί στον ενάγοντα αν αυτός απολυόταν στις 31.8.2016 (οπότε θα του καταβαλλόταν ως αποζημίωση απόλυσης, όπως ο ενάγων ομολογεί, ποσό 50.265,60 ευρώ). Επιπλέον, από την συνολική αποδειχθείσα συμπεριφορά της εφεσιβλήτου, αποδεικνύεται ότι αυτή έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα και προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να διασφαλίσει την επαγγελματική σταδιοδρομία του εκκαλούντος - ενάγοντος καθώς και να διασφαλίσει την εξακολούθηση της συνεργασίας τους, μέσα στα πλαίσια πάντα των δυνατοτήτων της και δοθείσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης - κραχ που κατά τα κρίσιμα έτη 2015 και 2016 επηρέασε όχι μόνο την ελληνική αλλά και την παγκόσμια οικονομία και αναπόφευκτα και την ρουμανική οικονομία, όπου και η εταιρία απασχόλησης του εκκαλούντος. Δεν επέδειξε επομένως ούτε αμελή συμπεριφορά η εφεσίβλητη ως προς το ζήτημα της διασφάλισης της θέσης εργασίας, των αποδοχών και λοιπών παροχών του εκκαλούντος της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης, δεδομένου του συνεχώς δυσμενώς μεταβαλλόμενου οικονομικού περιβάλλοντος της παγκόσμιας αγοράς εργασίας και οικονομίας της περιόδου εκείνης, η οποία δεν έχει σταθεροποιηθεί ακόμη και σήμερα, σύμφωνα με τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το δικαστήριο. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να της καταλογιστεί ούτε αμελής συμπεριφορά ως προς το ζήτημα της προκληθείσης στον εκκαλούντα, κατά τους ισχυρισμούς του, οικονομικής του ζημίας. Επομένως, ορθά κρίνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του εκκαλούντος για την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης για την κατά τους ισχυρισμούς του ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία της, κατά τον ίδιο, υπαίτιας (και αμελούς) επιδειχθείσης συμπεριφοράς της εφεσιβλήτου. Επομένως και ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντος όπως και ο λόγος εφέσεώς του περί δήθεν μη ορθής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, από την επανεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε στην κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου, δεν προέκυψε ότι ο εκκαλών της πρώτης έφεσης αποχώρησε οικειοθελώς από την θέση εργασίας που κατείχε στην εφεσίβλητη και ότι στη συνέχεια προσελήφθη από την αλλοδαπή εταιρία με μια αυτοτελή εργασιακή σχέση. Από τη διαδικασία διαπραγμάτευσης που έλαβε χώρα με την εφεσίβλητη πριν την έναρξη της συνεργασίας του με την ρουμανική εταιρία, διαπραγμάτευση με ανταλλαγή και έγγραφης αλληλογραφίας, την οποία ούτε ο ίδιος αμφισβήτησε με κάποιο ισχυρό αποδεικτικό μέσο και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα μεταφέρθηκε η εργασιακή σχέση του εκκαλούντος από την ελληνική στη ρουμανική εταιρία του ομίλου, χωρίς να διακοπεί καθόλου η απασχόλησή του κατά τη μετακίνησή του από τη μία στην άλλη εταιρία του ομίλου.

Όπως δε προέκυψε από την επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού της δίκης, η εκκαλούσα της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης ανέλαβε έναντι του εφεσιβλήτου της έφεσης αυτής δέσμευση για εξασφάλιση σε αυτόν συγκεκριμένων αποδοχών και παροχών από την αλλοδαπή εταιρία. Κατά συνέπεια και οι σχετικοί λόγοι εφέσεως της δεύτερης εκκαλούσας κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Συνεπώς και με βάση τα προεκτεθέντα, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι όλοι οι λόγοι των δύο εφέσεων, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ως εκ τούτου και οι εφέσεις στο σύνολό τους, η δε εκκαλούμενη απόφαση, ορθά κρίνοντας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 415, 648, 914, 922, 932, 297, 298, 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 3 Ν.2112/20, 2 και 5 παρ.1 & 3 Ν.3198/55, 70, 176, 907, 908 του ΚΠολΔ, δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει ουσία βάσιμη. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της εκατέρωθεν ήττας τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.